Gibbet: Η επινόηση του ανθρώπου για να τιμωρούνται οι εγκληματίες ακόμα και νεκροί – Διάσημοι που διαπομπεύτηκαν με αυτό τον τρόπο
Όταν κάποιοι άνθρωποι συλλαμβάνονταν για ένα έγκλημακαι κρίνονταν ένοχοι στην Αγγλία του 18ου αιώνα, πολλές φορές έμεναν κρεμασμένοι από ένα στύλο, τον ονομαζόμενο από τους Βρετανούς «gibbet».
Το gibbet ήταν μια βάναυση, μεσαιωνική εφεύρεση που χρησιμοποιήθηκε για να τιμωρήσει τους εγκληματίες ακόμη και μετά το θάνατο τους! Παρόλο που η δημοτικότητα αυτής της μεθόδου τιμωρίας ήταν βραχύβια, το gibbet άφησε πίσω του, στην Αγγλία τουλάχιστον, μια κληρονομιά απάνθρωπης μεταχείρισης που ακόμα και σήμερα συζητείται.
Όταν κάποιος έπεφτε στα χέρια των Αρχών για ένα σοβαρό έγκλημα όπως φόνο, ληστεία, πειρατεία ή λαθρεμπόριο, συνήθως καταδικαζόταν σε θάνατο. Αυτοί οι θάνατοι ήταν συχνά βασανιστικοί και έπρεπε να αποτελούν παράδειγμα για το τι θα μπορούσε να συμβεί σε κάποιους άλλους αν επέλεγαν να ζήσουν μια εγκληματική ζωή.
Το Gibbeting ήταν ο τρόπος να εκτεθούν δημόσια τα πτώματα των εκτελεσθέντων, σε μια προσπάθεια αποτροπής άλλων από το να κάνουν τα ίδια μοιραία λάθη. Το Gibbet ήταν μια κατασκευή που φτιάχτηκε είτε για την εκτέλεση ενός μελλοθάνατου, είτε για την έκθεση του νεκρού σε κοινή θέα μέσα σε κλουβί. Τυπικά, τα Gibbets ήταν ψηλοί ξύλινοι στύλοι με έναν βραχίονα, που προεξείχε από τον κάθετο στύλο, από τον οποίο κρέμονταν τα σώματα των εγκληματιών. Τα Gibbets ήταν στιβαρές κατασκευές που είχαν επίσης στόχο να τρομάζουν όσους τα έβλεπαν. Κάποιοι κατάδικοι παρέμεναν επί δεκαετίες στα ξύλινα αυτά κατασκευάσματα, με τα σώματα τους να μετατρέπονται σε σκελετούς αποκρουστικούς.
Μια απάνθρωπη μέθοδοςΠολλά Gibbets είχαν ύψος πάνω από 10 μέτρα και είχαν ακόμη πάνω τους καρφιά ή κοφτερά μεταλλικά αντικείμενα για να εμποδίσουν τους οικείους των καταδικασθέντων να κατεβάσουν τα πτώματα που έμεναν κρεμασμένα – βορά των ορνέων και των αδηφάγων ματιών των φιλοπερίεργων νομοταγών πολιτών...
Ακόμα και νεκρό τον τιμωρούσαν...
Τις περισσότερες φορές, χρησιμοποιούσαν τα Gibbets για να εκθέσουν τα πτώματα των εγκληματιών που είχαν ήδη εκτελεστεί. Τα πτώματά τους ήταν δεμένα και κρεμασμένα ως προειδοποίηση στους επίδοξους εγκληματίες ότι αυτό το τέλος θα αντιμετωπίσουν κι αυτή η φρικτή μοίρα τους περιμένει αν παραστρατήσουν. Σε ορισμένες περιπτώσεις, το gibbeting ήταν και μια μορφή εκτέλεσης. Πολλοί εγκληματίες κρέμονταν ζωντανοί και αφήνονταν να πεθάνουν από την έκθεση στον ήλιο, από δίψα ή πείνα.
Όπως μπορεί κάποιος να φανταστεί, τα Gibbets δεν ήταν και ό,τι καλύτερο για όσους ζούσαν κοντά τους… Καθώς οι κατασκευές αυτές φτιάχνονταν για να διαρκέσουν χρόνια, τα σώματα που ήταν κρεμασμένα από αυτά, έμεναν πάνω τους για χρόνια σε πολλές περιπτώσεις. Τα πτώματα των εγκληματιών σιγά σιγά σάπιζαν καθώς αφήνονταν έρμαια στα στοιχεία της φύσης και στις ορέξεις των πουλιών και των εντόμων. Η δυσωδία από τη σάπια σάρκα ήταν αφόρητη σε όσους ζούσαν γύρω από τις κατασκευές αυτές. «Μπορείτε να φανταστείτε πώς ήταν να υπάρχει ένα σώμα σε κατάσταση αποσύνθεσης πλάι σας, ειδικά στην αρχή, όταν υπήρχε ακόμη μαλακός ιστός», λέει η Σάρα Τάρλοου, καθηγήτρια αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Λέστερ. Οι κάτοικοι που ζούσαν κοντά σε τέτοιες απάνθρωπες κατασκευές αναγκάζονταν να κρατούν τα παράθυρά τους κλειστά για να αποτρέψουν τη φρικτή μυρωδιά να μπει στα σπίτια τους· αυτό δεν είχε πάντα αποτέλεσμα.
