Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Κυριακή 26 Ιανουαρίου 2025

Στον Βόλο η παράσταση «Ζωρζ & Φρέντερικ αιώνια ερωτευμένοι – η Καρδιά του Σοπέν»

Στον Βόλο η παράσταση «Ζωρζ & Φρέντερικ αιώνια ερωτευμένοι – η Καρδιά του Σοπέν»

Το Σάββατο 8 Φεβρουαρίου στο Δημοτικό Θέατρο

 Το συναρπαστικό θεατρικό αφιέρωμα στο Ρομαντικό Παρίσι του 19ου αιώνα, με επίκεντρο την θυελλώδη και παθιασμένη σχέση δύο κορυφαίων καλλιτεχνών θα έχει την ευκαιρία να παρακολουθήσει το κοινό της συμπρωτεύουσας για μια μόνο παράσταση τo Σάββατο 8 Φεβρουαρίου 2025 στο Δημοτικό Θέατρο Βόλου “Βαγγέλης Παπαθανασίου”.

Ο Chopin και η Σάνδη, θα «ζωντανέψουν», επί σκηνής, μέσα από αυθεντικές επιστολές και κείμενα, με πρωταγωνιστές τον αγαπημένο ηθοποιό Δημήτρη Λάλο και την λαμπερή πρωταγωνίστρια Μαριλίτα Λαμπροπούλου.

Μουσικά η παράσταση θα μας ταξιδέψει σε μερικές από τις ομορφότερες μελωδίες του ρομαντισμού. Το κοινό θα έχει την εύκαιρα να παρακολουθήσει την δεξιοτέχνη πιανίστα Τατιάνα Παπαγεωργίου με εξαιρετικά ποιοτικό και λαμπερό ήχο, να ερμηνεύει τα αριστουργηματικά έργα του Σοπέν, τα ευαίσθητα χρώματα και τις λεπτές συναισθηματικές αποχρώσεις που τα διαπερνούν με μοναδικό τρόπο.

Η παράσταση έχει επίκεντρο την ζωή και τον έρωτα του καλλιτεχνικού ζευγαριού που έμεινε στην ιστορία. Ο εύθραυστος Πολωνός συνθέτης Φρεντερίκ Σοπέν που συνέθεσε αριστουργηματικά έργα και η δυναμική συγγραφέας Γεωργία Σάνδη – η πρώτη γυναίκα που πήρε διαζύγιο, κάπνισε, φόρεσε αντρικά ρούχα, συναναστράφηκε με τους κύκλους των διανοουμένων στο Παρίσι, συνέγραψε λογοτεχνικά έργα και διεκδίκησε την επαγγελματική ιδιότητα της συγγραφέως συναντήθηκαν την δεκαετία του 1840 στα σαλόνια της Γαλλίας.

Ο έρωτας τους υπήρξε θρυλικός για την εποχή καθώς η Σάνδη ήταν και μεγαλύτερη ηλικιακά αλλά και μια περσόνα που άφησε το αποτύπωμα στα κοινωνικά και καλλιτεχνικά δρώμενα.

Η σύλληψη του έργου, η επεξεργασία και μετάφραση των κειμένων είναι της μουσικολόγου και διακεκριμένης πιανίστας Τατιάνας Παπαγεωργίου, η οποία το εμπνεύστηκε αφού μελέτησε το πρωτογενές υλικό επισκεπτόμενη το Μουσείο Σοπέν στην Βαρσοβία.

Η Τατιάνα Παπαγεωργίου έκτοτε παρουσίασε το έργο στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών στην συνέχεια στο Ηρώδειο συμπράττοντας με την Συμφωνική Ορχήστρα της Βαρσοβίας και μετά από δυο χρόνια στο Ηρώδειο συμπράττοντας με την Ορχήστρα Νέων του Royal College Of Music. Προσαρμόζοντας το και για μικρότερα θέατρα το έργο παρουσιάζεται στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης και στην συνέχεια στο Δημοτικό Θέατρο Βόλου «Βαγγέλης Παπαθασιου».

Συνοδοιπόρος ο Δημήτρης Λάλος στον ρολό του Φρεντερίκ Σοπέν. Ο αγαπημένος ηθοποιός Δημήτρης Λάλος, με το διαπεραστικό βλέμμα και την βαθιά εσωτερικότητα, καθηλωτικός στις ερμηνείες του, ζωντάνεψε τον ψυχικά εύθραυστο, εσωστρεφή και ιδιοφυή Φρεντερίκ Σοπέν, τον «ποιητή του ονείρου» που πέρασε για λίγο από αυτό τον κόσμο και έφυγε στα 39 του, αφήνοντας μουσικά αριστουργήματα που αγγίζουν βαθιά την ψυχή του ανθρώπου…

Ο Δημήτρης Λάλος, με την αισθαντική φωνή και τις ερμηνείες του, μάγεψε το κοινό σε όλες τις παραστάσεις. Ενσαρκώνει την προσωπικότητα του Σοπέν με εκφραστική δύναμη και θαυμαστό εύρος συναισθηματικών αποχρώσεων, ζωντανεύοντας το μυθικό δημιουργό μέσα από τις αυθεντικές του επιστολές, τις πιο μυστικές του σκέψεις.

Ενδιαφέρον ιστορικό στοιχείο αποτελεί δε, πρόσφατη έρευνα ταξιδιωτικών εγγράφων της εποχής όπου αποκαλύφθηκε ότι ο Σοπέν ήταν γαλανός και ξανθός, σε αντίθεση με ότι πιστεύονταν μέχρι τώρα.

Ιδιαίτερα σημαντική η παρουσία στην σκηνή της Γεωργίας Σάνδη, της γυναίκας που ενέπνευσε και σημάδεψε την ζωή του Σοπέν που ζωντανεύει η Μαριλίτα Λαμπροπούλου. Η λαμπερή ηθοποιός ακροβατεί μεταξύ της γυναίκειάς ευαισθησίας και της ορθολογικής σκέψης της Γεωργίας Σάνδη, μια ιδιαίτερης γυναίκας. Η Μαριλίτα Λαμπροπούλου μας χαρίζει έναν ρολό που μεταλλάσσεται από την τρυφερότητα στην ψυχρότητα και μας δίνει τις απαντήσεις της ζωής των δυο καλλιτεχνών του μεγάλου ερωτά των όσους του ένωσαν άλλα και τους χώρισαν.

Η καταξιωμένη ηθοποιός καταθέτει μια σπουδαία ερμηνεία ως Σάνδη και διαγράφει ερμηνευτικά τις λεπτές αποχρώσεις του ψυχισμού της Βαρόνης Ντυντεβάν, της γυναίκας που άλλαξε ακόμα και το όνομα της σε Γεωργία, εμπνευσμένη από τον ελληνικό πολιτισμό και υπέγραφε ως άνδρας George Sand για να μπορέσει να εκδώσει τα βιβλία της διότι ήταν αδύνατον να το κάνει ως γυναίκα.

Το έργο είναι βασισμένο στα έργα του Σοπέν τα οποία είναι στο σύνολο τους γραμμένα για πιάνο, καθώς ο ίδιος ήταν συνθέτης και πιανίστας. Η Τατιάνα Παπαγεωργίου μετέγραψε τα έργα που ερμηνεύει για πιάνο και σύνολο εγχόρδων

Η σπουδαία Ελληνίδα πιανίστα Τατιάνα Παπαγεωργίου, που διακρίνεται για τις υψηλές επιδόσεις τόσο δεξιοτεχνικά όσο και ερμηνευτικά στο πιάνο αλλά και για την σεμνότητα του χαρακτήρα της, θα αναμετρηθεί για ακόμη μια φορά με το απαιτητικό και μουσικά ευαίσθητο έργο του Σοπέν. Έχει στο ενεργητικό της συνεργασίες με κορυφαίες διεθνείς συμφωνικές ορχήστρες ως σολίστ, έχει κατακτήσει το κοινό και χαίρει εκτίμησης από τις διεθνείς της συνεργασίες: «η Τατιάνα Παπαγεωργίου είναι μια σπουδαία πιανίστα με βαθιά μουσικότητα, και ερμηνευτική δεινότητα» δήλωσε ο Πάτρικ Φουρνιλιέ μαέστρος και Καλλιτεχνικός Διευθυντής της Όπερας της Βαρσοβίας που την διηύθυνε στο Ηρώδειο όταν συνέπραξε με την Συμφωνική Ορχήστρα της Όπερας της Βαρσοβίας, στην συναυλία με τον ομώνυμο τίτλο.

Η παράσταση έχει διαμορφωθεί για να παρουσιάζεται σε μικρότερες σκηνές , το θεατρικό κείμενο εναλλάσσεται με την μουσική με τρόπο που «ξεναγεί» τον θεατή στα συναισθήματα και την ζωή του συνθέτη μέσα από προσωπικές του επιστολές και ιστορικά ντοκουμέντα. Κοστούμια εποχής θα μας ταξιδέψουν στον χρόνο. Η δραματοποίηση είναι της θεατρολόγου Ελισάβετ Παπαγεωργίου, η οποία έδωσε ένα εξαιρετικό πρωτότυπο θεατρικό κείμενο μετά από μελέτη της διεθνούς παραστασιολογίας της ζωής του Σοπέν και επίσκεψής της στην Βαρσοβία και το Παρίσι Η ίδια επιμελείται την παραγωγή, τα σκηνικά τα κουστούμια και την σκηνοθετική επιμέλεια.

