Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρασκευή 24 Ιανουαρίου 2025

Το θεατρικό έργο: «Όταν έκλαψε ο Νίτσε» στον Βόλο

 Το θεατρικό έργο: «Όταν έκλαψε ο Νίτσε» στον Βόλο

όταν-έκλαψε-ο-νίτσε-στον-βόλο-1158375

Για περιορισμένο αριθμό παραστάσεων στον Βόλο, στην Π. Ηλεκτρική

Η θρυλική παράσταση «Όταν έκλαψε ο Νίτσε» σε σκηνοθεσία Ακύλλα Καραζήση και Νίκου Χατζόπουλου που ανέβηκε το 2011 με τεράστια επιτυχία στο Θέατρο Θησείον αποσπώντας εξαιρετικές κριτικές και παίχτηκε με sold out παραστάσεις, αποτελώντας την ευρωπαϊκή πρεμιέρα της θεατρικής διασκευής του παγκόσμιου μπεστ σέλλερ του Ίρβιν Γιάλομ, επιστρέφει μετά από 13 χρόνια και έρχεται στον Βόλο για περιορισμένο αριθμό παραστάσεων.

Δύο μεγάλες προσωπικότητες του 19ου αιώνα σε κρίση μέσης ηλικίας. Μια εμπνευσμένη διαδικασία διπλής ψυχοθεραπείας. Επί σκηνής ξετυλίγεται η ανθρώπινη σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα στον θεραπευτή και στον θεραπευόμενο, δύο ανθρώπους που ο καθένας έχει τις δικές του ανάγκες και αδυναμίες. Ο Νίτσε θα κλάψει, αλλά και ο Μπρόιερ θα λυτρωθεί. Η διαδικασία της κατανόησης της ανθρώπινης ψυχής έχει όλα τα χαρακτηριστικά μιας αστυνομικής ιστορίας: αναζήτηση στοιχείων, απρόβλεπτες εξελίξεις, εμφάνιση σχεδόν ανυπέρβλητων εμποδίων, ακόμα και κίνδυνο θανάτου.

Τρεις άντρες ζωντανεύουν το έργο, πότε ως αφηγητές και πότε υποδυόμενοι ρόλους. Οι ποθητές γυναίκες, η εκρηκτική Λου Σαλομέ, η ευάλωτη Άννα Ο., η σταθερή κυρία Μπρόιερ παρουσιάζονται μέσα από τα μάτια και τη φωνή των ανδρών σε μια ιστορία όπου εκείνες έχουν τον πρωταρχικό ρόλο.

Δύο εκπληκτικές επιστολές που ανακαλύφθηκαν πριν μερικά χρόνια δείχνουν ότι η φανταστική συνάντηση που εμπνεύστηκε ο Ίρβιν Γιάλομ μεταξύ Νίτσε, Μπρόιερ και του νεαρού Φρόιντ θα μπορούσε να έχει συντελεστεί στην πραγματικότητα. Έχουμε την απίθανη περίπτωση όπου 140 χρόνια μετά τα γεγονότα και 30 χρόνια από τη συγγραφή του μυθιστορήματος, η πραγματικότητα έρχεται να επιβεβαιώσει τη μυθοπλασία του συγγραφέα.

Λίγα λόγια για το έργο και τη θεατρική διασκευή

Μέσα από μια σειρά μυστικές συμφωνίες, ο μεγάλος Γερμανός φιλόσοφος Φρήντριχ Νίτσε και ο Αυστριακός γιατρός Γιόζεφ Μπρόιερ, ένας από τους πατέρες της ψυχανάλυσης, συναντιούνται στη Βιέννη του 19ου αιώνα, σε μια εμπνευσμένη διαδικασία διπλής ψυχοθεραπείας. Σ’ αυτή την περιπέτεια υπαρξιακής αναζήτησης δύο μοναδικών ανθρώπων εμπλέκονται ένας νεαρός ειδικευόμενος γιατρός ονόματι Ζίγκμουντ Φρόυντ, μια θυελλώδης γυναίκα-ίνδαλμα ποιητών και ψυχιάτρων, η Λου Σαλομέ, και μια σαγηνευτική ασθενής, η Άννα Ο., που στοιχειώνει την ψυχή του γιατρού της. Ο διάσημος ψυχίατρος Irvin D. Yalom επινοεί στο μυθιστόρημα αυτό τη συνάντηση δύο ιστορικών προσώπων στη μητρόπολη των διανοητικών ζυμώσεων του 19ου αιώνα, τη Βιέννη, δίνοντας μια ερμηνευτική εκδοχή της γέννησης της ψυχοθεραπείας και της σχέσης της με την υπαρξιακή φιλοσοφία. Η ψυχοθεραπευτική περιπέτεια που ξετυλίγεται κόβει την ανάσα καθώς αποκαλύπτει βήμα βήμα την ιαματική δύναμη της αληθινής σχέσης.

Η θεατρική διασκευή της συγγραφέως και ψυχοθεραπεύτριας, Ευαγγελίας Ανδριτσάνου, επικεντρώνεται κυρίως στην ιδιαίτερη σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα στον θεραπευτή και στον θεραπευόμενο, όπως την παρακολουθούμε να ταλαντεύεται σε τεντωμένο σκοινί σ’ αυτή την παράδοξη αμοιβαία ψυχοθεραπεία. Η ζωτική αξία της ανθρώπινης επαφής θριαμβεύει σ’ αυτό το έργο που ξετυλίγεται ανάμεσα σε τρεις πρωτοπόρους του πνεύματος, τον Φρίντριχ Νίτσε, τον γιατρό Γιόζεφ Μπρόιερ και τον νεαρό Ζίγκμουντ Φρόιντ.

Συντελεστές

Θεατρική διασκευή: Ευαγγελία Ανδριτσάνου

Σκηνοθεσία: Ακύλλας Καραζήσης, Νίκος Χατζόπουλος

Σκηνικό – Κοστούμια: Ελένη Μανωλοπούλου

Μουσική: Κορνήλιος Σελαμσής

Φωτισμοί: Αλέκος Αναστασίου

Βοηθός σκηνοθέτη: Φαίη Κοτσιλίτη

Βοηθός σκηνογράφου – ενδυματολόγου: Έμιλυ Κουκουτσάκη

Παίζουν: Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης, Γιάννης Κότσιφας, Μάνος Βαβαδάκης

Παραγωγή: Γιώργος Λυκιαρδόπουλος-Λυκόφως ΑΜΚΕ

Διεύθυνση Παραγωγής: Κατερίνα Μπερδέκα

Οργάνωση Παραγωγής: Ρόζα Καλούδη

Επιμέλεια εικόνας: Dasc Branding

Φωτογραφίες: Πάνος Γιαννακόπουλος

Info :

ΒΟΛΟΣ : Θέατρο Παλαιάς Ηλεκτρικής Εταιρείας, Χατζηαργύρη 89

Παραστάσεις (Ημέρες & ώρες) :

Παρασκευή 7/2, Σάββατο 8/2 : 9.00 μμ

Κυριακή 9/2 : 7.00 μμ

Τιμές εισιτηρίων : 22 € & 17 € (φοιτητικό, άνεργοι, ΑΜΕΑ)

Προπώληση : Ticketservices.gr και Ταμείο Θεάτρου.

https://www.taxydromos.gr/

Όταν το Λιοντάρι της Ηπείρου κείτονταν ακέφαλο και άψυχο στο χώμα – Ο Αλή Πασάς ακόμα ανταριάζει τα Γιάννενα...

