Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τρίτη 21 Μαρτίου 2023

Το Ριμάριο των Ομωνύμων για τη Μέρα της Ποίησης

 Το Ριμάριο των Ομωνύμων για τη Μέρα της Ποίησης


Από το ιστολόγιο του Ν. Σαραντάκου "Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία"

Μέρα της Ποίησης η σημερινή και με την ευκαιρία βάζω κάτι ποιητικό -αναδημοσιεύω, επαυξημένο όμως, ένα άρθρο του 2016 για τις ρίμες με ομόηχες λέξεις

Εννοώ ρίμες με λέξεις όπως «τείχη – τύχη» ή «είχον – ήχον» (και οι δυο από τον Καβάφη).

Τον κατάλογο με τις ομόηχες ρίμες τον συμπεριέλαβα και στο βιβλίο μου «Η γλώσσα έχει κέφια» (2018) και ποτέ δεν σταμάτησα να τον εμπλουτίζω με νέα ευρήματα. Σήμερα παρουσιάζω την τελευταία μορφή του που πλησιάζει τα 100 λήμματα. Ελπίζω με τη δική σας συμμετοχή να εμπλουτιστεί κι άλλο -αναζητούμε, καταρχήν, στίχους από ποιήματα ή από τραγούδια με ομοιοκαταληξίες ομόηχες.

Το ριμάριο είναι λεξικό με ρίμες, δηλαδή περιέχει ομοιοκατάληκτες λέξεις, ταξινομημένες ανάλογα με τις ομοιοκατάληκτες συλλαβές, που μπορεί να χρησιμοποιήσει κάποιος στιχοπλόκος (ή και ποιητής) για να ταιριάξει ομοιοκαταληξίες. Έτσι, στο -άρι θα έχει το φεγγάρι, το μαξιλάρι, αλλά και το «(να) πάρει», στο -έλι το «τέλι» αλλά και τα «μέλη» ή το «θέλει».

Ριμάριο είναι και κατάλογος με ρίμες αντλημένες από ποιήματα -ο φίλος Μπάμπης Καράογλου έχει, ας πούμε, κάνει μια εργασία για το Ριμάριο του Καβάφη.

Ομώνυμα είναι, για τον πολύ κόσμο, τα κλάσματα -και έχουμε, γενεές και γενεές, μοχθήσει για να μάθουμε πώς να κάνουμε ομώνυμα τα ετερώνυμα κλάσματα, που είναι όρος απαραίτητος για να μπορέσουμε να τα τιθασέψουμε και μετά να τα προσθαφαιρέσουμε. Είναι και τα άλλα τα ομώνυμα, που απωθούνται όταν τα ετερώνυμα έλκονται. Όμως στη γραμματική, ομώνυμες λέξεις, όπως λέει και το ΛΚΝ, είναι αυτό που ο πολύς κόσμος, κι εγώ μαζί, λέμε «ομόηχα», ομόηχες λέξεις, λέξεις που προφέρονται όμοια αλλά έχουν διαφορετική σημασία, όπως τα ζευγάρια «ψηλά» και «ψιλά», ή η τετράδα «τείχη-τύχη-τοίχοι-(να) τύχει».

Ο λόγος που τις λέμε «ομώνυμες λέξεις» είναι ότι έτσι τις ονόμασε ο Αριστοτέλης (όνομα εννοούσε την προφορά), οπότε κρατάμε την ορολογία τιμής ένεκεν. Δεν είναι τόσο απλό πάντως με την ορολογία και  σε ένα προηγούμενο άρθρο είχαμε μπερδευτεί καμπόσο ανάμεσα σε ομώνυμα, ομόηχα, ομόφωνα και ομόγραφα, αλλά να μη χαθούμε σε αυτόν τον λαβύρινθο, σήμερα θα μιλήσουμε για ποίηση -έστω και έμμεσα. Πάντως για ρίμες.

Έχω ένα πολύ ωραίο βιβλίο του νεοελληνιστή Ξενοφώντα Κοκόλη (1939-2012), που είχα τη χαρά να μιλήσω μαζί του και να ανταλλάξουμε κείμενα, που λέγεται «Η ομοιοκαταληξία» (εκδόσεις Στιγμή). Σε αυτό, ο Κοκόλης μελετάει, ανάμεσα στ’ άλλα, την ομοιοκαταληξία ομωνύμων, όταν δηλαδή έχουμε ομοιοκαταληξία με ομόηχες ή ομώνυμες λέξεις (εδώ θα χρησιμοποιήσω τους δυο όρους σαν συνώνυμους). Παράδειγμα, από τον Καβάφη, που είναι, όπως λέει ο Κοκόλης, ο ποιητής μας που περισσότερο από κάθε άλλον χρησιμοποίησε ρίμες ομωνύμων. Στο ποίημά του «Τα τείχη» τολμάει και βάζει τρία τέτοια ζευγάρια.

Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ
μεγάλα κι υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.

Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ.
Άλλο δεν σκέπτομαι: τον νουν μου τρώγει αυτή η τύχη·

διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον.
A, όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μην προσέξω.

Aλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον.
Aνεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω.

Οι ρίμες είναι: αιδώ-εδώ, τείχη-τύχη, είχον-ήχον.

Όμως το ρεκόρ, που δεν το αναφέρει ο Κοκόλης, το πετυχαίνει ένα άλλο καβαφικό ποίημα, από τα κρυμμένα, το «Μεγάλη εορτή στου Σωσιβίου» (1917):

Ωραίον ήτο το απόγευμά μου, λίαν
ωραίον. Την αλεξανδρινή θάλασσαν ηδέως λείαν

αγγίζει ελαφρότατα, θωπεύει η κώπη.
Χρειάζεται μια τέτοια ανάπαυσις: είναι βαρείς οι κόποι.

Να βλέπουμε κι αθώα κάποτε τα πράγματα, και ήπια.
Βράδιασεν όμως, δυστυχώς. Να, και τον οίνον όλον ήπια,

δεν έμεινε μες στην φιάλη μου μια στάλα.
Είν’ η ώρα να στραφούμεν, οίμοι!, στ’ άλλα.

Ένδοξος οίκος (ο περιφανής Σωσίβιος κι η καλή
συμβία του· έτσι να λέμε) εις εορτήν του μας καλεί.

Στες ραδιουργίες μας πρέπει να πάμε πάλι
— να ξαναπιάσουμε την ανιαρά πολιτική μας πάλη.

Έξι δίστιχα, από τα οποία τα πέντε έχουν ρίμες με ομώνυμα (δηλαδή ομόηχες λέξεις) -βέβαια, αν θέλουμε να είμαστε αυστηροί, το «(εγώ) ήπια», που προφέρεται δισύλλαβο, δεν είναι ακριβώς ομόηχο με «τα ήπια», που προφέρεται τρισύλλαβο.

Η έκτη ρίμα έχει ομοηχία (στ’ άλλα – στάλα) αλλά ανήκει σε μια άλλη κατηγορία, τις ρίμες-μωσαϊκό (όρος του Κοκόλη) ή ρίμες καλαμπούρια που τις είπε ο Σεφέρης αποδίδοντας το αγγλικό rhyme puns. Εδώ, έχουμε πάλι ομοηχία, που όμως δημιουργείται από περισσότερες από μία λέξεις στο ένα σκέλος: στ’ άλλα – στάλα ή μετάξι – με τάξη, όπως στο ποίημα του Καβάφη «Του μαγαζιού»:

Τα τύλιξε προσεκτικά, με τάξι
σε πράσινο πολύτιμο μετάξι.

Αυτές όμως τις έχουμε συζητήσει σε άλλο άρθρο Τις ανέφερα μόνο για λόγους πληρότητας και επιστρέφω στις ρίμες ομωνύμων (ή ομοήχων).

Οι ρίμες ομωνύμων, λέει ο Κοκόλης, «είναι καταρχήν όλες τους εντυπωσιακές. Η πλήρης ηχητική σύμπτωση δύο διαφορετικών σημασιών προκαλεί οπωσδήποτε την προσοχή μας: ο Πάρης / να πάρεις ή μιλιά / μηλιά. Το γεγονός αυτό της σύμπτωσης μπορεί να μας φανεί απλώς εντυπωσιακό· ή και διασκεδαστικό· ή και κωμικό. Ούτως ή άλλως ενέχει, σε βαθμό μεγαλύτερο ή μικρότερο, αυτό που ονομάζουμε έκπληξη».