Δημόσιο θέαμα...Και ηχητικό μήνυμα...
Τα κλουβιά Gibbets ήταν επίσης αρκετά θορυβώδη και δημιουργούσαν μια απόκοσμη αίσθηση (πέρα από τα προφανή σάπια πτώματα που κρέμονταν από αυτά) που τρόμαζε τους ανθρώπους που έμεναν κοντά τους. Τα κλουβιά κατασκευάζονταν συχνά με τέτοιο τρόπο ώστε να τρίζουν και να κροταλίζουν στον άνεμο για να χρησιμεύουν έτσι ως ηχηρή υπενθύμιση της τιμωρίας για τη διάπραξη απεχθών εγκλημάτων. Η πρακτική του gibbeting αναπτύχθηκε για πρώτη φορά στον Μεσαίωνα, αλλά έφτασε στο αποκορύφωμά της τη δεκαετία του 1740. Μέχρι το 1752, ο νόμος περί δολοφονίας που ίσχυε στην Αγγλία, όριζε πως όλα τα σώματα που ανήκουν σε εγκληματίες πρέπει είτε να εκτίθενται δημόσια είτε να τεμαχίζονται. «Αυτό που είναι ενδιαφέρον γι’ αυτήν την απάνθρωπη ποινή», εξήγησε η Τάρλοου, «είναι ότι δεν γινόταν τόσο συχνά, αλλά προκαλούσε μεγάλη εντύπωση όταν συνέβαινε». Όταν ένα πτώμα κρεμιόταν στους στύλους, χιλιάδες άνθρωποι μαζεύονταν για να το δουν. Το αιωρούμενο κορμί ενός ζωντανού ανθρώπου ή ενός πτώματος ήταν ένα σκοτεινό αξιοθέατο που προσέλκυε τα πλήθη σαν τα μερμήγκια.
Ειδική μεταχείριση για... κυρίες
Φυσικά, οι άνδρες δεν ήταν οι μόνοι εγκληματίες στην Αγγλία. Υπήρχαν και αρκετές γυναίκες που καταδικάστηκαν σε θάνατο για τα εγκλήματα που διέπραξαν. Ωστόσο, τα γυναικεία σώματα ήταν πολύ πιο σπάνια για την ιατρική κοινότητα από ό,τι τα ανδρικά και θεωρούνταν δυσεύρετο προϊόν. Παρόλα αυτά, οι γυναίκες εγκληματίες ήταν ίσες απέναντι στο Νόμο με τους άνδρες και τα σώματά τους έπρεπε είτε να κρεμαστούν δημόσια είτε να τεμαχιστούν. Καθώς οι ανατόμοι και οι χειρουργοί ήθελαν - εκείνα τα χρόνια - απεγνωσμένα να μελετήσουν το γυναικείο σώμα, τα πτώματα των γυναικών εγκληματιών δεν τεμαχίζονταν, αλλά παραδίδονταν σε επαγγελματίες γιατρούς για μαθήματα ανατομίας.
Τα απομεινάρια των ανθρώπων...Τα κλουβιά, πάλι, που κρεμούσαν τους ζωντανούς κατάδικους δεν κατασκευάζονταν συχνά, καθώς κόστιζαν ακριβά. Τα κλουβιά, είχαν σχήμα ανθρώπου και είχαν σχεδιαστεί για να κρατούν το σώμα συρρικνωμένο. Καθώς το gibbeting δεν ήταν η πιο συνηθισμένη πρακτική, οι σιδηρουργοί είχαν συχνά ελάχιστη ιδέα για το τι θα δημιουργούσαν όταν τους ανέθεσαν να κατασκευάσουν τα ειδικά κλουβιά. Δεν υπήρχε τυποποιημένο κλουβί στο οποίο θα μπορούσαν να βασίσουν τη δουλειά τους. Ως εκ τούτου, σχεδόν κάθε κλουβί διέφερε σε μέγεθος και σχήμα και ήταν αποκλειστικά κατασκευασμένο για το άτομο που επρόκειτο να «στεγάσει».
