
Μνήμες στον Χρόνο- Οι φονικοί κουραμπιέδες
Ανήμερα Χριστουγέννων 1965, στο χωριό Παπαδάτος Ξηρομέρου Αιτωλοακαρνανίας, όλα κυλούσαν ήρεμα και γιορτινά. Η 30χρονη Βασιλική Κόκκιου αφού έφαγε με την οικογένειά της, ετοιμάστηκε και πήγε να επισκεφτεί μια φίλη της που γιόρταζε. Μισή ώρα μετά, η πόρτα του σπιτιού της χτύπησε και ο πατέρας της Βασιλικής άνοιξε και παρέλαβε ένα δέμα που έγραφε “για την Βασιλική”. Το κουτί μοσχοβολούσε και ο κύριος Δημήτρης κατάλαβε αμέσως ότι επρόκειτο για γλυκά. “Μα ποιος στέλνει γλυκά άραγε;” αναρωτήθηκε τραβώντας την χρυσοκόκκινη κορδέλα. Δοκίμασε έναν από τους κουραμπιέδες και αμέσως κέρασε και τις μικρές εγγονές του 2,5 κ 3,5 ετών, ανιψιές της Βασιλικής που βρίσκονταν στο σπίτι λόγω της ημέρας.
Λίγη ώρα αργότερα, ο άνδρας και τα δυο παιδιά διαμαρτυρήθηκαν για ισχυρούς πόνους στην κοιλιά. Και το κακό δεν άργησε να γίνει, καθώς ο 75χρονος και οι δυο εγγονές του, Αγνή και Καλλιόπη, άφησαν την τελευταία τους πνοή στο νοσοκομείο, όπου οι γιατροί δεν κατάφεραν να τους βοηθήσουν.
Η οικογένεια συγκλονισμένη άρχισε να αναζητά τα αίτια του ξαφνικού θανάτου των αγαπημένων της και ο ιατροδικαστής ήταν αυτός που έδωσε τις απαντήσεις. Ο θάνατος του ηλικιωμένου άνδρα και των δύο μικρών παιδιών επήλθε από δηλητηρίαση η οποία προήλθε από τους κουραμπιέδες. Τα γλυκά είχαν ζυμωθεί με παραθείο, το οποίο και σκότωσε τα μέλη της οικογένειας της Βασιλικής.
Στο μικροσκόπιο των αρχών μπήκε το κουτί με τους… θανατηφόρους κουραμπιέδες. Στόχος να αποκαλυφθεί ο αποστολέας του δέματος του θανάτου, καθώς όπως διαπιστώθηκε, ο παραλήπτης ήταν η Βασιλική, η οποία από τύχη δεν δοκίμασε τα δηλητηριασμένα γλυκά.
Η αστυνομία δεν άργησε να φτάσει στην άκρη του νήματος, καθώς όπως διαπίστωσε, το πακέτο με τους κουραμπιέδες είχε στείλει στην Βασιλική η 40χρονη Ειρήνη Τ.
Αρχικά οι αρχές δεν μπορούσαν να εξηγήσουν τους λόγους που την οδήγησαν στην μοιραία αποστολή. Η ζωή της έμοιαζε φυσιολογική. Ήταν παντρεμένη και μητέρα δυο παιδιών. Μια καλή νοικοκυρά που όπως αποκαλύφθηκε στη συνέχεια, έκρυβε ένα μεγάλο μυστικό, είχε εραστή τον οποίο αγαπούσε με πάθος…
Ο 25χρονος Βασίλης Τατσόπουλος αποδείχθηκε το πρόσωπο κλειδί στην υπόθεση, καθώς εκτός από εραστής της 40χρονης Ειρήνης, ήταν και αρραβωνιαστικός της 30χρονης Βασιλικής!