Ενώ οι ρίμες με ομώνυμες λέξεις είναι εντυπωσιακές, εννοείται ότι οι ρίμες με την ίδια λέξη θεωρούνται δείγμα κακής τεχνικής και συνήθως αποφεύγονται. Να πούμε πάντως ότι και οι ρίμες με ομώνυμα από κάποιους θεωρούνται υποδεέστερες. Από κάποιους άλλους, βέβαια, όλη η σύγχρονη ομοιοκατάληκτη ποίηση θεωρείται υποδεέστερη. Είναι αλήθεια, και θα φανεί από την καταγραφή που ακολουθεί, ότι οι ρίμες με ομώνυμα χρησιμοποιούνται συχνά σε σατιρικά στιχουργήματα.

Ο Κοκόλης στο βιβλίο του αποδελτιώνει (πρόχειρα, όπως λέει) τους οχτώ τόμους της Ποιητικής Ανθολογίας του Λίνου Πολίτη, χρησιμοποιεί το «Ριμάριο Καβάφη» του Καράογλου, και καταγράφει καμιά σαρανταριά ομοιοκαταληξίες ομωνύμων, στις οποίες προσθέτει (σε υποσημειώσεις) και 2-3 από τον Μανούσο Φάσση (το πειραχτικό αλτερέγκο του Μαν. Αναγνωστάκη).

Στο κεφάλαιο αυτό παραθέτω, σε αλφαβητική σειρά, όλα τα παραδείγματα του Κοκόλη συμπληρωμένα με όσα παραδείγματα μπόρεσα να βρω εγώ ή εσείς στο προηγούμενο άρθρο. Έτσι, το αρχικό δείγμα του Κοκόλη υπερδιπλασιάστηκε αφού το Ριμάριό μας περιλαμβάνει 97 λήμματα, αν μέτρησα σωστά.

Δέχομαι, όπως θα δείτε, όλα τα ομόηχα καθώς και κάποια ομόγραφα, όταν πρόκειται για άλλο μέρος του λόγου ή για άλλο γένος και αριθμό. Καταχρηστικά δέχομαι και τα ομόγραφα που δεν είναι ακριβώς ομόηχα όπως στην περίπτωση «τα ήπια / εγώ ήπια».

Ξεκινάμε λοιπόν, αλφαβητικά, και κατά σύμπτωση με μια καταχρηστική ομοηχία, αφού η άδεια του φαντάρου προφέρεται τρισύλλαβη ενώ η άδεια τσέπη δισύλλαβη.

άδεια (ουσιαστικό) : άδεια (επίθετο)
Απόψε πήρε άδεια
και με την τσέπη άδεια
τραβάει για την πόλη
(τραγούδι «Ο φαντάρος», στίχοι Μανώλης Ρασούλης)

αιδώ : εδώ
Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ
(…)
Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ.
(Καβάφης, «Τείχη»)

άλλο: (την) άλω
…………….. άλλο
το νόημα φυσικά και άλλο το αντίκρισμα. Φοράς την άλω
(Νίκος Παπαδόπουλος, «Der Sinn und die Bedeutung»)

αναμένει : αναμμένη
εμπορικό· νεότατος -και που αναμένει
(…)
όλ’ η νεότης του στον σαρκικόν πόθο αναμμένη
(Καβάφης, «Στο πληκτικό χωριό»)

ανέμοι : ανέμη
Ρόδο που μάδησαν οι ανέμοι
(…)
χρυσή της νύχτας την ανέμη
(Αθ. Κυριαζής)

αυτί : αυτή
και όλο προς τον άνεμο στήνει τ’ αυτί.
Αλλά ενώ προσεύχεται και δέεται αυτή,
(Καβάφης, «Δέησις»)

αυτί: αυτοί

Ως πότε παπαγάλοι, με τεντωμένο αυτί
θα ξαναλέτε πάλι ό,τι σας λεν αυτοί;
(Μαριανίνα Κριεζή, Το τραγούδι του παπαγάλου)

βάζο : βάζω
Από παιδί θυμάμαι προσπαθώ – να κλέψω το γλυκό μέσα απ’ το βάζο,
με ξύλινα σπαθιά να πολεμώ – και μια ζωή στα πόδια να το βάζω.
(Τραγούδι «Κακές συνήθειες», στίχοι Μιλτιάδης Πασχαλίδης)

βάψει : βάψη
και τη νύχτα έχουν βάψει
με του φεγγαριού τη βάψη.
(Λευτέρης Παπαδόπουλος, τραγούδι «Τα παιδιά»)

γείρει : γύρη
Tων άστρων έχει απάνω μου το περιβόλι γείρει,
κι ο κρύφιος λογισμός,
σάμπως μελίσσι χνουδωτό βαμμένον από γύρη,
ξεσπά βαθιά μου εσμός.
(Σικελιανός, «Ύμνος του μεγάλου Νόστου»)

Γιάννη : (να) γιάνει
και λέει «παίξε Γιάννη»,
ο πόνος του να γιάνει.
(Τραγούδι «Ένας σατράπης θηλυκός», στίχοι Γιάννης Παπαϊωάννου)

(να) γιάνω : Γιάννο
Μάνα μου αν θες να γιάνω
πάντρεψέ με τον Γιάννο
(τραγούδι «Δίχως Γιάννο δεν θα γιάνω», στίχοι Γιώργος Ασημακόπουλος, Βασίλης Σπυρόπουλος και Παν. Παπαδούκας)

γνωστοί : γνωστή
Και να μου λεν διάφοροι γνωστών γνωστοί
κάπου η μούρη σου μου φαίνεται γνωστή
(Βασίλης Νικολαΐδης, τραγούδι «Βαφτιστικό»)

γύρω : (να) γείρω
Να ’ν’ αφράτος ο τόπος κι η ακτή νεκρική
γύρω-γύρω
με κουφάρι γυρτό και με πλώρη εκεί
που θα γείρω
(Σκαρίμπας, «Σπασμένο καράβι»)

(να) δεις : δις
άκουσε να δεις
(…)
κι αν έχεις προίκα πέντε δις
(Μανούσος Φάσσης)

δίνει : δίνη, η
Σε φυγαδέψαν οι γονοί σου -κλέφτες τού ό,τι ο Θεός δίνει-
τώρα στ’ ανάβλεμμά σου τ’ άστρα πιάνουν του χαλασμού τη δίνη
(Βάρναλης, «Σε μια μέρα της ζωής μου»)

δίστιχο : δύστυχο

Ποιος απ’ αυτούς, Σοφία μου, θα ’φτιαχνε το δίστιχο

Δεν λέω, λίγοι είν’ καλά παιδιά αλλά το δύστυχο
στιχάκι τους…

(Ευρ. Γαραντούδης, «Οι νεοσσοί του σονέτου», περ. Ποιητική)

δόση : (να) δώσει

Αν θέλεις να με δεις γαμπρό κατέβαινε μια δόση,
από τη προίκα που ’ταξε ο γέρος σου να δώσει.
(Τραγούδι «Αν θέλεις να με δεις γαμπρό», στίχοι Μάρκος Βαμβακάρης)

δούνε : δούναι
δε θέλουν να σε δούνε
(…)
έχεις λαβείν και δούναι
(Μανούσος Φάσσης)

δύστυχα : δίστιχα
Αχ, πόσο νέοι, σχεδόν παιδιά, και χρόνια δύστυχα
(…)
να στέλνουμε στα επαρχιακά τα φύλλα δίστιχα
(Μανούσος Φάσσης)

δύο : δύω
Σ’ το’ χα πει, σ’ το’ χα πει μια και δύο
σ’ το ’χα πει, ανατέλλω και δύω.
(Τραγούδι «Προσεχώς», στίχοι Λίνα Νικολακοπούλου)