Η πρακτική του δημόσιου κρεμάσματος, με το πέρασμα των χρόνων, θεωρούνταν όλο και περισσότερο ως μια βάρβαρη μορφή βασανιστηρίων τόσο για τους ζωντανούς όσο και για τους νεκρούς. Καταργήθηκε στην Αγγλία επίσημα το 1834. Με την πάροδο του χρόνου, τα όρθια Gibbets αφαιρέθηκαν. Ωστόσο, δεν καταστράφηκαν όλα: στην Αγγλία, 16 κλουβιά gibbet παραμένουν σε μικρά μουσεία. Στις περισσότερες περιπτώσεις, οι πρώην τοποθεσίες των Gibbets πήραν το όνομά τους από τους εγκληματίες που κρεμάστηκαν από αυτά. Πολλοί δρόμοι και περιοχές στην Αγγλία έχουν ονόματα εγκληματιών, που μαρτύρησαν εκεί. Και η ανθρώπινη εφευρετικότητα για να πονάει ο συνάνθρωπος, είτε δολοφόνος, είτε θύμα, δεν έχει μέτρο…
Ένας πλοίαρχος στο κλουβί...
Τον ακούνε ακόμα...
Ο τελευταίος θανατοποινίτης που άφησε την τελευταία του πνοή και τα κόκκαλά του σε ένα Gibbet ήταν ένας ζητιάνος στο Μπάσλοου, ένα χωριό στο Derbyshire της Αγγλίας κάπου στα 1830. Ο ζητιάνος, παγωμένος από το κρύο, κουρασμένος, πεινασμένος και απελπισμένος, επισκέφτηκε ένα αγροτόσπιτο στο Μπάσλοου, ζητώντας λίγο φαγητό. Η κυρία του σπιτιού μόλις είχε τελειώσει το πρωινό, κι έτσι η μεθυστική μυρωδιά του τηγανητού μπέικον τύλιγε τον αέρα. Η κυρία όμως είπε στον ζητιάνο, ότι δεν υπήρχε φαγητό για αυτόν. Θυμωμένος, ο πεινασμένος επαίτης χίμηξε στο σπίτι, άρπαξε τη γυναίκα και της έριξε το βραστό λίπος από το μπέικον κατευθείαν στο λαρύγγι της. Εκείνη ζεματίστηκε μέχρι θανάτου, και εκείνος συνελήφθη αμέσως και καταδικάστηκε για φόνο.
Η ποινή του ήταν να κρεμαστεί στο Gibbet Moor, ακριβώς έξω από το δρόμο Baslow/Chesterfield, για να υποστεί έναν παρατεταμένο και οδυνηρό θάνατο. Καθώς ο αβάσταχτος πόνος της πείνας, της δίψας, του κρύου, της έκθεσης και των μυϊκών σπασμών και των κραμπών άρχισαν να μαστιγώνουν τον ζητιάνο, εκείνος άρχισε να ουρλιάζει. Και ούρλιαξε. Και ούρλιαξε. Ούρλιαζε τόσο δυνατά και τόσο πολύ μέσα στη νύχτα που ξύπνησε τον Δούκα του Ντέβονσαϊρ που εκείνη την ώρα έμενε στο κοντινό Chatsworth House. Ο Δούκας ταράχτηκε τόσο πολύ από τις κραυγές που θέσπισε νόμους για να απαγορεύσει τη φρικτή ποινή. Έτσι, ο ζητιάνος εκείνος ήταν ο τελευταίος άνθρωπος που πέθανε ποτέ στο κλουβί του θανάτου στην Αγγλία. Το όνομά του δυστυχώς χάθηκε στην ομίχλη των χρόνων, αλλά κάποιοι λένε ότι οι κραυγές του ακούγονται ακόμα στο Gibbet Moor...
Χωρίς κλουβί στην Ελλάδα...
Στην Ελλάδα έχει μείνει λεκές στην Ιστορία το δημόσιο κρέμασμα από φανοστάτη στην πλατεία Ρήγα Φεραίου των Τρικάλων, των αποκομμένων κεφαλών του ηγέτη του ΕΛΑΣ Άρη Βελουχιώτη και του συντρόφου του Τζαβέλλα. Επίσης στις αρχές του αιώνα σε κατασκευές όπως τα αγγλικά Gibbets κρέμονταν ληστοσυμμορίτες σε κεντρικές πλατείες της Ελλάδας, προς παραδειγματισμό των επίδοξων εγκληματιών. Επίσης οι Ναζί Γερμανοί κρεμούσαν επί μέρες εκτελεσθέντες, σε κοινή θέα για να αποτρέπουν τους επίδοξους αντιστασιακούς να τους πολεμούν.