Σάνδη «…Τον πρωτοείδα στο σκοτάδι να αυτοσχεδιάζει στο πιάνο… τον ερωτεύτηκα. Δεν μπορώ να συνέλθω από τον θαυμασμό…» θα γράψει. «Ο κόσμος δεν τον γνώριζε και ακόμα και τώρα δεν τον γνωρίζει. Επί 8 χρόνια, που έζησα κοντά του και μυήθηκα μέρα με τη μέρα στα μυστικά της έμπνευσής του… Ο Chopin κατόρθωσε να κάνει ένα μουσικό όργανο να μιλά τη γλώσσα του απείρου …αρχίζω να σκέφτομαι ότι υπάρχουν άγγελοι μεταμορφωμένοι σε άνδρες…Ο Frédéric έχει κατακτήσει την καρδιά μου… αλλά, κι όλο το Παρίσι με την θεία μουσική του…»

Ένα μαγικό ταξίδι στον χρόνο στο ρομαντικό Παρίσι, την Μαγιόρκα, την Βιέννη, την Βαρσοβία. Αριστουργηματικά κουστούμια εποχής θα πλαισιώσουν μια παράσταση γεμάτη νοσταλγία ρομαντισμό αλλά και μεγάλες ψυχικές συγκρούσεις…

Η μουσικοθεατρική παράσταση με τίτλο «Η καρδιά του Σοπέν- Ζωρζ & Φρεντερίκ Αιώνια Ερωτευμένοι » είναι ένας ύμνος στον άνθρωπο, το συναίσθημα και την πνευματική δημιουργία. Το έργο αποθεώνει τα συναισθήματα της αγάπης και του έρωτα. Κάθε νότα του Chopin ακουμπάει την καρδιά, κάθε μελωδία του είναι ένα ποίημα. Μια μοναδική παράσταση αξιώσεων, που απευθύνεται στο ευρύ κοινό και συγκινεί κάθε άνθρωπο.

Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Συγγενών Καρδιοπαθειών θα δοθεί δωρεά στον Πανελλήνιο Σύλλογο Μεταμοσχευμένων Καρδίας και Πνεύμονα «η Σκυτάλη»

Η εκδήλωση πραγματοποιείται με την ευγενική υποστήριξη της ΔΕΗ

Τιμές εισιτηρίων : 15€, 18€, 20€, 25€, 30€, 35€. more.com

Προπώληση: στο https://www.more.com/gr-en/tickets/theater/i-kardia-tou-frenterik-sopen/ και στα καταστήματα Public.

ΧΟΡΗΓΟΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ: ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ

https://www.taxydromos.gr/

Γροιλανδία: Ο ακήρυχτος παγκόσμιος πόλεμος για τις Σπάνιες Γαίες και ο ρόλος της Ελλάδας

 Γροιλανδία: Ο ακήρυχτος παγκόσμιος πόλεμος για τις Σπάνιες Γαίες και ο ρόλος της Ελλάδας

Γροιλανδία/APΓροιλανδία/AP

O Διδάκτωρ Ερευνητής και Διδάσκων Γεωλογίας του Πανεπιστημίου Πατρών, Πέτρος Πετρούνιας, μιλά στο ethnos.gr για μια νέα τάξη πραγμάτων στην γεωπολιτική στρατηγική άμεσα εξαρτώμενη από τις Ορυκτές Πρώτες Ύλες αλλά και για το τι συμβαίνει στην Ελλάδα.

Μια νέα τάξη πραγμάτων έχει δημιουργηθεί από μια νέα γεωπολιτική στρατηγική η οποία θα καθορίζεται από εδώ και στο εξής κυρίως από τις ορυκτές πρώτες ύλες και ειδικότερα από τις αναγκαίες σε όλους μας για τις καθημερινές εφαρμογές και εκφάνσεις της ζωής μας Σπάνιες Γαίες (REE), καθώς και άλλες στρατηγικές και κρίσιμες Ορυκτές Πρώτες Ύλες (ΣΚΟΠΥ). Με βάση τα νέα δεδομένα η Γροιλανδία έρχεται στο επίκεντρο των γεωπολιτικών εξελίξεων αλλά και τον «ακήρυχτο» πόλεμο που ξεκίνησε ο Ντόναλντ Τραμπ με τις χώρες που την διεκδικούν.

O Διδάκτωρ Ερευνητής και Διδάσκων Γεωλογίας του Πανεπιστημίου Πατρών, Πέτρος Πετρούνιας, μιλά στο ethnos.gr για μια νέα τάξη πραγμάτων στη Γεωπολιτική στρατηγική άμεσα εξαρτώμενη από τις Ορυκτές Πρώτες Ύλες:

«Οι Ορυκτές Πρώτες Ύλες δύναται να χαρακτηρίζονται και στρατηγικές αλλά και κρίσιμες, όμως διαχωρίζονται εμφανώς μεταξύ τους.Α. Οι «κρίσιμες» αποτελούν πρώτες ύλες υψηλής σημασίας με κάποιο κίνδυνο διακοπής της συνεχούς τροφοδοσίας αυτών. Β. Οι «στρατηγικές» πρώτες ύλες παρουσιάζουν καθοριστικό, στρατηγικό ρόλο στην υποστήριξη νέων τεχνολογιών και βιομηχανικών εφαρμογών αλλά και την αμυντική γραμμή των κρατών».

Οι Σπάνιες Γαίες στη ζωή μας

«Τις Σπάνιες Γαίες τις συναντάμε σε αντικείμενα που χρησιμοποιούμε καθημερινά και οι περισσότεροι από το ευρύ κοινό δεν το γνωρίζουν. Ένα απλό παράδειγμα χρήσης αποτελούν τα κινητά τηλέφωνα, οι υπολογιστές, οι τηλεοράσεις, τα ρολόγια, τα ηχεία, τα αυτοκίνητα κ.α. Επίσης δεν θα μπορούσαμε να κάνουμε λόγο για Πράσινη Ανάπτυξη και Βιωσιμότητα στον πλανήτη αν δεν είχαμε στα χέρια μας τα πολύτιμα κοιτάσματα των Σπάνιων Γαιών», λέει στο ethnos.gr. 

«Πράσινη» αυτοκίνηση και ανεμογεννήτριες

Να σημειώσουμε ότι οι ηλιακές κυψέλες και τα φωτοβολταικά στοιχεία, οι ανεμογεννήτριες, η λεγόμενη «πράσινη» αυτοκίνηση αλλά και οι περισσότερες οικολογικές τεχνολογίες οφείλουν τη λειτουργικότητά τους σε ένα σύνολο από Σπάνιες Γαίες.

350 κιλά για μία ανεμογεννήτρια

Οι Σπάνιες Γαίες όπου γίνεται όλο και περισσότερο λόγος αποτελούνται από μέταλλα όπως το κοβάλτιο (Co), γάλλιο (Ga), λευκόχρυσος (Pt), Λίθιο (Li), τιτάνιο (Ti), ταντάλιο (Ta), έρβιο (Er), ίνδιο (In), νεοδύμιο (Nd), δυσπρόσιο (Dy), δημήτριο (Ce), ευρώπιο (Eu), τέρβιο (Tb), λανθάνιο (La), κ.α. όπου ακόμα και σε αξιοσημείωτα μικρά ποσοστά φαίνεται να επιδρούν σημαντικά στη μετάβαση σε μια πραγματική πράσινη τεχνολογική ανάπτυξη. Ενδεικτικά, ένα ηλεκτροκίνητο αυτοκίνητο περιέχει έως και 30 κιλά σπάνιων γαιών. Μία ανεμογεννήτρια των 2MW εκτιμάται πως περιέχει έως και 350 κιλά σπάνιων γαιών.

Σπάνιες Γαίες
Σπάνιες Γαίες

Ο «πόλεμος» των Σπάνιων Γαιών

Αξίζει να σημειωθεί ότι πλέον όλες οι χώρες χαράσσουν ένα στρατηγικό ετήσιο προγραμματισμό για μια συνεχή εφοδιαστική αλυσίδα τέτοιων στρατηγικών ορυκτών από άλλες χώρες καθώς πλέον η βιωσιμότητα και η εξασφάλιση πολλών στόχων καθορίζονται από την επάρκεια αυτών των πηγών. Τα πάντα γύρω μας αποτελούνται από Ορυκτές Πρώτες Ύλες και η βιώσιμη και ορθολογική χρήση τους φαίνεται να αποτελούν καθοριστικό παράγοντα για το εγγύς μέλλον, κάτι που φαίνεται πως πλέον τα μεγάλα και ανεπτυγμένα κράτη το έχουν ήδη αντιληφθεί.

Ο Τράμπ και η Γροιλανδία

Μετά απ΄όλα αυτά δεν χρειάζεται και πολύ φαντασία για να αντιληφθούμε γιατί ο Ντόναλντ Τραμπ αναφέρθηκε στη Γροιλανδία την επομένη ημέρα της εκλογής τους και πολύ πριν αναλάβει πρόεδρος. O Διδάκτωρ Ερευνητής και Διδάσκων Γεωλογίας του Πανεπιστημίου Πατρών, Πέτρος Πετρούνιας λέει: «Η Γροιλανδία βρίσκεται ανάμεσα στον Ατλαντικό και τον Αρκτικό Ωκεανό. Παρόλο που είναι τεχνικά μέρος της βορειοαμερικανικής ηπείρου, ιστορικά έχει συνδεθεί με ευρωπαϊκές χώρες όπως η Δανία και η Νορβηγία.

Γνωστά κοιτάσματα σπάνιων γαιών στην Γροιλανδία.
Γνωστά κοιτάσματα σπάνιων γαιών στην Γροιλανδία.

Η... προίκα της Γροιλανδίας

Η νοτιοδυτική Γροιλανδία και η νοτιοανατολική Γροιλανδία αποτελούν μέρος του βόρειου Ατλαντικού κρατώνα και αποτελούνται κυρίως από αρκετά παλαιά μαγματικά πετρώματα αλλά ιδιαίτερα υγιή. Η Γροιλανδία είναι επίσης προικισμένη με έναν μεγάλο αριθμό κοιτασμάτων Σπάνιων Γαιών (REE), που σχετίζονται κυρίως με ανθρακικίτες, με πιο αξιοσημείωτα το σύμπλεγμα Sarfartoq, Qaqarssuk, Tikiusaaq. Η Γροιλανδία είναι προικισμένη με αρκετά σημαντικά κοιτάσματα REE σε διάφορα γεωλογικά περιβάλλοντα επομένως το βασικό ενδιαφέρον των ξένων επενδυτών αλλά και χωρών για την Γροιλανδία είναι αυτά τα κοιτάσματα της. Ειδικότερα εντοπίζονται πολλές ΣΚΟΠΥ (στρατηγικές και κρίσιμες ορυκτές πρώτες ύλες) όπως χαλκός, νικέλιο, κοβάλτιο, πλατινοειδή, τιτάνιο, βανάδιο, λίθιο, βολφράμιο, σπάνιες γαίες, νιόβιο και γραφίτης στο υπέδαφος της Γροιλανδίας.