είδει : ήδη
Βραχιόλια από κουκουναριές και βελανίδια, εν είδει
(…)
κι απείρου δόξης καύχημα -που έτσι Του στάλθηκε ήδη
(Νίκος Παπαδόπουλος, «Χους ην»)

είχον : ήχον
διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον.
(…)
Αλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον.
(Καβάφης, «Τείχη»)

εκίνα : εκείνα
δυο δυο εζευγαρώνασι, ζεστός καιρός εκίνα,
έσμιξες, γάμους και χαρές εδείχνασι κι εκείνα.                 [έσμιξες: τα σμιξίματα]
(Ερωτόκριτος Ε779-80)

 

Έλληνες : έλυνες
Λίγο πολύ είναι τρελοί οι Έλληνες,
Θεέ μου να τους έδενες, ποτέ να μην τους έλυνες – τους Έλληνες!
(Τραγούδι «Τρέλα πέρα για πέρα», στίχοι Αιμίλιος Σαββίδης)

 

ζήλια : ζίλια (τα)

Θεέ μου, θα κλάψω! Στροφές χωρίς ντάμες
– με τέζα τα χέρια μου- με σφάζει μια ζήλια
στον αέρα να φέρνω, και να ’χω παλάμες
δυο ζίλια.
(Γιάννης Σκαρίμπας, «Βαλς χωρίς ντάμα»)

ηλί : ιλύ
μια στο καρφί ο αδερφός μου: «Ηλί, ηλί»
φώναζε χθες, σαν μες του κόσμου την ιλύ.
(Γιώργος Κοροπούλης, Ελλειπτική)

 

(τα) ήπια – ήπια                                 

Να βλέπουμε κι αθώα κάποτε τα πράγματα, και ήπια.
Βράδιασεν όμως, δυστυχώς. Να, και τον οίνον όλον ήπια
(Καβάφης, «Μεγάλη εορτή στου Σωσιβίου»)

ήτταν : ήταν
του νέου που αγαπούσα το πρόσωπον ως ήταν.
(…)
που έπεσε, στρατιώτης, στης Μαγνησίας την ήτταν.
(Καβάφης, «Τεχνουργός κρατήρων»)

ίσως : ίσος
Τα φώτα σου και τα σκοτάδια σου (ίσως
πιο πολύ τα σκοτάδια σου!), ό,τι λάθος,
ό,τι αλήθεια λογιέται, στέρεος κι ίσος
τ’ αγγίζω …
(Βάρναλης, «Προσκυνητής»)

καλή : καλεί
Ένδοξος οίκος (ο περιφανής Σωσίβιος κι η καλή
συμβία του· έτσι να λέμε) εις εορτήν του μας καλεί.
(Καβάφης, «Μεγάλη εορτή στου Σωσιβίου»)

καλό : καλώ
άυλο κι ανορμήνευτο, κι απ’ όλα πλιο καλό,
στρατοκόπε θλιβερέ κι αποσπερνέ Διαβάτη,
στου ανέμου το ξεφάντωμα συμπότη σε καλώ
(Ναπολέων Λαπαθιώτης, «Maya»)

κάνει : κάννη
κι ένα ζευγάρι ταιριαστό, δυο περιστέρια
φωλιά του κάνει
τη μαύρη κάννη
(Τραγούδι «Παλιό κανόνι», στίχοι Γιώργος Μαυρομουστάκης)

κάμποι : κάμπη (η κάμπια)
Της ιερής ελιάς εδώ ναοί και οι κάμποι
ανάμεσα στον όχλο εδώ που αργοσαλεύει
καθώς απάνου σ’ ασπρολούλουδο μια κάμπη,
(Παλαμάς, «Ασάλευτη ζωή»)

καν(ε) : κάνε [κάνε = καν = τουλάχιστον]
Το σκληρόν αφέντη κάνε
από λύκο άνθρωπε κάνε!…»
(Βάρναλης, «Η μπαλάντα του κυρ Μέντιου»).

κανίς : κανείς
Το σκυλάκι το κανίς
Ποιος το έκλεψε; Κανείς!
(Τραγούδι «Το σκυλάκι το κανίς», στίχοι Γιάννης Λογοθέτης)

κάπως : κάπος
Παρακαλώ σε κάθισε να ξημερώσει κάπως.
Χρώμα να βρω το πράσινο και τίντες μυστικές.
Κι απέ, το θρύλο να σου πω που μου ‘πε μαύρος κάπος
τη νύχτα που μας έγλειφε φωτιά στο Μαρακές.
(Νίκος Καββαδίας, «Μουσώνας»)

κάτι : κάτι                   [κάτι: η πτυχή, το πόσες φορές διπλώνουμε ένα ύφασμα, βλ. άρθρο]

του ξύπναε μέσα την ψυχή των ξωτικών και κάτι
το ’κανε που ήταν πάγανο και τυλιμένο κάτι
σφιχτά σε νεκροσάβανο με χίλιες μύριες δίπλες.(…)»
(Κωστής Παλαμάς, «Η φλογέρα του βασιλιά»-Λόγος πέμπτος)

(να) κεράσει : κεράσι
Μου ’πε δυο γλυκόλογα, θέλει να κεράσει
μια βανίλια παγωτό και γλυκό κεράσι.
(τραγούδι «Ναύτης βγήκε στη στεριά», στίχοι Μάνος Ελευθερίου)

κερί : καιροί
στην Παναγία μπροστά ένα υψηλό κερί
για να επιστρέψει γρήγορα και να ’ν’ καλοί καιροί—
(Καβάφης, «Δέησις»)

κρίνοι : κρίνει
Από ρουμπίνια ρόδα, από μαργαριτάρια κρίνοι,
από αμεθύστους μενεξέδες. Ως αυτός τα κρίνει,
(Καβάφης, «Του μαγαζιού»)

κώμη : κόμμι : κόμη
Απ’ την μικρή του, στα περίχωρα πλησίον, κώμη,
και σκονισμένος από το ταξίδι ακόμη
έφθασεν ο πραγματευτής. Και «Λίβανον!» και «Κόμμι!»
«Άριστον Έλαιον!» «Άρωμα για την κόμη!»
(Καβάφης, «Το 31 π.Χ. στην Αλεξάνδρεια»)

κώπη : κόποι
αγγίζει ελαφρότατα, θωπεύει η κώπη.
Χρειάζεται μια τέτοια ανάπαυσις: είναι βαρείς οι κόποι.
(Καβάφης, «Μεγάλη εορτή στου Σωσιβίου»)

κρίση : Κροίσοι
Έλα ας την κρίση
Να μετράει τα βήματα
Έλα έχουνε κι οι Κροίσοι
Τρομερά προβλήματα
(Τραγούδι «Βάλε κατσαρόλα», στίχοι Σταμάτης Κραουνάκης)

Λάκων : λάκκον (: λάκκων)
Λάκων τις ήνοιξε λάκκον
ίνα πέσει άλλος Λάκων.
(…)
Κι επληρώθη ο τόπος λάκκων.
Κι ίνα εκφρασθώ ως Λάκων:
«Κάθε Λάκων κι έναν λάκκον»…
(Νίκος Δεληπέτρος – Ασμοδαίος, «Μανιάτικη βεντέτα»)

λείπει : λύπη
Αφροδίτη όπου λείπει
η ζωή ’ναι πάντα λύπη
(Αθαν. Χριστόπουλος, «Απόφαση»)
[Και από πολλούς άλλους, ιδίως με αντίστροφη σειρά, π.χ. «Μια κυρά την τρώει λύπη / για τον άντρα της που λείπει» του Σουρή]

λίαν : λείαν (ουσιαστικό)
Μα σήμερα είναι λίαν (…)
τα πλοία με την λείαν
(Καβάφης, «Εις ιταλικήν παραλίαν»)

και
λίαν : λείαν (επίθετο)
Ωραίον ήτο το απόγευμά μου, λίαν
ωραίον. Την αλεξανδρινή θάλασσαν ηδέως λείαν
(Καβάφης, «Μεγάλη εορτή στου Σωσιβίου»)

λοιπόν : λυπών
Πλήρης πάχους πλήρης λίπους ήτο φυσικό λοιπόν
που με πότισες φαρμάκων και με γέμισες λυπών
(Μποστ, σκίτσο «Όλα για το παιδί της», Ταχυδρόμος 1959)

Μαύρα: μαύρα

Κι άλλος για την Άγια Μαύρα
να περάσει γέρα μαύρα

(Βάρναλης, «Η χαρά του πολέμου)

μέλη : μέλει
εκεί λοιπόν εβλέπομεν ’τι εχάμνισαν τα μέλη
για πλούτον, δόξαν και τιμήν δεν πρέπει να μας μέλει
(Πένθος θανάτου, ανώνυμο του 16ου αι.)