 Όταν το Λιοντάρι της Ηπείρου κείτονταν ακέφαλο και άψυχο στο χώμα – Ο Αλή Πασάς ακόμα ανταριάζει τα Γιάννενα...

Ο τάφος του Αλή Πασά στο Κάστρο των Ιωαννίνων.
Ο τάφος του Αλή Πασά στο Κάστρο των Ιωαννίνων.

Τον έλεγαν Λιοντάρι της Ηπείρου και ήταν η ζωή και η συμπεριφορά του πράγματι σαν του λιονταριού στη ζούγκλα· ήταν ένας άνθρωπος που η δίψα του για αίμα ξεπερνούσε τη βουλιμία και του πιο σαρκοβόρου θηρίου.

Το όνομά του; Αλή Πασάς Τεπελενλής! Ο θηριώδης Αλή Πασάς των Ιωαννίνων, μια μέρα σαν σήμερα, 25 Ιανουαρίου του 1822 ήταν πια ένα ακέφαλο κορμί δίχως ανάσα… Το κεφάλι του πανούργου Αλή θα τοποθετούνταν σε πιθάρι παστωμένο με αλάτι και θα ταξίδευε στην Πόλη και ό,τι απόμεινε από το σώμα του θα ενταφιαζόταν στην πόλη που αγαπούσε να τον μισεί… Μια μέρα πριν, στις 24 του Γενάρη, ο Αλή Πασάς είχε πέσει νεκρός από σφαίρες Τούρκων.

Ο Αλής γεννήθηκε στο Τεπελένι της σημερινής Αλβανίας περίπου το 1744. Η μητέρα του, η διαβόητη Χάμκω, ήταν Ελληνίδα με καταγωγή από την Κόνιτσα. Ο Αλής άρχισε τη… σταδιοδρομία του ως ληστής· συνελήφθη από τον πασά του Βερατίου, Κουρτ Αχμέτ, αλλά αφέθηκε ελεύθερος αφού υποσχέθηκε να σταματήσει τις επιδρομές κάτι που όμως δεν έκανε.

Το 1788, ο Αλής εκμεταλλευόμενος την απουσία του πασά των Ιωαννίνων, Αλή Ζοτ, λόγω εκστρατείας στον Δούναβη άρπαξε το πασαλίκι των Ιωαννίνων, πράξη την οποία τελικά ενέκρινε και η Υψηλή Πύλη, δίνοντας του μάλιστα δικαιοδοσία πέρα από την Αλβανία και την Ήπειρο και στη Στερεά Ελλάδα.

Ο Σουλτάνος τρομάζει στη θέα του κεφαλιού του Αλή Πασά. Πίνακας ζωγραφικής του Αgim Sulaj στο Μουσείο Αλή Πασά των Ιωαννίνων στη λίμνη Παμβώτιδα.
Ο Σουλτάνος τρομάζει στη θέα του κεφαλιού του Αλή Πασά. Πίνακας ζωγραφικής του Αgim Sulaj στο Μουσείο Αλή Πασά των Ιωαννίνων στη λίμνη Παμβώτιδα.
«Τα Γιάννενα, η Ήπειρος, χρωστούν σ’ αυτόν την ακμή και την ευτυχία τους» γράφει ο δημοσιογράφος, συγγραφέας, δραματουργός Σπύρος Μελάς στο βιογραφικό του έργο: «Το Λιοντάρι της Ηπείρου».

Ήταν η ιστορία της Ηπείρου

Ως Πασάς των Ιωαννίνων, ο Αλής συμμετείχε στον Ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1787, που όμως εγκατέλειψε γιατί υποχρεώθηκε να εκστρατεύσει κατά των επαναστατημένων Σουλιωτών. Το 1796 «πάτησε» την Άρτα και το 1798 μπήκε καβαλάρης στη Χειμάρρα, κατέλαβε την Πρέβεζα από τους Γάλλους, μετά την αιματηρή Mάχη της Νικόπολης. Μετά την Πρέβεζα κατέλαβε τη Βόνιτσα και το 1803 υπόταξε το Σούλι και εξόρισε τους κατοίκους του. Γι’ αυτό το τελευταίο του κατόρθωμα, ο Αλής διορίστηκε από τον Σουλτάνο διοικητής της Ρούμελης, ενώ στον γιο του, Βελή, δόθηκε η διοίκηση της Θεσσαλίας και της Πελοποννήσου και η δικαιοδοσία του έφτανε μέχρι τη Θράκη.
Όμως όλα έχουν ένα τέλος. Το 1820 έπειτα από την αποκάλυψη πως δυο έμπιστοι του Αλή προσπάθησαν να δολοφονήσουν τον πασά Ισμαήλ Πασόμπεη, ο Σουλτάνος Μαχμούτ Β΄ διέταξε να αποχωρήσει ο Αλής από το πασαλίκι των Ιωαννίνων και να περιοριστεί στο Τεπελένι. Οι ραδιουργίες του Αλή Πασά, για να παραμείνει στη θέση του, δεν λειτούργησαν. Το 1820 η Υψηλή Πύλη κήρυξε ένοχο εσχάτης προδοσίας τον Αλή και τον κάλεσε να παρουσιαστεί στην Κωνσταντινούπολη για να απολογηθεί. Ο Αλής αρνήθηκε και οι «δικοί» του τον κυνήγησαν.

Τον Ιανουάριο του 1822 ο Αλής δέχτηκε να παραδοθεί με τον όρο να του δινόταν αμνηστία και κατέφυγε στο μοναστήρι του Αγίου Παντελεήμονα που βρίσκεται στο νησί της λίμνης των Ιωαννίνων. Εκεί, μια στις 24 το βράδυ, πάνω που η μέρα γύριζε στις 25 του μήνα, ο Αλής έπεφτε νεκρός. Ο τάφος του Αλή υπάρχει ακόμα στα Γιάννενα, μέσα στο Κάστρο και η τρομακτική φήμη του πλανιέται ακόμα πάνω από την πολιτεία της Ηπείρου και ανταριάζει τα σκοτεινά νερά λίμνης…    

https://www.ethnos.gr/

Το χωριό της Μαγνησίας με τον… Κούκο

 Το χωριό της Μαγνησίας με τον… Κούκο

Πηγή Facebook: Σελίδα: Συκή, Πηλίου - Siki, Pelion

Δημοσιεύθηκε 

Είναι σχεδόν βέβαιο πως στο άκουσμα της λέξης «Πήλιο», οι πρώτες εικόνες που σου έρχονται στο μυαλό είναι γεμάτες ευρύχωρες πέτρινες πλατείες, πετρόκτιστα αρχοντόσπιτα και καλντερίμια. Ας μην ξεχνάμε φυσικά Μακρινίτσα και Πορταριά. Αυτό είναι το ένα Πήλιο. Ξεκινώντας από το λιμάνι του Βόλου και ταξιδεύοντας στον Δήμο Νοτίου Πηλίου με κατεύθυνση προς… την μύτη της μαγνησιώτικης προβοσκίδας, στα 37 περίπου χιλιόμετρα, ο δρόμος κόβει αριστερά σε ένα όχι και τόσο συνηθισμένο σταυροδρόμι. Πέντε λεπτά μετά, κρυμμένη πίσω από λοφίσκους και χαμηλή βλάστηση, βρίσκεται η Συκή!

