Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2020

– Απόσπασμα από τα Ματωμένα χώματα της Διδώς Σωτηρίου

  Απόσπασμα από τα Ματωμένα χώματα της Διδώς Σωτηρίου

Ματωμένα Χώματα της Διδώς Σωτηρίου. Συζητώντας με το Νίκο Μπελογιάννη –  Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Λαμίας


Από το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου " Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία"

Τις μέρες αυτές, μετά την καταστροφή των εγκαταστάσεων στη Μόρια από τη φωτιά (εμπρησμός και από ποιον, τυχαία ή άθελη πυρκαγιά δεν έχει σημασία -όταν στοιβάζεις 13000 σε χώρο για 3000 το κακό περιμένει να συμβεί) είδαμε φωτογραφίες προσφυγικών οικογενειών να κοιμούνται στο νεκροταφείο ανάμεσα στα μνήματα.

Kάποιοι θυμήθηκαν ένα απόσπασμα από το μυθιστόρημα Ματωμένα χώματα της Διδώς Σωτηρίου, που περιγράφει μιαν αντίστοιχη σκηνή, που σίγουρα θα συνέβη και δεν θα είναι μυθοπλαστικό εύρημα.

Στο μυθιστόρημα της Σωτηρίου, στα νεκροταφεία καταφεύγουν κυνηγημένοι Ρωμιοί της Σμύρνης καθώς ο στρατός του Κεμάλ ετοιμάζεται να μπει στην πόλη το 1922 -του παραχρόνου θα’χουμε κι αυτή την επέτειο των 100 χρόνων.

Φυσικά, κατά τα άλλα οι συνθήκες διαφέρουν εντελώς ανάμεσα στη Σμύρνη του 22 και στη Μόρια του 20.

Το μυθιστόρημα της Διδώς Σωτηρίου είναι πολύ γνωστό, αφού διανεμήθηκε και στα σχολεία, όμως μια επανάληψη του αποσπάσματος αξίζει, είναι πολύ μαεστρικά δοσμένη, μέσα από τους διαλόγους, η εναλλαγή των συναισθημάτων, από την ελπίδα στον φόβο και πίσω πάλι.


Μεταφέρω ένα εκτενές απόσπασμα από το μυθιστόρημα (σελ. 306-321).


—Τί έχεις, γιε μου; Τί σε βασανίζει; Πιστεύεις πως θα ’χουμε κι  άλλες φασαρίες; Λες;

—Λέω, μάνα! Λέω! Σε λίγες ώρες οι Τούρκοι θα βρίσκονται στη Σμύρνη. Πάρτε το χαμπάρι.

—Θε και Κύριε! σταυροκοπήθηκε. Κουνήσου, παιδάκι μου, από τη θέση σου… Είναι δυνατόν!

Η αδερφή μου, η άμοιρη, που ύστερα απ’ τις δυο ατυχίες της μόλις ξανακατάφερε να βρει αρραβωνιαστικό, μας κοίταξε μ’ αγωνία και μουρμούρισε όλο παράπονο:

—Πάλι δε θα προλάβω να βάλω στεφάνι!

Γύρισα στον κουνιάδο της, που έπινε το καφεδάκι του κι έστριβε τις μουστάκες του.

—Νικόλα, του είπα. Εσύ τι κάθεσαι και δε φεύγεις; Ξέχασες πόσους Τούρκους έκαψες; Το καλό που σου θέλω λάκισε! Καιρό δεν έχουμε. Όπου να ’ναι μπαίνει ο Μπεχλιβάν!

—Μπάαχ; έκανε περιφρονητικά ο Νικόλας. Τα παραλές!

Η μάνα μου αναστατώθηκε.

—Εσύ που συμβουλεύεις τους άλλους, μου ’πε, τι σκέφτεσαι να κάνεις;

—Εγώ, μάνα, θα πάω να παραθερίσω στο χτήμα π’ αγοράσατε, να κάνω καινούργιο τζιέρι!

Βούρκωσε, οι ρυτίδες βάθυναν στο βασανισμένο πρόσωπό της. Μετάνιωσα για τη σκληράδα μου.

—Μητέρα, είπα, έτσι που ήρθανε τα πράματα, λέω να μείνω μαζί σας. Μπορεί οι Τούρκοι να κρίνουνε σαν εγκληματίες πολέμου όσους φεύγουνε και να μην τους ξαναδεχτούνε πίσω.

—Μπρε, γιε μου, πως το ’παθες και παιδιαρίζεις; Αν πιστεύεις πως θα μείνουμε στο έλεος των τσέτηδων, σήκω φύγε!

—Τι να πα να κάνω, μάνα, στην Ελλάδα, μ’ άδεια χέρια; Ζήτουλας να γενώ;

—Κάλλιο ζήτουλας, παιδί μου, παρά… ωχ, δεν κακομελετώ! Δε λέω τίποτα! Θε και Κύριε, μη μας απομωραίνεις! Λυπήσου μας!

Άρχισε να σιγοκλαίει.

—Με τρώει και το σαράκι του Σταμάτη! Που να βρίσκεται το παιδί; Για δε γύρισε ακόμα. Να ’φυγε τάχα με τα παπόρια του στρατού;

Σφούγγισε τα μάτια της. Σηκώθηκε όλο περίσκεψη. Άνοιξε έναν μπόγο, έβγαλε με ιεροτελεστία μια μπλε γαμπριάτικη φορεσιά, που την είχα ράψει στη Σμύρνη, για τ’ αρραβωνιάσματά μου με την Κατίνα και δεν είχα αξιωθεί να τη φορέσω. Την ξετίναξε ανάλαφρα σαν να τήνε χάιδευε, φύσηξε τα πέτα.

—Δεν αλλάζεις; μου ’κανε. Άλλαξε μη γνωρίζεσαι για στρατιώτης.

Έβαλα τα πολιτικά κι ένιωσα ξαναγεννημένος.

—Σηκωθείτε να πάμε στην παραλία, είπα. Είναι το καλύτερο που ’χουμε να κάνουμε. Εκεί ’ναι οι στόλοι κι όσο να ’ναι θα ’χουμε προστασία.

Βρήκαμε μια γωνιά στο Και, κατάντικρυ στα πολεμικά και περάσαμε εκειδά τη νύχτα μας. Τρεμοχουχουλίζαμε απ’ τ’ αγιάζι και την αγωνία. Αυγές ξεμπάρκαραν εγγλέζικες περιπολίες και μας περιμαζέψανε όλους, χιλιάδες άντρες και γυναικόπαιδα. Μας βάλανε σ’ εξήντα τόσες μαούνες που βρισκόντανε στο λιμάνι και μας τραβήξανε κοντά στα πολεμικά τους.