μέλη : μέλλει
τη νύχτα ν’ αναπάψουσι τα κουρασμένα μέλη
κι ως ξημερώσει, να το δουν, η τζόγια τίνος μέλλει.
(Ερωτόκριτος Β2365)

μέλι : μέλη : μέλει
Παίρνει κρυφά κάτι πλακούντια, και κρασί, και μέλι.
Τα πάει στο είδωλο μπροστά. Όσα θυμάται μέλη
της ικεσίας ψάλλει· άκρες, μέσες. Η κουτή
δεν νιώθει που τον μαύρον δαίμονα λίγο τον μέλει
(Καβάφης, «Η αρρώστια του Κλείτου»)

μέλλει : μέλι
Να ’ξερα ποιος είν’ άντρας μου, ποιος άγουρος μου μέλλει
να τον ταΐζω ζάχαρη, να τον ποτίζω μέλι
(Δημοτικό δίστιχο της συλλογής του Πασσόβ)

Μήλο : μήλο
Στη Μύκονο, στη Σέριφο, στη Σίκινο, στη Μήλο
πετάς κυπαρισσόμηλο κι εγώ πετάω μήλο
(Τραγούδι «Κυκλαδίτικο», στίχοι Νίκος Γκάτσος)

μιλιά : μηλιά
κρυφαναβράει στο δειλινό γλυκιά η φωνή Του πάλι,
από τα δέντρα ανάμεσα σα να ‘βγαινε η μιλιά,
και της Μαρίας, καθώς μιλεί, της ραίνουν το κεφάλι
τα λόγια, στα ποδάρια του, σαν άνθη από μηλιά.
(Σικελιανός, Πάσχα των Ελλήνων)

μισώ : μισό
Τον κόσμο που κι εγώ μισώ
τον έχουμε μισό-μισό.
(τραγούδι «Τον κόσμο που κι εγώ μισώ», στίχοι Μάνος Ελευθερίου)

Μοίρα : μύρα
ήλθε και τα σταμάτησεν η Μοίρα.
(…)
Αλλά τί δυνατά που ήσαν τα μύρα
(Καβάφης, «Εν εσπέρα»)

νέγροι : Νέγρη

Λιβανέζοι και Νέγροι / στη Φωκίωνος Νέγρη

(τραγούδι «Σαν τον Τσε Γκεβάρα», στίχοι Ν. Γκάτσος)

νίκη : νοίκι
μιαν άπτερο μπροστά μου βλέπω νίκη
(…)
ποτέ μου δε σκοτίστηκα για νοίκι
(Γ. Κοροπούλης, «Επύλλιο»)

όμως : ώμος
Tώρα το χέρι σου κρατάω αλλά όμως
(…)
Λείπει, αλίμονο, ο άσπρος σου ο ώμος,
(Τραγούδι «Το βαμπίρ», Χάρρυ Κλυνν)

πάθη : (να) πάθει
Είναι έτοιμος να πάθει
του Ακταίωνος τα πάθη.
(Ηλίας Τανταλίδης, «Αιγιαλός»)

πάλι : πάλη
Tην ψυχή και το σώμα πάλι
στη δουλειά θα δίνω, στην πάλη.
(Καρυωτάκης, «Σταδιοδρομία»)

πάλλει : πάλι : πάλη
Ο νέος Αντιοχεύς
είπε στον βασιλέα,
«Μες στην καρδιά μου πάλλει
μια προσφιλής ελπίς·
οι Μακεδόνες πάλι,
Αντίοχε Επιφανή,
οι Μακεδόνες είναι
μες στην μεγάλη πάλη.
(Καβάφης, «Προς τον Αντίοχον Επιφανή»)

παν, το : παν (πάνε)
Εμεταβλήθηκε το παν
όλα ανάποδα με παν
(Αλέξανδρος Κάλφογλου, 18ος αιώνας)

Πάρη : πάρει
Η κάθε μια καλόπιανε τον Πάρη
της ομορφιάς το μήλο για να πάρει
(τραγούδι «Ο Πάρις και το μήλο», στίχοι Νίκος Γκάτσος)

Πάρης : πάρεις
Μα εκείνην την απόφαση οπού ’δωκεν ο Πάρης
και τσ’ ομορφιάς το χάρισμα μόνια έκαμε να πάρεις              [μόνια: μονάχη εσύ]
(Χορτάτσης, Ο Γύπαρης)

Πάρο : πάρω
Και τ’ Αγιο-Λιος ανήμερα στη Νάξο και στην Πάρο
να δώσει η Καλαμιώτισσα γυναίκα να σε πάρω.
(Τραγούδι «Κυκλαδίτικο», στίχοι Νίκος Γκάτσος)

πήραν : πείραν
τους αντιζήλους Πτολεμαίους βασιλείς. Αφού τα πήραν
όμως, ανησυχήσαν οι ιερείς για τον χρησμό. Την πείραν
(Καβάφης, «Πρέσβεις απ’ την Αλεξάνδρεια»)

πλάτη, τα : πλάτη, η
Η γη μια σβούρα στ’ ουρανού τα πλάτη
(…)
κι εγώ αφήνομαι στου ζέφυρου την πλάτη
(Τραγούδι «Παλίρροια 2002», στίχοι Άλκης Αλκαίος)

πλην : πλειν
Τι τα ’θελες τα «συν» και τα «πλην»
μες στην αναμπουμπούλα;
Δεν την κοπάναγες στη ζούλα;
-ου παντός πλειν…
(Νίκος Παπαδόπουλος, «Ένταξη στον αιώνα»)

πολίται : πωλείται
χώρας ελεύθερης και μεις ελεύθεροι πολίται,
που αντί χρήματος το παν και η τιμή πωλείται.
(Στίχος του Πωλ Νορ στο περιοδικό Παπαρούνα, 1933)

πολίται: πωλείτε

Ω της ενδόξου χώρας μας νοήμονες πολίται,
το Κράτος, φευ, σας συνιστά θερμώς: μη τα πωλείτε!
Μα να προσθέσει θα ’πρεπε: και μη τ’ αναπολείτε!
(Χειρόγραφο σατιρικό του Λαπαθιώτη, 1922)

πότε : πόται
Οι ιππόται οι ιππόται
κουτσοπίναν πότε πότε
κι απ’ το πότε πότε πότε
καταλήξαν όλοι πόται.
(Τραγούδι «Οι ιππόται πότε πότε», στίχοι Σταμάτης Δαγδελένης)

ρήγισσα : ρίγησα
Αντίκρισα μια Ρήγισσα
κι από τον πόθο ρίγησα
(Μανούσος Φάσσης)

(η) ρόδα : (τα) ρόδα
Α δεν συγχύζομαι που έσπασε μια ρόδα
του αμαξιού, και που έχασα μια αστεία νίκη.
Με τα καλά κρασιά, και μες στα ωραία ρόδα
τη νύχτα θα περάσω. Η Αντιόχεια με ανήκει
(Καβάφης, «Εύνοια του Αλεξάνδρου Βάλα»)

και, προσθέτω, πιο ωραία στον Λαπαθιώτη («Μια περηφάνια»):

…Κύλησε απάνω μου μια μαύρη ρόδα
και σκότωσε όλα μου, όλα μου τα ρόδα

ρώμη : Ρώμη

Λέει πως ωφελούν την αφροδίσια ρώμη.
Του έδωσα σύσταση για τον Οράτιο στη Ρώμη

(Σεφέρης, «Στα περίχωρα της Κερύνειας»)