Η Κακιωμένη και η Συκή

Η Συκή Πηλίου είναι ένα γραφικό χωριό στις νοτιοανατολικές παρυφές του όρους, με αιώνες παράδοσης και ιστορίας. Είναι χτισμένη σε υψόμετρο 300 μέτρων, πάνω σε μία κατάφυτη ράχη με απεριόριστη θέα προς το Αιγαίο Πέλαγος. Το χωριό βρίσκεται σε κοντινή απόσταση από την πόλη του Βόλου και κατοικείται από περίπου 400 κατοίκους.

Η ιστορία του χωριού ξεκινάει κάπου στα τέλη του 14ου αιώνα, όταν κάτοικοι οικισμών της ευρύτερης περιοχής αποφάσισαν να οργανωθούν σε ένα χωριό με σκοπό την αντιμετώπιση των ληστών και πειρατών του Αιγαίου. Το νέο χωριό αναπτύχθηκε γύρω από μία πηγή νερού για την καλύτερη εξυπηρέτηση των κατοίκων. Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτή η πηγή δεσπόζει ως τις μέρες μας στην είσοδο της πλατείας του χωριού.

Η ιστορία της βρύσης περιβάλλεται από έναν άγνωστο θρύλο. Σύμφωνα με την παράδοση, η πηγή είχε τρεις νερομάνες (πηγές) που ανέβλυζαν δροσερό νερό για εκατοντάδες χρόνια. Όμως, κάποια στιγμή, η μεσαία νερομάνα πείσμωσε – κάκιωσε όπως λένε οι ντόπιοι – και σταμάτησε να βγάζει νερό. Οι τρεις «νερομάνες» έγιναν δύο και οι κάτοικοι ονόμασαν την πηγή Κακιωμένη λόγω της πεισματάρας μεσαίας «μάνας» που δεν ξανάβγαλε ποτέ νερό.

Η Κακιωμένη, όπως είναι σήμερα. Πηγή εικόνας: sikipelion.com

Γύρω στο 1700 η «Κακιωμένη» πηγή μεταμορφώθηκε σε μία παραδοσιακή πετρόκτιστη βρύση που ανακαινίστηκε εκ νέου το 1986.

Σύμφωνα με ένα χειρόγραφο του 18ου αιώνα από τον ιεροδιδάσκαλο Γεώργιο Ρηματισίδη, το χωριό έλαβε αρχικά το όνομα Παλαιοχώριον, λόγω της παλαιότητας του σε σχέση με άλλα κοντινά χωριά της περιοχής. Η ονομασία «Συκή» προέκυψε κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας και η προέλευση της βασίζεται σε διάφορες θεωρίες.

Σύμφωνα με τις δύο επικρατέστερες, η σημερινή ονομασία, είτε εδράζεται στο ομώνυμο δένδρο, τη συκιά και κατ’ επέκταση στη μεγάλη παραγωγή του σύκου εκείνη την περίοδο, είτε στην αρβανίτικη λέξη ske, που σημαίνει σκλάβος, εξηγώντας ίσως και κάποιες πτυχές της ιστορίας του χωριού κατά τα οθωμανικά χρόνια.

Παραδοσιακή αρχιτεκτονική και κάτοικοι

Στο χωριό ζουν σήμερα περίπου 400 μόνιμοι κάτοικοι. Μεγάλο ποσοστό των ντόπιων ασχολείται με την εξόρυξη της πέτρας Συκής που κοσμεί κτίρια και χώρους σε ολόκληρη την Ελλάδα και την Ευρώπη. Η κύρια ασχολία των κατοίκων παραμένει μέχρι σήμερα η αγροκαλλιέργεια και η ελαιοπαραγωγή.

Διαβάστε επίσης  Κάστρο Κορώνης: Με στόφα Βενετσιάνικη

Πολλοί κάτοικοι παράλληλα διατηρούν οικιακού τύπου μικροεπιχειρήσεις που καταπιάνονται με την παραγωγή, τυποποίηση και πώληση ντόπιων αγαθών όπως το ελαιόλαδο, το κρασί, το τσίπουρο, τα γαλακτοκομικά και τα μελισσοκομικά προϊόντα.

Όπως συνέβη στα περισσότερα χωριά της Ελλάδας, έτσι και στη Συκή, ο πληθυσμός μειώθηκε ραγδαία εξαιτίας της αστικοποίησης. Πολλοί νέοι μετανάστευσαν σε μεγάλα αστικά κέντρα για σπουδές και εργασία. Ωστόσο, παρά το αρχικό σοκ της αποπληθυσμιοποίησης, η εισροή χρημάτων και νεωτεριστικών ιδεών ωφέλησε τον τόπο σε πολιτιστικό όσο και σε οικονομικό επίπεδο. Σήμερα, η νεολαία του χωριού είναι αυτή που αναλαμβάνει τα ηνία των τοπικών επιχειρήσεων κρατώντας ζωντανές παραδόσεις και έθιμα.

Η αρχιτεκτονική των κτιρίων και των οικημάτων της Συκής ποικίλει ανάλογα με τη χρονολογία θεμελίωσης. Τα παλαιότερα σπίτια είναι πετρόκτιστα με μικρά μπαλκόνια. Οι στέγες είναι πέτρινες, ενώ πόρτες και παράθυρα είναι από φτιαγμένα από ξύλο. Ο μεγάλος σεισμός του 1954 ισοπέδωσε μεγάλο μέρος των παραδοσιακών σπιτιών και, δυστυχώς, σήμερα σώζονται ελάχιστα.

Πετρόκτιστη αρχιτεκτονική στην Συκή Πηλίου. Πηγή εικόνας: sikipelion.com

Μετά τον σεισμό, τα νέα σπίτια χτίστηκαν σε πιο σύγχρονα μοτίβα, χρησιμοποιώντας υλικά όπως το κεραμίδι, το τσιμέντο και ο ασβέστης. Με τη διάνοιξη των λατομείων πέτρας, προέκυψαν νέα και επιβλητικά σπίτια τα οποία ομοιάζουν με τα παλαιά, όμως διατηρούν ένα ξεχωριστό χαρακτηριστικό: τη χρωματιστή πέτρινη επένδυση από πέτρα Συκής, μοναδική σε ποιότητα και ομορφιά σε ολόκληρο το Πήλιο.

Ποτόκι: οι άπειρες… αποχρώσεις του γραφικού 

Αφήνοντας πίσω μας τα γραφικά καλντερίμια της Συκής, κατευθυνόμαστε προς τις γαλαζοπράσινες παραλίες στο Αιγαίο. Ίσως, η επισκεψιμότητα του χωριού να στηρίζεται στις δύο πραγματικά ειδυλλιακές παραλίες που μοιάζουν σαν να έχουν βγει από μυθιστόρημα του Παπαδιαμάντη.

