Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Κυριακή 9 Μαρτίου 2025

Ο Δήμος Νοτίου Πηλιου προσέφυγε στο ΣτΕ για τις ανεμογεννήτριες

Ο Δήμος Νοτίου Πηλιου προσέφυγε στο ΣτΕ για τις ανεμογεννήτριες

Αίτηση ακύρωσης κατέθεσε την Παρασκευή ο Δήμος Νοτίου Πηλίου ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας (Ε485/2025), ζητώντας την ακύρωση της απόφασης του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, η οποία απέρριψε την ειδική διοικητική προσφυγή του Δήμου κατά της έγκρισης περιβαλλοντικών όρων για την εγκατάσταση αιολικού σταθμού στην περιοχή «Βερβέλι».

 Η προσφυγή αφορά την εγκατάσταση και λειτουργία αιολικού πάρκου ισχύος 14 MW και υποσταθμού ανύψωσης τάσης στις τοπικές κοινότητες Αργαλαστής, Ξινόβρυσης και Συκής, από την εταιρεία “A & F ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ Μ.Ε.Π.Ε.”. Η έγκριση δόθηκε με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Θεσσαλίας-Στερεάς Ελλάδας και έλαβε κατά πλειοψηφία (3-2) θετική γνωμοδότηση από το Περιφερειακό Συμβούλιο Περιβαλλοντικής Αδειοδότησης.

Ο Δήμος Νοτίου Πηλίου έχει εκφράσει επανειλημμένα την αντίθεσή του στην εγκατάσταση ανεμογεννητριών στην περιοχή, τονίζοντας ότι η εταιρεία δεν διαθέτει νόμιμα δικαιώματα εκμετάλλευσης των δημοτικών εκτάσεων. Η δημοτική αρχή υποστηρίζει πως η υλοποίηση του έργου θα έχει αρνητικές επιπτώσεις στο περιβάλλον και στην τοπική οικονομία, ενώ η διαχείριση της γης ανήκει αποκλειστικά στον Δήμο.

Η υπόθεση πλέον βρίσκεται στα χέρια του ΣτΕ, το οποίο θα κρίνει τη νομιμότητα της αδειοδότησης και των διαδικασιών που ακολουθήθηκαν.

https://www.aftodioikisi.gr/


Ken Kirkby, A Painter's Quest for Canada

 

Ken Kirkby, A Painter's Quest for Canada


09/03/2025

Απόσπασμα

Αγνοώντας το κρύο και τον άνεμο, κοίταξε τις πισίνες της παλίρροιας όπου τα μικροσκοπικά
καβούρια σκαρφίστηκαν και τα ψαράκια κολύμπησαν σε στενούς κύκλους. μπήκε στα ρηχά
μέχρι που το νερό χτύπησε στο στήθος του. Τότε, πάνω από το βρυχηθμό της
καταιγίδας, άκουσε μια φωνή. Δεν ήταν σίγουρος τι έλεγε η φωνή, αλλά
γύρισε και πίσω του ήταν ένας ψηλός, γέρος.
«Έλα», φώναξε. "Ελα."
Ο Κεν τράβηξε το νερό προς το μέρος του και ο γέρος
τον σήκωσε. «Δεν επιτρέπεται να είσαι εδώ», τον μίλησε. «Θα μπορούσες να αυτοκτονήσεις
. Πόσων χρονών είστε;"
«Είμαι επτά», είπε ο Κεν.
«Ε, αν είσαι επτά, υποθέτω ότι είναι εντάξει. Και πώς σε
λένε;»
"Γνώση."
«Ε! Λοιπόν με λένε Φραγκίσκο. Το δικό μου είναι εύκολο όνομα. Πες το όνομά σου
ξανά».
"Γνώση."
«Έχεις μεσαίο όνομα;»
"Μιχαήλ."
«Α!» Κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. «Μιγκέλ. Μου αρέσει το μεσαίο σου όνομα." Και για
τον Francisco, ο Ken θα ήταν πάντα ο Miguel.

https://www.amazon.com/dp/0981073573

https://vequinox.wordpress.com/

Λόγια που φτιάχνουν την ιστορία – Parole che fanno la storia

 

Λόγια που φτιάχνουν την ιστορία – Parole che fanno la storia



Rino Malinconico

04 Mαρτίου 2025

Ρώμη, 15 φεβρουαρίου 2025. Foto της Nilde Guiducci

Όταν ο πρώην δήμαρχος της Μαρντίν, Ahmet Türk, γνωστό στέλεχος του κόμματος Dem (πρώην HDP) διάβασε με έκδηλη συγκίνηση, πρώτα στα τουρκικά και μετά στα κουρδικά, το μήνυμα του ηγέτη του κουρδικού λαού, Abdullah Öcalan, τον οποίο είχε συναντήσει στη φυλακή την προηγούμενη μέρα, όλοι κατάλαβαν ότι εκείνη η συνέντευξη Τύπου στα τέλη φεβρουαρίου 2025 έμπαινε στην ιστορία. Ήδη στα λεπτά και τις ώρες που ακολούθησαν, ένα τεράστιο πλήθος συγκεντρώθηκε παντού: στις πόλεις με κουρδική πλειοψηφία της Τουρκίας, αλλά και σε πολλά μεγάλα και μικρά κέντρα στο Ιράκ, τη Συρία και τη Ροζάβα. Και όλοι και όλες, κούρδοι και διεθνείς παρατηρητές, γνωρίζουν ήδη ότι ίσως ανοίγει μια νέα φάση, πιο ανθρώπινη και λιγότερο αιματηρή, στις σχέσεις μεταξύ του κουρδικού λαού και του τουρκικού Κράτους.

Το «ίσως» είναι απαραίτητο: επειδή στο AKP, το κόμμα στην εξουσία του τούρκου προέδρου Ερντογάν, δεν είναι λίγοι (ξεκινώντας από τον ίδιο τον πρόεδρο του κόμματος Efkan Ala) αυτοί που σπρώχνουν να διαγράψουν τους κούρδους ως λαό και θα ήθελαν ειδικότερα να εισβάλουν στην ελεύθερη κοινότητα της Rojava, που κατοικείται από περίπου 6 εκατομμύρια ανθρώπους και βρίσκεται στη βορειοανατολική Συρία.

Ωστόσο, είναι πραγματικά πιθανό να ξεκινήσει τώρα μια δυναμική αποτελεσματικής ειρήνης. Όχι επειδή ο Ερντογάν και ο κυβερνητικός του σύμμαχος Devlet Bahceli, ο οποίος στέκεται ακόμη πιο δεξιά από αυτόν, έγιναν ξαφνικά ειρηνιστές και ίσως εύλογα ανοιχτοί στα δικαιώματα του κουρδικού λαού. αλλά μάλλον επειδή η κατάσταση στην Εγγύς Ανατολή έχει γίνει τόσο μπερδεμένη και επικίνδυνη που ούτε το τουρκικό καθεστώς, εθνικιστικό και μιλιταριστικό όσο λίγα άλλα, δεν είναι σε θέση να διαχειριστεί ταυτόχρονα τις πολλές γραμμές σύγκρουσης που το σφίγγουν. Πράγματι, έχει γύρω του έναν αναξιόπιστο σύμμαχο τζιχαντιστή στην εξουσία στη Συρία και ένα σιιτικό και θεοκρατικό Ιράν, που πάντα ανταγωνιζόταν την Άγκυρα για την πολιτική-στρατιωτική ηγεσία του μουσουλμανικού κόσμου. όπως επίσης έχει να αντιμετωπίσει το Ισραήλ, το οποίο έχει ήδη αναδειχθεί ως η πιο κυνική, ισχυρή και επιθετική δύναμη σε ολόκληρη την περιοχή, και την φορτική γειτονική του Ρωσία, η οποία ουσιαστικά βγαίνει νικήτρια από τον πόλεμο στην Ουκρανία. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο-περιβάλλον, να συνεχίσει να έχει και τον «πόλεμο μέσα στο σπίτι» έχει ανησυχήσει προφανώς περισσότερους από έναν τούρκους κυβερνητικούς, σε σημείο που, από τους τελευταίους τρεις μήνες, συνέβη ακόμη και το αδιανόητο: ήταν ακόμη και ο σύμμαχος του Ερντογάν, αυτός το γεράκι ο Μπαχτσελί-Bahceli, ο οποίος προέρχεται από τους διαβόητους «γκρίζους λύκους», που άνοιξε έναν ειρηνευτικό διάλογο με τους κούρδους για να τερματίσει μια από τις πιο μακροχρόνιες συγκρούσεις στη σύγχρονη ιστορία.