σκηνή : σκοινί

Κι είμαστε ακόμα ζωντανοί
στη σκηνή
(…)
κι αν μας αντέξει το σκοινί
(τραγούδι «Το χειροκρότημα», στίχοι Λίνα Νικολακοπούλου)

Σκώτος : σκότος
Κι ένιωσε χαρά ο Σκώτος
που διαλύθηκε το σκότος
(Μποστ, «Ρωμαίος και Ιουλιέτα»)

στέκει : στέκι
Το απομεσήμερο έμοιαζε να στέκει
σαν αμάξι γέρικο στην ανηφοριά
Κάθε απομεσήμερο στο παλιό μας στέκι
πίσω απ’ το μαγέρικο του Δεληβοριά
(τραγούδι «Στην Καισαριανή», στίχοι Λευτέρης Παπαδόπουλος)

ΤΑΣΣ : (επί) τας
Ήταν με το ΤΑΣΣ;
(…)
Ή ταν ή επί τας!
(Νίκος Παπαδόπουλος, «King Kong»)

τείχη : τύχη
μεγάλα κι υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.
(…)
Άλλο δεν σκέπτομαι: τον νουν μου τρώγει αυτή η τύχη·
(Καβάφης, «Τείχη»)

τέλια : τέλεια
Και πώς, τα μαλλάκια σου μπούκλα τη μπούκλα
Ωραία θα στα ’φιαχνα –με κόπτσες και τέλια-
Σε στυλ Πομπαδούρ να σ’ είχα μια κούκλα
Μου τέλεια.
(Γιάννης Σκαρίμπας, «Βαλς χωρίς ντάμα»)
[Όπως και στο καβαφικό ήπια – ήπια πιο πάνω, μπορεί να διατυπωθεί εδώ η ένσταση ότι κανονικά η τέλεια δεν είναι ομόηχη με τα τέλια, παρά μόνο αν προφερθεί ιδιότυπα]

(των) τρίτων : (ο) τρίτων
Λογαριασμός, έτσι, υπέρ τρίτων
(…)
πάνω από τον αφρό ένας τρίτων
(Νίκος Παπαδόπουλος, «Ένιοι τινές»

τύχει : τοίχοι
κι ό,τι λάχει κι ό,τι τύχει
μα τον ξέρουνε κι οι τοίχοι
(Βάρναλης, «Ακτοπλοϊκό»)

τύχει : τείχη
Όταν τύχει κάποια μέρα, όταν τύχει
να γκρεμίσουνε τα τείχη
(Τραγούδι «Όταν τύχει», στίχοι Γιάννης Λογοθέτης)

ύπατος : ήπατος
Ο Ναπολέων, όταν ήταν πρώτος ύπατος,
υπέφερε από κίρρωση του ήπατος.
(Σατιρικό δίστιχο ανωνύμου, δημοσιεύτηκε στην Εκλογή το 1961)

φάμ’ – femme:
κι αν δεν έχουμε το σήμερα να φάμ’
σερσέ λα φαμ, σερσέ λα φαμ
(τραγούδι «Σερσέ λα φαμ», στίχοι Βασίλης Τσιτσάνης)

(τα) φέγγη : φέγγει
Απ’ όλα τα θεόμορφα των αγαλμάτων φέγγη [..]
ποιος ξέρει αν πιο ξεχωριστά κι αν πιο μακριά δε φέγγει
(Κωστής Παλαμάς, «Σκέψη»)

φίλον : φύλλων
Και όταν δίδεις ασπασμόν εις πρόσωπόν τι φίλον
ακούεις ήχον πνέοντος βορρά διά των φύλλων;
(Δ. Παπαρρηγόπουλος, «Η ψυχή μου»)

φίλον : φύλλον : φύλον
Φίλος έδωσε εις φίλον
τριαντάφυλλον με φύλλον
και παρήγγειλε στον φίλον
Φίλε, φύλαττε το φύλλον
απ’ το γυναικείον φύλον…
(παροιμιακό στιχούργημα)

Χάνη : χάνει   [χάνης: ο μεγάλος Χάνος των Κινέζων]
Πράσινη τέντα του πασά και μαστραπάς του Χάνη
όποιος γυρεύει να σε διει, το λογισμό του χάνει
(Δημοτικό δίστιχο της συλλογής του Πασσόβ)

Χάρου : χάρου (προστακτική)
Κυρά μου τσ’ ομορφάδες σου μην τις φυλάς του Χάρου,
μ’ εμένα παίξε-γέλασε και τη ζωή σου χάρου
(Δημοτικό της συλλογής του Ανδρ. Λασκαράτου, Άγρα 2016)

χάση, η : χάσει
Το φεγγάρι είναι στην χάση,
φεγγαράκι χάσικο.
Το μυαλό μου το ’χω χάσει
για τα σε μπαγάσικο.
(Τραγούδι «Φεγγαράκι χάσικο», στίχοι Λευτέρης Παπαδόπουλος)

χήρας : χείρας
Κι όλο πήγαινες στης χήρας
με το τάβλι ανά χείρας
(Τραγούδι «Τσάο τσάο», στίχοι Γιάννης Λογοθέτης)

χίλια : χείλια
Όλα ’ταν ένας ποταμός με χίλια
στόματα· χίλιοι αντίλαλοι, μια γλώσσα.
(…)
Με μάτια μαυρογάλαζα, με χείλια
(Βάρναλης, «Προσκυνητής»)

ψηλά : ψιλά
Μάτια που στρέφονται ψηλά
προς επουράνια καλά,
κι άλλα που ψάχνουν χαμηλά
να βρούνε τίποτα ψιλά.
(Σουρής, «Τα μάτια»)

Άφησα για το τέλος, για να το ξεχωρίσω, το μοναδικό απ’ όσο ξέρω ποίημα που είναι αφιερωμένο σε μια ομοηχία –ένα τρίστιχο ποίημα του Παντελή Μπουκάλα από τη συλλογή του Ρήματα, που αξιοποιεί την πλούσια ομοηχία της εξάρτησης:

Τριπλή παραλλαγή
Στον έρωτά μου προχωρώ δίχως εξάρτυση
στην πιο βαθιά ποθώντας να δοθώ εξάρτηση
– ότι το βλέμμα σου με ναυπηγεί με πλήρη εξάρτιση.

Και περιμένω να συμπληρώσετε τον κατάλογο με τα δικά σας σχόλια!

Από το ιστολόγιο του Ν. Σαραντάκου "Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία"

Hubble: Η πιο πρόσφατη εικόνα ενός αστρικού σμήνους είναι εκθαμβωτική

 Hubble: Η πιο πρόσφατη εικόνα ενός αστρικού σμήνους είναι εκθαμβωτική

Ακόμη και στον πιο καθαρό έναστρο νυχτερινό ουρανό, με ελάχιστη παρεμβολή από τη φωτορύπανση, τα αστέρια στον ουρανό φαίνονται σαν θολές στρογγυλές κηλίδες ακόμα και με κυάλια.

Hubble

Σε μια εικόνα που κυκλοφόρησε πρόσφατα το διαστημικό τηλεσκόπιο Hubble, το γεμάτο αστέρια αστρικό σμήνος στον Τοξότη φαίνεται σαν μια εξαίσια επίδειξη αστραφτερών κοσμημάτων πάνω σε έναν μεταμεσονύκτιο ουρανό. Λαμπερά και μεγαλοπρεπή, τα αστρικά σμήνη είναι σαγηνευτικές πλούσιες σφαίρες αστεριών που λάμπουν σαν κοσμικές μπάλες ντίσκο σε όλο το σύμπαν. Αυτή η ουράνια ομορφιά είναι γνωστή ως Messier 55, ή αλλιώς “Summer Rose Star“.