Οι παραλίες της Συκής αποτελούν την κοντινότερη απευθείας έξοδο προς το Αιγαίο για τους Βολιώτες. Απέχουν μόλις λίγα λεπτά οδικώς από το κέντρο της Συκής και ως χαρακτηριστικό γνώρισμα τους έχουν το παρθένο περιβάλλον. Παρότι δεν διαθέτουν κάποια αξιοσημείωτη οργάνωση, προσελκύουν πλήθος λουόμενων που ψάχνουν κάτι πιο εναλλακτικό και διαφορετικό από τον μαζικό τουρισμό. Η εύκολη πρόσβαση και το μαγευτικό φυσικό τοπίο σίγουρα θα ανταμείψουν και τον πιο απαιτητικό επισκέπτη.

Το Ποτόκι, όπως φαίνεται από την θάλασσα. Πηγή εικόνας: sikipelion.com

Πρώτη μας στάση, το Ποτόκι. Η παραλία απέχει σχεδόν 5 χλμ. από το κέντρο της Συκής. Γραφική με γαλαζοπράσινα νερά και ψιλό βοτσαλάκι, η συγκεκριμένη παραλία είναι το τέλειο αντίδοτο στον καυτό καύσωνα της τσιμεντούπολης. Λέγεται πως  πήρε το όνομα της από τη σλαβική λέξη potok (ρυάκι ή ρεματιά).

Σύμφωνα με τον Παπαδιαμάντη, το ποτόκι είναι ο λάκκος όπου συσσωρεύεται το λάδι κατά την έκθλιψη των ελαιών σε ελαιοτριβείο. Ίσως αυτή η άποψη να είναι σωστότερη λόγω και των τεράστιων εκτάσεων με ελαιόδεντρα που περιβάλλουν την τοποθεσία. Προσεγγίζοντας την παραλία, ο επισκέπτης συναντά μία καταπράσινη ρεματιά με πλατάνια κι άλλα δέντρα όπου κάπου ανάμεσα υπάρχει μία δροσερή πηγή με πόσιμο νερό.

Η «μικρούλα» Λεμονιά

Στα αριστερά της παραλίας, βρίσκεται μία άλλη παραλία, η «Λεμονιά», μια παράλια λίγων μόνο μέτρων, που σχηματίζεται κατά τους καλοκαιρινούς μήνες μετά την παλίρροια. Η Λεμονιά προσεγγίζεται μόνο δια θαλάσσης και είναι πανέμορφη! Ο, τι πρέπει για φωτογραφίες σε σμαραγδένιο φόντο.

Εκεί μπορείς να θαυμάσεις την αλληλεπίδραση του ανθρώπου με τη φύση: ερείπια από πέτρινες καλύβες που χτίστηκαν για να στεγάσουν σε παλαιότερες περιόδους οι ντόπιοι τις βάρκες τους! Κάποιες μάλιστα χρησιμοποιούνται έως και σήμερα. Σπάνιο θέαμα για τους εκ βουνού ορμώμενους. Κάθε χρόνο, Ποτόκι και Λεμονιά συγκεντρώνουν μεγάλο αριθμό επισκεπτών και παραθεριστών από τη Μαγνησία και τους γειτονικούς νομούς.

Πανταζή Άμμος – Η «πράσινη» του Πηλίου

Δεύτερη μαγευτική παραλία η Πανταζή Άμμος. Βρίσκεται στο βορειοανατολικό άκρο του χωριού και απέχει περίπου 7 χλμ. από την κεντρική Πλατεία. Η πρόσβαση στην παραλία γίνεται κανονικά μέσω του αυτοκινητόδρομου. Πρόκειται για μια μεγάλη παραλία με υπέροχα καταγάλανα κρυστάλλινα νερά, χοντρά βότσαλα και γκριζοπράσινη άμμο. Τα τελευταία χρόνια, έχει τη φήμη της πράσινης παραλίας του Πηλίου. Αυτό οφείλεται στο σμαραγδί χρώμα των βότσαλων, αλλά και στο διαυγές κρυσταλλοπράσινο χρώμα του νερού.

Η ακτή είναι ηλιόλουστη ως αργά το απόγευμα παρά το γεγονός ότι  περιστοιχίζεται από  μεγάλους βράχους που δίνουν στον επισκέπτη το αίσθημα ενός άγριου τοπίου. Όλο το τοπίο θα λέγαμε ότι θυμίζει Σαντορίνη και ένα από τα πιο άγρια ελληνικά ηλιοβασιλέματα σε περιμένει. Ετοιμάσου…

Το μοναδικό ηλιοβασίλεμα και… ο Κούκος. Πηγή εικόνας: sikipelion.com

Η παραλία είναι ανοιχτή στο πέλαγος κάτι που έχει ως  αποτέλεσμα οι λάτρεις των κυμάτων μαγεύονται από την πρόκληση του να δαμάσουν τα σκληρά αιγαιοπελαγίτικα κύματα! Τελευταία, τείνει να γίνει η αγαπημένη κατοίκων και επισκεπτών. Λίγο η ηρεμία, λίγο η άπλα της παραλίας είναι ικανά να σου προσφέρουν χώρο και χρόνο για απομόνωση και διαλογισμό…

Στο αριστερό άκρο της παραλίας υψώνεται ένας πέτρινος κατακόρυφος φυσικός βράχος, ο επομονομαζόμενος… Κούκος. Το πετρώδες έδαφος της τοποθεσίας είναι σαν μικρού μήκους κανάλι, ενώ η θέα της αυγής από το σημείο είναι απλώς απερίγραπτη.

Στο δεξί άκρο της παραλίας και πάνω από το δρόμο θα βρεις τα «Γλυφονέρια», μία εφάλμυρη πηγή νερού που κυλάει ορμητικά μέσα σε μία τεχνητή λιμνοθάλασσα. Η πηγή δημιουργήθηκε για την ύδρευση του χωριού, σε μία πρώτη προσπάθεια δημιουργίας οργανωμένου δικτύου ύδρευσης σχηματίζοντας, ωστόσο μία πανέμορφη λιμνούλα.

Πριν επισκεφθείτε τις παραλίες, εφοδιαστείτε με τα απολύτως απαραίτητα, γιατί Πανταζή και Ποτόκι είναι δύο παραλίες όπου η ανθρώπινη παρέμβαση είναι παντελώς απούσα! Μονό εσείς και η φύση!

Για τους λάτρεις της ιστορίας…

Αν πάλι δεν είσαι φαν της φυσικής ομορφιάς, η Συκή έχει να σου αποκαλύψει αρκετά ιστορικά μυστικά…

Πρώτος ιστορικός σταθμός η Ι.Μ. Τιμίου Προδρόμου. Επιβλητικό, χτισμένο με πέτρα και ξύλο, το μοναστήρι βρίσκεται στην είσοδο του χωριού, μόλις 1 χιλιόμετρο νότια της πλατείας. Στην είσοδο της μονής σήμερα υπάρχει πρόναος που οδηγεί στο Καθολικό και στα κελιά διαμονής των μοναχών. Πρόσφατα στα βορειοανατολικά του προαυλίου χώρου άρχισε να χτίζεται ο Ιερός Ναός των Αγίων Πάντων.