Το φρικτό τέλος ενός φρικτού ανθρώπου. /copyright Ap PhotosΜουσολίνι και Έζρα Πάουντ
Τέλος εμβληματικό κρέμασμα νεκρού ήταν εκείνο του Μπενίτο Μουσολίνι στην Πιατσάλε Λορέτο (Piazzale Loreto) του Μιλάνου. Στις 27 Απριλίου του 1945, λίγο πριν από την είσοδο των συμμαχικών στρατευμάτων στο Μιλάνο, κι ενώ ο Μουσολίνι κατευθυνόταν στην πόλη Κιαβέννα μαζί με την ερωμένη του Κλάρα Πετάτσι με σκοπό τη διαφυγή τους στην Ελβετία, συνελήφθησαν από Ιταλούς παρτιζάνους. Την επόμενη μέρα δικάστηκαν με συνοπτικές διαδικασίες και εκτελέστηκαν μαζί με 16 ακόμη φασίστες, οι περισσότεροι μέλη της κυβέρνησης του Σαλό. Τα πτώματά τους κρεμάστηκαν με το κεφάλι προς τα κάτω στην Πιατσάλε Λορέτο. Αξίζει να σημειωθεί ότι το πτώμα του Μουσολίνι παρέμεινε εκεί για αρκετό διάστημα, όπου και εξευτελιζόταν από τους διερχόμενους.
Να κλείσουμε επισημαίνοντας μια άλλη οδυνηρή ιστορία, εκείνη του ποιητή Έζρα Πάουντ. Ο Πάουντ, ενθουσιώδης υποστηρικτής του Μπενίτο Μουσολίνι και αντισημίτης, μετά την πτώση του φασιστικού καθεστώτος παραδόθηκε στους Συμμάχους, φυλακίστηκε σε στρατόπεδο συγκεντρώσεως του αμερικανικού στρατού έξω από την Πίζα, και παρέμεινε κλεισμένος επί 25 μέρες σε ένα ανοικτό κλουβί, όπου ο ποιητής υπέστη νευρικό κλονισμό! Ήταν κι αυτό μια μορφή Gibbeting, που όμως ο καταδικασμένος γλύτωσε με μια απλή… διανοητική κατάρρευση.
«Όταν οι άνθρωποι θέλουν να πονής μπορούνε με χίλιους τρόπους. Ρίξε το όπλο και σωριάσου πρηνής, όταν ακούσης ανθρώπους»!
Ένας αιώνας πέρασε από τότε που ο Βρετανός αρχαιολόγος, Χάουαρντ Κάρτερ, ανακάλυψε την τελευταία κατοικία του Τουταγχαμών. Τα ευρήματα πυροδότησαν μία παγκόσμια… αιγυπτιομανία
Επί έξι χρόνια ο αρχαιολόγος Χάουαρντ Κάρτερ έκανε ανασκαφές στην Αίγυπτο, στην «Κοιλάδα των Βασιλέων», αναζητώντας τον τάφο του Τουταγχαμών - όμως μάταια. Ο λόρδος Κάρναβον, ο οποίος χρηματοδοτούσε τον Κάρτερ, άρχισε να γίνεται ανυπόμονος, δίνοντάς του ωστόσο άλλη μία, τελευταία, ευκαιρία. Και τότε εμφανίστηκε ο Χουσεΐν Αμπντ ελ Ρασούλ, ο νεαρός που έφερνε νερό στους εργάτες, και σκόνταψε σ΄ένα πέτρινο σκαλί κάτω από τα λιθάρια... Ήταν στις 4 Νοεμβρίου του 1922.
Η ομάδα που συμμετείχε στις ανασκαφές έφερε στο φως αμύθητους θησαυρούς, κρυμμένους, μακριά από ανθρώπινα μάτια, για πάνω από 3.000 χρόνια.
Η γέννηση της… αιγυπτιομανίας
«Είχαμε την εντύπωση ότι μπήκαμε ξαφνικά σε μία αίθουσα με σκηνικά της όπερας ενός πολιτισμού που έχει εξαφανιστεί», περιέγραφε αργότερα ο Κάρτερ τον θαυμασμό των αρχαιολόγων: «Λεπτομέρειες από το εσωτερικό του θαλάμου άρχισαν σιγά-σιγά να αναδύονται πίσω από ένα πέπλο ομίχλης, παράξενα ζώα, αγάλματα και χρυσάφι, παντού γυαλιστερό χρυσάφι».
Η συγκλονιστική είδηση και η ανακάλυψη του τάφου του φαραώ διαδόθηκε γρήγορα, προκαλώντας… μία «αιγυπτιομανία» παγκοσμίων διαστάσεων. «Αρχιτέκτονες άρχισαν να σχεδιάζουν προσόψεις κτηρίων σε αιγυπτιακό στυλ, ενώ έκαναν την εμφάνισή τους γυναικείες τσάντες, κονσέρβες μπισκότων, ακόμη και χυμοί με το σύμβολο της μάσκας του φαραώ», λέει χαρακτηριστικά ο βιογράφος του Κάρτερ, Χάρι Βίκτωρ Φρέντερικ Βίνστοουν. Ακόμη και η αυτοκινητοβιομηχανία General Motors εμπνεύστηκε διαφημίσεις από τον Τουταγχαμών.