Τον Μάρτιο του 1967 η Ειρήνη κάθισε στο εδώλιο του Κακουργιοδικείου της Πάτρας, κατηγορούμενη για το τριπλό φονικό. Δίπλα της, κατηγορούμενος για ηθική αυτουργία, ο νεαρός Βασίλης ο οποίος αν και αρχικά απαλλάχθηκε με βούλευμα, μετά από έφεση που άσκησε ο εισαγγελέας βρέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου.
Με την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας στο βήμα του μάρτυρα ανέβηκε η πρώην πλέον αρραβωνιαστικιά του κατηγορούμενου, η οποία ήταν και ο στόχος των θανατηφόρων κουραμπιέδων. Η Βασιλική στην κατάθεσή της, εξέφρασε την βεβαιότητα ότι τα δηλητηριασμένα γλυκά εστάλησαν μετά από υπόδειξη του 25χρονου, ο οποίος τον τελευταίο καιρό όπως είπε, «είχε αρχίσει να κάνει νερά». Η γυναίκα ισχυρίστηκε πως δεν γνώριζε ότι ο αρραβωνιαστικός της την απατούσε με την 40χρονη.
Ως εμπνευστή του σχεδίου υπέδειξε τον 25χρονο κατηγορούμενο, καταθέτοντας στο δικαστήριο και ο αδελφός της Βασιλικής «Το σχέδιο της δηλητηρίασης ήταν δικό του και το έθεσε σε εφαρμογή η κατηγορουμένη» είπε χαρακτηριστικά ο μάρτυρας.
Όταν ήρθε η ώρα της απολογίας για τη 40χρονη, σηκώθηκε από το εδώλιο και σχεδόν ψιθυρίζοντας, παραδέχτηκε πως διατηρούσε παράνομο δεσμό με τον συγκατηγορούμενό της. «Με εκβίαζε και μου αποσπούσε συνεχώς χρήματα» ισχυρίστηκε η γυναίκα και αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι ήταν εκείνη που έστειλε τους δηλητηριασμένους κουραμπιέδες στην οικογένεια.
Η κατηγορούμενη έπεσε σε αντιφάσεις αναιρώντας όσα είχε πει στις αρχικές της απολογίες. Μάλιστα, ενώ τη μία στιγμή έλεγε στο δικαστήριο πως δεν είχε καμία σχέση με τους κουραμπιέδες του θανάτου, την άλλη ισχυριζόταν ότι η ιδέα της αποστολής τους στην οικογένεια της Βασιλικής, ήταν του 25χρονου, ο οποίος και την υποχρέωσε να το κάνει.

Από την πλευρά του ο κατηγορούμενος στην απολογία του, παραδέχτηκε πως διατηρούσε ερωτική σχέση με τη 40χρονη, ωστόσο αρνήθηκε την εμπλοκή του στην τριπλή δολοφονία.
Μετά από ακροαματική διαδικασία δέκα ημερών, οι ένορκοι έκριναν ένοχη την 40χρονη, αναγνωρίζοντάς της το ελαφρυντικό της μέτριας συγχύσεως. Τελικά το δικαστήριο της επέβαλε ποινή κάθειρξης 20 ετών.
Την ίδια ώρα, οι ένορκοι αθώωσαν τον 25χρονο Βασίλη. Μετά την έκδοση της απόφασης, ο εισαγγελέας της έδρας ζήτησε να κηρυχθεί πεπλανημένη η ετυμηγορία των ενόρκων τόσο ως προς το ελαφρυντικό που αναγνωρίστηκε στη 40χρονη, όσο και σε ότι αφορούσε την αθώωση του νεαρού κατηγορούμενου. Το δικαστήριο όμως απέρριψε την πρόταση του εισαγγελικού λειτουργού.