Και το μόνο λογικό να πούμε είναι: επιτέλους! Μετά από πάνω από σαράντα χρόνια αιματηρής τουρκικής καταστολής και αδάμαστης κουρδικής αντίστασης –σύμφωνα με τις πιο αξιόπιστες εκτιμήσεις υπήρξαν περίπου 50 χιλιάδες θάνατοι-, ήταν ώρα.

Στην πραγματικότητα, ο κούρδος ηγέτης (το όνομα του οποίου είναι δύσκολο να γραφτεί στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης επειδή πέφτει μπλοκάρισμα για εβδομάδες), που έχει υποβληθεί σε αυστηρό καθεστώς απομόνωσης εγκλεισμού για 27 χρόνια, μόνο κατά διαστήματα να χαλαρώνει, είχε ήδη προτείνει στην τουρκική κυβέρνηση σε αρκετές περιπτώσεις – για παράδειγμα το 2013 – «να φιμώσουν τα όπλα και να αφήσουν τις ιδέες να μιλήσουν». Και το πρότεινε ξανά σήμερα, απαραίτητα επίκαιρο, απαντώντας θετικά στα ασαφή ακόμη ανοίγματα της κυβέρνησης. Και επιπλέον, συνόδευσε την απάντησή του με μια πραγματικά συγκλονιστική κίνηση, δηλαδή με τη μονομερή εγκατάλειψη της «φωνής των όπλων» και ακόμη μάλιστα με την τυπική διάλυση του Κόμματος PKK (κουρδικό Κόμμα εργαζομένων), που ενσάρκωσε την αντίσταση αυτά τα χρόνια. Έθεσε λοιπόν, έτσι, τη λέξη «ειρήνη» στην πρώτη θέση. Και το κάνει από μια ξεκάθαρη θέση «ισχύος»: γιατί σε αυτά τα σαράντα χρόνια η Τουρκία δεν κατάφερε με τίποτα να εξοντώσει τους κούρδους. Και αντίθετα, η επαναστατική πρακτική του κουρδικού λαού έχει επεκταθεί σημαντικά στο εγχείρημα και την πραγματική πρακτική του δημοκρατικού Συνομοσπονδισμού, δηλαδή τη συνύπαρξη πολλαπλών λαών, εθνοτικών ομάδων και υποκειμενικοτήτων μέσα σε έναν κοινό «δημοκρατικό χώρο», με μια ευρεία πολιτική, πολιτιστική και οικονομική αυτοδιαχείριση.

Και πιστεύω πως είναι πασίγνωστο ότι ακριβώς ο ηγέτης του κουρδικού λαού συνέβαλε αποφασιστικά σε αυτή την πρωτοφανή εξέλιξη, με τα ογκώδη πλέον γραπτά του από τη φυλακή, γραπτά εξαιρετικής θεωρητικής διαύγειας και πολιτικής δύναμης. Μπορεί ήδη να ειπωθεί για αυτόν ότι είναι, και ου δυο μαζί, ο Νέλσον Μαντέλα και ο Αντόνιο Γκράμσι του 21ου αιώνα.

https://aenaikinisi.wordpress.com/

Δεν μπορείς να πιάσεις τον άνεμο..

 Δεν μπορείς να πιάσεις τον άνεμο..

22 Φεβρουαρίου 2025


Δεν μπορείς να πιάσεις τον άνεμο.


1- Τα μάτια της ήταν κρύα, η φωνή της ήταν απλώς ένας ψίθυρος ελπίδας. Μου είπε. Αγαπητέ Johnnie.

Δεν μπορείς να πιάσεις τον άνεμο και η αγάπη είναι για τους τυχερούς.

2- Είπα στους ανθρώπους κοντά μου. Μεγάλο στόμα, χωρίς κότσια.

Ψεύτες, δημιουργοί της ασχήμιας, δεν τους χρειαζόμαστε αυτούς τους άνδρες και τις γυναίκες.

3- Την λάτρευα. Ήταν κυνηγός του ήλιου, θαλάσσια χορεύτρια και

προσευχήθηκε στο φεγγάρι και στα αστέρια. της είπα.

Αγαπώ την τσιγγάνικη ψυχή σου. Παρακαλώ μείνετε μαζί μου μέχρι το τέλος των ημερών.

4- Ρώτησα τον Gentleman Jack ουίσκι,

την άφησα; Ή με άφησε;

Ο χρόνος και η απόσταση κάνουν τους λόγους αδύναμους και ανόητους.

Μόλις κρατούσαμε την αγάπη, μπορούσαμε να μιλήσουμε βαθιά μέσα στη νύχτα.

Ήμασταν εραστής που δεχτήκαμε το αντίο,

μη γνωρίζοντας. Είχαμε όλα όσα χρειαζόμασταν.

4- Έβγαλε το μακιγιάζ της, προσπαθεί να σβήσει το καθημερινό της πρόσωπο.

Σκούπισε αργά το μακιγιάζ από το πρόσωπό της.

Πήγα κοντά της και της το είπα.

Λατρεύω τα φυσικά σας πρόσωπα, μπορώ να δω ένα εκατομμύριο ιστορίες στα μάτια σας.

Εσύ είσαι αυτός που κάνεις τον κόσμο μου να γίνει όμορφος.


Λύκος της Βόρειας Αμερικής

Outlander: Γιατί μας αρέσει


Outlander: Γιατί μας αρέσει



Ας αρχίσουμε από τα βασικά. Το Outlander βασίζεται στην ομώνυμη σειρά βιβλίων της Diana Gabaldon και στην παρούσα φάση βλέπουμε στο Netflix μέχρι την έβδομη σεζόν, την οποία πάλι σκηνοθετεί ο Metin Huseyin και έχει ως παραγωγό τον Ronald D. Moore, ο οποίος ήταν ο σεναριογράφος αλλά και αργότερα παραγωγός του Star Trek: The Next Generation και έπειτα ο παραγωγός του Battlestar Galactica.

Στη σειρά παρακολουθούμε την Claire (Caitriona Balfe), μια νοσοκόμα-που-αργότερα-έγινε-γιατρός, να μεταφέρεται από το τέλος του 2ου παγκοσμίου πολέμου, στη Σκωτία του 1743, λίγο πριν τη μάχη του Κάλλοντεν (1746), που ήταν η ύστατη μάχη μεταξύ των Ιακωβιτών επαναστατών και των βασιλικών. Εκεί γνωρίζει, και ουσιαστικά διασώζεται, από μια ομάδα Ιακωβιτών, μέλος των οποίων είναι ο Jamie Fraser (Sam Heughan). Γνωρίζοντας την έκβαση της μάχης, η Claire, μαζί με τον Jamie, και τον επικό Murtagh Fraser (Duncan Lacroix), πλέουν στο Παρίσι για να προσπαθήσουν να την αποτρέψουν. Μάταιες είναι οι προσπάθειες τους όμως, και έτσι η Claire μεταφέρεται πίσω στον 20ο αιώνα. Αυτή είναι μία πολύ σύντομη σύνοψη των δύο πρώτων σεζόν.

Θα αναφέρω μόνο πως η τρίτη σεζόν διαδραματίζεται περίπου είκοσι χρόνια μετά. Αν αναρωτιέσαι σε ποιόν από τους δύο αιώνες λαμβάνει χώρα, λυπάμαι, αλλά δεν μπορώ να αποκαλύψω. Διαβάζοντας αυτή την πραγματικά πολύ μικρή σύνοψη, ίσως αναρωτιέσαι γιατί να δείς αυτή την σειρά που μπλέκει ιστορία, φαντασία και love story. Διάβασε παρακάτω για την απάντηση.