Τούτη η αναπάντεχη τύχη μας φάνηκε σημάδι Θεού. Η σιγουριά έδιωξε την αγωνία, γινήκαμε μαλακοί και γενναιόδωροι. Αρχίσαμε να σκεφτόμαστε τι θ’ απογίνουνε οι άλλοι άνθρωποι στο εσωτερικό. Τα παιδιά παίζανε ξυλίκι και μπιζ, κυνηγούσανε ένα ψωριασμένο γατί ανάμεσα σε τσουβάλια σύκα και σταφίδα. Η Αφρούλα, μια όμορφη Σμυρνιοπούλα, ορφανή, που τήνε συνόδευε η γιαγιά της, είχε εγκατασταθεί πλάι μας και η πρώτη της δουλειά ήτανε να βγάλει το καθρεφτάκι και να χτενίζει τα μακριά σγουρά μαλλιά της.

Με τις φροντίδες πέρασε γρήγορα η ώρα. Ο ήλιος τραβούσε να δύσει και γέμισε ροδί χρώμα τον ουρανό. Τα βαποράκια του Κορδελιού πηγαινοερχόντανε σχεδόν άδεια κι ο στρογγυλός τροχός τους καταμεσής ανατάραζε τα νερά. Ο μπάτης έφερνε τη δροσιά και τ’ άρωμα της θάλασσας. Άλλοτε, τέτοιαν ώρα, το Και ζωντάνευε· τραγούδια, σουλάτσα, καραφάκια ούζο. Τώρα ο κόσμος γλιστρούσε βιαστικός, σαν κυνηγημένος.

Ένας μπακάλης έπιασε να βρίζει τους Φραγκολεβαντίνους:

—Γι’ αυτουνούς έφεξε. Είχανε δεν είχανε μας το βγάλανε το μάτι. Εγώ είχα πελάτες σ’ όλα τα ξένα κονσολάτα και ξέρω τις ραδιουργίες τους. Πριν πατήσει ακόμα ο ελληνικός στρατός, αυτοί βίρα και στέλνανε γραφές στα γκουβέρνα τους και στα Παρίσια, να μη γίνει ελληνική κατοχή. Τι Αμερικάνοι, μισιονάριοι, τι φραγκοπαπάδες, τι Ταλιάνοι σπιούνοι, εμπόροι, μπανκέρηδες, ούλοι ενάντιά μας!

—Το συμφέρο τους εκοιτάζανε. Ο θάνατός σου η ζωή μου! Δεν το ξέρεις, του αποκρίθηκε ένας ναυτικός.

Ο μπακάλης κούνησε το κεφάλι:

—Την έχθρητα όπου μας είχανε οι Λεβαντίνοι, μήτε οι Τούρκοι δε μας την είχανε…

Ξαφνικά ανακατεύτηκε στην κουβέντα και μια μεσόκοπη φουρνάρισσα, ξαδέρφισσα του ναυτικού.

—Τσι προάλλες, είπε, σαν ημαθεύτηκε πως ήσπασε το μέτωπο, ήρχε ο αχμάκης ο γιος του Μουσιού Τζόρτζιο και μας ηκρέμασε ένα φέσι στο πόμολο της πετούγιας. Το βλέπει ο γιος μου, ο Θαλής, τόνε τσακώνει και σου τόνε κάνει σώσπαστο στο ξύλο. Βγαίνει η καθολικιά η μάνα του κι αρχινάει να κογιονάρει: «Ήρχανε τα στερνά σας! Ούτε για μυρουδιά δε θα μείνει Έλληνας στη Σμύρνη!» Ηξεφώνιζε κι ευφραινόταν η καρδιά τση. Ίσαμε να πεις κύμινο, το Κερατοχώρι ήγινε άνω κάτω. Με πιρούνια οι δικές μας κυνηγούσανε τσι Ταλιάνες: «Τσι φραγκοπαναγίες σας, τους φωνάζανε. Τα κουτσάκια σας τα γύψινα!». Κι αυτές ηβρίζανε τσι εικόνες μας: «Τσι χαλκομανίες σας και τσι τραγοπαπάδες σας!».

Με τον ερχομό της νύχτας σταμάτησε κάθε θόρυβος. Οι άνθρωποι κούρνιασαν φοβισμένοι ο ένας πλάι στον άλλον. Άλλοι ροχαλίζανε κι άλλοι σιγοκουβεντιάζανε. Η μάνα μου με σκέπασε με μια φρεσκοπαπλαντισμένη μπλανκέτα που μοσχοβόλαγε σαπούνι και νεράκι της πατρίδας· όμως ύπνος δε μου κολλούσε. Ζερβά μου ένα αντρόγυνο στριφογύριζε πάνω στα σανίδια κι αναπαμό δεν έβρισκε· είχανε μπαγλαρώσει τα κορμιά τους με ζώνες γεμάτες διαμαντικό και χρυσή λίρα.

—Μαρίτσα, είπε κείνος, πολύ φοβούμαι πως δεν ήκλεισες καλά τσι πόρτες του σπιτιού.

—Ωχού, καημένε Θεμιστοκλή! Ηκλείδωσα, δε σου το ’πα! Σε κουβέντα να βρισκούμαστε.

—Και το πάναθυρο τση κουζίνας που άφηνε χαραμάδα; Το τράβηξες καλά; Χωράει χέρι από κει!

Όλοι κλειδώσανε καλά τα σπίτια τους και τα υπάρχοντά τους! Ακούω δεξιά μου τη γιαγιά της Αφρούλας που ζητάει φλιτζάνι με νερό ν’ ακουμπήσει τη μασέλα της. Η εγγόνα, όμως, έχει σοβαρότερες δουλειές μ’ ένα παλικαρόπουλο, που κόλλησε το γιατάκι του δίπλα στο δικό της.

—Θε μου! προσεύχεται γονατιστή η γιαγιά. Δώσε να ξημερώσει ένα καλό αύριο για τη Σμύρνη μας!

Το άλλο πρωί μας ξυπνήσανε χλιμιντρίσματα και καλπασμός αλόγων. Πεταχτήκαμε μεμιάς ορθοί κι ανοίξαμε τα μάτια μας. Το τούρκικο ιππικό περνούσε καμαρωτό από την παραλία. Κανείς δεν έβγαλε τσιμουδιά. Και τα μωρά κερώσανε. Μόνο μια πολύ ψιλή παιδική φωνούλα ρώτηξε:

—Τί θα μας κάνουνε οι Τούρκοι;

Τί θα μας κάνουνε; Αυτή ’ταν ολουνών η αγωνία, μα κανείς δεν τήνε ξεστόμιζε. Από μερικά μπαλκόνια ξένων σπιτιών ακούστηκαν αδύναμα παλαμάκια και «γιασασίν». Σαν τέλειωσε η παρέλαση, έγινε νεκρική ησυχία. Η δικιά μας μανούλα ήταν η τελευταία απ’ τις εξήντα και βρισκότανε σιμά στην ξηρά. Σε λίγο ακούστηκε τελάλης.

—Μπρε σεις, τι λέει;

—Λέει, να βγει ο κόσμος και να πάει στις δουλειές του δίχως να φοβάται· κανένας δε θα κακοπάθει.