Επί δέκα χρόνια, ο Βρετανός αρχαιολόγος και οι βοηθοί του κατέγραφαν σχολαστικά κάθε αντικείμενο. Ένα-ένα φωτογράφιζαν και συσκεύαζαν τα ευρήματα – τα μεγαλύτερα από αυτά μεταφέρθηκαν στον Νείλο, όπου στη συνέχεια μεταφορτώθηκαν σε πλοία. Τα σημαντικότερα από εκείνα βρίσκονται σήμερα στο Αιγυπτιακό Μουσείο του Καΐρου και στο Λούξορ. Το πιο διάσημο από τα περίπου 5.400 αντικείμενα που βρέθηκαν παραμένει η νεκρική μάσκα του φαραώ, βάρους έντεκα κιλών. Ο Κάρτερ την ανακάλυψε μέσα στον νεκρικό θάλαμο – το φέρετρο του φαραώ, φτιαγμένο από καθαρό χρυσό, είχε βάρος 225 κιλά.
Η κατάρα του Φαραώ
Ο Τουταγχαμών ήταν γιος του φαραώ Ακενατόν. Η Νεφερτίτη δεν ήταν η μητέρα του, όπως συχνά λανθασμένα υποστηρίζεται, αλλά η κύρια σύζυγος του Ακενατόν – μητέρα του ήταν μια από τις δευτερεύουσες συζύγους. Ο Τουταγχαμών ανέβηκε στο θρόνο σε ηλικία οκτώ ετών. Ο νεαρός βασιλιάς πέθανε το 1323 π.Χ. σε ηλικία μόλις 18 ή 19 ετών. Και παρά το ότι σήμερα όλοι γνωρίζουν το όνομά του και ο τάφος του είναι πόλος έλξης τουριστών, κατά τη διάρκεια της σύντομης ζωής του ο Τουταγχαμών δεν ήταν ένας ισχυρός φαραώ.
Όμως μετά θάνατον, η ιστορία της «κατάρας του Φαραώ», με την οποία υποτίθεται πως προστάτευε τον τάφο του από τους εισβολείς, εξακολουθεί να στοιχειώνει μέχρι σήμερα: Λίγο μετά το άνοιγμα των νεκρικών θαλάμων πέθανε ο λόρδος Κάρναβον, ενώ ακολούθησαν και άλλοι μυστηριώδεις θάνατοι από το περιβάλλον του αρχαιολόγου. Το γεγονός τροφοδότησε ακόμη περισσότερο την υστερία των μέσων ενημέρωσης, παρόλο που ο Κάρτερ χαρακτήρισε την υποτιθέμενη κατάρα ως μία «απόλυτη ανοησία».
Τα εγκαίνια του νέου Αιγυπτιακού Μουσείου το 2023
Για τις 4 Νοεμβρίου, την ημέρα της ανακάλυψης του τάφου του Τουταγχαμών, είχαν προγραμματιστεί τα εγκαίνια του μουσείου, έκτασης πάνω από 40.000 τμ. Ωστόσο το GEM προβλέπεται τελικά να ανοίξει τις πύλες του για το κοινό το 2023. Και τότε, για πρώτη φορά στην ιστορία, τα 5400 αντικείμενα από τον τάφο του Τουταγχαμών θα εκτεθούν μαζί - από κοινού με αμέτρητα άλλα αρχαία εκθέματα.
Η σύγχρονη καναδική ποίηση που γράφτηκε από ποιητές διαφορετικών πολιτισμικών καταβολών γίνεται όλο και πιο πρισματική. Τα Poems of Wheat Ears προσθέτουν ένα μοναδικό μεσογειακό χρώμα σε αυτό. Το βιβλίο είναι μια επιλογή ποιημάτων από 15 έργα του Μανώλη Αλγιζάκη, κορυφαίας φωνής ανάμεσα στους σημαντικούς ποιητές της ελληνοκαναδικής διασποράς.
Γεννημένος στο Κολυμπάρι, ένα μικρό χωριό στην Κρήτη, ο Μανώλης απέκτησε πτυχίο στις πολιτικές επιστήμες και υπηρέτησε στρατιωτικός για μερικά χρόνια πριν μεταναστεύσει στο Βανκούβερ του Καναδά. Αν και δεν έμεινε πολύ στο χωριό του, τα αξιοθέατα και οι μυρωδιές από τις καλλιέργειές του δεν έφευγαν ποτέ από το μυαλό του. Ειδικά του σιταριού.