Κυριαρχεί η Κίνα

Τα παραπάνω γεωλογικά δεδομένα αναφορικά με τον μεγάλο ορυκτό πλούτο της Γροιλανδίας σε συνδυασμό με το γεγονός ότι στην παγκόσμια παραγωγή των σπάνιων γαιών μέχρι και σήμερα κυριαρχεί η Κίνα, η οποία εφαρμόζοντας κατά γράμμα την «γεωπολιτική» των Ορυκτών Πρώτων Υλών με μακροπρόθεσμη βιομηχανική πολιτική στα στρατηγικής σημασίας ορυκτά, κατάφερε να δημιουργήσει σήμερα ένα σχεδόν απόλυτο μονοπώλιο σε ολόκληρο τον Ππλανήτη κάτι που σίγουρα στον πρόεδρο Ντόναλντ Τράμπ δεν φαίνεται να αρέσει…. κι έτσι επιθυμεί να το αλλάξει χρησιμοποιώντας τον πλούτο της Γροιλανδίας.

Η Ελλάδα διαθέτει Σπάνεις Γαίες;

Στο ερώτημα εάν η Ελλάδα διαθέτει Σπάνιες Γαίες ο Δρ. Πέτρος Πετρούνιας λέει: «Η χώρα μας παρουσιάζει ένα μεγάλο πλήθος εμφανίσεων πετρωμάτων όπου δυνητικά θα μπορούσαν να αποτελέσουν μια ασφαλής πηγή Σπάνιων Γαιών. Η χώρα μας τα τελευταία χρόνια ερευνά με περισσότερη θέρμη το θέμα στο πλαίσιο Ευρωπαϊκών Προγραμμάτων εντός ερευνητικών κέντρων αλλά και Πανεπιστημίων της χώρας με αντικείμενο τις γεωεπιστήμες».

Να αποκτήσουμε γεωλογική παιδεία

Ο Δρ. Πετρούνιας τονίζει πως οι έρευνες στην Ελλάδα συνδυάζονται με το ρόλο των γεωεπιστημών και της γεωπαιδείας στην χώρα μας και εξηγεί: «Έχω αναφερθεί πολλές φορές στην ανάγκη ενδυνάμωσης της γεωλογικής παιδείας στις επόμενες γενιές σε όλα τα επίπεδα για να διεκδικήσουμε ένα καλύτερο και ασφαλέστερο μέλλον βασισμένο στην γεωκληρονομία μας. Η ανάπτυξη και η πρόοδος είναι συμβατές μόνο όταν διασφαλίζονται και ανανεώνονται τα φυσικά θεμέλια της ζωής, όταν το παρόν δεν υποθηκεύει το μέλλον. Ωστόσο, η φρενήρης ανάπτυξη του ανθρώπου καθιστά αναγκαία την γνώση του ορυκτού μας πλούτου καθώς και την βιώσιμη εξόρυξη και χρήση αυτού. Για την ολοκληρωμένη επίτευξη αυτού του σκοπού κρίνεται αναγκαία η αναβάθμιση της γεωλογικής παιδείας στην πρωτοβάθμια, δευτεροβάθμια εκπαίδευση σε συνδυασμό με συντονισμένες δράσεις γεωεκπαίδευσης στο ευρύ κοινό».

https://www.ethnos.gr/

 



Όταν μια ομάδα επιστημόνων το ανακάλυψε, το ονόμασαν «τζακούζι της απόγνωσης», επειδή είδαν διάφορα πτώματα πλασμάτων που είχαν μπει μέσα και δεν ξαναβγήκαν ποτέ

Γιατί η περιοχή μολύνθηκε και ονομάστηκε έτσι;

Έχει να κάνει πολύ με το αλάτι. Αυτό το θανατηφόρο τζακούζι είναι έως και πέντε φορές πιο αλμυρό από το νερό γύρω του και αυτή η πυκνότητα έχει δημιουργήσει ένα περιβάλλον όπου οι τοξικές-χημικές ουσίες, υδρόθειο, αέριο και μεθάνιο στροβιλίζονται μέσα στην άλμη.

Τα ομαδικά θαλάσσια ζώα που παραμένουν ζωντανά είναι τα μύδια και, μάλιστα, υπάρχουν αρκετά στα τοιχώματά του. Το νερό σε αυτή τη μικρή λιμνούλα, στον πυθμένα του Κόλπου του Μεξικού είναι αισθητά θερμότερο από τα νερά γύρω της, γι' αυτό και οι επιστήμονες που ανακάλυψαν αυτό το φαινόμενο αποφάσισαν να το ονομάσουν έτσι.

Ένα μυστηριώδες νησί στην Κασπία Θάλασσα εξαφανίστηκε ξαφνικά - Όμως πού πήγε;

Ένα μυστηριώδες νησί στην Κασπία Θάλασσα εξαφανίστηκε ξαφνικά - Όμως πού πήγε;

Οι δορυφόροι της NASA έχουν καταγράψει την ξαφνική εμφάνιση και εξαφάνιση της μυστηριώδους νησιωτικής οφθαλμαπάτης Kumani Bank

Ένα νησί στα ανοικτά των ακτών του Αζερμπαϊτζάν στην Κασπία Θάλασσα εξαφανίστηκε ξαφνικά μετά από σχεδόν δύο χρόνια, και δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει αυτό. Αυτό το γεωλογικό φάντασμα έχει τραβήξει την προσοχή των επιστημόνων στο παρελθόν

Οι δορυφόροι της NASA έχουν καταγράψει την ξαφνική εμφάνιση και εξαφάνιση της μυστηριώδους νησιωτικής οφθαλμαπάτης Kumani Bank στην Κασπία Θάλασσα, περίπου 25 χιλιόμετρα από τις ακτές του Αζερμπαϊτζάν. Υπήρξε για σχεδόν δύο χρόνια πριν εξαφανιστεί κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας.

Σύμφωνα με τις εικόνες από τους δορυφόρους Landsat 8 και 9, το νησί σχηματίστηκε μεταξύ 30 Ιανουαρίου και 4 Φεβρουαρίου 2023. Στην κορύφωσή του, είχε μήκος περίπου 400 μέτρα. Αλλά μέχρι τον Δεκέμβριο του 2024, μόνο μια μικροσκοπική κουκίδα απέμεινε από αυτό, έγραψε ο διακομιστής Space, αναφερόμενος σε παρατηρήσεις του Παρατηρητηρίου Γης της NASA, το οποίο κατέγραψε επίσης ιζήματα που εκτείνονται για χιλιόμετρα σε όλη την Κασπία Θάλασσα.

Αυτή δεν είναι η πρώτη φορά που αυτό το φάντασμα εμφανίζεται και εξαφανίζεται στη θάλασσα. Οι επιστήμονες το αποδίδουν σε εκρήξεις του ομώνυμου λασποηφαιστείου Kumani Bank. Από τον 19ο αιώνα, έχουν καταγράψει συνολικά οκτώ εκρήξεις που δημιούργησαν νησιά διαφόρων μεγεθών και μήκους, όπως αυτό που συνέβη στις αρχές του 2023.

«Η έκρηξη τον Μάιο του 1861 δημιούργησε ένα νησί με διάμετρο μόλις 87 μέτρα και ύψος 3,5 μέτρα πάνω από την επιφάνεια. Εξαφανίστηκε σε λιγότερο από ένα χρόνο», έγραψε ο γεωλόγος Akif Alizadeh σε μια μελέτη στο Geosciences of Azerbaijan.

Η ισχυρότερη έκρηξη σημειώθηκε το 1950. Το προσωρινό νησί που προέκυψε είχε πλάτος 700 μέτρα και ύψος έξι μέτρα.

Ηφαίστεια λάσπης

Ο γεωλόγος Mark Tingay του Πανεπιστημίου της Αδελαΐδας περιέγραψε τα ηφαίστεια λάσπης ως «παράξενους» και «θαυμάσιους» σχηματισμούς για τους οποίους ελάχιστα είναι γνωστά. Το μέγεθός τους κυμαίνεται από μερικά μέτρα έως χιλιόμετρα και απαντώνται σε περιοχές με πολύ ενεργή τεκτονική ή υψηλούς ρυθμούς ιζηματογένεσης. «Σχηματίζονται σε μέρη όπου η υπόγεια πίεση μπορεί να συσσωρευτεί και να αναγκάσει ένα μείγμα ρευστών, αερίων και ιζημάτων να βγει στην επιφάνεια», εξήγησε ο Tingay.

Οι εκρήξεις των ηφαιστείων λάσπης, τις οποίες δεν είμαστε ακόμη σε θέση να προβλέψουμε, μπορεί να είναι πολύ επικίνδυνες, καθώς είναι ικανές να εκτοξεύσουν μεγάλη ποσότητα υλικού, συμπεριλαμβανομένων φλογών, σε σύντομο χρονικό διάστημα. Σε αντίθεση με τα μαγματικά ηφαίστεια, δεν παράγουν λάβα και δημιουργούν προσωρινές χερσαίες μάζες μέσω της συσσώρευσης του εκτοξευόμενου υλικού. Σχηματίζονται νησιά, αλλά είναι βραχύβια. Τα χαλαρά ιζήματα είναι ευαίσθητα στη διάβρωση, εξηγεί ο ιστότοπος The Debrief.