—Μπορεί η νίκη να μερώνει τσ’ ανθρώπους, είπε η μάνα μου.

—Οι Μεγάλες Δυνάμεις δώκανε εντολή να μην ανοίξει ρουθούνι χριστιανικό.

—Αυτή ’ναι η αλήθεια. Φτάνει το αίμα. Τι τα γενιτσαριά θα ’χουμε;

—Τόσοι στόλοι! Τόσα βασιλικά για τα μάτια ηθαρρέψατε πως στέκουνε δω χάμου;

Ο αδερφός μου ο Κώστας με πλησίασε όλο χαμόγελα και φουσκώνοντας σαν διάνος, μου ’πε ειρωνικά:

—Τι γνώμη έχεις τώρα, Μανωλάκη, για το χτήμα π’ αγόρασα; Έκανα καλά ή με πέρασε κορόιδο ο μπαρμπα-Θόδωρος;

Ήμουνα τόσο χαρούμενος που θα του συγχωρούσα χίλιες τόσες κακοκεφαλιές κι άλλες τόσες ειρωνείες. Όλοι στη μαούνα γινήκαμε τώρα μια παρέα. Βγάλαμε ό,τι φαγώσιμο είχαμε, παστά, αυγά, κονσέρβες. Αρχίσαμε τα τραταμέντα και τις τσιρεμόνιες.

Ξάφνου, μέσα στη γενική χαρά, ακούστηκε μια φωνή κι ύστερα πολλές μαζί:

—Φωτιά!

—Φωτιά!

—Βάλαν φωτιά στη Σμύρνη!

Πεταχτήκαμε ορθοί. Κοκκινόμαυρες φλόγες τινάζονταν στον ουρανό, χοροπηδηχτές.

—Είναι κατά την Αρμενογειτονιά.

—Κατά κει φαίνεται να ’ναι.

—Πάλι οι Αρμεναίοι θα τα πλερώσουνε!

—Αποκλείεται να κάψουνε ολόκληρη τη Σμύρνη. Ποιό συμφέρον έχουνε; Αφού έγινε πια δική τους…

Ποιο συμφέρον είχαμε μεις που καίγαμε τα τουρκοχώρια στην υποχώρηση;

Η φωτιά απλωνόταν παντού. Ντουμάνιασε ο ουρανός. Μαύρα σύγνεφα ανηφορίζανε και μπερδευότανε το ’να με τ’ άλλο. Κόσμος, εκατοντάδες χιλιάδες κόσμος, τρελός από φόβο, αρχίνισε να τρέχει απ’ όλα τα στενοσόκακα και τους βερχανέδες και να ξεχύνεται στην παραλία σαν μαύρο ποτάμι.

—Σφαγή! Σφαγή!

—Παναγιά, βοήθα!

—Προφτάστε!

—Σώστε μας!

Η μάζα πυκνώνει, δεν ξεχωρίζεις ανθρώπους, μα ένα μαύρο ποτάμι που κουνιέται πέρα δώθε απελπισμένα, δίχως να μπορεί να σταθεί ούτε να προχωρήσει. Μπρος θάλασσα, πίσω φωτιά και σφαγή! Ένας αχός κατρακυλάει από τα βάθη της πολιτείας και σπέρνει τον πανικό.

—Τούρκοι!

—Τσέτες!

—Μας σφάζουνε!

—Έλεος!

Η θάλασσα δεν είναι πια εμπόδιο. Χιλιάδες άνθρωποι πέφτουνε και πνίγονται. Τα κορμιά σκεπάζουνε τα νερά σαν να ’ναι μόλος. Οι δρόμοι γεμίζουνε κι αδειάζουνε και ξαναγεμίζουνε. Νέοι, γέροι, γυναίκες, παιδιά ποδοπατιούνται, στριμώχνονται, λιποθυμούνε, ξεψυχούνε. Τους τρελαίνουν οι χατζάρες, οι ξιφολόγχες, οι σφαίρες των τσέτηδων!

—Βουρ, κεραταλάρ! (Χτυπάτε τους τους κερατάδες!).

Το βράδυ το μονοφώνι κορυφώνεται. Η σφαγή δε σταματά. Μόνο όταν τα πλοία ρίχνουνε προβολές γίνεται μια πρόσκαιρη ησυχία. Μερικοί που καταφέρανε να φτάσουνε ζωντανοί ίσαμε τη μαούνα, μας ιστορούνε το τι γίνεται όξω, στις γειτονιές. Οι τσέτες του Μπεχλιβάν και οι στρατιώτες του Νουρεντίν τρώνε ανθρώπινο κρέας. Σπάζουνε, πλιατσικολογούνε σπίτια και μαγαζιά. Όπου βρούνε ζωντανούς, τους τραβούνε όξω και τους βασανίζουνε. Σταυρώνουνε παπάδες στις εκκλησίες, ξαπλώνουνε μισοπεθαμένα κορίτσια κι αγόρια πάνω στις Άγιες Τράπεζες και τ’ ατιμάζουνε. Απ’ τον Αι-Κωνσταντίνο και το Ταραγάτς ίσαμε το Μπαλτσόβα το τούρκικο μαχαίρι θερίζει.

Η φωτιά όλη νύχτα αποτελειώνει το χαλασμό. Γκρεμίζονται τοίχοι, θρυμματίζονται γυαλιά. Οι φλόγες κριτσανίζουνε μαδέρια, έπιπλα και φτούνε σιδερικά· ξεθεμελιώνουνε την πολιτεία ολόκληρη. Απλώνουν πάνω στα έργα των ανθρώπων και τα διαλύουνε. Σπίτια, εργοστάσια, σκολειά, εκκλησίες, μουσεία, νοσοκομεία, βιβλιοθήκες, θέατρα, αμύθητοι θησαυροί, κόποι, δημιουργίες αιώνων· εξαφανίζουνται κι αφήνουνε στάχτη και καπνούς.

Αχ, γκρέμισε ο κόσμος μας! Γκρέμισε η Σμύρνη μας! Γκρέμισε η ζωή μας! Η καρδιά, τρομαγμένο πουλί, δεν ξέρει πού να κρυφτεί. Ο τρόμος, ένας ανελέητος καταλυτής άδραξε στα νύχια του κείνο το πλήθος και το αλάλιασε. Ο τρόμος ξεπερνάει το θάνατο. Δε φοβάσαι το θάνατο· φοβάσαι τον τρόμο. Ο τρόμος έχει τώρα το πρόσταγμα. Τσαλαπατά την ανθρωπιά. Αρχίζει από το ρούχο και φτάνει ίσαμε την καρδιά. Λέει: Γονάτισε, γκιαούρη! Και γονατίζει. Ξεγυμνώσου! Και ξεγυμνώνεται. Άνοιξε τα σκέλια σου! Και τ’ ανοίγει. Χόρεψε! Και χορεύει. Φτύσε την τιμή σου και την πατρίδα σου! Και φτύνει. Απαρνήσου την πίστη σου! Και την απαρνιέται. Άχ ο τρόμος! Όποια γλώσσα κι αν μιλάς, λόγια δε θα βρεις να τόνε περιγράψεις.