Το σιτάρι είναι κάτι περισσότερο από μια καλλιέργεια. είναι μια γλώσσα της γης. Ευρέως ομιλούμενος (μεγαλωμένος), ευρέως κατανοητός. Όταν ένας Πουντζάμπι μετανάστης (το Παντζάμπ είναι μια πολιτεία σιταριού της Ινδίας) βλέπει τεράστιες φάρμες σιταριού στον Καναδά, ξεχνάει ότι βρίσκεται σε μια ξένη χώρα ή μετανάστη. Το Wheat Ears προκαλεί ένα παρόμοιο ποιητικό συναίσθημα ακόμη και πριν ανοίξει το βιβλίο. Μετάφρασα μερικά από τα ποιήματα του Σιταριού στα Παντζάμπι και τα δημοσίευσα στο Facebook. Η ανταπόκριση των αναγνωστών του Παντζάμπι ήταν εκπληκτικά ευγνώμων, μαρτυρώντας ότι τα ποιήματα του Μανώλη έχουν παγκόσμια απήχηση.
Τα χωράφια με το σιτάρι, τα φυτά, τα σιτηρά έχουν εμπνεύσει πολλούς ποιητές και τραγουδοποιούς σε όλο τον κόσμο. («Είμαστε αιχμάλωτοι, ακόμα κι αν το σιτάρι μας μεγαλώνει πάνω από τους φράχτες/ και τα χελιδόνια σηκώνονται από τις σπασμένες αλυσίδες μας» – Μαχμούντ Νταργουίς). Ένας από αυτούς είναι και ο Μανώλης. Τα ποιήματά του στο Wheat Ears μιλούν για τις εμπειρίες του στην Κρήτη, την Ελλάδα και τον Καναδά. Έχει εκδώσει περισσότερα από 20 βιβλία ποίησης, τρία μυθιστορήματα, έντεκα μεγάλα μεταφραστικά έργα και πολλά ακόμη βιβλία. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες και έχει τιμηθεί με πολλά βραβεία.
Η ποίηση έρχεται φυσικά στον Μανώλη. Δεν χρειάζεται να περιμένει κάποιου είδους έμπνευση για να γράψει ένα ποίημα. Οποιοδήποτε συνηθισμένο πράγμα, φυσιολογικό συμβαίνει, απλή σκέψη γι 'αυτόν μπορεί να γίνει ασυνήθιστο, μπορεί να επεκταθεί στα όρια του σύμπαντος ή να συρρικνωθεί στον ατομικό του πυρήνα: ένα στάχυ πάνω από το στέλεχος του φυτού του, το φυτό μεγαλώνει έξω από τη γη, τη γη είναι ένας πλανήτης του ηλιακού συστήματος, και είναι επίσης μητέρα για όλα τα πλάσματα – τα πάντα στο σύμπαν είναι συνδεδεμένα. Αυτή η εμπειρία του ασυνήθιστου είναι προφανώς παροδική αλλά μπορεί να γίνει μόνιμη όταν ένας ποιητής σαν τον Μανώλη της δώσει μια μορφή. Στο ποίημα, Επίγνωση, ο Μανώλης λέει
«Τίποτα δεν μένει για πάντα/Λεκές/απουσία/τελευταία πνοή» ( Νόστος και Άλγος )
Η ελληνική μυθολογία είναι ένας μεγάλος θησαυρός που κληρονόμησε ο Μανώλης. Τεράστια και συναρπαστική, όπως αυτή της Ινδίας, η μυθολογία έχει γεννήσει μερικά από τα μεγαλύτερα έπη και θεατρικά έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας και συνεχίζει να επηρεάζει τη νέα τέχνη και γραφή. Συχνά πιστώνεται με τη διαμόρφωση του δυτικού πολιτισμού. Σε ποιήματα που επιλέχθηκαν από το βιβλίο του Δεύτερη έλευση του Διός , ο Μανώλης αναγνωρίζει το χρέος του στη μυθολογία αποδίδοντας ποιήματα σε σπουδαίους μυθικούς χαρακτήρες όπως ο Δίας, η Αθηνά, η Ήρα, η Ψυχή, ο Έρως, ο Απόλλωνας, η Αφροδίτη και άλλοι. Ωστόσο, δεν αναπλάθει τους μύθους σε ένα σύγχρονο πλαίσιο ή τους χρησιμοποιεί απευθείας στα ποιήματα. Αντίθετα, τους αναζητά έμπνευση όπως δείχνουν τα ποιήματά του:
«Και έδειξα στον Δία τον πρώτο μου στίχο»
«Η Αθηνά μου χαμογέλασε όταν παρατήρησα ότι όλα ταίριαζαν στη θέση τους τίποτα δεν προεξείχε»