Το Αζερμπαϊτζάν, που βρίσκεται στη ζώνη σύγκρουσης της αραβικής και της ευρασιατικής τεκτονικής πλάκας, περιβάλλεται από τριακόσια ηφαίστεια λάσπης, τα οποία, σύμφωνα με τους γεωλόγους, δεν εμφανίζονται μόνο στη Γη, αλλά και στις βόρειες πεδινές περιοχές του Άρη. «Τα λασποηφαίστεια του Αζερμπαϊτζάν συνδέονται με ένα μεγάλο σύστημα υδρογονανθράκων στο νότιο τμήμα της λεκάνης της Κασπίας. Γνωρίζουμε ότι, μαζί με τις χαρακτηριστικές λάσπες, απελευθερώνουν εύφλεκτα αέρια όπως το μεθάνιο», έγραψαν οι ειδικοί.

https://www.newsbomb.gr/

Σάββατο 25 Ιανουαρίου 2025

Η ΠΟΛΥΘΡΟΝΑ (ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΟΥ ΑΖΙΖ ΝΕΣΙΝ)

 Η ΠΟΛΥΘΡΟΝΑ (ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΟΥ ΑΖΙΖ ΝΕΣΙΝ)

Από το ιστολόγιο του Ν. Σαραντάκου "Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία"

Για το σημερινό λογοτεχνικό μας ανάγνωσμα διάλεξα ένα εύθυμο διήγημα ενός αγαπημένου συγγραφέα, του Τούρκου Αζίζ Νεσίν (1915-1995), που είναι πολύ γνωστός στην Ελλάδα αφού ευτύχησε να έχει μεταφραστή τον Έρμο Αργαίο (Ερμόλαο Ανδρεάδη). .

Ο Νεσίν γεννήθηκε στη Χάλκη, στα Πριγκιπονήσια, και έζησε κυρίως στην Πόλη. Ήταν αριστερός και κυνηγήθηκε από αυταρχικά καθεστώτα στην πατρίδα του. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του τα αφιέρωσε στη μάχη ενάντια στον θρησκευτικό φανατισμό. Είχε αρχίσει να μεταφράζει τους Σατανικούς στίχους και το 1993, ενώ συμμετείχε σε μια εκδήλωση Αλεβιτών στη Σεβάστεια (Σιβάς) ένα πλήθος φανατικών περικύκλωσε το κτίριο και έβαλε φωτιά -με 37 θύματα.

Το 1957 ο Νεσίν ίδρυσε το Ίδρυμα Νεσίν, που το προικοδότησε με τα συγγραφικά του δικαιώματα. Δέχεται κάθε χρόνο ως υπότροφους τέσσερα άπορα παιδιά και αναλαμβάνει τη στέγη, την τροφή και την εκπαίδευσή τους μέχρι την ενηλικίωση.

Τα πρώτα βιβλία του Νεσίν, όπως η συλλογή διηγημάτων Ο καφές και η δημοκρατία, τα είχα διαβάσει μικρός στην πατρική βιβλιοθήκη.

Το σημερινό διήγημα δημοσιεύτηκε το 1957 με τον τίτλο Koltuk και έχει δώσει τον τίτλο του και σε συλλογή διηγημάτων του Νεσίν. Στα ελληνικά, μεταφρασμένο από τον Αργαίο, συμπεριλήφθηκε στη συλλογή «Ευθυμογραφικά διηγήματα», αν δεν κάνω λάθος.  Από εκεί το σκανάρισα. 

Ο λόγος που διάλεξα  να δημοσιεύσω σήμερα αυτό το διήγημα είναι ότι τυχαίνει τις μέρες αυτές να  βρίσκομαι στο Λουξεμβούργο, όπου μεταξύ άλλων πήγα προχτές στο παλιό μου γραφείο και είδα τους συναδέλφους μου. Κατά τα άλλα,  κάθε ομοιότητα με πραγματικά πρόσωπα κτλ.

Η πολυθρόνα

— Ραχίμ εφέντη, φέρε έξι καφέδες…

— Στις διαταγές σας Μπέημπαμπα…

Η μοναδική γυναίκα υπάλληλος, ανάμεσα στους άλ­λους του μεγάλου δωματίου, είπε:

— Εγώ δε θέλω, Μπέημπαμπα.

Ό γέρος με τα ματογυάλια που καθόταν στο μεγαλύτε­ρο γραφείο, καθώς μπαίνουμε δεξιά, επέμεινε:

— Όοοχι…  δε γίνεταιαιαι… Κάτι θα πιείτε. Κάθε μέρα θα ’χετε από μένα τρία κεράσματα, τσάγια ή καφέδες. Αν δεν πίνετε καφέ, πέστε να σας φέρουν γκάζόζα.

Η Φαχριέ, που ήταν μόλις δυο μήνες υπάλληλος, υπο­χώρησε :

— Αφού είναι έτσι Μπέημπαμπα, ας πιω μια γκαζόζα.

Ο γέρος  με  τα ματογυάλια γύρισε προς τον καφετζή:

— Πέντε καφέδες και μια γκαζόζα, Ραχίμ εφέντη.

— Στις διαταγές σας, Μπέημπαμπα.

Ο γέρος, που όλοι τον αποκαλούσαν στην υπηρεσία Μπέημπαμπα, απ’ το διευθυντή ως τον κλητήρα, δήλωσε:

— Παιδιά μου, μένουν άλλες δώδεκα μέρες, ακριβώς δώδεκα μέρες…

Στις άλλες τρεις πλευρές του δωματίου, υπήρχαν από δυο γραφεία. Ο Μπέημπαμπα ήταν προϊστάμενος των έξι υπαλλήλων του τμήματος.

Μπήκε μέσα μια γυναίκα,  με ένα έγγραφο στο χέρι.

— Απέναντι θα πάτε, της είπε ό Μπέημπαμπα.

Η γυναίκα πήγε στο γραφείο του Σαΐμ Μπέη, βοηθού του Μπέημπαμπα. Την ώρα που διεκπεραίωνε ο Σαΐμ Μπέη το έγγραφο, του λέει ο Μπέημπαμπα:

— Ο Θεός να σας άπαλλάξει κι εσάς. Ίνσαλλαχ, να ’ρθει γρήγορα εκείνη η μέρα, εκείνη η ώρα…

Ο νέος με τα γυαλιστερά από τη μπριγιαντίνη μακριά μαλλιά και τη φανταχτερή γραβάτα, ρώτησε:

— Μπέημπαμπα, πόσα χρόνια είστε στην υπηρεσία του Δημοσίου;

— Αν είναι το κισμέτι μου, στις δεκαεφτά Αυγούστου συμπληρώνω ακριβώς τριάντα εννιά χρόνια.

Η γυναίκα  με το διεκπεραιωμένο έγγραφο, βγήκε έ­ξω. Ό Μπέημπαμπα συνέχισε:

— Ήμουνα είκοσι ενός χρόνων. Στην αρχή ακολούθησα το στρατιωτικό στάδιο, ήμουνα αξιωματικός τής Επιμελη­τείας. Στο τέλος του πολέμου πήρα προαγωγή και υπηρέτη­σα στο Υπουργείο Στρατιωτικών…

Είχαν έρθει οι καφέδες. Ο Μπέημπαμπα άναψε κεφά­τος τσιγάρο. Άρχισε να πίνει ρουφηχτά από το ιδιαίτερο φιλτζάνι του τον καφέ. Των αλλονών τα φιλτζάνια ήταν ά­σπρα, κοινά. Το φιλτζάνι του Μπέημπαμπα ήταν βαρύ, σε χρώμα μπλε, επίχρυσο, λουλουδάτο. Το είχε φέρει από το σπίτι του. Ο καφετζής Ραχίμ το φύλαγε, και πάντα σ’ αυ­τό το προσωπικό φιλτζάνι τού σέρβιρε τον καφέ. Προτού α­κόμα αγγίξει το φιλτζάνι στο στόμα του, σούφρωσε  τα χεί­λη του και άρχισε να ρουφάει τον αέρα, λες και ο καφές θα χυνόταν από το φιλτζάνι  με σωλήνα στο στόμα του.

— Ακόμα τότε  δε θα είχα γεννηθεί, είπε ο κομψευόμενος νεαρός υπάλληλος.

Γέλασε ο γέρος:

—Όχι μονάχα εσύ, κι ο πατέρας σου δεν είχε γεννηθεί ακόμα.

Ρωτάει η Φαχριέ:

—   Γιατί Μπέημπαμπα  δε βγήκατε ως τώρα συνταξι­ούχος;

—   Δεν υπολόγισαν, κόρη μου, τα έντεκα χρόνια υπηρε­σίας μου. Έγινε αλλαγή νομοθεσίας. Πάνε χαμένα έντεκα χρόνια προϋπηρεσίας.

Λέει ο βοηθός του:

—  Εγώ θέλω ακόμα εννιά χρόνια, για να πάρω σύνταξη.

— Ίνσαλλαχ, θα γλυτώσεις κι εσύ. Τριάντα εννιά χρόνια είν’ αυτά, όχι αστεία… Ολόκληρη ζωή μπε!..

—  Βάλλαχι, έτσι είναι…

—   Σας δίνω την πατρική μου συμβουλή. Για όνομα του Θεού, μην  τα κάνετε  τα παιδιά σας υπαλλήλους. Καλύτερα σωφέρηδες ή μπαρμπέρηδες.. Φτάνει να ’χουν ένα επάγγελμα, ένα χρυσό βραχιόλι στο χέρι τους.

Ήρθαν άλλα δυο άτομα για υποθέσεις τους. Ο Μπέημπαμπα που σε έντεκα μέρες θα γινόταν συνταξιούχος, δεν άγγιζε πια τίποτα στο γραφείο. Είχε βαρεθεί πια απ’ αυτά τα χαρτιά, τα χαρτόσημα, τις υπογραφές, τις σφραγίδες, τους ντοσιέδες. Στους νεοφερμένους έδειξε  με νεύμα του κε­φαλιού του το αντικρινό τραπέζι.

— Ελάτε έντεκα μερούλες μου, ελάτε… να ξέρατε, τι δύσκολα περνούνε αυτές οι έντεκα μέρες. Λες και είναι περισσότερες από  τα τριάντα εννιά χρόνια.