Τι κάνουν, λοιπόν, οι προστάτες μας; Τι κάνουν οι ναυάρχοι με τα χρυσά σιρίτια, οι διπλωμάτες κι οι πρόξενοι της Αντάντ! Στήσανε κινηματογραφικές μηχανές στα καράβια τους και τραβούσανε ταινίες τη σφαγή και τον ξολοθρεμό μας! Μέσα στα πολεμικά οι μπάντες τους παίζανε εμβατήρια και τραγούδια της χαράς, για να μη φτάνουν ίσαμε τ’ αφτιά των πληρωμάτων οι κραυγές της οδύνης και οι επικλήσεις του κόσμου. Και να ξέρει κανείς πως μια, μόνο μια κανονιά, μια διαταγή, έφτανε για να διαλύσει όλα κείνα τα μαινόμενα στίφη. Κι η κανονιά δε ρίχτηκε κι η εντολή δε δόθηκε!

Ο πάτερ Σέργιος ήταν από τους τελευταίους που σκαλώσανε στη μαούνα μας. Δίχως καλυμμαύχι και ράσο, θεόγυμνος, με μια κουρελιασμένη ματωμένη φανέλα κι ένα μακρύ σώβρακο, με ξέμπλεκα τα λιγοστά μαλλιά του κι ανάκατα τα γένια του, με δυο γουρλωμένα μάτια που τα ’καιγε πυρετός, έμοιαζε μ’ άγνωστο στη φύση πλάσμα. Από τα λόγια και τα φερσίματά του καταλάβαμε πως ολόκληρη η φαμελιά του πνίγηκε καθώς πάσχιζε να σκαλώσει σ’ ένα αμερικάνικο πολεμικό. Το μυαλό του γέροντα δεν άντεξε· σάλεψε! Εκειδά που καθότανε ήσυχα και καλά, αμίλητος και σοβαρός, εκειδά πηδούσε ολόρθος και χειρονομούσε και φώναζε δυνατά με στόμφο:

—Πέντε τα παιδιά μου! Κι η γυναίκα μου έξι! Κι η κουνιάδα μου επτά! Επτά οι αστέρες της αποκαλύψεως! Επτά διαόλοι να σας κοπανάνε στην κόλαση, δολοφόνοι! Δολοφόνοι! Δολοφόνοιοιοι.

Έπεφτε χάμω σαν σεληνιασμένος, κυλιότανε έβγαζε άναρθρες κραυγές και τύφλωνε με πόδια και με χέρια τ’ αμερικάνικο πολεμικό.

—Μας τινάξανε από τη σκάλα όπως τινάζεις ένα τραπεζομάντιλο να πέσουνε τα ψίχουλα! Τα ψίχουλα! Είμαστε τα ψίχουλα. Τα πετεινά τ’ ουρανού θα χορτάσουν από τα ψίχουλα. Ω, άνθρωποι!

Τα παιδιά της μαούνας τον πήρανε χαμπάρι και φωνάζανε:

—Ο λωλός! Ο λωλός!

Πιάνανε θέσεις γύρω του και περιμένανε τις φωνές του, όπως περιμένεις τον κούκο ενός ρολογιού να πεταχτεί για να κάνεις χάζι.

Τραβήχτηκαν στην άκρη της μαούνας και κάθισα σε μια γωνιά. Η θάλασσα ανταριασμένη, κουνούσε πέρα δώθε δυο τουμπανιασμένα κορμάκια παιδιών σαν να τα νανούριζε: «Κοιμηθείτε! Δε θέλει πια η γης παιδιά!». Τα μικρά κεφαλάκια χτυπούσανε τα ύφαλα του εγγλέζικου καταδρομικού μ’ επιμονή: «Ανοίξτε μας να μπούμε! Δε βλέπετε; Δεν ακούτε;» Δε βλέπουνε! Δεν ακούνε!

Σούσουρο μεγάλο ξέσπασε στις μαούνες. Ήρθε να μας επισκεφτεί ένας Εγγλέζος αξιωματικός με τη συνοδεία του.

—Τι ζητάει ο ναύαρχος;

—Πως ήταν και κόπιασε;

—Ρωτήστε τον…

—Πέστε του…

Ο καθένας πετούσε και μια καυτή ερώτηση, κάποιο παράπονο, μιαν ικεσία. Μας έκαιγε όλους η αγωνία για το τι μας περιμένει.

—Τι θ’ απογίνουμε, αυτό να μας πει.

Ο δραγουμάνος του μας αποκρίθηκε:

—Αυτό θέλει να εξετάσει και κείνος. Που θα θέλατε να πάτε;

—Μακριά από τη σφαγή! Θέλει και ρώτημα; φωνάξαμε όλοι μαζί.

Μερικοί πιάσανε το δραγουμάνο απ’ το σακάκι.

—Γι’ άκουσε! Πες του να μας πάει Σάμο, Χίο, Μυτιλήνη. Να μπορούμε να γυρίσουμε γρήγορα σαν περάσει το κακό…

—Καλά, είπανε και φύγανε.

Με το σούρουπο οι Τούρκοι κάνανε στόχο τις μαούνες. Χτυπήσανε κάμποσες φορές. Είχαμε λαβωμένους και δυο νεκρούς. Όλη νύχτα δεν κλείσαμε μάτι.

—Μωρέ, κάτι τρέχει. Κάτι άλλαξε!

Τις αυγές ήρθανε ρυμουλκά και τραβήξανε τις μαούνες. Δεν αργήσαμε ν’ αντιληφτούμε πως τα ρυμουλκά δεν ήταν εγγλέζικα, μα τούρκικα.

—Τούρκοι μέσα στα ρυμουλκά! ακούστηκε.

—Τούρκοι;

—Τούρκοι!

—Μας πάνε για σφαγή!

—Φωνάξτε, να πάρουν χαμπάρι οι στόλοι! Τούρκοι! Τούρκοιοι!

Οι μάνες ψάχνανε για τα παιδιά τους, τ’ αγκαλιάζανε και σπαράζανε. Τα παιδιά λες και τα ’πιασε παροξυσμός. Τρέμανε, τσιρίζανε. Οι άντρες τρέχανε άσκοπα εδώ κι εκεί. Λύνανε και δένανε μπόγους, πασχίζανε να σκεφτούνε.

—Μας προδώσανε!

—Μας ξεπουλήσανε!

—Π’ ανάθεμά τους!

—Ναύαρχε! Τι κάνεις;

—Ναύαρχε! Σώσε μας!

—Για όνομα του Χριστού! Μη μας αφήστε! Έχουμε μωρά μαζί μας! Έχουμε γερόντους, κορίτσια!

—Είστε υπεύθυνοι!

—Ναύαρχε! Ναύαρχεεε!