Αποσπάσματα από τον ΕΛΕΥΘΕΡΟ ΤΥΠΟ
https://gynaikaeimai.com/
Επιμέλεια κειμένου: Χρύσα Αβραμίδου

















ΝΑΚΑΘΙΣΕ κι ἔψαξε ψηλαφιστὰ μὲ τὰ πόδια γιὰ τὶς παντόφλες του. Ἀφοῦ δὲν τὶς βρῆκε, ἄνοιξε τὸ πορτατὶφ καὶ κοίταξε τὸ πάτωμα. Δὲν ἦταν ἐκεῖ. Ἡ ρόμπα του κρεμόταν ἀπὸ τὸ κεφαλάρι. Τὴ φόρεσε καὶ πάτησε ξυπόλητος στὸ παρκέ. Βρῆκε τὶς παντόφλες στὴν ἄλλη μεριὰ τοῦ κρεβατιοῦ. Τελευταῖα τὰ πράγματα ἄλλαζαν θέσεις. Ἀλλοῦ τὰ ἄφηνε κι ἀλλοῦ τὰ ἔβρισκε. Τὰ γυαλιά του γιὰ παράδειγμα. Κάθε βράδυ τὰ ἔβαζε στὴ θήκη τους καὶ μέσα στὸ συρτάρι. Τὸ ἑπόμενο πρωὶ τὰ ἔβρισκε μὲ τοὺς βραχίονες ἀνοιχτοὺς πάνω στὸ κομοδίνο. Ἔτσι τὰ ἀκουμποῦσε πάντα ἐκείνη· εὔκαιρα γιὰ ὅταν εἶχε ἀϋπνίες κι ἤθελε νὰ διαβάσει τὴ Βίβλο. Ὁ Χριστόφορος ὅμως κοιμόταν μιὰ χαρά. Μονάχα γιὰ νὰ πάει στὴν τουαλέτα σηκωνόταν, γι’ αὐτὸ καὶ ξάπλωνε πάντα στὴν πλευρὰ ποὺ ἦταν πιὸ κοντὰ στὴν πόρτα. Ἐκείνη δὲν σηκωνόταν τὴ νύχτα. Δὲν ἔπινε βέβαια καὶ πολὺ νερό. Ὁ Χριστόφορος τῆς τὸ θύμιζε συχνά· τὸ εἶχε πεῖ καὶ ὁ γιατρός. Τῆς πήγαινε τὸ ποτήρι γεμάτο, ἀλλὰ ἐκείνη ἴσα ποὺ ἔπαιρνε μερικὲς γουλιὲς γιὰ νὰ καταπιεῖ τὰ χάπια της. Τώρα χρησιμοποιοῦσε ὁ ἴδιος τὸ κουτί της γιὰ τὰ φάρμακα. Κάθε μέρα τῆς ἑβδομάδας σὲ ξεχωριστὴ θήκη. Τὸ ἔκανε γιατί μὲ ὅλα αὐτὰ ποὺ τοῦ συνέβαιναν φοβόταν πὼς ἴσως, λόγω ἡλικίας, εἶχε ἀρχίσει νὰ ξεχνάει. Στὸ μπάνιο, εὐτυχῶς, δὲν ὑπῆρχαν καὶ πολλὰ γιὰ νὰ μπερδευτοῦν. Ἡ ὀδοντόβουρτσά του, σκούρα μπλέ, ἂν δὲν βρισκόταν στὸ ποτήρι θὰ ἦταν ἀκουμπισμένη στὸν νιπτήρα. Ἡ δική της ἦταν ἀνέγγιχτη στὴ θέση της. Τὶς ἄλλαζε πάντα καὶ τὶς δύο κάθε πρώτη τοῦ μήνα. Οὔτε μὲ τὰ ὑπόλοιπα πράγματα στὸ λουτρὸ ὑπῆρχε πρόβλημα. Παρόμοιες πετσέτες εἶχαν, καὶ ὅσο γιὰ τὰ σαπούνια, ὅ,τι ἄρεσε σ’ ἐκείνη