Το τηλεσκόπιο Hubble έχει ένα πλεονέκτημα λόγω του σημείου που βρίσκεται σε χαμηλή τροχιά γύρω από τη Γη, το οποίο του δίνει τη δυνατότητα να διακρίνει μεμονωμένα αστέρια μέσα σε σμήνη. Αν και τα τηλεσκόπια στη Γη μπορούν επίσης να ανιχνεύσουν αστέρια του Μ55, ο αριθμός τους είναι σημαντικά μικρότερος. Αξιοποιώντας τις δυνατότητες του Hubble, οι αστρονόμοι κατάφεραν να φέρουν επανάσταση στην κατανόηση των αστρικών σμηνών, επιτρέποντάς τους να παρατηρήσουν τι είδους αστέρια ζουν μέσα σε αυτά. Οι ερευνητές γοητεύονται από τον τρόπο με τον οποίο οι αστεροειδείς εξελίσσονται με την πάροδο του χρόνου, καθώς και από τον ρόλο που παίζει η βαρύτητα στη δομή τους.

https://www.secnews.gr/

YouTube




Δευτέρα 20 Μαρτίου 2023

Κατάθλιψη στην εργασία: Είσαι εσύ ή η δουλειά;

 Κατάθλιψη στην εργασία: Είσαι εσύ ή η δουλειά;



Κάλυ


Αναμφισβήτητα, η δουλειά μπορεί να φτάσει πάρα πολύ σε σημείο να αγχώνουμε πολύ για τα πάντα. Θα αισθάνεστε ότι όλα δεν πάνε σύμφωνα με το σχέδιο και όλοι γύρω σας δεν συνεργάζονται ή δεν σας εξοργίζουν ειλικρινά. Η τρέχουσα αγορά και οι κοινωνικές συνθήκες μπορούν ακόμη και να προσθέσουν τα δεινά στο χώρο εργασίας σας. Μόλις νιώσετε αυτό το άγχος, πιθανότατα θα εισχωρήσει στην προσωπική σας ζωή και θα δημιουργήσει περαιτέρω προβλήματα για να αντιμετωπίσετε.

Ωστόσο, υπάρχει μια αυξανόμενη τάση σε πολλούς χώρους εργασίας στις μέρες μας που δείχνει σημαντικό αριθμό ανθρώπων που δεν υποφέρουν απλώς από εργασιακό άγχος αλλά από κατάθλιψη στο χώρο εργασίας. Η κατάθλιψη στο χώρο εργασίας είναι ένα σοβαρό πρόβλημα ψυχικής υγείας επειδή μπορεί να σας εμποδίσει να αποδώσετε καλά, να εργαστείτε με άλλους και να είστε πιστοί στον εαυτό σας. Εάν το αφήσετε χωρίς θεραπεία, μπορεί να προκαλέσει σοβαρές καταστάσεις υγείας που μπορεί να οδηγήσουν σε θάνατο.

Όταν οι μελέτες έσκαψαν βαθύτερα για να προσδιορίσουν τις βαθύτερες αιτίες της, ανακάλυψαν ότι η εργασιακή κατάθλιψη μπορεί να προκληθεί από την εργασία ή άλλους παράγοντες που δεν συνδέονται άμεσα με την απασχόληση. Λοιπόν, πώς μπορείτε να καταλάβετε τι προκάλεσε την εργασιακή σας κατάθλιψη;

Εσωτερικοί παράγοντες προκαλούν κατάθλιψη στο χώρο εργασίας σας, εάν μία ή περισσότερες από αυτές τις καταστάσεις ταιριάζουν με την κατάστασή σας:

  • Νιώθεις ότι δεν ταιριάζεις στον ρόλο στον οποίο έχεις εγγραφεί
  • Οι προσωπικές αξίες της εταιρείας ή της επιχείρησης δεν ταιριάζουν με τις δικές σας
  • Είστε εργαζόμενος γονέας, αλλά νιώθετε ένοχοι κάνοντας αυτή τη ρύθμιση
  • Το βρίσκετε άβολο να συνεργάζεστε με άτομα με διαφορετικές προτιμήσεις και προσωπικότητες
  • Η ισορροπία μεταξύ επαγγελματικής και προσωπικής ζωής δεν είναι δυνατή λόγω της κουλτούρας του χώρου εργασίας σας
  • Ο χώρος εργασίας δεν σας βοηθά να ευδοκιμήσετε
  • Η αμοιβή που λαμβάνετε δεν επαρκεί για τις βασικές σας ανάγκες
  • Νιώθεις ότι η δουλειά σου σε παγιδεύει, αλλά δεν μπορείς να την αφήσεις για διάφορους λόγους

Εν τω μεταξύ, η κατάθλιψη στο χώρο εργασίας σας μπορεί να προκληθεί από την ίδια την εργασία εάν σας συνέβησαν αυτές οι καταστάσεις:

  • Ο αρχηγός της ομάδας ή ο διευθυντής σας συχνά σας ζητά να κάνετε υπερωρίες και άλλες παράλογες εργασίες
  • Δυσκολεύεσαι να κάνεις καλά τη δουλειά σου γιατί δεν σου δίνονται οι σωστές οδηγίες
  • Συχνά εκφοβίζεστε από τους συναδέλφους ή τα αφεντικά σας
  • Ο χώρος εργασίας σας δεν ενισχύει το ηθικό σας και δεν είναι αφοσιωμένος
  • Υποβάλλεστε συνεχώς σε κακές συνθήκες εργασίας κάθε μέρα

Είτε πρόκειται για απλό εργασιακό άγχος είτε για ολική εργασιακή κατάθλιψη, είτε προκαλείται από προσωπικούς ή εξωτερικούς παράγοντες είτε από την ίδια τη δουλειά σας, πρέπει να λάβετε βοήθεια αμέσως. Αναζητώντας βοήθεια, θα μπορέσετε να αποκτήσετε σαφήνεια σχετικά με το πώς θέλουν να είναι η επαγγελματική τους ζωή και να βρείτε την κατάλληλη θεραπεία. Εκτός από τη λήψη βοήθειας, η υποχώρηση μπορεί επίσης να σας βοηθήσει να καταλάβετε εάν πρέπει να μείνετε στον εργασιακό σας χώρο για να βρείτε μια λύση ή να φύγετε και να βρείτε ένα μέρος όπου η ψυχική σας υγεία δεν θα κινδυνεύει. Όποια και αν είναι η απόφασή σας, φροντίστε πάντα να ωφελεί τις ανάγκες σας μακροπρόθεσμα και να έχετε όλο τον χρόνο που χρειάζεστε για να ανακάμψετε από τη δοκιμασία σας.

https://middleme.net/

ΟΙ ΠΕΡΙΦΡΟΝΗΜΕΝΟΙ ΡΑΦΤΕΣ ΤΗΣ ΒΡΕΤΑΝΗΣ

 ΟΙ ΠΕΡΙΦΡΟΝΗΜΕΝΟΙ ΡΑΦΤΕΣ ΤΗΣ ΒΡΕΤΑΝΗΣ

Η Βρετάνη του παρελθόντος δεν ήταν χωρίς τις δημοφιλείς προκαταλήψεις της, η κυριότερη από αυτές ήταν πιθανώς η απόλυτη περιφρόνηση, ή ακόμα και η περιφρόνηση, που επικρατούσε για όσους ασκούσαν ορισμένα επαγγέλματα, όπως συμβολαιογράφοι, ιερείς, μυλωνάδες, ιχθυοπώλες, εκδερμίδες αλόγων, πίτες και εκκενώσεις βόθρων. . Ωστόσο, το επάγγελμα που φαίνεται να προκαλούσε κάποτε τη μεγαλύτερη περιφρόνηση στην καρδιά του αγρότη ήταν αυτό του ράφτη.

Γράφοντας στις αρχές του 19ου αιώνα , ο Γάλλος συγγραφέας και διαχειριστής Hippolyte Bonnellier σημείωσε μια πεποίθηση που επικρατεί σε όλο το Finistère, στη δυτική Βρετάνη, ότι οι ράφτες ήταν μια φυλή ξεχωριστή. καταγόταν από τους αρχαίους Δρυίδες και ομιλητές μιας ειδικής, μυστικής γλώσσας που έμοιαζε με μια τροποποιημένη μορφή της ελληνικής. Ο Βρετόνος συγγραφέας Emile Souvestre σημείωσε το ίδιο στο βιβλίο του Les Derniers Bretons (1836), αλλά πρόσθεσε επίσης ότι οι ράφτες πιστεύεται ότι διδάχθηκαν πώς να πλέκουν από κατσίκες, τη γλώσσα των οποίων λέγεται ότι μπορούν επίσης να μιλούν.