Τα τούρκικα ρυμουλκά συνεχίζανε το δρόμο τους. Τότε, μέσα στον πανικό που ξέσπασε, χιλιάδες άνθρωποι πέσανε στη θάλασσα κοπαδιαστά! Μαύρισε το νερό. Ο ένας πιανότανε απ’ τα μαλλιά, απ’ το λαιμό του αλλουνού και πνιγόντανε. Γαντζώνανε στα πολεμικά να σωθούνε και δεχόντανε ζεματιστά νερά και χτυπήματα με λοστούς και ξύλα. Όσοι δε χάσαμε την ψυχραιμία μας και μείναμε στις μαούνες έτοιμοι να παλέψουμε με τη μοίρα μας, είχαμε περσότερη πίστη στη θηριωδία των Τούρκων παρά το έλεος των συμμάχων.

Ένας αξιωματικός έδωσε διαταγή να δέσουνε τις μαούνες στους χαλκάδες της παραλίας και να βάλουνε ολόγυρα φρουρά. Κάθε μια δυο ώρες θρασεμένοι ζεϊμπέκοι με κόκκινα ζουνάρια, φορτωμένοι κουμπούρια και χατζάρες μπουκάρανε και ξαφρίζανε το άνθος των νιάτων.

—Εσύ! Κι εσύ! Κι εσύ!

Χερούκλες απλώνονταν πάνω σε λιμπιστερά παλικάρια και σε όμορφα κορίτσια. Τα σέρνανε πίσω απ’ το Τελωνείο, και πιο πέρα τα βιάζανε και τα εκτελούσανε. Έτσι έγινε με την Αφρούλα και με τη Ρέα, μια μαθητριούλα δεκατεσσάρω χρονώ. Η γιαγιά της Αφρούλας, καλότυχη, με το που είδε να πιάνουν το κορίτσι έμεινε στον τόπο. Μα η μάνα της Ρέας σπάραζε κι έσκιζε τα μάγουλά της κι έτρεχε πίσω τους:

—Αφήστε το κοριτσάκι μου! Εμένα πάρτε!

Τα ματωμένα δάχτυλά της τσάκωσαν το μπλουζάκι της και το ξέσχισαν.

—Κοιτάχτε! έκανε κι έδειχνε το στήθος της σαν υπόσχεση. Εμένα πάρτε! Όχι αυτό! Κοριτσάκι μου, Ρέα μου!

Κανείς δεν ήτανε πια σε θέση να νιώσει συγκίνηση για την τύχη του διπλανού του! Τρία μερόνυχτα μας κρατήσανε οι Τούρκοι στις μαούνες και τα τρία μερόνυχτα δε σταματήσαμε να παίζουμε με το θάνατο ένα φοβερό κρυφτούλι. Συμφωνήσαμε μ’ έναν πατριώτη μου να κρατούμε βάρδιες όλη νύχτα, έτσι που να μη μας ξεφεύγει καμιά κίνηση των Τούρκων. Κάθε φορά που ψάχνανε ένα χώρο, εμείς γλιστρούσαμε σ’ αυτόν και τους ξεφεύγαμε.

Την τέταρτη μέρα ήρθε ένας αξιωματικός και είπε:

—Ν’ αδειάστε τις μαούνες. Τραβάτε στη στεριά!

Τρέξαμε να φύγουμε. Πιστεύαμε πως κάθε μετακίνηση έκρυβε κάποιαν ελπίδα.

—Στο νεκροταφείο! Πάμε στο νεκροταφείο. Δεν πατούν εκεί Τούρκοι. Σκιάζονται!

Πήγαμε στο νεκροταφείο. Ούτε σπιθαμή να σταθείς. Είχανε προλάβει άλλοι, πριν από μας, και πήρανε την πρωτοκαθεδρία. Βγάλανε απ’ τους τάφους λιωμένους κι άλιωτους νεκρούς και βάλαν οι ζωντανοί τα στρωσίδια τους και τα παιδιά τους. Γυναίκες γεννούσανε πρόωρα. Είχε διαδοθεί στους γύρω μαχαλάδες: «Όποια είναι για γέννα, στο νεκροταφείο. Παραστέκουνε και γιατροί!». Γερόντισσες βράζανε νερά για τις λεχώνες με προσάναμμα κόκαλα πεθαμένων!

—Δεν είναι τόπος να σταθούμε, έκανε η αδερφή μου κι όλοι συμφωνήσαμε.

Με δυσκολία ανοίγαμε δρόμο να φύγουμε. Πάνω σ’ ένα μνήμα μια γυναίκα ξαπλωμένη τα μπρούμουτα, χτυπούσε με τις γροθιές της τη μαρμαρένια πλάκα και φώναζε στον άντρα της:

—Βρασίδα! Που είσαι να δεις τι σου κάνουν το κοριτσάκι σου! Τ’ αγνό σου κοριτσάκι, Βρασίδα! Το ατιμάσανε! Στρατός… λεφούσι πάνω στο κορμάκι του! Βρασίδα, σήκω! Αναστήσου! Έλα να μας παρασταθείς. Βρασίδα!

Φύγαμε. Ψάχναμε σ’ όλη την Πούντα να βρούμε μια γωνιά να σταθούμε. Όπου κι αν μπαίναμε, σε σκολειά, εκκλησιές, εργοστάσια, αποθήκες, όξω στους ανοιχτούς ταρλάδες, παντού, χιλιάδες πρόσφυγες περιμένανε να δούνε τι θ’ απογίνουνε. Πουλητάδες και μαυραγορίτες Τούρκοι και Εβραίοι εμπορευότανε τη γουλιά το νερό, τη σταγόνα το λάδι, τις κονκάρδες με τη φιγούρα του Κεμάλ, τις σημαιούλες και τα περιβραχιόνια με την ημισέληνο!

—Πάρτε να σωθείτε!

Σ’ ένα εργοστάσιο ανταμώσαμε πατριώτες και φίλους και μας κάνανε λίγη θέση ν’ ακουμπήσουμε. Ήμασταν ψόφιοι. Είπαμε πως θα κοιμηθούμε και δε θα ξυπνήσουμε. Όμως μόλις ξαπλώσαμε το μάτι στυλώθηκε. Τα ντουβάρια των καμένων σπιτιών κατρακυλούσανε μέσα στη νύχτα. Τουφεκιές κι ομοβροντίες κάθε λίγο και λιγάκι γαζώνανε τη σιωπή…

—Αυτές εδώ είναι εκτελέσεις! μας εξηγούσανε οι παλιοί και τρέμανε.