Η σειρά αυτή πράγματι είναι ένα περίεργο συνονθύλευμα ιστορίας, φαντασίας και αγάπης, αλλά ταυτόχρονα είναι και μία τρομερή απόδοση του πολέμου, του βιασμού, του σεξουαλικού έρωτα, της φιλίας, της ευθραυστότητας της ανθρώπινης ζωής αλλά και της ευαισθησίας της ανθρώπινης ύπαρξης. Μην σκέφτεσαι ότι είναι άλλη μια βαρετή σαπουνόπερα επειδή έχει ένα – μεταξύ μας επικό, love story, ούτε ότι είναι προσβλητική ή άσχημη επειδή έχει πολύ γυμνό και πολύ, πολύ σεξ. Δεν είναι ούτε κάτι που θα έβλεπες το μεσημέρι σε κάποιο κανάλι στην τηλεόραση, ούτε κάτι που θα παρομοιάζες με το Game of Thrones. Είναι η σειρά που δεν ντρέπεται να σου δείξει πως μοιάζει ο αληθινός έρωτας, ούτε πως μοιάζει ο βιασμός, είτε αυτός είναι μιας γυναίκας, ενός άντρα, ή ενός παιδιού. Όλα γίνονται χωρίς φανφάρα, και αυτό γιατί σε ορισμένες σκηνές το σώμα και το βλέμα των ηθοποιών ‘μιλά’ πιο πολύ και από τα λόγια τους. Είτε βλέπεις ένα φιλί μεταξύ της Claire  και του Jamie, είτε ένα βλέμα μίσους του Captain Black Jack Randal, είτε την γεμάτη μαστιγώματα πλάτη του Jamie, είτε σκηνές πολέμου, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο: ένα πλάνο που σχεδόν λυρικά γυρισμένο αποδίδει τον πόνο, την αγάπη, την ματαιότητα, την αισιοδοξία ή τον θάνατο.

Η σειρά αυτή, παρά το βασικό της πάτημα στην φαντασία, είναι γεμάτη από ανθρώπινες πολύπλοκότητες που επικοινωνούνται καλύτερα μέσω του συναισθήματος παρά της γλωσσικής διατύπωσης. Οι χαρακτήρες είναι και αυτοί εξαιρετικά γραμμένοι, καθώς πέρα από τους δυο πρωταγωνιστές, οι περισσότεροι από τους υπόλοιπους χαρακτήρες που τους πλαισιώνουν έχουν και αυτοί τη δική τους ιστορία και δεν είναι απλά εκεί για να τους εξυψώσουν. Ιδίως ο χαρακτήρας της Claire είναι αναζωγωονητικός, καθώς βλέπουμε μια γυναίκα δυναμική που δεν υποχωρεί στο πρόσωπο του κινδύνου, η οποία αξίζει να αναφερθεί πως δεν είναι υπερήρωας, αλλά απλά άλλος ένας άνθρωπος.

Πράγματα που αξίζει να παρατηρήσεις κατά τη διάρκεια της σειράς είναι: η χημεία μεταξύ της Caitriona και του Sam, τα υπέροχα γυρισμένα πλάνα της βουκωλικής Σκωτίας, τα τρομερά κουστούμια της δεύτερης σεζόν, το πως σχεδόν όλοι οι ηθοποιοί γίνονται όλο και καλύτεροι σε κάθε σεζόν, τα όμορφα γυρισμένα γυμνά πλάνα, τις πανέμορφες Claire και Geillis (Lotte Verbeek), και τέλος τον ένα και μοναδικό Jamie Fraser.

Φανή Βασιλοπούλου

ΠΗΓΗ: https://www.moveitmag.gr/

https://georgepelagia.wordpress.com/

13 Φεβρουαρίου, 2025   

Aναστάτωση με μαθητή Δημοτικού Σχολείου Βόλου

Aναστάτωση με μαθητή Δημοτικού Σχολείου Βόλου


Έντυπη Έκδοση

Λύση στο πρόβλημα που έχει προκύψει με μαθητή Δημοτικού Σχολείου του Βόλου, ο οποίος φέρεται να δημιουργεί συχνά προβλήματα στο σχολικό περιβάλλον, αναζητά η Διεύθυνση Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Μαγνησίας. Οι γονείς στο Δημοτικό όπου φοιτά είναι ανάστατοι και μάλιστα πρόσφατα έφτασαν μέχρι το γραφείο της Εισαγγελίας Ανηλίκων και της Πρωτοβάθμιας ζητώντας να ληφθούν μέτρα, διαφορετικά προειδοποιούν ακόμη και με κατάληψη του σχολείου.
Το ζήτημα ήρθε στην επικαιρότητα την προηγούμενη εβδομάδα, όταν ο μικρός μαθητής ευρισκόμενος σε κατάσταση ψυχικής διέγερσης δημιούργησε πρόβλημα στο σχολείο του. Από το προσωπικό του σχολείου κλήθηκε η αστυνομία, καθώς το περιστατικό κρίθηκε ως μη διαχειρίσιμο.
Από την Εισαγγελία Ανηλίκων δόθηκε εντολή ο ανήλικος να εξεταστεί από παιδοψυχίατρο του Νοσοκομείου Βόλου, ωστόσο, η γιατρός φέρεται να δήλωσε ότι δεν μπορεί να εξετάσει τον 11χρονο, διότι τελείωνε η βάρδια της και ο παιδοψυχιατρικός τομέας δεν εφημέρευε την περασμένη Πέμπτη.
Μέχρι να υπάρξουν οι απαραίτητες συνεννοήσεις το παιδί συνοδευόμενο από τη μητέρα του παρέμεινε στην Παιδιατρική Κλινική, ενώ τελικά στις 8 το βράδυ μεταφέρθηκε στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο Παίδων στη Θεσσαλονίκη, όπου παρέμεινε ένα 24ωρο. Το παιδί εξετάστηκε από τους παιδοψυχίατρους της κλινικής που έκριναν ότι δεν χρήζει νοσηλείας και στη συνέχεια επέστρεψε στον Βόλο.
Σύμφωνα με πληροφορίες, το παιδί άρχισε να φοιτά φέτος στο συγκεκριμένο σχολείο, καθώς η οικογένειά του δε διέμενε στον Βόλο. Από την αρχή φέρονται να υπήρχαν κάποια προβλήματα, όμως, από τον Φεβρουάριο άρχισαν να γίνονται πιο σοβαρά.
Πληροφορίες αναφέρουν ότι αν και δεν έχει επιτεθεί σε συμμαθητές του, ο μαθητής δημιουργεί ανά δύο ημέρες προβλήματα, πετάει πέτρες και χτυπάει δασκάλους, ενώ δεν λείπουν οι φορές που άλλες τάξεις δεν βγαίνουν για διάλειμμα.
Πάντως, γονείς παιδιών που είναι μαζί με τον συγκεκριμένο μαθητή σε άλλες δραστηριότητες, όπως το κατηχητικό και το ΚΔΑΠ, υποστηρίζουν πως το παιδί μόνο στο σχολείο εκδηλώνει τέτοια συμπεριφορά.
Ο Σύλλογος Γονέων φέρεται να επισκέφθηκε την Εισαγγελία Ανηλίκων ζητώντας μέτρα, ενώ απείλησε ακόμη και με κατάληψη του σχολείου. Από την Εισαγγελία παραπέμφθηκαν στην Διεύθυνση Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης, η οποία αναζητά λύση στο ζήτημα που έχει προκύψει.
Το παιδί επί του παρόντος και για τις επόμενες ημέρες θα βρίσκεται στο σπίτι του μετά και από σύσταση των γιατρών που το εξέτασαν. Να σημειωθεί ότι ο μαθητής παρακολουθείται από ιδιώτη παιδοψυχίατρο και οι γονείς του είναι ιδιαίτερα πρόθυμοι να προσφέρουν την οποιαδήποτε βοήθεια χρειαστεί.


ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΛΑΜΠΡΟΝΙΚΟΥ

https://e-thessalia.gr/

Τρία αντικείμενα χωρίς τα οποία δεν μπορώ να ζήσω

 

Τρία αντικείμενα χωρίς τα οποία δεν μπορώ να ζήσω


Ποια είναι τρία αντικείμενα χωρίς τα οποία δεν θα μπορούσατε να ζήσετε;

Αυτή η απάντηση με κάνει να ακούγομαι σαν σκλάβος της τεχνολογίας

Ορκίζομαι ότι δεν είμαι. Αλλά τυχαίνει να είναι τα τρία αντικείμενα που χρησιμοποιώ κυρίως και χρειάζομαι καθημερινά σχετίζονται με την τεχνολογία. Και δεν θα μπορούσα να ζήσω χωρίς αυτούς σε αυτό το σημείο. Ίσως τελικά να είμαι σκλάβος της τεχνολογίας. Αλλά αυτό δεν με κάνει καλό με αυτό.

Νούμερο ένα

Είναι το laptop μου το χρειάζομαι για να γράψω. Όχι μόνο αυτό το blog, αλλά και η ποίηση και οι ιστορίες μου. Και το μέρος όπου κρατάω τις περισσότερες ιδέες μου που σχετίζονται με κάθε ιστορία. Έχω στην πραγματικότητα δύο διαφορετικούς φορητούς υπολογιστές αλλά σήμερα γράφω με το κόκκινο. Δεδομένου ότι είναι αυτό που είναι συνδεδεμένο στο διαδίκτυο. Το μωβ μου δεν χρησιμοποιώ ποτέ internet με αυτό. Είναι καθαρά μόνο γραφή. Αλλά από τότε που ξεκίνησα αυτό το blog γράφω κυρίως μόνο με αυτό. Είναι πιο εύκολο να γράφετε νέα ανάρτηση και να γράφετε άλλα πράγματα μετά. Αυτός είναι ο λόγος που το laptop είναι το νούμερο ένα μου. Γιατί το γράψιμο είναι το νούμερο ένα στη ζωή μου αυτή τη στιγμή. Είναι αυτό που εστιάζω κυρίως.

Νούμερο δύο

Το Sony Xperia 10 III XQ-BT52 μου. Δεν μπορώ να ζήσω χωρίς να έχω Sony Xperia. Αυτό είναι το τρίτο μου Xperia. Και είναι απλώς τα καλύτερα smartphone. Έχει όλα όσα χρειάζομαι και η κάμερα είναι υπέροχη. Λατρεύω τα τηλέφωνα Xperia. Έχω άλλα τηλέφωνα και είχα πολλά διαφορετικά smartphone. Αλλά το Xperia είναι απλώς το τέλειο για μένα.

Ο κύριος λόγος για τον οποίο το τηλέφωνο είναι το νούμερο δύο είναι ο τρόπος που επικοινωνώ με τους φίλους μου κάθε μέρα. Δεν ξέρω καν πόσα μηνύματα στέλνω καθημερινά. Αυτό το τηλέφωνο είναι ο κύριος τρόπος μου για να έρθω σε επαφή με ανθρώπους. Και αυτός είναι ο λόγος που δεν μπορώ να ζήσω χωρίς αυτό. Γιατί χωρίς αυτό δεν μπορούσα να μιλήσω με τους φίλους μου.

Νούμερο τρία

Το Samsung Galaxy tablet μου ακούω μουσικά βίντεο ή διαφορετική ανάρτηση reddit που διαβάζεται στο YouTube ενώ γράφω. Η ακρόαση μουσικής μέσω του YouTube πληρώνει περισσότερα από το Spotify για τον καλλιτέχνη. Και επειδή έχω φίλους μουσικούς, θέλω να υποστηρίξω τη μουσική τους. Ο καλύτερος τρόπος είναι να ακούτε από το YouTube, είναι η πλατφόρμα που πληρώνει τα περισσότερα για αυτά. Δεν απολαμβάνω μόνο εγώ να ακούω μουσική από τους φίλους μου αλλά και ο άλλος αγαπημένος μου καλλιτέχνης.

Δεν μπορώ να ζήσω χωρίς μουσική. Γι' αυτό το ακούω ενώ γράφω. Επίσης, η μεγάλη οθόνη του τραπεζιού είναι πολύ καλύτερη για τα μάτια από τη μικρή οθόνη του τηλεφώνου. Γι' αυτό το tablet είναι το νούμερο τρία μου.

Με αγάπη CF Grönroos

Creator of the Mysteries by Rose

https://mysteriesbyrose.wordpress.com/

Η ΜΟΝΙΚ ΔΡΑΠΕΤΕΥΕΙ (ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΗ ΝΟΥΒΕΛΑ ΤΟΥ ΕΝΤΟΥΑΡ ΛΟΥΙ)

 Η ΜΟΝΙΚ ΔΡΑΠΕΤΕΥΕΙ (ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΗ ΝΟΥΒΕΛΑ ΤΟΥ ΕΝΤΟΥΑΡ ΛΟΥΙ)

Από το ιστολόγιο του Ν, Σαραντάκου "Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία"

Χτες είχαμε τη μέρα της γυναίκας, οπότε μου φαίνεται ταιριαστό να βάλω  σήμερα  ένα απόσπασμα από ένα  βιβλίο γραμμένο όχι από αλλά για μια γυναίκα· ένα απόσπασμα από το πιο πρόσφατο βιβλίο του Εντουάρ Λουί που κυκλοφόρησε στα ελληνικά, όπως πάντα από τις εκδόσεις Αντίποδες -σε μετάφραση της Στέλας Ζουμπουλάκη. 

Θυμίζω ότι έχουμε ήδη  παρουσιάσει στο ιστολόγιο ένα  απόσπασμα από μια προηγούμενη νουβέλα του Εντουάρ Λουί (γενν. 1992), την Ποιος σκότωσε τον  πατέρα μου. 

H Μονίκ είναι η  μητέρα του συγγραφέα -και ο Εντουάρ Λουί περιγράφει πώς κατάφερε να  ξεφύγει από έναν  κακοποιητικό σύντροφο, με τη βοήθεια του συγγραφέα. Η νουβέλα (θα την ονομάσουμε έτσι κι ας μην έχει μυθοπλαστικό χαρακτήρα) έχει παρεμπιπτόντως και κάποιο ελληνικό ενδιαφέρον, αφού όταν έγινε η δραπέτευση της μητέρας του ο Εντουάρ Λουί βρισκόταν στην Αθήνα,  αν και ο αφηγητής μία μόνο φορά αναφέρεται στην πόλη, όταν κάνει βιντεοκλήση με τη  μητέρα του, και: «Πήγα στο παράθυρο και το άνοιξα για να μπορέσει να δει έξω την άσπρη πέτρα, το καθαρό μπετό και τις λαμαρίνες που σχημάτιζαν το τοπίο της πόλης και όπου εκείνη τη μέρα, όπως σχεδόν κάθε μέρα, όλο το χρόνο, αντανακλούσαν τον ήλιο.»

Διαλέγω ένα εκτενές απόσπασμα,  από την αρχή της  νουβέλας (σελ. 11-26 και 30-33). Ευχαριστώ τον  φίλο Κώστα Σπαθαράκη, τον  εκδότη των Αντιπόδων, που μου έστειλε το pdf κι έτσι γλίτωσα το σκανάρισμα.

Μου τηλεφώνησε μες στη νύχτα. Έκλαιγε. Την εποχή που έγινε αυτό το τηλεφώνημα ήμουν είκοσι οχτώ χρονών, και ήταν η μόνο τρίτη, μπορεί και η τέταρτη φορά από τότε που γεννήθηκα, που την άκουγα να κλαίει.