Ο Σαφά μπέης, που ως εκείνη τη στιγμή δεν είχε ανοίξει το στόμα του:

— Μπέημπαμπα, εσείς είχατε μάθει να δουλεύετε. Τώρα που θα γίνετε συνταξιούχος, τί θα κάνετε;  Δε θα το ρίξετε βέβαια στον ύπνο σαν τούς άλλους… Βάλλαχι, θα στενοχωρηθείτε στο σπίτι.

— Τι λέτε Σαφά Μπέη… Εγώ να στενοχωρηθώ; Τί κουβέντες  είναι αυτές, είσαι  με  τα καλά σου; Τριάντα εννιά χρόνια, φεύγα το πρωί γύρισε το βράδυ, φεύγα το πρωί γύρισε το βράδυ… Σ’ αυτή την καρέκλα αυτού του γραφείου, σ’ ετούτο το δωμάτιο, κάθομαι ολόκληρα οχτώ χρόνια. Τη ζωή του δημόσιου υπαλλήλου την παρομοίασαν σαν εκκρε­μές ρολόι… Βρε αδερφέ, και η καλύτερη μάρκα ρολογιού να είναι, θα χαλάσει στα τριάντα εννιά χρόνια μπε!..

— Καλά Μπέημπαμπα, έγινες συνταξιούχος, τι θα κάνεις στο σπίτι;

— Τι θα κάνω; Και τι δεν μπορώ να κάνω…

Ο Μπέημπαμπα πλαταγίζοντας από όρεξη τη γλώσσα του, μιλούσε για τις δουλειές που θα έκαμνε:

— Μια φορά, έχω έναν ευρύχωρο μπαχτσέ. Το πρωί θα σηκώνομαι νωρίς, θα ζητάω τη βοήθεια του Αλλάχ, θα ανα­σκουμπώνομαι και γραμμή στον μπαχτσέ… Ξανανιώνει κα­νείς όταν ασχολεΐται  με τη γή. Απ’ το πρωί ως το βράδυ θα παλεύω  με το χώμα.. Σε μια μεριά θα φυτεύω ντοματιές, στην άλλη μεριά θα σπέρνω σαλατικά… Φασολάκια, μελι­τζάνες, πιπεριές… Ανάλογα  με την εποχή, και καλαμποκιές, και λουλούδια θα φυτεύω. Πρώτα ο Θεός, μπροστά στο σπίτι μου θα κάνω μια στέρνα  με σιντριβάνι. Μ’ αρέσουν  τα χρυσό­ψαρα. Μετά, που λες αγαπητέ μου, πας στην κουζίνα, μα­γειρεύεις ό,τι σου γουστάρει… Πιλάφι  με μελιτζάνες, σιμι­γδαλένιο χαλβά, σκουμπριά γεμιστά. Μ’ αρέσουν και οι μα­ραγκοδουλειές. Τα καταφέρνω, βλέπεις. Θ’ αλλάξω όλα  τα έπιπλα του σπιτιού. Αχ, αχ!.. να περνούσαν αυτές οι έντε­κα μέρες…

Εκείνη τη μέρα ως το βράδυ, ο Μπέημπαμπα μιλούσε με λαχτάρα για τη συνταξιοδότησή του, για το τι θα έκα­μνε σαν συνταξιούχος. Εδώ και έξι μήνες μιλούσε γι’ αυτό το θέμα, όσο όμως πλησίαζαν οι μέρες τον έπιανε ακατάσχε­τη φλυαρία.

Την άλλη μέρα ήρθε στη σωστή του ώρα στη δουλειά. Χαιρέτησε τούς συναδέλφους και κάθισε στην καρέκλα του. Ύστερα άρχισε να μονολογεί:

Με το θέλημα του Αλλάχ…  με το θέλημα του Αλλάχ… Μου ’μειναν άλλες έντεκα μέρες εδώ. Και στα δικά σας. Ραχίμ εφέντη!.. Κοίταξε, τι θέλουν οι συνάδελφοι. Φτιάξε έξι καφέδες!..

Την Φαχριέ, την έπιασαν πάλι  τα νάζια. «Δε θέλω», είπε πάλι στον Μπέημπαμπα. Κι εκείνος τής παράγγειλε γκαζόζα. Όλη τη μέρα, μιλούσε για τις ασχολίες του σαν συνταξιούχος. Ως το βράδυ, κέρασε στους συναδέλφους του γραφείου του, από τρεις καφέδες και γκαζόζες. Δεν τον έπιανες απ’ το κέφι του. Μόνο που οι μέρες που του απόμεναν, του φαίνονταν χρόνια.

Την άλλη μέρα είπε:

— Δόξα στον Αλλάχ, μου ’μειναν δέκα μέρες.

Ή μεθεπόμενη ήταν Κυριακή. Τη Δευτέρα το πρωί, ή πρώτη του δουλειά ήταν να δώσει παραγγελία στον καφετζή:

— Ραχίμ παιδί μου, πέντε καφέδες… Ρώτα τη Φαχριέ Χανούμ τι θέλει, τσάι ή γκαζόζα. Γύρισε στους υπαλλήλους: Ε παιδιά μου, σήμερα οχτώ, τη Δευτέρα, θα είμαι για τε­λευταία μέρα μαζί σας. Μας μένει μια βδομάδα. Βγάλε την Κυριακή, εφτά μέρες… Βγάλε και τη μισή μέρα του Σαββά­του, εξίμισι μέρες… Από είκοσι τέσσερες ώρες, πόσο κάνουν;

Σαν μικρό παιδί, ο Μπέημπαμπα λογάριαζε τις ώρες, τα λεπτά, ακόμα και  τα δευτερόλεπτα, ύστερα αφαιρούσε τις οχτώ ώρες του ύπνου.

Εξήντα πέντε ώρες, πενήντα δυο λεπτά, δεκατέσσερα δευτερόλεπτα μου ’μειναν ακόμα. Στο μεταξύ όμως πέρασαν τρία δευτερόλεπτα· έμειναν έντεκα δευτερόλεπτα… ο Αλλάχ να μας γλιτώσει όλους.

Ύστερα μιλούσε ορεξάτος για τον κήπο του σπιτιού του, για τις κότες που θα έτρεφε, για την κηπουρική του, για τις μαραγκοδουλειές του.

Οι υπάλληλοι είχαν πια αποστηθίσει τις κουβέντες του. Ήρθε η τελευταία του μέρα· επισκέφτηκε  τα τμήματα της υπηρεσίας, όπου δούλευε. Αποχαιρέτησε όλους, μικρούς και μεγάλους, εξηγώντας τους τι θα κάνει σαν συνταξιούχος. Φεύ­γοντας τούς ευχήθηκε:

—Ίνσαλλαχ, και στα δικά σας· να σας γλιτώσει κι εσάς ο Αλλάχ!

Το βράδυ της Δευτέρας, όλοι οι υπάλληλοι, διευθυντές, υποδιευθυντές, τμηματάρχες, κλητήρες, ξεπροβόδισαν τον Μπέημπαμπα. Την ώρα που κατέβαινε  τα μαρμάρινα σκαλο­πάτια, είχε πάρει πόζα κινηματογραφικού αστέρα που κατε­βαίνει από το αεροπλάνο. Σήκωσε το χέρι του στον αέρα:

— Και στα δικά σας, και στα δικά σας!.. Ίνσαλλαχ, θα γλιτώσετε κι εσείς… ο Αλλάχ να βοηθήσει όλον τον κό­σμο!

Μετά δυο μέρες, οι συνάδελφοί του οργάνωσαν αποχαι­ρετιστήριο γλέντι σ’ ένα καζίνο.

Ο Μπέημπαμπα, ύστερα από τριανταεννιά χρόνια υ­πηρεσία, είχε γίνει πιά συνταξιούχος. Την πρώτη νύχτα της καινούργιας του ζωής είδε στ’ όνειρό του τις δουλειές που θα έκανε. Σέ μια μεριά τού μπαχτσέ, ορνιθώνες  με κότες από διάφορες ράτσες· στην άλλη μεριά οι γαλοπούλες… Οι αμε­ρικάνικες κότες, εκεί στο βάθος…  τα πουλερικά τού Ντενιζλί να είναι κοντά στο σπίτι, για να ξυπνάει το πρωί ο Μπέημπαμπα  με τη φωνή τού ντενιζλιώτη κόκορα.

Το πρωί ξύπνησε κατά  τα ξημερώματα. Ένιωθε τον ε­αυτό του τριάντα χρόνια νεότερο. Μόλις βγήκε στον κήπο, τέντωσε το κορμί του και πήρε βαθιά ανάσα. Πιάστηκε ό­μως ή μέση του. Δεν είναι δύσκολο να καμπουριάσεις σκυμ­μένος τριάντα εννιά χρόνια πάνω στο γραφείο.

Σκεφτόταν από πού ν’ αρχίσει· να σκάψει τον κήπο ή να κοιτάξει τα κοτέτσια; Θ’ άρχιζε  με το σκάψιμο. Φώναξε στη γυναίκα του:

— Χανουουούμ!..

Ξύπνησε η γυναίκα του, ανοίγοντας  με δυσκολία τα μάτια της:

— Τρελάθηκες καλέ; Τι σ’ έπιασε πρωί – πρωί;

— Σήκω!.. Βρες μου γρήγορα τον κασμά… Πού είναι το δικράνι; Δώσε μου την τσάπα!..