—Ψες μπήκανε Τούρκοι στην καρσινή αποθήκη να πάρουνε… άρχισε να διηγιέται ο χωριανός μας ο μπαρμπα-Κωστής. Τα παιδιά του μακαρίτη του Αντώνη Μάντζαρη, ο Δημητράκης και η Μαρία, μόλις ακούσανε πως έρχονται Τούρκοι τρομάξανε, γιατί θυμηθήκανε το σφαγμένο πατέρα τους και χωθήκανε μέσα στο σωρό τα κάρβουνα, να κρυφτούνε. Η μάνα τους είχε βγει όξω προς νερού της. Ακούει πως πλάκωσαν οι Τούρκοι. Τρέχει μέσα να προστατέψει τα παιδιά. Τα γυρεύει εδώ, τα γυρεύει εκεί· αλαφιάζεται. Κείνα τήνε βλέπουνε και την ακούνε μα δε βγάζουνε τσιμουδιά όσο οι Τούρκοι στέκουν εκεί. Η έρμη η μάνα τρελαίνεται, παίρνει τσι δρόμοι, ψάχνει, σκούζει, χτυπιέται: «Τα παιδιά μου, καλέ! Μην είδατε τα παιδιά μου, για όνομα του Θεού! Ώχ μου τα πήρανε! Τι τήνε θέλω τη ζωή; Τα παιδιά μου! Τα παιδιά μου!» Βάζει μια τρεχάλα για τη θάλασσα, πέφτει και πνίγεται! Τα ορφανά, σαν εβγήκανε απ’ το κάρβουνο, κλαίγανε τη μάνα τους και την ερημιά τους…

Αγρυπνούμε. Μερικοί που βγήκανε για την ανάγκη τους γυρίζουνε τρομαγμένοι.

—Κάτι θα γίνει! Ασκέρι έζωσε τις φάμπρικες. Ίσως μας σηκώσουνε! Ποιος ξέρει!

Το πρωί μπήκανε στρατιώτες στο εργοστάσιο. Πιάσανε τους άντρες. Διαταγή, λέει, του Νουρεντίν πασά: Όλοι οι άντρες από 18 χρονώ μέχρι 45, θα μείνουνε αιχμάλωτοι, να ξαναχτίσουνε ό,τι χαλάσανε! Οι άλλες ηλικίες καθώς και τα γυναικόπαιδα θα φύγουνε με τα βαπόρια.

—Ν’ αδειάσει ο τόπος απ’ τους γιουνάνηδες!

Καμιά μάνα δε θέλει να παραδεχτεί πως τ’ αγόρι της είναι 18 χρονώ. Καμιά γυναίκα πως ο άντρας της είναι κάτω από πενήντα. Κλαίνε, δέρνονται. Η δική μου μάνα, αδάκρυτη, με τα χέρια πεφτάτα, στέκει μαρμαρωμένη. Σκύψαμε με τον Κώστα και τήνε φιλήσαμε, όπως φιλάς κάτι που δε θα το ξαναδείς.

—Μάνα, της είπα, μη σκιάζεσαι. Θα γυρίσουμε…

Πρόλαβα κι είδα ν’ αστράφτει άγριο το μάτι της. Το μπαμπακιασμένο χείλι της έπιασε να τρέμει ασταμάτητα. Ο Κώστας έκλαψε. Σαν να το ’ξερε πως δε θα ξαναγυρίσει, όπως δεν ξαναγύρισε κι ο Σταμάτης μας…

—Έχε γεια, μάνα!

Από το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου " Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου 2020

Απαλλαγείτε από την αναβλητικότητα στην εργασία σήμερα

 Απαλλαγείτε από την αναβλητικότητα στην εργασία σήμερα

Η αναβλητικότητα κατά τη διάρκεια της εργασίας είναι κάτι που όλοι μας βιώνουμε, ειδικά τώρα που οι περισσότεροι από εμάς δουλεύουμε από απόσταση. Ειδικά όταν αυτό το άνετο κρεβάτι καλεί το όνομά σας…. Όταν συμβαίνει αυτό, καταλήγουμε να χάνουμε τον ρυθμό μας και δεν μπορούμε να συνεχίσουμε να σημειώνουμε πρόοδο με το καθήκον μας για την ημέρα.

Ενώ είναι εντάξει να κάνετε ένα διάλειμμα εδώ και εκεί, η καθυστέρηση κατά τη διάρκεια της εργασίας μπορεί να είναι επικίνδυνη, ειδικά εάν συμβαίνει κατά τη διάρκεια μιας σημαντικής εργασίας ή εκδήλωσης εργασίας.

Εάν θέλετε να αποτρέψετε την αναβλητικότητα από το να επηρεάσει τη ροή εργασίας σας, ακολουθούν μερικές συμβουλές που θα σας βοηθήσουν:

Προσαρμόστε το φόρτο εργασίας σας

Ένας από τους λόγους για τους οποίους οι άνθρωποι τείνουν να καθυστερούν είναι επειδή ο φόρτος εργασίας που έχουν είναι πάρα πολύ για να το χειριστεί. Αντί να κάνουν τα σημαντικά καθήκοντα αμέσως, καταλήγουν πρώτα να κάνουν τα λιγότερο σημαντικά καθήκοντα.

Για να μην συμβεί αυτό, αναλύστε τον φόρτο εργασίας που έχετε σε επίπεδα που μπορείτε να διαχειριστείτε και κάντε αργά.

Καθώς κάνετε κάθε εργασία, θα μπορείτε να δείτε κάποια βελτίωση στην πρόοδό σας και να ολοκληρώσετε την εργασία χωρίς να το συνειδητοποιήσετε.

Διαβάστε περισσότερα: Όταν η εργασία σας κατεβάζει

Κάντε μια λίστα υποχρεώσεων και τακτοποιήστε τις ανάλογα με τη σημασία

Μερικοί άνθρωποι τείνουν να καθυστερούν επειδή δεν μπορούν να κανονίσουν τις εργασίες που έχουν βασιστεί στη σημασία τους ή να τηρούν τις προθεσμίες που τους έχουν δοθεί.

Η πραγματοποίηση μιας λίστας υποχρεώσεων και η ταξινόμησή τους βάσει της προθεσμίας και της σημασίας τους θα είναι αποτελεσματική για να σας βοηθήσει να μειώσετε τον φόρτο εργασίας σας και να τους επιτύχετε χωρίς προβλήματα.

Μην κάνετε πολλές εργασίες

Το multitasking θεωρείται ως ένας από τους κύριους λόγους για τους οποίους υπάρχουν άνθρωποι που καθυστερούν κατά τη διάρκεια της εργασίας. Όχι μόνο επιβραδύνει την παραγωγικότητά σας, αλλά επηρεάζει επίσης την εστίαση και τη δημιουργικότητά σας.

Για να διαχειριστείτε τις εργασίες σας, εστιάστε σε μία εργασία κάθε φορά και εστιάστε σε αυτήν μέχρι να την ολοκληρώσετε. Θα πρέπει επίσης να απαλλαγείτε από όλες τις περισπασμούς γύρω από το χώρο εργασίας σας, ώστε να μπορείτε να εστιάσετε στις εργασίες που έχετε πριν από εσάς.