Μου διηγήθηκε στο τηλέφωνο πως ο άντρας που είχε γνωρίσει μετά το χωρισμό της από τον πατέρα μου, με τον οποίο έμενε τώρα σε μια εργατική πολυκατοικία στο κέντρο του Παρισιού, την έκανε να ξαναζεί τα ίδια πράγματα, επαναλάμβανε μαζί της τις ίδιες συμπεριφορές που για είκοσι χρόνια της επέβαλλε ο πατέρας μου, και ακόμα χειρότερα · έπινε, πολύ, όσο προχωρούσε η μέρα έβαζε το ένα ουίσκι μετά το άλλο, χρησιμοποιούσε για ποτήρια παλιά βάζα μουστάρδας, και με το που έπινε την ταπείνωνε, άρχιζε να τη βρίζει, να τη λέει
βρώμα,
πουτάνα,
μαλακισμένη,

τον άκουγα από πίσω της όταν μου τηλεφώνησε, εκείνο το βράδυ του Φεβρουαρίου, την έβριζε ακόμα και την ώρα που μου μιλούσε, τον άκουγα από το τηλέφωνο, ήμουν μάρτυρας, άκουγα αυτόν τον άντρα να της λέει πως είναι μια βρώμα, μια πουτάνα, πως ο γιος της –εγώ– ήταν μια αδερφή, πως οι άλλοι της γιοι –τα αδέρφια μου– ήταν χαμένα κορμιά, κι εκείνη, εκείνη δεν μπορούσε να σταματήσει, δεν μπορούσε να συγκρατήσει τα δάκρυά της, μου έλεγε, Απελευθερώθηκα από τον πατέρα σου, πίστευα πως θα ξεκινούσε μια καινούργια ζωή για μένα και τώρα όλα ξαναρχίζουν, ξαναρχίζουν και είναι ακριβώς τα ίδια, έλεγε, τα λόγια της διακόπτονταν από τους λυγμούς, Δεν ξέρω γιατί έχω μια τόσο σκατένια ζωή, γιατί πέφτω μόνο πάνω σε άντρες που στέκονται εμπόδιο στην ευτυχία μου, δεν μου αξίζει όμως να υποφέρω

τόσο πολύ,
τι κακό έχω κάνει;

Άρχισα κι εγώ να κλαίω.

Το κλάμα της με έκανε να κλαίω.

Προσπάθησα να συνέλθω. Κάθισα στον καναπέ πίσω μου και της είπα: «Μην ανησυχείς, θα βρούμε μια λύση» – μια φράση που την υπαγόρευαν οι συνθήκες, και σίγουρα την είχα ακούσει εκατοντάδες φορές στο σινεμά και την τηλεόραση· πάντα στις πιο δραματικές καταστάσεις οι αντιδράσεις μας είναι και οι πιο τετριμμένες.

Προσπαθούσα να σκεφτώ όσο πιο γρήγορα μπορούσα:

«Εντάξει, ξέρω τι θα κάνουμε. Θα βάλεις λίγα ρούχα σε μια τσάντα και θα φύγεις αμέσως. Θα πας
σπίτι μου».

Μπορούσε να βρει καταφύγιο στο διαμέρισμά μου· δεν ήθελα να μείνει με έναν άντρα που ήταν
βίαιος και την έκανε να υποφέρει, έπρεπε να φύγει το γρηγορότερο, ένας φίλος που είχε τα κλειδιά του σπιτιού μου και ήταν στο Παρίσι θα πήγαινε να της ανοίξει, φυσικά δεν είχα ειδοποιήσει ακόμα τον φίλο μου αλλά ήξερα πως θα το έκανε, ήξερα πως θα με βοηθούσε – πως θα τη βοηθούσε. Της εξήγησα –σε εκείνη, τη μητέρα μου– πως ήμουν στο εξωτερικό
εδώ και κάποιες βδομάδες και θα έλειπα δύο βδομάδες ακόμα, λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων, δεν μπορούσα να επιστρέψω αμέσως στη Γαλλία αλλά θα έκανα ό,τι καλύτερο μπορούσα από μακριά.

Μου απάντησε:

– Νομίζω όμως πως δεν έχω το κουράγιο να φύγω τώρα αμέσως. Θα φύγω αύριο.

Επέμεινα: δεν μπορούσαμε να ξέρουμε πώς θα εξελίσσονταν τα πράγματα, αν αυτός ο άντρας με
τον οποίο ζούσε ήταν τόσο επιθετικός και εκείνο το βράδυ. Και αν άρχιζε να γίνεται βίαιος, και σωματικά; Αν προσπαθούσε να τη χτυπήσει; Αν ξαφνικά της ορμούσε; Δεν είναι και τόσο σπάνιο κάτι τέτοιο, της έλεγα, ξέρεις καλά πως η αδερφή μου έχει ήδη γυρίσει στο σπίτι με σημάδια στο πρόσωπό της εξαιτίας ενός άντρα, του Λοΐκ, του ποδοσφαιριστή τον οποίο έβρισκα τόσο όμορφο, ξέρεις καλά πως ο αδερφός μου έχει ήδη χτυπήσει μια γυναίκα τόσο πολύ που εκείνη αναγκάστηκε να φωνάξει την αστυνομία, σε όλη μου τη ζωή και κυρίως στην οικογένειά μας έβλεπα άντρες που χτυπούσαν τις γυναίκες, και δεν θέλω να συμβεί και σε σένα, της έλεγα,
Δεν θέλω να συμβεί και σε σένα, πρέπει να φύγεις,  πρέπει να φύγεις, και όσο πάσχιζα να την πείσω, ο άντρας πίσω της συνέχιζε να ουρλιάζει, Τι με κοιτάς έτσι εσύ, νομίζεις πως επειδή με καρφώνεις στον γιο σου θα φοβηθώ,
βρώμα,
σκύλα,
νομίζεις πως θα φοβηθώ τον γαμημένο τον γιο σου,

κι εγώ πιανόμουν από τις βρισιές του για να της πω, σε εκείνη –τη μητέρα μου–, Μα βλέπεις, άκου πώς σου μιλάει, ακούω τα πάντα, πρέπει να φύγεις, ο φίλος μου ο Ντιντιέ θα έρθει να σε βοηθήσει, σε παρακαλώ άκουσέ με μαμά, πάρε μόνο μερικά ρούχα και το σκυλί σου και φύγε να γλιτώσεις, σε παρακαλώ, φύγε να γλιτώσεις, εκείνη όμως μου απαντούσε με φωνή κουρασμένη σαν πληγωμένου ζώου, δεν μιλούσε, αγκομαχούσε, Όχι, όχι, δεν μπορώ να φύγω έτσι, πρέπει να μαζέψω διάφορα χαρτιά πριν φύγω, έχω σημαντικά χαρτιά εδώ, πρέπει να περιμένω να κοιμηθεί για να τα μαζέψω, ξέρει πως με έχει στο χέρι γιατί έχω όλα μου τα πράγματα σπίτι του.

Την εκλιπαρούσα: Μα τα χαρτιά δεν είναι τίποτα, μπορείς να τα ξαναβγάλεις, θα τα ξαναβγάλουμε, σ’ το υπόσχομαι, θα δηλώσουμε απώλεια και θα τα ξαναβγάλουμε, άντε φύγε, φύγε, έλεγα: Μου τηλεφώνησες επειδή ένιωσες κίνδυνο, διαφορετικά δεν θα το έκανες, πρέπει να φύγεις σήμερα το βράδυ, τα παρακάλια μου όμως δεν οδηγούσαν πουθενά, δεν υπήρχε περίπτωση να αλλάξει γνώμη, αντιθέτως, ένιωσα πως η επιμονή μου άρχισε να τη βαραίνει, και ξαφνικά
φοβήθηκα, φοβήθηκα να δυσκολέψω ακόμα περισσότερο μια ήδη ασφυκτική κατάσταση, τα
’βαλα με τον εαυτό μου και δεν ξαναπροσπάθησα ούτε να την πείσω ούτε να της αλλάξω γνώμη.

Αναστέναξα:
– Είσαι σίγουρη πως η νύχτα δεν θα είναι πολύ δύσκολη αν μείνεις;

Πήρε μια βαθιά ανάσα. Είχε σταματήσει να κλαίει:

– Δεν θα αλλάξει τα πράγματα μια ακόμα άσχημη νύχτα. Και εν πάση περιπτώσει σε λίγο θα είναι
τόσο μεθυσμένος που θα τον πάρει ο ύπνος και θα με αφήσει ήσυχη. Μην ανησυχείς, το έχω συνηθίσει.