Το Μοναστήρι του Αγίου Ιωάννου Προδρόμου ανεγέρθη με χρήματα των οπλαρχηγών του Πηλίου, Κυριάκου και Στέργιου Μπασδέκη το 1795. Ζουμπανιώτες μάστορες ανέλαβαν το χτίσιμο του, ενώ ο γλυπτός διάκοσμος του φιλοτεχνήθηκε από τον γλύπτη Σπ. Μήλιο. Το μοναστήρι καταστράφηκε εν μέσω της Επανάστασης, στις 2 Μαΐου του 1822 κι ανακαινίσθηκε το 1835 από Αργαλαστιώτες μάστορες των οικογενειών Πέτρου και Κοσμά.

Άποψη της Ι.Μ. Αγίου Ιωάννου Προδρόμου. Πηγή εικόνας: sikipelion.com

Εγκαινιάστηκε για πρώτη φορά στις 24 Ιουνίου 1844 ως ανδρική μονή, καθεστώς που διατήρησε αδιάκοπα για έναν ολόκληρο αιώνα. Όμως, κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, εγκαταλείφθηκε από τους μοναχούς και σχεδόν ερημώθηκε. Το 1971 ξεκίνησε η αναστήλωση της μονής με πόρους των κατοίκων του χωριού. Το 1984, μετά από άδεια του τότε Αρχιεπισκόπου Χριστόδουλου, εγκαθίσταται στη Μονή Γυναικεία Κοινοβιακή Αδελφότητα που υπάρχει μέχρι σήμερα.

Ο Ιερός Ναός του Αγίου Γεωργίου

Στο κέντρο του χωριού, βρίσκεται η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου. Αφιερωμένη στη μνήμη του Πολιούχου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου του Τροπαιοφόρου, η εκκλησιά του χωριού ανεγέρθη το 1777. Χτισμένη πίσω από την κεντρική βρύση στην είσοδο της πλατείας Συκής, η πρώτη αυτή εκκλησία ήταν μικρή κι απλοϊκή, αλλά κάηκε το 1822 κατά την τούρκικη εισβολή στο χωριό. Οι κάτοικοι το 1843 κατόρθωσαν να την ξανακτίσουν στον ίδιο χώρο στολίζοντας τη με ένα ξυλόγλυπτο τέμπλο που διατηρείται μέχρι σήμερα. Το 1938, η εκκλησία κατεδαφίστηκε για να χτιστεί μία μεγαλύτερη και πιο ευρύχωρη σε ρυθμό βασιλικής, ενώ το 1974 χτίστηκε ο πρόναος και το κωδωνοστάσιο με την εκκλησία να λαμβάνει την σημερινή μορφή της.

Φτάνοντας επιτέλους στο κέντρο της Συκής, βρισκόμαστε στην Πλατεία, καθημερινό σημείο συνάντησης των ντόπιων για χρόνια. Πλακόστρωτη κι ευρύχωρη, συνδυάζει το παραδοσιακό πηλιορείτικο στυλ με τα ψηλά υπεραιωνόβια πλατάνια, προσδίδοντας έτσι μία μοναδική γραφικότητα που χάνεται. Στα αριστερά της πλατείας, στέκει αγέρωχος ένας πανύψηλος πλάτανος που υπολογίζεται πως είναι άνω των 800 ετών. Ίσως ένας από τους παλιότερους στο Πήλιο! Γιατί όχι και στα Βαλκάνια;

Όπως σε κάθε ελληνικό χωριό, έτσι και στην Συκή, η Πλατεία είναι η καρδιά αυτού του τόπου. Εκδηλώσεις, πολιτιστικές δράσεις και φυσικά τα πανηγύρια πραγματοποιούνται ανελλιπώς. Φυσικά, όταν το επιτρέπει η δυστοπική πανδημία.

Λίγοι είναι εκείνοι που γνωρίζουν ότι η επίσημη ονομασία της πλατείας του χωριού είναι «Πλατεία Ελευθερίας». Πηγή εικόνας: sikipelion.com

Η Συκή διαθέτει όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που αναζητά κανείς στο Πήλιο: παραδοσιακή αρχιτεκτονική, πλούσια ιστορία και παρθένα τοπία. Παράλληλα, η ιδανική τοποθεσία βοηθά στο συνδυασμό δραστηριοτήτων βουνού και θάλασσας. Βέβαια, η ζεστασιά και η φιλοξενία των κατοίκων, τα έθιμα και τα πανηγύρια δημιουργούν ανεξίτηλες εμπειρίες στον εκάστοτε επισκέπτη. Πρόκειται για μία μοναδική εμπειρία!

Πηγή: https://maxmag.gr/

https://magnesianews.gr/

Κλαρίσε Λισπέκτορ (Clarice Lispector): Μία κότα

 

Κλαρίσε Λισπέκτορ (Clarice Lispector): Μία κότα

Posted on  by planodion


Κλα­ρί­σε Λι­σπέ­κτορ (Clarice Lispector)

Μία κό­τα

ΤΑΝ ΜΙΑ ΚΟΤΑ κυ­ρια­κά­τι­κη. Ζων­τα­νὴ ἀκό­μη για­τί δὲν εἶ­χε πά­ει ἐν­νιὰ ἡ ὥρα τὸ πρωί.

Ἔμοια­ζε ἤρε­μη. Ἀπὸ τὸ Σάβ­βα­το εἶ­χε μα­ζευ­τεῖ σὲ μιὰ γω­νιὰ τῆς κου­ζί­νας. Δὲν κοι­τοῦ­σε κα­νέ­ναν, δὲν τὴν κοι­τοῦ­σε κα­νείς. Ἀκό­μη καὶ τό­τε ποὺ τὴν εἶ­χαν δια­λέ­ξει, ψη­λα­φῶν­τας ἀδιά­φο­ρα τὰ ἀπό­κρυ­φά της, δὲν ἤξε­ραν νὰ ποῦν ἂν ἦταν πα­χου­λὴ ἢ ἀδύ­να­τη. Κα­νεὶς πο­τὲ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ μαν­τέ­ψει ὅτι εἶ­χε κά­ποια λα­χτά­ρα.