Διαβάστε περισσότερα: Ώρα: Ο μοναδικός πόρος που δεν μπορείτε να εξοικονομήσετε ελαφρά

Ζητήστε από τους συνεργάτες σας να σας σταματήσουν να αναβάλλετε

Υπάρχουν άνθρωποι που τείνουν να καθυστερούν ενώ εργάζονται επειδή εργάζονται μόνοι τους και αυτό φαίνεται τις περισσότερες φορές σε απομακρυσμένους εργαζόμενους. Κανείς δεν είναι εκεί για να παρακολουθήσει τη δουλειά του και πρέπει να πληρούν μόνο μια προθεσμία για την υποβολή των καθηκόντων τους.

Ωστόσο, εάν κάνετε κάποιον να σας ελέγχει κάθε φορά, ακόμα και μέσω διαδικτυακών μηνυμάτων, μπορεί να σας βοηθήσει να ανακατευθύνετε την εστίασή σας πίσω στην εργασία σας.

Να είστε υπόλογοι

Μερικές φορές, δεν αισθανόμαστε υπεύθυνοι για τη δουλειά ή την εργασία που κάνουμε, ειδικά αν εργαζόμαστε μόνοι μας. Ωστόσο, εάν κάνετε τον εαυτό σας υπεύθυνο για την εργασία που κάνετε, θα είστε σε θέση να εστιάσετε και να ασκήσετε τη σωστή προσπάθεια που απαιτείται για να κάνετε την εργασία ευκολότερη.

Ζητήστε από κάποιον να ελέγξει την εργασία σας και να συγχαρώ ο ένας τον άλλον εάν είστε σε θέση να κάνετε τις εργασίες που σας έχουν ανατεθεί τέλεια και εγκαίρως.

συμπέρασμα

Μπορεί να είναι δύσκολο να σταματήσετε την αναβλητικότητα όλοι μαζί, επειδή μερικές φορές δεν συνειδητοποιείτε ότι συμβαίνει. Ωστόσο, εάν δημιουργήσετε μια καλή συνήθεια εργασίας χρησιμοποιώντας τις συμβουλές που παρέχουμε, είμαστε βέβαιοι ότι μπορείτε να βρείτε τη σωστή εστίαση και να οδηγήσετε να κάνετε τη δουλειά σας καλύτερα και να τις ολοκληρώσετε σε ελάχιστο χρόνο.

Για καλύτερη παραγωγικότητα στην εργασία σας, ανατρέξτε σε αυτές τις συμβουλές:
8 Βήματα για την ψηφιακή παραγωγικότητα 
6 Εφαρμογές που αυξάνουν την παραγωγικότητά σας
Όντας παραγωγικοί @ Εργασία: Ποια είναι τα 5 πράγματα που σπαταλούν χρόνο που κάνετε στο γραφείο σας

https://middleme.net/


Τα βότανα που αυξάνουν τη θρεπτική αξία των φαγητών

 Τα βότανα που αυξάνουν τη θρεπτική αξία των φαγητών 

Τα βότανα που αυξάνουν τη θρεπτική αξία των φαγητών (εικόνες)

Τα βότανα xαρίζουν γεύση στα πιάτα, ενισχύοντας παράλληλα τη διατροφική τους αξία, καθώς είναι πλούσια σε φυτοχημικά, όπως πολυφαινόλες, φλαβονοειδή και τερπένια που έχουν μοναδικά οφέλη για τον οργανισμό.

Κάθε βότανο έχει διαφορετικά οφέλη και ενσωματώνοντάς το στη διατροφή σας θα κάνετε τις συνταγές πιο υγιεινές.

Δείτε στις παρακάτω φωτογραφίες τα πιο δημοφιλή βότανα που μπορείτε να εντάξετε στην καθημερινότητά σας.

Βασιλικός: Είναι πλούσιος σε φυτοχημικά, που μελέτες έχουν δείξει ότι συμβάλλουν στη ρύθμιση του σακχάρου στο αίμα, την ενίσχυση του ανοσοποιητικού, την ανακούφιση από το στρες και το άγχος, την ενίσχυση της μνήμης και τη βελτίωση της υγείας του δέρματος.


Μέντα: Έχει καταπραϋντική δράση για το έντερο και μελέτες έχουν δείξει ότι συμβάλλει στη μείωση της δυσπεψίας και του πόνου. Μπορείτε να τη χρησιμοποιήσετε στο τσάι ή να φτιάξετε αφέψημα μέντας, το οποίο είναι πολύ δροσιστικό.


Άνηθος: Περιέχει ισχυρές αντιφλεγμονώδεις ενώσεις, οι οποίες έχουν και λιποδιαλυτική δράση. Όταν συνδυάζεται με λιπαρές τροφές (όπως για παράδειγμα το ελαιόλαδο) προσφέρει περισσότερα οφέλη.

Σχοινόπρασο: Φτωχό σε θερμίδες, αλλά πλούσιο σε ευεργετικά θρεπτικά συστατικά, όπως βιταμίνες, μέταλλα και αντιοξειδωτικά, το σχοινόπρασο αποτελεί ιδανική επιλογή για να το ενσωματώσετε στα καλοκαιρινά σας πιάτα. Μία κουταλιά της σούπας καλύπτει το 3% των ημερήσιων αναγκών σε βιταμίνες Α και C. Περιέχει επίσης βιταμίνη Κ, φολικό οξύ, χολίνη, ασβέστιο, μαγνήσιο, φώσφορο και κάλιο.

Ρίγανη: Ίσως το πιο δημοφιλές μυρωδικό της μεσογειακής διατροφής. Έχει αντιβακτηριακές και αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες. Αποτελεί πλούσια πηγή πολυφαινολών και συμβάλλει στην υγεία του πεπτικού συστήματος.


Πηγή: mindbodygreen.com

https://www.onmed.gr/

Τα "πάρε-δώσε" του Ερντογάν με στρατιωτική ελίτ που "κινεί τα νήματα"

 Τα "πάρε-δώσε" του Ερντογάν με στρατιωτική ελίτ που "κινεί τα νήματα"

Τουρκική στρατιωτική ελίτ ελέγχει τον Ερντογάν επιζητά σύγκρουση με την Ελλάδα

Μαθήματα ιστορίας μαζί με τρομακτικά σενάρια προκαλεί στην στρατιωτική ελίτ που ελέγχει τον Ερντογάν, την οποία αποκαλύπτουμε, η ελληνογαλλική στρατιωτική συμμαχία προκαλώντας μεγάλη ανησυχία ειδικά στο τουρκικό γενικό επιτελείο.   


Το 1922, ο τουρκικός στρατός ξεκίνησε μια εκστρατεία εθνοκάθαρσης που οδήγησε στο κάψιμο μεγάλων τμημάτων των χριστιανικών γειτονιών στην πόλη της Σμύρνης, μαζί με την πρόκληση σφαγών και πογκρόμ κατά χιλιάδων ανθρώπων”, γράφει μεγάλο αραβικό πρακτορείο ειδήσεων.Ο λόγος είναι απλός και αφορά την υπενθύμιση στους Τούρκους της "μαύρης" για αυτούς περιόδου κατά την οποία διαλύθηκε η Οθωμανική αυτοκρατορία με την αμυντική συμμαχία Γάλλων, Άγγλων, και Ελλήνων μεταξύ άλλων και η μεγάλη ομοιότητα της με το σήμερα.   
 