χρησιμοποιοῦσε κι αὐτός. Στὴν κουζίνα ἦταν ποὺ δυσκόλευαν τὰ πράγματα. Ἐνῶ θυμόταν πὼς τὴν προηγούμενη εἶχε πλύνει τὴ δική του κούπα τοῦ καφέ, δίπλα στὸν νεροχύτη εἶχε στραγγίσει ἡ δικιά της. Θὰ ὁρκιζόταν πὼς εἶχε ἀγοράσει γάλα μὲ 3,5 τοῖς ἑκατὸ λιπαρὰ ἀλλὰ στὸ ψυγεῖο ἔβρισκε τὸ ἄπαχο. Τὸ ἔπαιρνε τὸ τελευταῖο διάστημα γιὰ ἐκείνη· τὸ ἄλλο τῆς ἔπεφτε βαρύ. Ὄχι πὼς αὐτὸ τὸ ἔπινε· μὲ τὸ ζόρι νὰ κατάφερνε ἕνα φλιτζανάκι τοῦ ἑλληνικοῦ. Στὸ σαλόνι ὑπῆρχε τὸ θέμα μὲ τὴν τηλεόραση. Ὅποτε τὴν ἄνοιγε μὲ τὸ κοντρόλ, ἐμφανιζόταν τὸ κανάλι ποὺ ἔδειχνε τὴν ἀγαπημένη της σειρά. Ἀλλὰ ὁ Χριστόφορος ἔβλεπε τὶς εἰδήσεις στὸ ἄλλο. Καὶ αὐτὸ τὸ σεμεδάκι, ποὺ ἔπεφτε λίγο στὸ πάνω μέρος τῆς ὀθόνης, θὰ ἔπρεπε νὰ τὸ εἶχε μαζέψει. Ἦταν ὅμως ἐκεῖ, μὲ τὴν ἄκρη του νὰ κρύβει τὸ σῆμα τοῦ καναλιοῦ. Ἐπιπλέον, μονάχα τὴ δική της πολυθρόνα, τὴν κουνιστή, ἔβρισκε νὰ κοιτάει τὴν τηλεόραση. Ἡ δική του ἦταν γυρισμένη πρὸς τὸ παράθυρο. Γιατί νὰ βλέπει ἔξω; Ποιόν περίμενε; Σὲ κάθε περίπτωση, ἀποφάσισε πὼς ἀφοῦ ἔτσι ἔχουν τὰ πράγματα, ἔτσι καὶ θὰ μείνουν. Ἡ πολυθρόνα εἶναι βαριὰ γιὰ νὰ τὴ σέρνει πέρα-δῶθε. Ἡ μέση του δὲν ἀντέχει πιά. Θὰ κάθεται στὴν κουνιστή. Καὶ τὸ κέντημα ἂς κρύβει τὸ σῆμα. Μήπως καὶ δὲν καταλαβαίνει ἀπὸ τὶς ἐκπομπὲς ποιό κανάλι βλέπει; Ὅσο γιὰ τὸ γάλα, καλύτερα νὰ πίνει τὸ ἐλαφρύ. Οἱ πρόσφατες ἐξετάσεις του εἶχαν δείξει αὐξημένα τριγλυκερίδια. Καὶ ἡ κούπα της στὸ κάτω κάτω ἴδια μὲ τὴ δική του ἦταν. Μονάχα τὸ χρῶμα στὸ χερούλι ἄλλαζε. Ἀκόμη καὶ τὰ γυαλιὰ ἀνοιχτὰ τὸν βόλευαν πιά· δὲν τὸν ἔπαιρνε εὔκολα ὁ ὕπνος. Εἶχε κιόλας διαβάσει μέχρι τὸν Ἐκκλησιαστή. Καὶ μιὰ καὶ ξυπνοῦσε συνέχεια στὴ μεριά της θὰ ξάπλωνε ἀπευθείας ἀπὸ ἐκεῖ γιὰ νὰ μὴν ἔχει νὰ ψάχνει τὶς παντόφλες του κάθε πρωΐ.