Ήξερα πως το είχε συνηθίσει. Είχα δει τον πατέρα μου όταν ήταν μεθυσμένος, σε όλη τη διάρκεια της παιδικής μου ηλικίας, να την αποκαλεί

Αγελάδα
Χοντρέλα
Ή η Χοντρή, κυρίως μπροστά σε άλλους, για να τους κάνει να γελάσουν και να την εξευτελίσει. Ήξερα πως το είχε συνηθίσει αλλά ευχόμουν να το ξεσυνήθιζε.

Ξανάπε:
– Μην ανησυχείς. Θα τα καταφέρω. Συγγνώμη που σου τηλεφώνησα.

Την έβαλα να μου υποσχεθεί πως θα φύγει την επόμενη μέρα, όταν θα μπορούσε, και μου το υποσχέθηκε. Τη ρώτησα:

– Θες να σου κάνω παρέα απ’ το τηλέφωνο; Μπορώ να μείνω στη γραμμή όλη νύχτα αν θες.

Αλλά το αρνήθηκε.

– Όχι. Αν με δει να μιλάω μαζί σου στο τηλέφωνο θα νευριάσει ακόμα περισσότερο. Θέλω απλώς να μη δίνω σημασία σε αυτά που μου λέει μέχρι να μεθύσει εντελώς και να τον πάρει ο ύπνος.

Έκλεισα το τηλέφωνο και έγραψα στον Ντιντιέ. Όταν στην οθόνη του κινητού μου εμφανίστηκε το όνομά του, το σήκωσα και του περιέγραψα αυτό που μόλις είχε συμβεί. Ο Ντιντιέ απάντησε πως την επόμενη μέρα θα πήγαινε σπίτι μου ό,τι ώρα και να ’ταν για να ανοίξει στη μητέρα μου και να της δώσει τα κλειδιά. Τον ρώτησα αν θα μπορούσε να βγάλει λεφτά και να της τα δώσει, για να ψωνίσει, να αγοράσει τρόφιμα και τα απαραίτητα, και πως θα του έδινα τα λεφτά με το που θα επέστρεφα στο Παρίσι και ο Ντιντιέ είπε ασφαλώς, ασφαλώς και θα το έκανε.

Έκλεισα το τηλέφωνο, κοίταξα γύρω μου στο δωμάτιο και περίμενα. Δεν ξέρω τι περίμενα.

* * *

Προσπάθησα να περάσω το βράδυ όσο πιο φυσιολογικά γινόταν. Δεν τα κατάφερνα. Ήμουν βέβαιος πως ερχόταν καταστροφή. Έγραψα στη μητέρα μου στο WhatsApp: Όλα καλά; Όλα υπό έλεγχο;

Μου απάντησε: Όλα θα πάνε καλά. Πήγαινε για ύπνο, μην ανησυχείς. Τη φανταζόμουν κουλουριασμένη σε μια γωνιά του σαλονιού ενώ ο άντρας δίπλα της ούρλιαζε· φανταζόμουν το φως του κινητού της να αντανακλάται στο πρόσωπό της ενώ πληκτρολογούσε, οι ιριδισμοί του πράσινου και του μωβ στο δέρμα της να την κάνουν να εμφανίζεται και να εξαφανίζεται. Θυμήθηκα πως σε κάποιο βιβλίο ιστορίας είχα διαβάσει ότι είχαν βρεθεί σώματα γυναικών
της νεολιθικής εποχής με σκελετούς γεμάτους κατάγματα από τη βία των αντρών. Η βία που ζούσε η μητέρα μου ανέδιδε τη μυρωδιά που είχαν τα χαλάσματα και τα σπήλαια της προϊστορικής εποχής, τη μυρωδιά της βίας χιλιάδων ετών.

Τη ρώτησα ξανά: Κοιμάται τώρα; Περίμενα τις απαντήσεις της.

Σηκωνόμουν, γύριζα γύρω γύρω.

Μήπως το παράκανα; Μήπως ήμουν υπερβολικός; Ή μήπως είχε υποστεί τόσες πολλές παρόμοιες σκηνές που τελικά προσαρμοζόταν καλύτερα από μένα, παρόλο που εκείνη δεχόταν τις επιθέσεις και τις προσβολές και όχι εγώ;

Μήπως μου έλεγε ψέματα για τη σοβαρότητα όσων συνέβαιναν;

Ήμουν καχύποπτος.

Θυμήθηκα την αδερφή μου που ένα βράδυ, όταν ήμουν στην εφηβεία, είχε εμφανιστεί με σημάδια στο πρόσωπό της, και κανείς δεν είχε πιστέψει το ψέμα της: Χτύπησα πάλι το κεφάλι μου, είμαι τόσο ηλίθια.

Θυμήθηκα τις ιστορίες που έλεγε ο πατέρας μου για τον πατέρα του –τον παππού μου– που όταν έπινε πετούσε καρέκλες στο κεφάλι της γυναίκας του, ιστορίες που εκείνη –η γιαγιά μου– δεν έλεγε ποτέ.

Μήπως ούτε η μητέρα μου τα έλεγε όλα;

Τελικά μου έγραψε: Όλα καλά, κοιμάται. Αύριο φεύγω, σου τ’ ορκίζομαι. Πήγαινε για ύπνο.

Αναγκάστηκα να την πιστέψω· κατάπια ένα υπνωτικό, πήγα να ξαπλώσω και άφησα το κινητό
μου ανοιχτό. Δεν ήθελα να χάσω κάποια κλήση της, κάποιο νέο. Φοβόμουν ένα ατύχημα, ονειρευόμουν ένα θαύμα.

Την επόμενη μέρα. Περίμενε να ξυπνήσω, να φαίνομαι ονλάιν στο τσατ, μου έγραψε: «Είμαι έτοιμη».

Διαμαρτυρήθηκα. «Μα γιατί δεν με ειδοποίησες πιο νωρίς αφού ήσουν ξύπνια;» Μου απάντησε: «Ήθελα να σε αφήσω να ξεκουραστείς».

Όλη τη νύχτα φοβόμουν πως θα τα παρατούσε. Έβλεπα εφιάλτες στους οποίους μου τηλεφωνούσε για να μου ανακοινώσει πως είχε αλλάξει γνώμη, θα έμενε· της το είπα, φαινόταν όμως σίγουρη για την απόφασή της:

– Όχι, τελείωσε. Δεν θα μένω άλλο με σταυρωμένα τα χέρια, φεύγω μια και καλή.

Ο άντρας στο σπίτι του οποίου ζούσε κοιμόταν ακόμη, ήταν η ιδανική στιγμή να φύγει. Είχε καταφέρει να βρει τα έγγραφα που της χρειάζονταν, ψαχουλεύοντας τα συρτάρια: το βιβλιάριό της, τα δικαιολογητικά Κοινωνικής Ασφάλισης, τις ιατρικές της συνταγές. Την ταυτότητά της. Είχε ετοιμάσει μια μικρή τσάντα με ρούχα, έβαλε μέσα μπλουζάκια, κάλτσες, ένα παντελόνι ακόμα, πέρα από κείνο που φορούσε· την προηγούμενη μέρα, ενώ μιλούσαμε για την αναχώρησή της και σχεδιάζαμε ένα πλάνο για τη φυγή της, την είχα συμβουλεύσει να πάρει όσο λιγότερα πράγματα γίνεται για να μην κουβαλάει μεγάλο βάρος και την πιάσει η μέση της.

Φανταζόμουν πως μια πιο βαριά βαλίτσα θα έκανε τη φυγή της πιο δύσκολη, πιο αργή, και πως ο άντρας με τον οποίο ζούσε θα μπορούσε να την ακούσει, να αντιληφθεί τους ήχους στη σκάλα, να ξυπνήσει και να τη σταματήσει, η εικόνα έπαιζε και ξανάπαιζε στο κεφάλι μου, ένα όραμα φρίκης, είχα φανταστεί αυτόν τον άντρα να ακουμπά το χέρι του στον ώμο της και να τη ρωτάει, Για πού το ’βαλες; Δεν έχεις να πας πουθενά, κι εκείνη, κοκαλωμένη, μην μπορώντας να κουνηθεί εξαιτίας της τεράστιας βαλίτσας, και μετά κλειδωμένη από εκείνον, υπό επιτήρηση για να μην προσπαθήσει να δραπετεύσει ξανά, της περιέγραψα αυτή την εικόνα, την αγωνία μου πως θα γίνει πραγματικότητα, μου επανέλαβε όμως πως είχε μόνο ένα σακίδιο, ένα μικρό σακίδιο που ήταν εύκολο να το μεταφέρει, και το σκυλί της.