Η μετανάστευση είναι ένα σημαντικό χαρακτηριστικό της ακμάζουσας κοινωνίας του Καναδά. Η χώρα συχνά υπερηφανεύεται που δείχνει στον κόσμο πώς άνθρωποι από διαφορετικούς πολιτισμούς μπορούν να αλληλοσυμπληρωθούν και να οδηγήσουν σε μια πιο δημιουργική συνύπαρξη. Για τον Μανώλη, όμως, η μετανάστευση δεν είναι μόνο γιορτή. Πολλά ποιήματα στο Νόστος και στον Άλγο, το πρώτο του βιβλίο στην ανθολογία, δείχνουν την άλλη πλευρά – την αγωνία της εγκατάλειψης του τόπου γέννησης, την απομόνωση στη νέα χώρα, τη μοναξιά των παλιών γονιών που άφησαν πίσω. Το όνομα Νόστος και Άλγος διαφεύγει στο αρχαίο ελληνικό έπος Η Οδύσσειαπου περιγράφει τις περιπέτειες και τους πόνους του ταξιδιού της επιστροφής από έναν Έλληνα ήρωα, τον Οδυσσέα, στο τέλος του Τρωικού Πολέμου. Ο σημερινός μετανάστης καθώς επιστρέφει στη χώρα γέννησής του δεν αντιμετωπίζει πια, όπως ο Οδυσσέας, ακραίους κινδύνους του ταξιδιού ή βρίσκει τη γυναίκα του να διώχνει ένα σωρό νέους μνηστήρες. Αντίθετα, βρίσκουν συχνά τους παλιούς γονείς τους μοναχικούς, περιμένοντας το τέλος του ταξιδιού τους. Όσο περνά ο καιρός, ο αρχικός αντίκτυπος της μετανάστευσης αμβλύνεται αλλά δεν εξαφανίζεται ποτέ όπως δείχνουν τα ποιήματα του Μανώλη. Στο «Γέρο Ζευγάρι», γραμμένο στη μνήμη των γονιών του που έμειναν πίσω στην Κρήτη, ο Μανώλης λέει: «ο αναστεναγμός που καμουφλάρεται επιδέξια από το χαμόγελό του καθώς ο μοναχικός τζίτζικας επιμένει να ταράξει τον μονόλογο της μοναξιάς τους».
Ενώ οι επιπτώσεις της μυθολογίας και της μετανάστευσης κατέχουν εξέχουσα θέση στην ποίηση του Μανώλη, δεν αφήνει την ευαισθησία του να αμβλύνει τις κοινωνικές και πολιτικές αδικίες γύρω του. Όσοι καλλιεργούν σιτάρι, ταΐζουν τον κόσμο, συχνά πεινούν. Ακόμη και αφού εγκατασταθεί σε μια χώρα όπως ο Καναδάς, ο ποιητής δεν μπορεί να ξεχάσει τη φτώχεια στη χώρα γέννησής του και σε όλο τον κόσμο. «Επειδή ξανά και ξανά αναρωτιόμασταν γιατί γεννηθήκαμε φτωχοί» ( Φθινοπωρινά Φύλλα ) Και εδώ στον Καναδά, βλέποντας έναν άστεγο, ο Μανώλης γράφει: «Σταματούσε συχνά στην άκρη του πεζοδρομίου και μιλούσε στο άφυλλο δέντρο» ( Εικόνες του απουσία ) Ο καταναλωτισμός που προωθείται από τις μεγάλες επιχειρήσεις και τα ανώτερα στρώματα είναι η βασική αιτία πολλών ασθενειών στη σύγχρονη κοινωνία. Ο Μανώλης εκφράζει την αποστροφή του για τον καταναλωτισμό σε αρκετά ποιήματά του: «Το μότο ήταν να τους μάθουμε τις αξίες των φανταχτερών διαφημίσεων του φαστ φουντ σε τηλεοπτικές οθόνες, μπύρα και μπέιζμπολ» ( Κόκκινο και μαύρο ) Οι υπεύθυνοι για κοινωνικές και πολιτικές αδικίες καταλήγουν συχνά στον Μανώλη θυμωμένα ποιήματα. Συγκρίνει έναν υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ (γυναίκα) – που διέταξε άδικα τον βομβαρδισμό ενός ασθενέστερου αφρικανικού έθνους – με την Ελληνίδα θεά Μέδουσα. Όποιος τολμήσει να κοιτάξει στα μάτια της Μέδουσας μετατρέπεται σε πέτρα, λέει ο μύθος. «Η ματιά έλαμψε από ικανοποίηση, η μετενσαρκωμένη Μέδουσα πέτρωσε τους άπιστους» ( The Medusa Glance )