Με το ζόρι σηκώθηκε η γριά γυναίκα απ’ το ζεστό κρεβάτι της. Βρήκαν τον κασμά.  Δε βρέθηκαν όμως το δικράνι και η τσάπα. Έπρεπε να ξυπνήσει ο γιος τους για να τα βρει· έψαξε μάταια όλο το μπαχτσέ και μόλις κατάφερε να βρει το χειραμάξι. Ξύπνησαν τη νύφη· βρήκε  με το ζόρι την τσάπα και το δικράνι.  Με τη φασαρία είχαν ξυπνήσει και τα έγγονάκια του Μπέημπαμπα…

Ανασκουμπώθηκε ο Μπέημπαμπα και προτού να κολα­τσίσει το πρωινό του, έσκαψε δυο ώρες το χώμα. Οι δικοί του γελούσαν  με την παλαβομάρα του. Μετά το κολατσιό πήγε με δυσκολία στον μπαχτσέ. Να πάρ’ ή οργή, ήταν βαρύς ο κα­σμάς. Μέτρησε το χώμα που έσκαψε ως το μεσημέρι, έξι βή­ματα μάκρος, πάνω από δυο βήματα φάρδος… Μετά το φα­γητό, πήγε πάλι στον μπαχτσέ, φορώντας ψαθάκι, για να μην τον πειράξει ο ήλιος. Είχαν όμως κουραστεί τα μπρά­τσα του. Ίσιωσε το σκαμμένο χώμα με το δικράνι. Ύστερα φύτεψε τις τοματιές. Στις άκρες έσπειρε καλαμπόκια και φα­σόλια…  Με δυσκολία έφαγε το βραδινό φαγί,  τα μάτια του έκλειναν από τη νύστα. Μετά το φαγητό είπε:

— Παιδιά, κοιτάξτε πόσο μ’ ωφέλησε το σκάψιμο. Ενώ άλλοτε τις νύχτες δεν μπορούσα να κλείσω μάτι, τώρα δεν μπορώ να κρατηθώ από τη νύστα. Άιντε, καλό ραχατλίκι να σας δώσει ο Αλλάχ!..

Την ώρα που πήγαινε ο Μπέημπαμπα στην κρεβατο­κάμαρά του, οι άλλοι γελούσαν καθισμένοι ακόμα στο τρα­πέζι.

Σαν ξύπνησε την άλλη μέρα, θέλησε να τεντώσει το κορμί του, μάταια όμως!..  Τα μπράτσα του ήταν πονεμένα, δεν μπορούσε να  τα κουνήσει. Η μέση του πονούσε σε βαθμό που ήταν αδύνατο να σκύψει. Όλο βογκούσε:

— Αχ, η μέση μου, η μέση μου!.. Ώωωχ, τα χέρια μου!..

Σώπασε όμως μεμιάς, μην τύχει τον ακούσουν και τον κοροϊδέψουν… Ένιωθε καμάρες σ’ όλο του το σώμα. Για να μην καταλάβουν την αδιαθεσία του, σηκώθηκε  με το ζόρι απ’ το κρεβάτι.  Με δυσκολία φόρεσε το παντελόνι του. Σέ λίγο όμως ξέσπασε ο πραγματικός μπελάς. Πετάχτηκαν τρο­μαγμένοι οι δικοί του απ’ τα κρεβάτια τους. Ο Μπέημπαμπα, που δεν μπορούσε να σύρει τα πόδια του απ’ τη χτεσινή κούραση, κατρακύλησε καθώς κατέβαινε τα σκαλοπά­τια. Μαζεύτηκαν γύρω του, η γυναίκα του, ο γιος του, η νύ­φη του, τα εγγονάκια του. Για να μη φανερώσει τον πόνο του, απ’ τη θέση που ήταν κουτρουβαλιασμένος, έλεγε:

— Δεν είναι τίποτα τζάνουμ, γλίστρησα κι έπεσα!..

Δεν μπορούσε όμως  με κανέναν τρόπο να σηκωθεί. Τον αγκάλιασε ο γιος του και τον σήκωσε. Αυτός, σώνει και κα­λά προσπαθούσε να βγει στον μπαχτσέ λέγοντας:

— Δεν είναι τίποτα!..

Είχε χτυπήσει άσχημα στις μαλτέζικες πλάκες την ουρά του, σέ σημείο που να τρεκλίζει σέ κάθε βήμα του. Και για να μη φανερώσει πάλι τον πόνο του, βγήκε στον μπαχ­τσέ.

Όχι μόνο  τα χέρια του, και  τα δάχτυλά του ακόμα δεν μπορούσε να τα κουνήσει. Πονούσαν ο ώμος του, η μέση του, τα γόνατά του. Για να μην καταλάβουν τίποτα οι δικοί του, προσποιόταν πως δούλευε, δεν έκανε όμως καμιά δου­λειά. Κάθισε ανακούρκουδα για να φυτέψει τα φιντάνια και με δυσκολία σηκώθηκε στο πόδι.

— Φτου, να πάρ’ η οργή! έλεγε. Πάει, ξόφλησα!..

— Άι, αι, &ι… Ώχ, ή μέση μου… Αμάν, το χέρι μου!.. Βάι, η πλάτη μου!..

Για να έχει κάποια ασχολία, ζήτησε απ’ τη γυναίκα του σκερπάνι, πριόνι και καρφιά.

— Βαρέθηκα απ’ το σκερπάνι σου και απ’ τον κασμά σου!., φώναξε η γυναίκα του. τι την ήθελες τη σύνταξη, ευλογημένε! τι καλά που ήταν άλλοτε, έφευγες το πρωί και γύριζες το βράδυ.

Και ο γιος του είχε παράπονα μαζί του, για τις μα­στοριές που έκανε στο σπίτι.

Ήταν η δεύτερη βδομάδα που είχε βγει συνταξιούχος. Ένα πρωινό ακούστηκε από τον μπαχτσέ μια πονεμένη κραυγή:

—Άιιι… Αμάααν.. Αμάν, το δάχτυλό μου!..

Έτρεξαν όλοι μεμιάς στον μπαχτσέ. Ο Μπέημπαμπα είχε διπλωθεί απ’ τον πόνο.

— Τι τρέχει, τι επαθες;

Καθώς κάρφωνε ο Μπέημπαμπα το κοτέτσι, ξέφυγε το σκερπάνι απ’ το καρφί και χτύπησε το μεγάλο δάχτυλό του. Είχε μελανιάσει το νύχι του. Του ’βαλαν φάρμακο και επί­δεσμο. Και ο Μπέημπαμπα, ολοένα να λέει:

— Δεν είναι τίποτα, τζάνουμ, άι αμάν… δεν έχω τίπο­τα… Ωχ… ωχ… Βάι βάι βάι!..

Όλο του το σώμα ήταν πονεμένο. Λες και είχε κατα­πλακωθεί απ’  τα ερείπια κάποιου σεισμού. Παρ’ όλ’ αυτά, αγόρασε κότες από διάφορες ράτσες. Έσπειρε και μερικούς σπόρους στο χώμα που είχε σκάψει.

Ένα πρωινό όμως, δεν μπόρεσε να σηκωθεί απ’ το κρε­βάτι του. Την προηγούμενη μέρα είχε ιδρώσει κι έπαθε κρυ­ολόγημα. Είχε πυρετό τριάντα εννιά, κι όλο έβηχε… Έμεινε ένα μήνα στο κρεβάτι.

Ο γιός του δεν του επέτρεψε να ξαναπάει στον μπαχ­τσέ. Είχε καταλάβει ότι δεν μπορούσε πια να εξουσιάζει τούς δικούς του. Απ’ τη μια θύμωνε και απ’ την άλλη χαιρόταν κατά βάθος, για αυτή την απαγόρευση. Είχε εγκαταλείψει πια την κηπουρική και την ορνιθοτροφία. Δεν ήταν δουλειές γι’ αυτόν. Στο μέτωπο να πήγαινε, δε θα τραυματιζόταν τό­σο, δε θα πάθαινε αυτό το σακατιλίκι. Αν εξακολουθούσε αυτή τη δουλειά, θα ’σπαζε χέρια, πόδια, που θα τα βάζανε σέ γύψο.

— Τουλάχιστον να κάνω μαραγκοδουλειές μέσα στο σπί­τι! είπε.

Κι αυτό δεν έγινε. Σκόρπιζε απ’ εδώ κι απ’ εκεί τα εργαλεία, ξεχνούσε πού  τα έβαζε και μετά σήκωνε όλο το σπίτι στο πόδι, για να βρεθούν. Είχε καταντήσει μαστροχαλαστής, σπάζοντας ολόγερα έπιπλα για να τα διορθώσει δή­θεν. Τα είχαν παραβλέψει όλα οι δικοί του, αναγκάστηκαν όμως να του απαγορέψουν και τις μαραγκοδουλειές, όταν μια μέρα, καθώς πήγαινε να κόψει με το πριόνι ένα ξύλο, τραυ­ματίστηκε στην αριστερή παλάμη. Δέκα μέρες είχε το χέρι του κρεμασμένο απ’ τον ώμο σέ επίδεσμο.

Αυτή τη φορά ο Μπέημπαμπα ασχολήθηκε  με την κου­ζίνα. Εκεί ήταν που τα ’κανε θάλασσα. Τη μέρα που πήγαινε στην κουζίνα, έμενε ο κόσμος νηστικός. Το κοτόπουλο που μαγείρευε, γινόταν κάρβουνο. Στο μουαλεμπί, αντί ζάχαρη έβαζε αλάτι, και στη σούπα αντί αλάτι έριχνε ζάχαρη. Χρεια­ζόταν μια βδομάδα για να βρεθούν τα μαγειρικά σκεύη, που τα σκορπούσε σ’ όλο το σπίτι. Τη χύτρα ταχύτητος την έχωνε στη γαρδαρόμπα και το μίξερ το έβαζε στη βιβλιο­θήκη.

Ή γυναίκα του φώναζε θυμωμένη:

— Από τότε που έγινες συνταξιούχος, πάει, χάλασε το σπιτικό μας!

Τον μάλωνε και η νύφη του:

— Μπέημπαμπα, τι δουλειά έχετε στην κουζίνα;

Το κακό ξέσπασε όταν μια μέρα ξέχασε να κλείσει το γκάζι στην κουζίνα. Βρήκαν τον Μπέημπαμπα λιπόθυμο, ξά­πλα στα πλακάκια τής κουζίνας. Αν δεν προλάβαιναν, θα πέθαινε απ’ τη δηλητηρίαση. Τρεις μέρες πέρασαν για να συνέλθει.

Όταν του απαγόρεψε ο γιος του να πηγαίνει και στην κουζίνα, ο γέρος διαμαρτυρήθηκε:

— Καλά, τότε τι να κάνω;

— Ό,τι κάνουν όλοι οι συνταξιούχοι! Να πας στο καφε­νείο τής γειτονιάς και να παίξεις τάβλι. Να πιάσεις συζήτη­ση με τους συνταξιούχους σαν κι εσένα!