Όλα ήταν έτοιμα λοιπόν.
– Πάμε;
– Πάμε.

Κάλεσα ένα ταξί από κει που ήμουν, από το διαμέρισμα που έμενα στην Αθήνα, χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από το κουρασμένο της σώμα, από τη λαχανιασμένη της ανάσα.

Σε λιγότερο από πέντε λεπτά ο οδηγός του ταξί με ειδοποίησε πως ήταν από κάτω. Εκείνη κατέβηκε:

– Φεύγω.

Άφηνε πίσω της χρόνια ολόκληρης ζωής, ρούχα, πράγματα που είχε αγοράσει σιγά σιγά για να κάνει το διαμέρισμα λιγότερο μίζερο, όπως έλεγε.

Έκανα εικόνα το σώμα της, ύψους ένα και πενήντα οχτώ, να φεύγει στο δρόμο, την τσάντα της περασμένη στον ώμο, το μικρό σκυλάκι της στα χέρια, το βιαστικό της βήμα μέχρι να διανύσει την απόσταση από την πολυκατοικία της μέχρι το αυτοκίνητο που την περίμενε, την ανάσα της, την ανάσα της, και τη φανταζόμουν να επαναλαμβάνει από μέσα της: Δεν θα ξαναφήσω κανέναν να μου φερθεί έτσι. Τελείωσε.

Τηλεφώνησα στον Ντιντιέ για να τον ειδοποιήσω πως έφτανε σπίτι μου· ήταν κι εκείνος ήδη στο δρόμο. Δεν περίμενε να τον ειδοποιήσω, είχε καταλάβει τι γινόταν και ήθελε να φτάσει εγκαίρως.

Στην οθόνη του κινητού μου, η μικρογραφία ενός μαύρου αυτοκινήτου συμβόλιζε το ταξί που διέσχιζε τις διάφορες γειτονιές της πόλης, έχοντας μέσα τη μητέρα μου. Έσμιγα τα μάτια λες και θα μπορούσα να το δω, λες και αν συγκεντρωνόμουν πολύ θα μπορούσα να μεταμορφώσω αυτό το σύμβολο σε ζωντανό υλικό τεκμήριο.

Έφευγε.

* * *

Έμενε στο Παρίσι εδώ και εφτά χρόνια. Όταν μιλούσε γι’ αυτό, συχνά μου έλεγε: «Δεν μπορώ να το πιστέψω ότι ζω εδώ! Στο Παρίσι! Πως ξανάρχισα τη ζωή μου από την αρχή, στην ηλικία μου, πάνω από πενήντα χρονών!»

Εκείνη που είχε περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της σε ένα απομονωμένο χωριό στον Βορρά της Γαλλίας, εκεί όπου είχα μεγαλώσει μαζί της, ένα χωριό που δεν είχε ούτε χίλιους κατοίκους, μακριά απ’ όλα, εκείνη που για καιρό έμοιαζε καταδικασμένη να μη φύγει ποτέ από κει, μια μέρα το έκανε: άλλαξε το πεπρωμένο της.

Σε εκείνο το χωριό είχε γνωρίσει τον άντρα τον οποίο επρόκειτο να εγκαταλείψει εφτά χρόνια αργότερα, ο οποίος όμως της έδωσε την ευκαιρία να ξεφύγει.

Εκείνη –η μητέρα μου– μόλις είχε διώξει τον πατέρα μου μετά από είκοσι χρόνια γάμου, είκοσι χρόνια στα οποία εκείνος περίμενε από εκείνη
να μαγειρεύει,
να καθαρίζει το σπίτι,
να ψωνίζει,
να απλώνει τα ρούχα,
να πλένει τα πιάτα,
να μη μιλάει όταν εκείνος βλέπει τηλεόραση, έξι εφτά ώρες τη μέρα, για να μην τον κάνει να θυμώσει,
δεν άντεξε άλλο αυτή την ατμόσφαιρα και ως εκ θαύματος κατάφερε να τον διώξει.

Μετά το χωρισμό έμεινε μόνη της με τον μικρό μου αδερφό και τη μικρή μου αδερφή, και αρκετές
φορές την εβδομάδα, λίγο πριν βραδιάσει, καθόταν με τη γειτόνισσα στον κήπο που ήταν κολλητά
στον δικό της κι έπιναν λικέρ ή κανένα ποτηράκι ουίσκι.

Εκεί, σε ένα από αυτά τα τελετουργικά απεριτίφ τους, βλέποντας τον ήλιο που έδυε στο βάθος, πίσω από τις καμινάδες των εργοστασίων, εμφανίστηκε ένας άντρας. Ήταν ο ξάδερφος της γειτόνισσας. Είχε γεννηθεί στην περιοχή, όμως εδώ και καμιά δεκαριά χρόνια ζούσε στο Παρίσι, σε μια από τις πιο πολυτελείς γειτονιές της πρωτεύουσας: ήταν επιστάτης. Την κοίταξε και χαμογέλασε, προσπάθησε να τη γοητεύσει: δεν αντιστάθηκε, κοιμήθηκε μαζί του, και μετά
από μερικούς μήνες που βρίσκονταν περιστασιακά, τον ακολούθησε στο Παρίσι, όπου τότε εγώ σπούδαζα.

Την πρώτη φορά που τη συνάντησα, σε έναν μικρό δρόμο κοντά στον Σηκουάνα, ήταν χτενισμένη,
βαμμένη· χαμογελούσε· δεν την είχα ξαναδεί ποτέ τόσο σίγουρη για τον εαυτό της. Μπορούσα να διαβάσω στις εκφράσεις της τη χαρά της, το σάστισμά της για αυτό που ζούσε. Πρέπει να γίνει κατανοητό: οι περισσότερες γυναίκες που εκείνη κι εγώ είχαμε γνωρίσει στον Βορρά ζούσαν και πέθαιναν στο ίδιο χωριό, ή μετακόμιζαν μόνο λίγα χιλιόμετρα πιο κει, περνούσαν όλη τους τη ζωή με τον ίδιο άντρα, ακόμα και αν δεν τον αγαπούσαν πια: υπέμεναν. Όχι όμως η μητέρα
μου. Όχι εκείνη. Αυτή την υπερηφάνεια είδα εκείνη τη μέρα στο πρόσωπό της. Μου είπε: «Είδες
τι όμορφη που είμαι τώρα που ζω εδώ», και της απάντησα: «Ναι, ναι, είναι αλήθεια, είσαι πολύ όμορφη. Είσαι η βασίλισσα του Παρισιού».

Δεν ήξερε, και ούτε κι εγώ μπορούσα να το ξέρω, πως αυτό το όνειρο θα κρατούσε τόσο λίγο.

* * *

Κι αυτό επίσης: την ώρα που έμπαινε στο ταξί, το πρωί της φυγής της, θυμήθηκα τη μέρα που της είχα υποσχεθεί πως θα πηγαίναμε ένα βράδυ μαζί σε ένα εστιατόριο δίπλα στον πύργο του Άιφελ. Η ντροπή είναι μια ανάμνηση. Θυμόμουν επειδή ντρεπόμουν. Ήταν η τρίτη ή η τέταρτη χρονιά από τότε που είχε μετακομίσει στο Παρίσι, δεν την είχα δει εδώ και μήνες και της είχα γράψει για να της πω ότι εκείνο το βράδυ που θα περνούσαμε οι δυο μας θα ήταν ευκαιρία να βρεθούμε και να συζητήσουμε. Απάντησε σχεδόν αμέσως:

«Ναι! Τι ώρα;» και της πρότεινα:

«Στις 9;»

Προς το τέλος της μέρας όμως, ένας φωτογρά φος που ήταν περαστικός από το Παρίσι με κάλεσε
το βράδυ να φάμε μαζί και δέχτηκα. Έγραψα στη μητέρα μου για να της πω ότι είχα πρόβλημα, πως κάτι προέκυψε τελευταία στιγμή, ένα πολύ σημαντικό επαγγελματικό ραντεβού. Είπα ψέματα. Δεν ήταν επαγγελματικό ραντεβού, δεν ήταν σημαντικό, αλλά το να δειπνήσω με έναν καλλιτέχνη αναγνωρισμένο παγκοσμίως, αντί μαζί της, με κολάκευε, αφελώς.