       Ἦταν λοι­πὸν μιὰ κά­ποια ἔκ­πλη­ξη ὅταν τὴν εἶ­δαν νὰ ἀνοί­γει τὰ φτε­ρὰ ποὺ ἴσα ἴσα τῆς ἐπέ­τρε­παν μιὰ χα­μη­λὴ πτή­ση, νὰ φου­σκώ­νει τὸ στῆ­θος καί, μὲ δυὸ τρεῖς πή­δους, νὰ φτά­νει τὸ τοι­χά­κι τῆς αὐ­λῆς. Γιὰ μιὰ στιγ­μὴ ἀκό­μη ἀμ­φι­τα­λαν­τεύ­τη­κε —ἀρ­κε­τὸς χρό­νος γιὰ νὰ βά­λει τὶς φω­νὲς ἡ μα­γεί­ρισ­σα— καὶ σὲ λι­γά­κι βρι­σκό­ταν στὴν αὐ­λὴ τοῦ γεί­το­να, ἀπ’ ὅπου, μὲ μιὰ ἀκό­μη ἀδέ­ξια πτή­ση, ἔφτα­σε σὲ μιὰ σκε­πή. Ἔμει­νε ἐκεῖ σὰν στο­λί­δι σὲ λά­θος θέ­ση, δι­στά­ζον­τας πό­τε στὸ ἕνα πό­δι, πό­τε στὸ ἄλ­λο. Ὅλη ἡ οἰ­κο­γέ­νεια μα­ζεύ­τη­κε τρέ­χον­τας καὶ εἶ­δαν τα­ραγ­μέ­νοι τὸ με­ση­με­ρια­νό τους δί­πλα σὲ μιὰ κα­μι­νά­δα. Ὁ ἄν­τρας τοῦ σπι­τιοῦ, θυ­μού­με­νος τὴ δι­πλὴ ἀνάγ­κη τῆς πε­ρι­στα­σια­κῆς ἄθλη­σης καὶ τοῦ με­ση­με­ρια­νοῦ, φό­ρε­σε πε­ρι­χα­ρὴς ἕνα μα­γιό, καὶ κα­τά­φε­ρε νὰ ἀκο­λου­θή­σει τὴ δια­δρο­μὴ τῆς κό­τας: ἔφτα­σε μὲ προ­σε­κτι­κὰ ἅλ­μα­τα στὴ στέ­γη ὅπου ἐκεί­νη, δια­τα­κτι­κὴ καὶ τρε­μά­με­νη, ἀκο­λου­θοῦ­σε βια­στι­κὰ ἄλ­λο δρό­μο. Ἡ κα­τα­δί­ω­ξη ἐν­τά­θη­κε. Ἀπὸ στέ­γη σὲ στέ­γη διέ­σχι­σαν ὁλό­κλη­ρο τὸ τε­τρά­γω­νο. Ἐλά­χι­στα συ­νη­θι­σμέ­νη σὲ ἕναν τέ­τοιο ἄγριο ἀγῶ­να ἐπι­βί­ω­σης, ἡ κό­τα ἔπρε­πε νὰ δια­λέ­ξει μό­νη της τὸ δρό­μο ποὺ θὰ ἔπαιρ­νε, χω­ρὶς κα­μιὰ βο­ή­θεια ἀπὸ τὴ ρά­τσα της. Ὁ νε­α­ρὸς ὅμως ἦταν ἕνας ἐν ὑπνώ­σει κυ­νη­γός. Καὶ ὅσο ἀσή­μαν­το καὶ νὰ ἦταν τὸ θή­ρα­μα, ἡ κραυ­γὴ τῆς κα­τά­κτη­σης εἶ­χε ἠχή­σει.

       Μό­νη στὸν κό­σμο, χω­ρὶς πα­τέ­ρα οὔ­τε μη­τέ­ρα, ἐκεί­νη ἔτρε­χε, ἀγ­κο­μα­χοῦ­σε, βου­βή, συγ­κεν­τρω­μέ­νη. Κα­μιὰ φο­ρά, πά­νω στὴ φυ­γή, αἰ­ω­ροῦν­ταν ξέ­πνοη σὲ ἕνα γεί­σω­μα τῆς στέ­γης καί, ὅσο ὁ νε­α­ρὸς σκαρ­φά­λω­νε μὲ δυ­σκο­λία σὲ ἄλ­λες στέ­γες, εἶ­χε χρό­νο νὰ ἔρ­θει στὰ συγ­κα­λά της γιὰ μιὰ στιγ­μή. Καὶ τό­τε φαι­νό­ταν τό­σο ἐλεύ­θε­ρη.

       Χα­ζή, ντρο­πα­λὴ καὶ ἐλεύ­θε­ρη. Ὄχι νι­κή­τρια ὅπως θὰ ἦταν ἕνας κό­κο­ρας σὲ φυ­γή. Τί εἶ­χε λοι­πὸν στὰ σπλά­χνα της ποὺ τὴν κα­θι­στοῦ­σε ὀν; Ἡ κό­τα εἶ­ναι ἕνα ὀν. Πράγ­μα­τι δὲν μπο­ροῦ­σες νὰ τὴν ἐμ­πι­στευ­τεῖς σὲ τί­πο­τα. Οὔ­τε ἡ ἴδια δὲν ἐμ­πι­στευό­ταν τὸν ἑαυ­τό της, ὅπως ὁ κό­κο­ρας πι­στεύ­ει στὸ λει­ρί του. Τὸ μο­να­δι­κό της πλε­ο­νέ­κτη­μα εἶ­ναι πὼς ὑπῆρ­χαν τό­σες κό­τες ποὺ κά­θε φο­ρὰ ποὺ πέ­θαι­νε μία ξε­πή­δα­γε μιὰ ἄλ­λη, τὴν ἴδια στιγ­μή, τό­σο ἴδια σὰν νὰ ἦταν ἡ ἴδια.

       Τε­λι­κά, μία ἀπὸ τὶς φο­ρὲς ποὺ κον­το­στά­θη­κε γιὰ νὰ ἀπο­λαύ­σει τὴ φυ­γή της, ὁ νε­α­ρὸς τὴν πρό­φτα­σε. Ἀνά­με­σα σὲ κραυ­γὲς καὶ πού­που­λα, πιά­στη­κε. Κα­τό­πιν τὴ σή­κω­σε θριαμ­βι­κὰ ἀπὸ τὸ ἕνα φτε­ρό, τὴν κου­βά­λη­σε πά­νω ἀπ’ τὶς στέ­γες καὶ τὴν ἀπό­θε­σε κά­πως βί­αια στὸ πά­τω­μα τῆς κου­ζί­νας. Ζα­λι­σμέ­νη ἀκό­μη, ἀνα­σά­λε­ψε λι­γά­κι, μὲ κα­κα­ρί­σμα­τα βρα­χνὰ καὶ ἀβέ­βαια.

       Τό­τε ἦταν ποὺ συ­νέ­βη. Μέ­σα στὴ φού­ρια της, ἡ κό­τα ἔκα­νε ἕνα αὐ­γό. Ἔκ­πλη­κτη, ἐξου­θε­νω­μέ­νη. Μπο­ρεῖ καὶ νά ’ταν πρό­ω­ρο. Ὅμως λί­γο με­τά, κα­θὼς ἦταν γεν­νη­μέ­νη γιὰ τὴ μη­τρό­τη­τα, ἔμοια­ζε μὲ ἔμ­πει­ρη γριὰ μη­τέ­ρα. Κά­θι­σε πά­νω στὸ αὐ­γὸ κι ἔμε­νε ἔτσι, ἀνα­πνέ­ον­τας, κουμ­πώ­νον­τας καὶ ξε­κουμ­πώ­νον­τας τὰ μά­τια. Ἡ καρ­διά της, τό­σο μι­κρὴ στὸ πιά­το, ἔκα­νε τὰ φτε­ρά της νὰ ὑψώ­νον­ται καὶ νὰ χα­μη­λώ­νουν, γε­μί­ζον­τας μὲ θέρ­μη αὐ­τὸ ποὺ δὲν θὰ ἦταν πο­τὲ τί­πο­τα πα­ρα­πά­νω ἀπὸ ἕνα αὐ­γό. Μο­νά­χα τὸ κο­ρί­τσι ἦταν κον­τὰ καὶ τὰ πα­ρα­κο­λού­θη­σε ὅλα μὲ τρό­μο. Μὰ μό­λις μπό­ρε­σε νὰ ξε­φύ­γει ἀπὸ τὸ θέ­α­μα, ξε­κόλ­λη­σε τὰ πό­δια της ἀπὸ τὸ πά­τω­μα καὶ βγῆ­κε φω­νά­ζον­τας:

       «Μα­μά, μα­μά, μὴν τὴ σκο­τώ­σεις πιὰ τὴν κό­τα, ἔκα­νε αὐ­γό! Θέ­λει τὸ κα­λό μας!»