Άλλη λύση δεν υπήρχε. Τα φιντάνια που είχε φυτέ­ψει, ξεράθηκαν. Οι κότες αρρώστησαν και ψόφησαν, τις γα­λοπούλες τις έπνιξε ή νυφίτσα. Την άλλη μέρα ο Μπέημπα­μπα  με σουρνάμενα βήματα πήγε στο καφενείο της γειτο­νιάς. Έπιασε παρέες. Μίλησε μαζί τους για την πολιτική κατάσταση, για  τα οικονομικά του τόπου. Ένα διάστημα περνούσε μ’ αυτόν τον τρόπο τον καιρό του. Έπαιξε τάβλι, χαρτιά. Έπαιξε ντόμινο. Δεν του άρεσε αυτή ή ζωή.

Γεμάτος μελαγχολία τραβήχτηκε στο δωμάτιό του. Διάβαζε τις πρωινές εφημερίδες και ύστερα χωρίς να κου­βεντιάσει  με κανένα, περνούσε ολομόναχος τον καιρό του. Αχ, πού είσαι υπαλληλίκι!.. τι γλυκεία ζωή που ήταν ε­κείνη. Να κάνεις παρατηρήσεις στους κατώτερους υπαλλήλους, να μαλώνεις  με τους κλητήρες και τους θυρωρούς. Να νευριάζεις  με το κοινό, μ’ αυτούς που δεν ξέρουν πού να κολ­λήσουν το χαρτόσημο, μ’ αυτούς που δεν καταλαβαίνουν τι τους λες… Άχ, αχ!.. τι ζωή ήταν εκείνη! Τι μέρες, τζάνουμ. Ο Μπέημπαμπα  τα σκεφτόταν όλ’ αυτά, δεν ήθελε ό­μως να το ομολογήσει.

— Είναι ντροπή, είπε. Πέρασε τόσος καιρός και δεν πή­γα στο γραφείο να δω τους συναδέλφους. Ίνσαλλαχ, αύριο το πρωί να πάω από νωρίς, να ρωτήσω τι κάνουν. Τέτοια εγκατάλειψη! Θα λένε τώρα ότι ο Μπέημπαμπα βρήκε το ραχάτι του και μας ξέχασε.

Ένα πρωί βγήκε απ’ το σπίτι του ο Μπέημπαμπα για να πάει να δει τούς παλιούς συναδέλφους του. Ήταν όμως πολύ νωρίς και από φόβο μήπως τον κοροϊδέψουν οι συνάδελ­φοί του για την ήττα του, έκανε μερικές βόλτες απέξω.  Με το ζόρι, η ώρα εγινε δέκα και μισή. Ύστερα ανέβηκε τα μαρ­μάρινα σκαλοπάτια. Πρώτος τον είδε ο καφετζής Ραχίμ εφέντης.

— Ωωω… Καλώς ήρθες, Μπέημπαμπα!

— Καλώς σέ βρήκα, Ραχίμ εφέντη.

Και ο Ραχίμ εφέντης πετάχτηκε αμέσως στους συνα­δέλφους του Μπέημπαμπα.

—  Τρεχάτε, τρεχάτε!.. Έρχεται ο Μπέημπαμπα.

Τον υποδέχτηκαν χαρούμενοι και τον οδήγησαν στο δωμάτιό τους. Η δακτυλογράφος Φαχριέ, τον φίλησε στα μάγουλα. Ο Σαΐμ Μπέη και ο κομψευόμενος νεαρός υπάλλη­λος, του φίλησαν το χέρι. Ο Σαφά Μπέη και ο παλιός βοη­θός του Μπέημπαμπα, του έσφιξαν  με σεβασμό το χέρι.

Ο Μπέημπαμπα κάθισε σέ μια καρέκλα κοντά στο πα­λιό του γραφείο. Παρ’ ολίγο να κλάψει. Ένιωθε έναν κόμπο στο λαιμό του. Ο βοηθός του είχε πάρει τώρα τη θέση του. Στη θέση που άδειασε, είχε έρθει καινούργιος υπάλληλος. Ο Μπέημπαμπα κοίταζε με νοσταλγία το τραπέζι του. Ακόμα ήταν εκεί ο λεκές από μελάνη που είχε χύσει μια μέρα νευ­ριασμένος. Τα μάτια του βούρκωσαν. Έβηξε, για να μη δείξει τη συγκίνησή του.

—  Λοιπόν, τι νέα, Μπέημπαμπα;

— Υγεία, παιδιά μου. Εσείς πώς τα περνάτε;

—  Δόξα σοι ο Θεός, καλά περνάμε.

Ό καφετζής Ραχίμ έφερε αμέσως στον Μπέημπαμπα τον καφέ του. δεν ήταν όμως το δικό του μαβί, επίχρυσο φλιτζάνι· το είχε πάρει μαζί του φεύγοντας από την υπηρεσία.

— Πώς  τα πάτε, Μπέημπαμπα, τώρα που γίνατε συντα­ξιούχος;

—   Είμαι πολύ ευχαριστημένος. Ίνσαλλαχ, να γλιτώσετε κι εσείς· εύχομαι και στα δικά σας…

— Πώς πάει η ορνιθοτροφία, Μπέημπαμπα;

—   Πολύ καλά… Έχω κάτι Λεγκόρν, πού να σας τα λέω! Έξι μέρες τη βδομάδα γεννάνε αυγά, και την έβδομη ανα­παύονται. Έβαλα και δυο κότες να κλωσήσουν. Μάσαλλαχ, δε βρέθηκε ούτε ένα κλούβιο αυγό.

Την ώρα που τα διηγόταν, γελούσε ο Μπέημπαμπα από αυταρέσκεια.

— Που λέτε έτσι… Έχω και εφτά γαλοπούλες. Έχω και μια χαβούζα. Εκεί κολυμπάνε έξι χήνες και εφτά πά­πιες.

«Τα χρυσόψαρα της δεξαμενής», πήγαινε να πει, μετά όμως άλλαξε γνώμη, γιατί οι χήνες θα κατάπιναν  τα ψάρια…

—Έγινε κλώσα και μια χήνα. Τώρα έχει δεκαεννιά κλωσόπουλα, είμαι πολύ ευχαριστημένος, πολύ…

—  Καλά, Μπέημπαμπα, και ο κήπος;

— Αααα… Μην  τα ρωτάτε. Κάτι καλαμποκιές, ένα μπόι ύψος· μπαίνεις μέσα και χάνεσαι. Και κάτι καλαμπόκια του γάλακτος… Κόψτα και ρίξτα κατευθείαν στη φωτιά… Αμ’ εκείνες οι κίτρινες φούντες τους! Είναι να τις ματιάξεις, βάλλαχι… Μεγαλώσανε και οι φασουλιές. Έχω όλες τις ποι­κιλίες: Μπαρμπούνια, χορόζια, αϊσέκαντιν, τσαλιά. Κόψτα φρέσκα – φρέσκα, και μαγείρεψέ τα. Οι κολοκυθιές είναι πάνω στον ανθό τους. Έχω και τομάτες, η κάθε μια είναι σαν το κεφάλι μου.

Τον Μπέημπαμπα τον είχε πιάσει λογοδιάρροια:

—  Κάνω και μαραγκοδουλειές…

Καθώς έλεγε αυτά, κοίταξε το σημάδι τής πληγής του στο αριστερό χέρι, και το μελανιασμένο νύχι στο δάχτυλο. Ακόμα του πονούσαν.

—Έφτιαξα κάτι πολυθρόνες, που δεν μπορείς να τις α­γοράσεις  με τριακόσιες λίρες… Έφτιαξα κι ένα τραπέζι της τραπεζαρίας  με μπουφέ, ωραία πράματα…

Κάθε φορά που τέλειωνε την κουβέντα του ο Μπέη­μπαμπα έλεγε: «Και στα δικά σας, ίνσαλλαχ, να γλιτώσετε κι εσείς».

Κάθισε ως μια ώρα. Στο μεταξύ είχε έρθει κόσμος για δουλειές του στο γραφείο.

— Εμένα να μου επιτρέψετε…

—   Πάλι να ορίσεις, Μπέημπαμπα, σέ περιμένουμε… Μη μας ξεχάσεις!..

Τον ξεπροβόδισαν ως την εξώπορτα.

Δεν του έκανε καρδιά να κατεβεί τις μαρμάρινες σκάλες. Ο μισός εαυτός του είχε μείνει εκεί. Τη μέρα εκείνη γύριζε στους δρόμους ως το βράδυ. Όταν έφτασε στο σπίτι, ένιωσε μέσα του μια γαλήνη. Από τότε που έγινε συνταξι­ούχος, δεν δοκίμασε τέτοια χαρά.

Την άλλη μέρα όμως δεν ήξερε πάλι τι να κάμει. Τη μεθεπόμενη μέρα πέρασε ανήσυχα. Την τρίτη μέρα πήγε ως το γραφείο, αλλά δεν μπήκε μέσα. Έκοβε βόλτες έξω από το κίτρινο κτίριο, μετά γύρισε σπίτι.

Και  αν το ’παιρναν χαμπάρι για τις ψευτιές που έλεγε, για τις κότες και για τα καλαμπόκια, τι θα γινόταν; Και ό­μως, του είχαν πει: «Πάλι να ορίσεις, Μπέημπαμπα, σε πε­ριμένουμε». Με το ζόρι βάσταξε πέντε μέρες. Πήγε την πέμ­πτη μέρα. Η αλήθεια είναι, ότι δεν τον πολυπεριποιήθηκαν όπως την πρώτη φορά, του΄’δειξαν όμως τον απαιτούμενο σεβασμό. Άρχισε πάλι να μιλάει για τον μπαχτσέ του και για το κοτέτσι του. Πρόσθεσε μάλιστα  με περηφάνεια:

— Αγόρασα και δυο πρόβατα!