“Οι Τούρκοι έχουν τρομερή ευαισθησία απέναντι σε οποιαδήποτε ελληνο-γαλλική συμμαχία. Την περίοδο 1919- 1922, μια τέτοια συμμαχία μπόρεσε να αναλάβει τον έλεγχο μεγάλων περιοχών της Τουρκίας και να φτάσει ακόμη και στις πύλες της Άγκυρας, ωθώντας τον Τούρκο ηγέτη Μουσταφά Κεμάλ να ξεκινήσει πόλεμο, κινητοποιώντας το σύνολο του τουρκικού πληθυσμού.

Ο ερχομός της Γαλλίας στην Α. Μεσόγειο μετά από 100 χρόνια είναι σημαδιακός όμως σε σχέση με τις εξελίξεις που θα έχουμε στο θέμα της δημιουργίας του κράτους του Κουρδιστάν, για το οποίο έχουν φουντώσει οι φήμες εδώ και κάποιο διάστημα, σίγουρα όχι τυχαία.

Η παρουσία της Γαλλίας θα ωθήσει και άλλες χώρες, όπως τη Βρετανία, την Ιταλία, την Ισπανία να έρθουν προς την ανατολική πλευρά της Μεσογείου αφού διακυβεύονται πλέον τεράστια γεωστρατηγικά και ενεργειακά συμφέροντα και η Τουρκία σύντομα θα βρεθεί περικυκλωμένη και χρεωμένη.   


Το ίδιο αραβικό πρακτορείο όμως έχοντας τις δικές του πληροφορίες μας αποκαλύπτει ότι η πρόσφατη πτήση του Τούρκου ΥΠΑΜ Χουλούσι Ακάρ με μαχητικό αεροσκάφος F-16 πάνω από τη χερσόνησο της Καλλίπολης, αποτελούσε ένα “μήνυμα” στην δύση, την Ελλάδα αλλά και στην Γαλλία.

Μυστική στρατιωτική ομάδα ελέγχει τον Τούρκο πρόεδρο επιζητώντας αναμέτρηση με Ελλάδα

"Επρόκειτο ουσιαστικά για μια επίδειξη δύναμης του Ακάρ, που ενισχύει το επιχείρημα (σύμφωνα με αραβικά ΜΜΕ) της ύπαρξης μυστικής ομάδας σκληροπυρηνικών ισλαμιστών στρατιωτικών στην Τουρκία, οι οποίοι είναι αυτοί που “κατευθύνουν” πραγματικά τον Πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, περισσότερο από ό,τι τους κατευθύνει αυτός, ειδικά επειδή οι κοσμικοί στρατιωτικοί απομακρύνθηκαν λόγω της συμμετοχής τους στο αποτυχημένο (και υποκινούμενοι από την δύση σύμφωνα με τους Τούρκους) πραξικόπημα του 2016”, τονίζει το ΜΜΕ.

«Ο Ερντογάν είναι απλώς μέρος μιας συμμαχίας από “σκληρούς” απόστρατους ισλαμιστές και αντι-δυτικούς Τούρκους στρατιωτικούς . Πρόκειται για τους ίδιους αξιωματικούς που υπερασπίστηκαν τις επεκτατικές πολιτικές τς Άγκυρας στο Αιγαίο, στην Μεσόγειο και σε άλλες θάλασσες και προώθησαν την ναυτική  συμφωνία με τη Λιβύη", δήλωσε ο Τούρκος πολιτικός συγγραφέας Ιλχάν Τανίρ.

Σύμφωνα με αμυντικούς αναλυτές, οι  Ναύαρχοι Τ.Γιατσί, Γκιουρντενίζ, και ο στρατηγός Κουρτουνούζ με άρθρα τους και παρεμβάσεις στο τύπο φέρονται να ασκούν μια ειδική πολιτική, την οποία μετά  από λίγο υιοθετεί ως εκ θαύματος και ο Τούρκος πρόεδρος Ερντογάν.     

"Μιλάμε για μια  σχέση που είναι αμοιβαία επωφελής, καθώς ο Ερντογάν λαμβάνει έγκριση για τις πολιτικές του στη Λιβύη και οι απόστρατοι ανώτατοι στρατιωτικοί επηρεάζουν άλλες καταστάσεις μέσα στην χώρα”, δηλώνει ο ίδιος ο Τούρκος συγγραφέας .

Ο Henri J. Barkey, καθηγητής διεθνών σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Lehigh των Ηνωμένων Πολιτειών, αναμένει ότι η αντιπαράθεση στη Μεσόγειο Θάλασσα θα κλιμακωθεί εάν οι Τούρκοι, που έχουν σημαντικές ναυτικές δυνάμεις  στην περιοχή, παραμείνουν προσκολλημένοι στις φιλοδοξίες τους σχετικά με τον πλούτο των την ανατολική Μεσόγειο.

Ο Barkey, ο οποίος υπηρετεί ως ανώτερος ερευνητής για τα ζητήματα στη Μέση Ανατολή στο Συμβούλιο Εξωτερικών Σχέσεων των ΗΠΑ, δεν απέκλεισε ότι ο παραβατικός λόγος του Ερντογάν στοχεύει στο να ωθήσει και  άλλα μέρη της Μεσογείου  να συμπεριλάβουν την Τουρκία στις διαπραγματεύσεις σχετικά με την κατανομή των πόρων της περιοχής , κάτι που είναι μάλλον απίθανο να συμβεί δεδομένου ότι το διεθνές δίκαιο είναι με την πλευρά της Ελλάδας.


Την Πέμπτη, ο Γάλλος πρόεδρος Εμμανουήλ Μακρόν δήλωσε ότι οι επτά μεσογειακές χώρες επιθυμούν «διάλογο με καλή πίστη» με την Τουρκία, η οποία ασκεί μια επεκτατική πολιτική στη Μεσόγειο.

Ξένοι παρατηρητές πιστεύουν ότι το επίκεντρο της κρίσης από την Τουρκία  έχει πλέον μεταφερθεί από τη Λιβύη στη θαλάσσια ζώνη ανάμεσα σε Κρήτη και Κύπρο, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι η Λιβύη ήταν απλώς μια απλή “παράσταση” για την Τουρκία.

https://www.pentapostagma.gr/

Τέλεια η Αθήνα χωρίς τους Αθηναίους, σύμφωνα με έρευνα5

  Τέλεια η Αθήνα χωρίς τους Αθηναίους, σύμφωνα με έρευνα Φανταστική είναι η Αθήνα αρκεί να μην έχει Αθηναίους, όπως προκύπτει από έρευνα που...