Τα ποιήματα του Μανώλη στο Ubermench είναι εμπνευσμένα από το βιβλίο του Γερμανού φιλοσόφου Νίτσε, Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα στο οποίο ο Νίτσε συλλαμβάνει έναν νέο κόσμο με νέες αξίες. Σε αυτό το φιλοσοφικό μυθιστόρημα, ο Νίτσε δηλώνει: Ο Θεός είναι νεκρός και αυτοί που κηρύττουν τη ζωή στον παράδεισο ή στην κόλαση παραπλανούν την ανθρωπότητα. Η ζωή ανήκει εδώ, μόνο στη γη. Στη συνέχεια ο Νίτσε δημιουργεί την έννοια του Ubermench ή ενός υπεράνθρωπου που θα αναδυόταν για να θέσει την ανθρωπότητα στον σωστό δρόμο χωρίς κανένα θεό ή τους πράκτορές του. Το βιβλίο του Νίτσε προκάλεσε μεγάλη αναταραχή και διαμάχη. Η επιρροή του εξακολουθεί να υφίσταται. Ο Μανώλης πιστεύει επίσης ότι οι σύγχρονες οργανωμένες θρησκείες είναι άσχετες και βλέπει την ανάγκη για έναν Ubermench σε έναν κόσμο που κατακλύζεται από πολέμους και πολιτικό χάος. Αναδημιουργεί τον Ubermench στα όμορφα πεζά ποιήματά του. «Και αφού η νέα πραγματικότητα ήταν πάνω μας, την αποδεχτήκαμε αληθινά: ο Θεός μας ήταν νεκρός. Τον έθαψαν χθες το απόγευμα χωρίς τραγούδια, χωρίς παιάνες, ούτε θρήνους και νιώσαμε πολύ πιο ανάλαφροι». …………………………………………………………………… . evoe, ω, ελεύθερα στοιχεία, evoe πολλαπλασιαστείτε και κατακτήστε τη γη είπε κάποιος και ήταν καλό»
Τα περισσότερα ποιήματα στο Wheat Ears τιτλοφορούνται με μεμονωμένες λέξεις ίσως για να ενισχύσουν την απλότητα των ποιημάτων. Οι μονολεκτικές επικεφαλίδες φαίνεται επίσης να βοηθούν στη σύνδεση του αναγνώστη απευθείας με την ουσία του ποιήματος. Και ο Μανώλης δεν υπερτονίζει τα ποιήματά του. Στην πραγματικότητα, πολλοί φαίνονται ασήμαντοι. Ένα καλό ποίημα είναι εμποτισμένο με λεπτή μουσική. Για να εκτιμήσει τη μουσική ο αναγνώστης πρέπει να ακολουθήσει τον ρυθμό του ποιήματος πάνω από τη στίξη του. Αυτό υποδηλώνουν τα ποιήματα στα Σιτάρια . Ένα ποίημα μπορεί να το απολαύσουμε ακόμα κι αν δεν είναι πλήρως κατανοητό σημασιολογικά. Οι λέξεις, η σύνταξη, ο ρυθμός, η προφορά του αρκούν για να κάνουν ένα ποίημα ενδιαφέρον και ευχάριστο – σαν σανσκριτικός ύμνος που έχει μαγικό αποτέλεσμα στους ακροατές του χωρίς να γίνεται κατανοητό από τους περισσότερους. Η μουσική ενισχύει την εικόνα που δημιουργεί ένα ποίημα. «Ονειρευόμουν να συλλάβω η ηχώ μιας σταγόνας βροχής που πέφτει μέσα από την ομίχλη στο σιντριβάνι της πλατείας» ( Εικόνες Απουσίας )
«Τοποθέτησε ένα παγωμένο αστέρι στο μέτωπό μου» ( Vortex )
Τα στάχυα έχουν ένα μοναδικό σεντ, μια μοναδική φαρέτρα, μια μοναδική ποίηση σαν αυτή που αποτυπώνεται στις σελίδες του Σιτάρι. Ο αναγνώστης καλείται να ξεφυλλίσει τις σελίδες, να νιώσει το άγγιγμά τους. ή σταματήστε σε ένα ποίημα, αναρωτηθείτε, διαλογιστείτε, μαγευτείτε. Ή γυρίστε σελίδα.
10 απίστευτες στιγμές με πλοία που κατέγραψε η κάμερα
Η θάλασσα είναι απρόβλεπτη και ακόμη και οι πιο σκληροί καπετάνιοι βιώνουν στην ανοιχτή θάλασσα πράγματα που δεν έχουν ξαναδεί. Έτσι, σε αυτό το βίντεο σας παρουσιάζουμε 10 απίστευτες στιγμές με πλοια που απαθανατίστηκαν από την κάμερα. Περιλαμβάνουν ισχυρές καταιγίδες, ένα πραγματικό πλοίο φάντασμα και μια αγκυροβολία που δεν θα μπορούσε να πάει χειρότερα.