Στο μεταξύ ήρθε κάποιος μ’ ένα έγγραφο στο χέρι και οι υπάλληλοι του γραφείου μάταια προσπαθούσαν να βρουν τον αριθμό πρωτοκόλλου. Ο Μπέημπαμπα δεν κρατήθηκε:

— Σαφά Μπέη, παιδί μου, η αλληλογραφία του εγγρά­φου που ψάχνετε, θα είναι σ’ αυτό το ντουλάπι. Άνοιξε το τρίτο συρτάρι… Κοίταξε, στα αριστερά, είναι το ντοσιέ «Τ». Ψάξε εκεί, νομίζω καταχωρήθηκε τον περασμένο Ιούνιο.

Βρήκαν αυτό που ψάχνανε, ύστερα από την υπόδειξη του Μπέημπαμπα. Εκείνη τη μέρα έμεινε λίγο παραπάνω από την πρώτη του επίσκεψη. Αυτή τη φορά, αν και δεν τον ξεπροβόδισαν ως την εξώπορτα, τον συνόδεψαν ως την πόρτα του δωματίου τους.

Ο Μπέημπαμπα όλο στριφογύριζε στο σπίτι, δεν τον χωρούσε ο τόπος. Όλο γυρόφερνε έξω από το κτίριο της παλιάς του υπηρεσίας. Μόλις κρατήθηκε τρεις μέρες. Την τρίτη μέρα πήγε στο γραφείο. Κάθισε σε μιαν άκρη. Μίλησε πάλι για φασολιές, για καλαμποκιές, για γαλοπούλες.

Ο Σαΐμ Μπέης έψαχνε ένα ντοσιέ.

– Όοοχι, όοχι.., το έγγραφο που ψάχνεις  δε βρίσκεται εκεί. Το ντοσιέ που ζητάς βρίσκεται στο κάτω μέρος του ντου­λαπιού, θα κοιτάξεις τα «προς διεκπεραίωσιν». Τράβα, μπακαλούμ, το τέταρτο μαύρο κλασέρ απ’ τα αριστερά… Α, μπράβο, αυτό είναι.

Βρήκαν αμέσως αυτό που ψάχνανε στο μέρος που τους υπόδειξε ο Μπέημπαμπα. Είχαν απελπιστεί, ως τότε, δυο μέ­ρες ψάχνανε και δεν το βρίσκανε.

Κάτι έγραψε και η δακτυλογράφος Φαχριέ. Πήγε κον­τά της ο Μπέημπαμπα και συνοφρυώθηκε βλέποντας τα γρα­φόμενα της:

— Τι γράφεις εκεί, κόρη μου; Λάθος… Γίνονται τέτοιες δουλειές; Παιδί μου, αυτή ή υπόθεση  δε μάς αφορά. Άδικα θα περιμένει ο άνθρωπος. Να τον παραπέμψεις στη δεύτερη διεύθυνση. Άιντε μπακαλούμ…

Συμμορφώθηκαν  με την υπόδειξή του. Εκείνη τη μέ­ρα δ Μπέημπαμπα κάθισε πάνω από δυο ώρες. Ήπιε τρεις καφέδες. Καθώς έφευγε, υποκλίθηκαν στις θέσεις τους οι συ­νάδελφοί του, λέγοντας:

— Γκιουλέ – γκιουλέ, Μπέημπαμπα, να σε βλέπουμε πού και πού, θα σε περιμένουμε.

Την άλλη μέρα ξανάρθε ο Μπέημπαμπα. Έμεινε στο γραφείο &ς το μεσημεριάτικο διάλειμμα και έφυγε μαζί με τούς άλλους. οι υπάλληλοι ήταν πολύ ευχαριστημένοι. Τους είχε μάθει πολλά πράματα που δεν ήξεραν.

Την παράλλη μέρα, ξαναπήγε στο γραφείο το απόγεμα. Μια βδομάδα ψάχνανε ένα έγγραφο και αν δεν τους έλεγε πού βρίσκεται, δε θα το βρίσκανε στον αιώνα τον ά­παντα.

— Βρε αδερφέ… το έγγραφο που ψάχνετε βρίσκεται στο αρχείο. Κατεβείτε στο υπόγειο… Ανοίξτε το μεγάλο ντουλά­πι αριθμός τρία. Στο κάτω μέρος είναι ένα ντοσιέ  με τα στοι­χεία «Τ 1951». Θα το βρείτε εκεί.

Ο Μπέημπαμπα ερχεται πια ταχτικά κάθε απόγεμα στο γραφείο και κάθεται σέ μια γωνιά. Δίνει οδηγίες στους παλιούς συναδέλφους του, καμιά φορά διορθώνει ένα λάθος. Οι υπάλληλοι τον συνήθισαν πάλι. Τον συμβουλεύονται για μια υπόθεση που δεν μπορούν να διεκπεραιώσουν, ρωτούν για ένα έγγραφο που δεν το βρίσκουν.

— Μπέημπαμπα, πού είναι ο προϋπολογισμός του περα­σμένου χρόνου;

— Μήπως ξέρετε, Μπέημπαμπα, πού βρίσκεται ο κατά­λογος των επίπλων και μηχανών;

Τώρα ερχόταν και τα πρωινά στο γραφείο και, όπως άλλοτε, έφερνε μάλιστα απ’ το σπίτι και το μεσημεριάτικο φαΐ του. Είχε φέρει πίσω από το σπίτι του εκείνο το μαβί προσωπικό του φλιτζάνι του καφέ και το είχε δώσει στον καφετζή Ραχίμ. Πού και πού μιλούσε για τα φρέσκα σαλατικά του κήπου του, για τις κότες, για ντολμάδες, μύδια που είχε μαγειρέψει.

Αν καμιά φορά αργούσε να έρθει στο γραφείο, οι συν­άδελφοί του ανησυχούσαν. Μερικές φορές ο διευθυντής τού έδινε καμιά δουλειά, σαν να ήταν πάλι υπάλληλος. Ο Μπέη­μπαμπα ήταν πολύ κεφάτος. Εδώ τον λογάριαζαν περισσότε­ρο απ’ το σπίτι του.

Μια μέρα που δεν είχε έρθει ακόμα στο γραφείο ο Μπέημπαμπα, λέει ο παλιός βοηθός του στους έξι υφισταμέ­νους του:

— Συνάδελφοι, βέβαια, θα μάθατε την κατάσταση του Μπέημπαμπα. Είναι ανάγκη να σας την πω;

Λέει ο Σαφά Μπέη:

— Και βέβαια την ξέρουμε, ούτε φασολιές υπάρχουν, ού­τε κότες…

Ό κομψευόμενος νέος:

— Τα παραλέει, όλα είναι ψευτιές.

Ό προϊστάμενος:

— Πάντως, ο Μπέημπαμπα μάς είναι πολύ χρήσιμος, θέλετε να κάνουμε μεταξύ μας έναν έρανο να του πάρουμε ένα δώρο;

Όλοι δέχτηκαν με χαρά: Μάζεψαν είκοσι οχτώ λίρες. Ο προϊστάμενος αγόρασε μια παλιά πολυθρόνα με κόκκινη βελούδινη ταπετσαρία και ξεθωριασμένη την επιχρύσωση. Η πολυθρόνα αυτή τοποθετήθηκε δίπλα στο τραπέζι του προ­ϊσταμένου.

Την άλλη μέρα που ήρθε στο γραφείο ο Μπέημπαμπα, του λέει ο προϊστάμενος:

— Μπέημπαμπα, η θέση σου είναι στην πολυθρόνα. Σε παρακαλούμε όλοι οι συνάδελφοι να έρχεσαι κάθε μέρα και να κάθεσαι εδώ. Να πίνεις ό,τι θέλεις, καφέ τσάι, εμείς κερ­νάμε. Εσύ μόνο να μάς βοηθάς.

Ο Μπέημπαμπα θρονιάστηκε στην πολυθρόνα. Έγει­ρε το κεφάλι εμπρός. Έμεινε για λίγο σ’ αυτή τη στάση. Στα χέρια του κρατούσε δυο χαρτοσακούλες. Οι χαρτοσακούλες αυτές είχαν σαλατικά και αυγά, αγορασμένα απ’ το παζάρι, καθώς ερχόταν στο γραφείο.

— Παιδιά, είπε, σας έφερα σαλατικά που έκοψα με το χέρι μου απ’ τον μπαχτσέ μου, και από ένα φρέσκο αυγό που γέννησαν οι κότες μου. Αυτός που δίνει λίγα, τα προσφέ­ρει με την καρδιά του…

Ξεκαρδίστηκαν στα γέλια όλοι οι υπάλληλοι. Περισ­σότερο απ’ αυτούς γελούσε ο Μπέημπαμπα. Μερικοί νόμι­σαν πώς τα δάκρυα που κύλησαν απ’ τα μάτια του, ήταν απ’ το πολύ γέλιο.

— Ραχίιιμ!.. φώναξε. Κάνε παιδί μου, από έναν καφέ στους συναδέλφους… Εγώ κερνάω… Κοίταξε, ρώτα τη Φαχριέ Χανούμ, τι θα πιει, τσάι, γκαζόζα;

Ήρθαν τα κεράσματα. Μεμιάς συνοφρυώθηκε ο Μπέη­μπαμπα:

—- Σαΐμ Μπέη, πάλι λάθος ταξινομείς το έγγραφο. Πόσες φορές στο είπα ότι θα μπει στο ντοσιέ «Κ»!..

Ο Σαΐμ Μπέη:

—  Στις διαταγές σας, Μπέημπαμπα!

Ο Μπέημπαμπα τράβηξε μια ρουφηξιά απ’ το τσιγά­ρο του και ήπιε μια γουλιά καφέ…

Από το ιστολόγιο του Ν. Σαραντάκου "Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία"

Τέλεια η Αθήνα χωρίς τους Αθηναίους, σύμφωνα με έρευνα5

  Τέλεια η Αθήνα χωρίς τους Αθηναίους, σύμφωνα με έρευνα Φανταστική είναι η Αθήνα αρκεί να μην έχει Αθηναίους, όπως προκύπτει από έρευνα που...