       Ἔτρε­ξαν ὅλοι ξα­νὰ στὴν κου­ζί­να καὶ πε­ρι­κύ­κλω­σαν βου­βοὶ τὴ νε­α­ρὴ λε­χώ­να. Ζε­σταί­νον­τας τὸ παι­δί της, δὲν ἦταν οὔ­τε εὐ­γε­νι­κὴ οὔ­τε ἀκα­τά­δε­χτη οὔ­τε χα­ρού­με­νη οὔ­τε θλιμ­μέ­νη, δὲν ἦταν τί­πο­τα, ἦταν μιὰ κό­τα. Πρᾶγ­μα ποὺ δὲν ὑπο­δή­λω­νε κα­νέ­να ἰδιαί­τε­ρο συ­ναί­σθη­μα. Ὁ πα­τέ­ρας, ἡ μη­τέ­ρα καὶ ἡ κό­ρη κοί­τα­ζαν ἐκεῖ λί­γη ὥρα, χω­ρὶς νὰ σκέ­φτον­ται τί­πο­τα συγ­κε­κρι­μέ­νο. Κα­νεὶς πο­τὲ δὲν εἶ­χε χαϊ­δέ­ψει τὸ κε­φά­λι μιᾶς κό­τας. Ὁ πα­τέ­ρας τε­λι­κὰ ἀπο­φά­σι­σε κά­πως ἀπό­το­μα:

       «Ἂν βά­λεις νὰ σκο­τώ­σουν αὐ­τὴ τὴν κό­τα δὲν θὰ ξα­να­φάω κό­τα στὴ ζωή μου!»

       «Οὔ­τε κι ἐγώ!» ὁρ­κί­στη­κε μὲ ζέ­ση τὸ κο­ρί­τσι.

       Ἡ μη­τέ­ρα, κου­ρα­σμέ­νη, ἀνα­σή­κω­σε τοὺς ὤμους.

       Ἀγνο­ῶν­τας τὴ ζωὴ ποὺ τῆς χα­ρί­στη­κε, ἡ κό­τα ἄρ­χι­σε νὰ μέ­νει μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νεια. Τὸ κο­ρί­τσι, ἐπι­στρέ­φον­τας ἀπ’ τὸ σχο­λεῖο, πε­τοῦ­σε τὴν τσάν­τα τρέ­χον­τας κα­τ’ εὐ­θεῖ­αν στὴν κου­ζί­να. Ὁ πα­τέ­ρας ποὺ καὶ ποὺ θυ­μό­ταν ἀκό­μη: «Καὶ νὰ σκε­φτεῖς πὼς τὴν ἔβα­λα νὰ τρέ­χει σ’ αὐ­τὴ τὴν κα­τά­στα­ση!» Ἡ κό­τα εἶ­χε γί­νει ἡ βα­σί­λισ­σα τοῦ σπι­τιοῦ. Ὅλοι, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἴδια, τὸ ἤξε­ραν. Πη­γαι­νο­ερ­χό­ταν ἀνά­με­σα στὴν κου­ζί­να καὶ τὴν πί­σω αὐ­λή, χρη­σι­μο­ποιῶν­τας τὶς δύο της ἱκα­νό­τη­τες: τὴν ἀπά­θεια καὶ τὴν ξαφ­νι­κὴ τρο­μά­ρα.

       Ὅμως ὅταν ὅλοι ἦταν ἥσυ­χοι στὸ σπί­τι καὶ ἔμοια­ζαν νὰ τὴν ἔχουν ξε­χά­σει, φού­σκω­νε ἀπὸ ἕνα μι­κρὸ θάρ­ρος, κα­τά­λοι­πο τῆς με­γά­λης φυ­γῆς – καὶ γυ­ρό­φερ­νε στὰ πλα­κά­κια, μὲ τὸ σῶ­μα νὰ ἀκο­λου­θεῖ τὸ κε­φά­λι, στα­μα­τῶν­τας σὰν νὰ βρι­σκό­ταν σὲ λι­βά­δι, ἂν καὶ τὸ κε­φα­λά­κι τὴν πρό­δι­δε: κου­νιό­ταν σβέλ­το καὶ τρε­μά­με­νο, μὲ τὴν ἀρ­χαῖα τρο­μά­ρα τοῦ εἴ­δους της ποὺ εἶ­χε γί­νει ἀπὸ και­ρὸ ἀν­τα­να­κλα­στι­κή.

       Κα­μιὰ φο­ρά, ὅλο καὶ πιὸ σπά­νια, ἡ κό­τα ξα­να­θυ­μό­ταν πῶς ἡ μορ­φή της ἔσκι­ζε τὸν ἀέ­ρα στὴν ἄκρη τῆς στέ­γης, ἕτοι­μη νὰ βγά­λει διάγ­γελ­μα. Ἐκεῖ­νες τὶς στιγ­μὲς φού­σκω­νε τὰ πνευ­μό­νια μὲ τὸν βρω­με­ρὸ ἀέ­ρα τῆς κου­ζί­νας καί, ἂν τὰ θη­λυ­κὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ λα­λά­νε, δὲν θὰ λα­λοῦ­σε ἀλ­λὰ θὰ ἔνιω­θε πο­λὺ πιὸ χα­ρού­με­νη. Πα­ρ’ ὅλο ποὺ οὔ­τε ἐκεῖ­νες τὶς στιγ­μὲς ἄλ­λα­ζε ἡ ἔκ­φρα­ση τοῦ ἀδεια­νοῦ της κε­φα­λιοῦ. Στὴ φυ­γή, στὴν ἀνά­παυ­λα, ὅταν γεν­νοῦ­σε ἢ ὅταν τσιμ­πο­λο­γοῦ­σε κα­λαμ­πό­κι – ἦταν ἕνα κε­φά­λι κό­τας, τὸ ἴδιο ποὺ εἶ­χε σχε­δια­στεῖ στὴν ἀπαρ­χὴ τῶν αἰ­ώ­νων.

       Ὥσπου μιὰ μέ­ρα τὴν ἔσφα­ξαν, τὴν ἔφα­γαν καὶ τὰ χρό­νια πέ­ρα­σαν.

Πηγή: Οἰκογενειακοὶ δεσμοὶ (Ἀντιποδες, 2019).