Απάντησε με ένα μόνο επιφώνημα:

«Α».

Μετά ένα ακόμα μήνυμα, μερικά λεπτά αργότερα: «Είναι κρίμα, και είμαι στις ομορφιές μου» – από τότε που άφησε τον πατέρα μου και εγκαταστάθηκε σε μια μεγάλη πόλη το είμαι στις ομορφιές μου ήταν η εκδίκησή της απέναντι στη ζωή, ένας τρόπος να επανοικειοποιηθεί το σώμα της και να μην περιορίζεται στην ιδιότητα της οικιακής σκλάβας: «Κι όσο σκέφτομαι
πως πέρασα χρόνια ολόκληρα τρέχοντας να καθαρίσω μια παράγκα στη μέση του πουθενά
ενώ ο πατέρας σου έβλεπε τηλεόραση, χωρίς να φροντίσω ποτέ τον εαυτό μου, τώρα όμως όλα αυτά τελείωσαν».

Τώρα που ήξερα τι είχε υποστεί από αυτόν τον άνθρωπο με τον οποίο έμενε στο Παρίσι, που έπινε, που την έβριζε, που τη χτυπούσε, ξανασκεφτόμουν εκείνη τη φορά που της ακύρωσα τη βραδιά που θα περνούσαμε οι δυο μας και παρέλυα από ντροπή.

Κατανοούσα πια πως οι έξοδοι, όπως ήταν εκείνη στην οποία την έκανα να ελπίζει, ή οποιαδήποτε
άλλη, μάλλον αποτελούσαν για εκείνη κάτι σαν απόδραση, έστω και σύντομη, από αυτό που συνιστούσε την καθημερινότητά της.

Ένα εκτός.

Αργότερα θα μου το πει: «Αυτή ήταν η κατάσταση εδώ και πολύ καιρό, αλλά δεν σου το είχα πει για να μη σε ανησυχήσω».

Αργότερα η ντροπή μου θα συνεχίσει να μεγαλώνει, να καταλαμβάνει μέσα μου όλο και περισσότερο χώρο.

* * *

Συνεχίζω όμως: διέσχιζε την πόλη με το ταξί, με το σκυλί της στα γόνατά της, το σακίδιό της δίπλα της.

Μια γυναίκα σε φυγή. Από την Αθήνα επιτηρούσα στην οθόνη μου την πορεία του αυτοκινήτου στους δρόμους του Παρισιού.

Ο Ντιντιέ ήταν ήδη σπίτι μου· δέκα λεπτά αργότερα την άκουσε να ανεβαίνει τα σκαλιά, αργά εξαιτίας του πάχους της και της επιβαρυμένης από το άσθμα και το κάπνισμα αναπνοής της.

Μπήκε στο διαμέρισμα, το μέτωπό της γυάλιζε από τον ιδρώτα. Ο Ντιντιέ της είπε: «Είστε γενναία. Είναι πάντα δύσκολο να το σκάσει κανείς. Σας θαυμάζω».

Μου το ξανάπε την επόμενη μέρα στο τηλέφωνο: «Ο φίλος σου μου είπε πως ήμουν γενναία. Και πως με θαύμαζε. Και φαινόταν πως το εννοούσε».

Στη ζωή της, η μητέρα μου έδινε μεγάλη σημασία στις φιλοφρονήσεις που της έκαναν· της έδιναν και εξακολουθούν να της δίνουν την αίσθηση πως επιτέλους τη βλέπουν, πως υπάρχει στα μάτια
και στα λόγια των άλλων, και πως επιτέλους έσπασε την αορατότητα που της είχαν επιβάλει η φτώχεια και η ζωή με άντρες που ήταν αποφασισμένοι να τη συντρίψουν. Όταν ήμουν παιδί, τύχαινε να μου επαναλάβει πολλές φορές μέσα στην ίδια μέρα ένα κολακευτικό σχόλιο που της είχαν κάνει στο σουπερμάρκετ ή στην πλατεία του δημαρχείου, κι εγώ εκνευριζόμουν. Φώναζα: «Μα μου το έχεις ξαναπεί χίλιες φορές!!!»

Τώρα καταλάβαινα.

(…)

Μόλις ένα χρόνο μετά την εγκατάστασή της στο Παρίσι, είχε χτυπήσει την πόρτα αυτού του ίδιου διαμερίσματος μέρα μεσημέρι. Είχα πεταχτεί· κανείς δεν έρχεται ποτέ σπίτι μου έτσι, απροειδοποίητα.

Έγραφα· έκλεισα τον υπολογιστή μου και πήγα να ανοίξω. Ήταν εκείνη. Ρώτησα:

– Μα τι τρέχει; Δεν μπορείς να έρχεσαι έτσι απροειδοποίητα σπίτι μου όταν δουλεύω, δεν γίνεται έτσι, δεν μπορώ να συγκεντρωθώ.

Απάντησε με απολογητικό ύφος:

– Δεν θα σε ενοχλήσω πολύ, ήθελα απλώς να χρησιμοποιήσω την τουαλέτα.

Σήκωσα τα μάτια στο ταβάνι:

– Ναι, φυσικά…

Περίμενα να βγει από το μπάνιο και να κάτσει. Της έβαλα ένα ποτήρι πορτοκαλάδα.

– Μα γιατί δεν πήγες σε ένα καφέ; Παραγγέλνεις κάτι να πιεις και χρησιμοποιείς την τουαλέτα, είναι απλό.

(Δεν τολμούσα να της πω ότι αυτή ήταν μια διαφορά ανάμεσα στην πόλη και την επαρχία, πως στην πόλη είναι ταμπού και σχεδόν αδιανόητο να χτυπάς την πόρτα κάποιου, ακόμα και κάποιου τόσο κοντινού, χωρίς να τον έχεις ειδοποιήσει από πριν.)

Μου απάντησε:
– Δεν μπορούσα να πάω σε καφέ.
– Μα γιατί;
– Γιατί δεν έχω λεφτά.
Μου εξήγησε ότι, από τη στιγμή που εγκαταστάθηκε στο σπίτι του άντρα με τον οποίο είχε γίνει ζευγάρι, είχε χάσει τα κοινωνικά επιδόματα που έπαιρνε μετά το χωρισμό της με τον πατέρα μου, και πως μετακομίζοντας στο Παρίσι, είχε επίσης αφήσει τη δουλειά που είχε βρει με ημιαπασχόληση και η οποία, μαζί με τα επιδόματα, της πρόσφερε σχετική αυτονομία.

Ακολουθώντας έναν άντρα για να ζήσει μαζί του είχε γίνει εξαρτημένη.

– Και όταν τσακωνόμαστε μου λέει πως για τιμωρία δεν θα μου δίνει πια τίποτα. Έτσι δεν έχω ούτε δύο ευρώ για να πάρω έναν καφέ και να πάω στην τουαλέτα. Σήμερα ήθελα να κάνω μια βόλτα και απομακρύνθηκα πολύ από το σπίτι μας. Γι’ αυτό χρειάστηκε να έρθω σπίτι σου, διαφορετικά δεν θα σε είχα ενοχλήσει.

Είχα ξεχάσει αυτή τη σκηνή, τη θυμήθηκα ξαφνικά.

Η ντροπή είναι μια ανάμνηση.

Από το ιστολόγιο του Ν, Σαραντάκου "Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία"

Τέλεια η Αθήνα χωρίς τους Αθηναίους, σύμφωνα με έρευνα5

  Τέλεια η Αθήνα χωρίς τους Αθηναίους, σύμφωνα με έρευνα Φανταστική είναι η Αθήνα αρκεί να μην έχει Αθηναίους, όπως προκύπτει από έρευνα που...