Λαογραφία – Ράφτες – Βρετάνη
.

Η χαμηλή εκτίμηση στην οποία είχαν οι ράφτες φαίνεται στις παλιές μπαλάντες και στις λαϊκές παροιμίες που έχουν επιβιώσει μέχρι σήμερα. Τέτοια συναισθήματα όπως: «Χρειάζονται εννέα ράφτες για να κάνουν έναν άντρα». «Όποιος λέει ράφτης λέει και ψεύτης» και «Ο ράφτης δεν είναι άντρας, μόνο ράφτης», όντας τυπικός. Κάποια ρητά ήταν πιο άγρια: «Δεν έχω συναντήσει ποτέ ράφτη που να μην είχε ουροδόχο κλανιά ή να μην είχε ψώρα στα πόδια του ή να μην κουβαλούσε ψείρες τόσο μεγάλες όσο γάτες». Άλλοι, ήταν απλώς σκληροί: «Ένας ράφτης δεν έχει τίποτα στο κεφάλι του παρά μόνο έναν καυγά» και «Δεν υπάρχει πλέον και πιο άσχημη ιστορία από τη ζωή των ράφτων».

Μερικοί άνθρωποι αρνήθηκαν ακόμη και να αναγνωρίσουν τον ράφτη με όνομα. Μια παρόμοια πίστη στη σκόπιμη άρνηση της λανθάνουσας δύναμης ενός προφορικού ονόματος σημειώθηκε επίσης με τους λύκους και τον Διάβολο που ονομάζονταν ευρέως ως Guillou και Polik αντίστοιχα. Για τους Βρετόνους, οι ράφτες ήταν έμποροι ατράκτων, κόφτες αλογοουρών ή δωρητές φιλιών και αν τους αναγνώριζαν καθόλου, ήταν βγάζοντας τα καπέλα τους. μια χειρονομία που συνήθως επιφυλάσσεται ως ένδειξη σεβασμού που προσφέρεται στις μεγαλύτερες γυναίκες.

Δυστυχώς, τα παιδιά της περιοχής φαίνεται να έχουν εμποτιστεί με αυτήν την ασέβεια από μικρή ηλικία, όπως μαρτυρείται σε μια παλιά ομοιοκαταληξία που μεταφράζεται ως: «Άκου με, ψείρα σουβλάκι. Ελάτε στο σπίτι μου την Πέμπτη, έχω τρία σκυλιά και τρεις γάτες. Και οι έξι είναι γυμνοί. Ελάτε να τους φτιάξετε ένα διπλό, για να πάνε στη λειτουργία την Κυριακή».

Λαογραφία – Ράφτες – Βρετάνη
.

Όταν οι ράφτες εμφανίζονται στα λαϊκά παραμύθια είναι γενικά ως φιγούρα χλευασμού ή ως κάποιος που έχει δυσάρεστες ιδιότητες όπως η απληστία. Μια ιστορία, που σημειώθηκε στη δεκαετία του 1860, μιλά για δύο ράφτες, και οι δύο καμπούρες. Ο ένας επέστρεφε σπίτι από ένα γαμήλιο γλέντι όπου έπαιζε βιολί μέχρι το σκοτάδι. Διασχίζοντας το αγκυροβόλιο του Liscuis, συνάντησε μια ομάδα korrigans να χορεύουν και να τραγουδούν το αγαπημένο τους τραγούδι «Days of the Week»: «Di Lun (Δευτέρα), Di Meurzh (Τρίτη), Di Mercher (Τετάρτη)». Βλέποντας το βιολί του ράφτη, οι κοριγκάν τον κάλεσαν να συμμετάσχει στο χορό τους, κάτι που έκανε με πολλή διάθεση. Όχι μόνο οδήγησε τον χαρούμενο χορό τους στο βιολί του, αλλά τους χαροποίησε επίσης προσθέτοντας έναν άλλο στίχο στο τραγούδι τους: «Di Iaou (Πέμπτη), Di Gwener (Παρασκευή).» Σε ευγνωμοσύνη τους, οι korrigans του πρόσφεραν μια επιλογή από δύο δώρα: ομορφιά ή πλούτο.

Το επόμενο πρωί, ο άλλος ράφτης, έκπληκτος που είδε τον φίλο του χωρίς την καμπούρα του, απαίτησε να μάθει το μυστικό της θαυματουργής μεταμόρφωσής του. Έχοντας ακούσει όλα τα γεγονότα της νύχτας, αποφάσισε ότι θα ρίσκαρε κι εκείνος ένα χορό με τους κοριγκάν και το ίδιο βράδυ, έσπευσε στο αγκυροβόλιο όπου βρήκε τους κοριγκάν όπως ακριβώς είχε περιγράψει ο φίλος του.

Ανυπομονώντας να κερδίσει την εύνοιά τους, πρότεινε να βελτιώσει το τραγούδι τους συμπληρώνοντας τις ημέρες της εβδομάδας, αλλά οι korrigans θεώρησαν τον νέο στίχο άκομψο και τον έστειλαν σπίτι χωρίς κανένα δώρο. Ο ράφτης απογοητεύτηκε από την απόλυσή του και διαμαρτυρήθηκε δυνατά, παρακαλώντας τελικά: «Τουλάχιστον δώστε μου αυτό που ο φίλος μου δεν ήθελε να έχει!» Οι korrigans, ασυγκίνητοι από την απληστία του ράφτη, τον υποχρέωσαν αμέσως με μια επιπλέον καμπούρα!

Λαογραφία – Ράφτες – Βρετάνη
.

Μόνο σε ελάχιστα παραμύθια ο ράφτης βγαίνει θριαμβευτής από τις δοκιμασίες στις οποίες υποβάλλεται. Σε αυτά, ο ράφτης συνήθως έρχεται σε αντίθεση με έναν κακό άρχοντα ή τον Διάβολο και κερδίζει τη μέρα μέσω καθαρής επιθετικότητας ή μεγάλης πονηριάς. Σε μια ιστορία, ένας μεθυσμένος άρχοντας ζήλεψε τη μεγάλη φήμη που περιέβαλλε τον ντόπιο ράφτη. Αφού κάλεσε τον ράφτη στο κάστρο του, ο άρχοντας τον έστειλε στο μπουντρούμι, λέγοντας: «Θέλω να δω αν αξίζεις τη φήμη σου. Χρειάζομαι ρούχα για αύριο ».

Κλεισμένος στο μικρό του κελί χωρίς κανένα μέσο ή υλικό για να φτιάξει ένα σετ ρούχων για έναν πλούσιο άρχοντα, ο ράφτης πέρασε όλη τη νύχτα σκεπτόμενος πώς θα μπορούσε να λύσει το αδύνατο δίλημμά του. Ακούγοντας ήχους έξω από το κελί του, παρατήρησε ένα κομμάτι κάρβουνο στο πάτωμα κοντά στην πόρτα. Το σήκωσε γρήγορα και σημάδεψε το περίγραμμα ενός μακριού παλτού στον ασβεστωμένο τοίχο ακριβώς τη στιγμή που η πόρτα άνοιξε με τρίξιμο. «Το παλτό σας είναι έτοιμο, κύριε. Το μόνο που χρειάζεται είναι να το φορέσεις», είπε ο ράφτης. Μαγεμένος από το γρήγορο πνεύμα του, ο άρχοντας άφησε τον ράφτη, αλλά μόνο αφού του έδειξε την αγχόνη που είχε στήσει για να τον κρεμάσει.

Λαογραφία – Ράφτες – Βρετάνη
.