Ἡ Κλα­ρί­σε Λι­σπέ­κτορ (Clarice Lispector) γεν­νή­θη­κε στὸ Τσε­τσέλ­νικ τῆς Οὐ­κρα­νί­ας τὸ 1920, ἀπὸ Ἑβραί­ους γο­νεῖς. Ἡ οἰ­κο­γέ­νειά της με­τα­νά­στευ­σε τὸ 1922 στὴ Βρα­ζι­λία. Θε­ω­ρεῖ­ται μία ἀπὸ τὶς ση­μαν­τι­κό­τε­ρες σὺγ­γρα­φείς τῆς πορ­το­γα­λι­κῆς γλὼσ­σας καὶ τὸ ἔρ­γο της εἶ­ναι γνωστό σὲ ὁλό­κλη­ρο τὸν κό­σμο. Ἀπὸ τοὺς ἀν­τί­πο­δες κυ­κλο­φο­ροῦν ἐπὶσης σὲ με­τά­φρα­ση Μά­ριου Χατζη­προ­κο­πί­ου ἡ Ὥρα του ἀστεριοῦ (2016) καὶ Τὰ κα­τὰ Α.Γ. πά­θη (2018).

Μετάφραση ἀπὸ τὰ πορτογαλλικὰ

Μά­ριος Χα­τζη­προ­κο­πί­ου (Θεσ­σα­λο­νί­κη τὸ 1981). Σπού­δα­σε ἱστο­ρία καὶ θὲ­α­τρο στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη καὶ εἰ­κα­στι­κά στὸ Πα­ρί­σι, καὶ ἔκα­νε τὴ δι­δα­κτο­ρι­κή του δια­τρι­βὴ στὸν το­μέα τῶν σπου­δῶν ἐπι­τέ­λε­σης. Ποι­ή­μα­τά του ἔχουν δη­μο­σιευ­τεῖ σὲ διά­φο­ρα λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ριο­δι­κά καὶ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους, ἐνῷ ἔχουν με­τα­φρα­στεῖ στὰ ἀγ­γλι­κὰ καὶ τὰ γαλ­λι­κά. Τὸ πρῶ­το του βι­βλίο μὲ τί­τλο Το­πι­κοὶ τρο­πι­κοί (2019) κυ­κλο­φο­ρεῖ ἀπὸ τοὺς Άν­τί­πο­δες.


https://bonsaistoriesflashfiction.wordpress.com/

Το σώμα τρώει, όταν η ψυχή πεινάει, λένε…

 Το σώμα τρώει, όταν η ψυχή πεινάει, λένε…


“Σαν να έχεις πάρει λίγο τελευταία, ε;”
“Μα γιατί παράτησες τον εαυτό σου έτσι, νέα κοπέλα;”
“Είσαι τόσο όμορφη! Αν έχανες και μερικά κιλά…”
Αυτές είναι μερικές απ’ τις, πιο ευγενικές μάλλον, ατάκες, που όλες οι γυναίκες (όλοι οι άνθρωποι), με λίγα ή περισσότερα παραπάνω κιλά, ακούνε συχνά. Είτε μιλάμε για ανθρώπους που στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους, έχουν επιπλέον κιλά, είτε γι’ αυτούς που ανά περιόδους ανεβάζουν τον αριθμό στη ζυγαριά τους. Κι ίσως οι περισσότεροι από εμάς που ανήκουμε στις παραπάνω κατηγορίες, με τα χρόνια να έχουμε αναπτύξει μια κάποια, βασική ίσως, άμυνα στις “ευγενικές παραινέσεις” των οικείων μας (ή και μη), η απόλυτη αλήθεια είναι πως κατά βάση επηρεαζόμαστε, άλλοι περισσότερο, άλλοι λιγότερο.

Για την ιστορία λοιπόν, να αναφέρω πως (μάντεψε!), όλοι έχουμε καθρέφτη σπίτι μας. Επίσης, έχουμε την νοητική κατάσταση να αντιληφθούμε το αν το τζιν μας κουμπώνει εύκολα (απίστευτο;). Αυτό σημαίνει πως (μάλλον) ξέρουμε αν πήραμε κιλά! Φοβερό;
Με δεδομένα τα παραπάνω λοιπόν, είναι μάλλον ανούσια οποιαδήποτε απ’ τις προαναφερθείσες ατάκες. Ξέρουμε! Πιστέψτε μας! Το γιατί, ενώ ξέρετε ότι ξέρουμε, επιμένετε να μας ενημερώνετε, είναι ένα θέμα που μάλλον χρήζει εξήγηση ειδικού και δεν θ’ ασχοληθώ. Αυτό όμως με το οποίο θ’ ασχοληθώ, ως γυναίκα που κατά καιρούς παίρνει / χάνει / ξαναπαίρνει κιλά, είναι το ότι η ψυχολογία μας -γνωρίζοντας το “πρόβλημά” μας- είναι πάντα εύθραυστη στο συγκεκριμένο θέμα.


“Το σώμα τρώει, όταν η ψυχή πεινάει” λένε… Και τουλάχιστον στη δική μου και σε πολλές άλλες περιπτώσεις, αυτό είναι μια πολύ μεγάλη αλήθεια. Γιατί τα περισσότερα σκαμπανεβάσματα στη ζυγαριά, ξεκινούν απ’ τα σκαμπανεβάσματα στην ψυχή μας. Γιατί (σχεδόν) πάντα, όταν η ψυχή είναι βαριά, όταν πονάει, όταν υποφέρει… την ακολουθεί και το σώμα. Γιατί (σχεδόν) πάντα, η μοναξιά, η απογοήτευση, η απόγνωση, οδηγούν στο ψυγείο. Και ναι, ίσως κι αυτό χρήζει βοήθειας ειδικού, μα η διαφορά μας με τους “εξυπνάκηδες” που φροντίζουν να μας ενημερώνουν “ευγενικά” για όσα ήδη ξέρουμε για το σώμα μας, είναι ότι εμείς δεν ενοχλούμε, δεν προσβάλλουμε, δεν πονάμε κανέναν. Ίσως λοιπόν θα έπρεπε οι “εξυπνάκηδες” να βιαστούν λίγο παραπάνω να τη λάβουν.


Κι ίσως οι περισσότεροι από εμάς, με τα χρόνια να έχουμε αναπτύξει μια κάποια, βασική ίσως, άμυνα στις “ευγενικές παραινέσεις” των οικείων μας (ή και μη), η απόλυτη αλήθεια είναι όμως πως υπάρχουν πάντα οι πιθανότητες να ξεχάσουμε τους καλούς μας τρόπους και να απαντήσουμε όπως σας αξίζει. Θα ήταν λοιπόν φρόνιμο να μην μας λέτε τι να κάνουμε, γιατί μπορεί να σας πούμε πού να πάτε!



https://gynaikaeimai.gr/
Λένα Χρυσάφη

Συντάκτης

  • Αγάπα κάποιον που να σε κοιτά, σαν να είσαι κάτι το μαγικό

Τέλεια η Αθήνα χωρίς τους Αθηναίους, σύμφωνα με έρευνα5

  Τέλεια η Αθήνα χωρίς τους Αθηναίους, σύμφωνα με έρευνα Φανταστική είναι η Αθήνα αρκεί να μην έχει Αθηναίους, όπως προκύπτει από έρευνα που...