Μια άλλη ιστορία που υπογραμμίζει την αυθάδεια ενός ράφτη λέει για κάποιον που οδηγήθηκε ενώπιον ενός ισχυρού άρχοντα επειδή είχε εξαπατήσει το νοικοκυριό του. Ο ράφτης μίλησε με μανία και τρόμαξε όταν ο άρχοντας σταμάτησε να διαμαρτυρηθεί μαζί του για να ορμήσει έξω στην αυλή του κάστρου για να επιστρέψει κρατώντας έναν κόκορα. «Η ώρα της συζήτησης έχει παρέλθει. Σκότωσε αυτό το πουλί όπως θέλεις να σε στείλουν και ορκίζομαι, ανθρώπινα, ότι ό,τι του κάνεις θα σου κάνω.

Έχοντας λάβει την επιβεβαίωση του άρχοντα για τον δολοφονικό όρκο του, ο ράφτης πήρε τον κόκορα και έβαλε ένα δάχτυλο στην πίσω πλευρά του πουλιού. Αφού τράβηξε το δάχτυλό του, το έβαλε στο στόμα του και κοίταξε τον άρχοντα, λέγοντας: «Θα το κάνεις αυτό, κύριε μου;» Ο έκπληκτος άρχοντας δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τα γέλια και απελευθέρωσε τον ράφτη λέγοντας: «Είσαι πιο δυνατός άντρας από μένα!»

Λαογραφία – Ράφτες – Βρετάνη
.

Τα τραγούδια λένε για ράφτες που πέφτουν από τις στέγες ή τους ρίχνουν σε λιμνούλες, για άλλους ότι τους ανήκει ο προστάτης άγιος τους, ο Διάβολος ή ότι είναι δόλιοι ή άρρωστοι, πάντα πεινασμένοι ή αλλιώς δειλοί κλέφτες και καυχησιάρηδες γυναικείες. Ένα παλιό τραγούδι τους παρομοιάζει με γουρλιάζοντες κάπρους με μπατζάκια που κρατούν ανέντιμα λίγο από το ύφασμα που τους εμπιστεύτηκαν οι πελάτες τους. Ένας άλλος μας λέει ότι ο ράφτης δεν αξίζει το φαγητό του, ούτε το αγιασμό. δεν του αξίζει καν να ταφεί σε αγιασμένο έδαφος. Δεν είναι περίεργο λοιπόν ότι οι ράφτες της περιοχής πίστευαν κάποτε ότι είχαν προσβληθεί από το κακό μάτι, έχοντας τη δύναμη να ρίχνουν κακοτυχία σε ανθρώπους και θηρία απλώς με το τοξικό τους βλέμμα.

Δεν υπάρχει σαφής εξήγηση για το γιατί οι κάτοικοι της δυτικής Βρετάνης ένιωθαν τόσο έντονα τους ράφτες. Ίσως, όπως οι μυλωνάδες, πίστευαν ότι κρατούσαν λίγο από αυτό που τους εμπιστεύονταν όσοι ήταν λιγότερο ικανοί να αντέξουν οικονομικά οποιαδήποτε απώλεια. σε αυτή την περίπτωση, ύφασμα και λινό; Ίσως το γεγονός ότι το επάγγελμά τους δεν τους έθεσε ποτέ σε κίνδυνο ή δεν τους είδε να καταρρέουν με την προσπάθεια μετά από σκληρή χειρωνακτική εργασία σε όλες τις καιρικές συνθήκες να ήταν μήλον της έριδος. Μήπως τους έδειχναν δυσπιστία επειδή περνούσαν τόσο πολύ χρόνο παρέα με γυναίκες; Ενδεχομένως, στοιχεία όλων αυτών των παραγόντων να συνενώθηκαν στη λαϊκή φαντασία.

Λαογραφία – Ράφτες – Βρετάνη
.

Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι ο πλανόδιος χαρακτήρας του αγροτικού ράφτη μπορεί επίσης να έχει κάνει μερικούς να αισθάνονται άνετα. Χωρίς μόνιμη βάση, οι ράφτες περνούσαν όλο το χρόνο διασχίζοντας την ύπαιθρο, μένοντας σε αγροκτήματα μόνο αρκετό καιρό για να ολοκληρώσουν οποιαδήποτε εργασία ραπτικής που το νοικοκυριό δεν μπορούσε να κάνει μόνος του. μοιράζονται στενά τη ζωή και τα μυστικά του νοικοκυριού πριν προχωρήσουν σε άλλο.

Δεδομένης της περιφρόνησης που ένιωθαν για τους ράφτες, είναι αξιοσημείωτο ότι συχνά καλούνταν να ενεργήσουν ως προξενητές της χώρας. ένας επίσημος ρόλος γνωστός ως baz-valan στα βρετονικά λόγω του ραβδιού της σκούπας που έπρεπε να μεταφέρει ο κάτοχος αυτού του σημαντικού αξιώματος. Αν ήταν συχνά ο μπαζ-βαλάν που ζητούσε επίσημα, εκ μέρους του ελπιδοφόρου γαμπρού, από τους γονείς της μελλοντικής νύφης το χέρι της κόρης τους σε γάμο. ένα τελετουργικό που τελούνταν το βράδυ που παραδοσιακά τελείωνε με το να τραγουδά τραγούδια ευλογίας και επαίνου για τους νεκρούς καθώς και τους ζωντανούς.

Λαογραφία – Ράφτες – Βρετάνη
.

Σε περιπτώσεις όπου οι όροι ενός γάμου δεν είχαν ήδη συμφωνηθεί και από τις δύο ομάδες γονέων, ο προξενητής ενήργησε ως ενδιάμεσος. Έπρεπε να ενημερώσει τις οικογένειες για το ήθος και τη θέση τους στη γειτονιά και για την κατάσταση της τύχης τους. Μια διαδικασία που συχνά ακολουθούσε μια επιθεώρηση της φάρμας, των ζώων και των εργαλείων της καθώς και μια ματιά στο περιεχόμενο του καταστήματος λευκών ειδών.

Δεδομένου του στιγματισμού που επικρατεί στους ράφτες, αξίζει να εξεταστεί η πιθανότητα ότι κατά κάποιο τρόπο συλλογικά ανέλαβαν τον μανδύα που φορούσαν κάποτε ορισμένες «ακάθαρτες» οικογένειες. Η πίστη για την ύπαρξη του οποίου επιβεβαιώθηκε στα δυτικά της περιοχής από τον βρετανό φοροεισπράκτορα και ερασιτέχνη εθνογράφο Hyacinthe Le Carguet ήδη από το 1893. Σημείωσε ότι ορισμένες οικογένειες θεωρούνταν πιο προκαθορισμένες από άλλες σε ορισμένα δεινά λόγω του ανθυγιεινού τους αίματος και ότι οι άνθρωποι απέφευγαν να αγγίζουν αγγεία από τα οποία είχαν πιει τόσο ανθυγιεινοί άνθρωποι. Ο γάμος ενός παιδιού από μια από αυτές τις οικογένειες επίσης αποφεύχθηκε, αναγκάζοντας έτσι αυτά τα κοινωνικά ακραία άτομα να συμμαχήσουν μόνο στους κοινωνικούς τους κύκλους στο περιθώριο της κοινωνίας.

Λαογραφία – Ράφτες – Βρετάνη
.

Ο Le Carguet υπέθεσε ότι αυτή η πίστη στις ακάθαρτες οικογένειες συνδέθηκε με την ύπαρξη, στον Μεσαίωνα, μιας ομάδας ανθρώπων που ζούσαν χωριστά από τους άλλους και στους οποίους επιφυλάσσονταν ορισμένες δραστηριότητες, όπως η κατασκευή σχοινιών. Πρότεινε ότι αυτοί οι άτυχοι ήταν απόγονοι λεπρών. Αν ήταν έτσι, υπογραμμίζει, με οδυνηρό τρόπο, πώς οι προκαταλήψεις του παρόντος μπορούν να εξαρτηθούν από τις από καιρό νεκρές πραγματικότητες του παρελθόντος.

https://bonjourfrombrittany.wordpress.com/

Τέλεια η Αθήνα χωρίς τους Αθηναίους, σύμφωνα με έρευνα5

  Τέλεια η Αθήνα χωρίς τους Αθηναίους, σύμφωνα με έρευνα Φανταστική είναι η Αθήνα αρκεί να μην έχει Αθηναίους, όπως προκύπτει από έρευνα που...