Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Κυριακή 10 Δεκεμβρίου 2017

Αντιγόνη Ηλιάδη, Οι παγίδες των μελισσών

Αντιγόνη Ηλιάδη, Οι παγίδες των μελισσών


Maggie Taylor, Girl in a bee dress
Όταν ο ήλιος σηκώνεται το πρωί, ξεκινάει μια καινούργια μέρα στη Συκιά. Σηκωνόμαστε με τις πρώτες ακτίνες. Η δουλειά το καλοκαίρι είναι δύσκολη, η Δωροθέα φτιάχνει τον ελληνικό και πίνουμε. Μια υγειά την έχουμε, εδώ στο χωριό, ευτυχώς, καθαρό αέρα και τα χόρτα. Έρχονται και κάθε χρόνο φρέσκα ζώα στο κρεοπωλείο του κυρ-Ανέστη και τρώμε καλά. Ευτυχώς, οι παππούδες μας δυσκολεύτηκαν, αλλά εμείς είμαστε καλύτερα. Κόψαμε τα τσιγάρα, γιατί έχουν ακριβύνει και κάνουν κακό και στο στομάχι και στην καρδιά. Πίνουμε σκέτο τον καφέ, μερακλίδικο. Μετά την παίρνω και πάμε στην καντίνα με το αμάξι.
Η Καντίνα του Λευτέρη, άλλη καλύτερη δεν θα βρεις στην πιάτσα. Έχουμε πιάσει το καλύτερο σημείο στη Σιθωνία. Εντάξει, έχει πολλά καλά σημεία, αλλά σαν αυτό δεν έχει. Η Καντίνα μας είναι η καλύτερη. Λουκάνικο, ψωμί και φρεσκοψημένες πατάτες να γεμίσουν το στομάχι. Και μία θέα, άλλο πράμα να σου λέω, άλλο να τη βλέπεις. Κόβω και τα δέντρα κάθε χρόνο. Περιποιούμαι το μέρος για να έρχεται ο κόσμος. Ο κόσμος δεν είναι χαζός. Ξέρει πού πάει. Θα έρθει στον Λευτέρη, γιατί έχουμε την καλύτερη θέα και γεμίζουμε και το στομάχι. Έρχονται, κάθονται εδώ, κάνουν ένα διάλειμμα και φεύγουν. Μιλάμε, λέμε και καμιά κουβέντα, παίζω και τα λαϊκά μου και περνάει η ώρα. Μετά το μπάνιο και την αλμύρα, νερά και κοκα-κόλες, μπίρες και αναψυκτικά είναι ό,τι πρέπει.
Από φέτος, σερβίρουμε και γιαούρτι με μέλι, τρελαίνονται οι ξένοι που έρχονται εδώ. Έχει γίνει στη μόδα, τους πουλάμε το γιαούρτι δυόμισι ευρώ και το αγοράζουν. Εντάξει, ηλίθιοι, αλλά τους φτιάχνουμε κι εμείς. Ό,τι θέλουν, ο πελάτης έχει πάντα δίκιο. Ντόπιο προϊόν. Και σε κρατάει, γιατί το γιαούρτι είναι δροσιά. Ό,τι πρέπει για τον καύσωνα, σε αναστηλώνει. Ζωή είναι το γιαούρτι. Οι ξένοι βρίσκουν όλο νέες μόδες, τώρα είναι το γιαούρτι, φρόζεν γιόγκουρτ. Πέρυσι ήταν η λεμονάδα, τη χρεώναμε καλά και είχε πέραση. Πρόπερσι ήταν κάτι άλλο. Αλλάζουν οι μόδες κι εμείς κάνουμε καρτέρι να δούμε τι θα μας ξημερώσει. Αν σερβίρεις ποιότητα, δεν σε ξεχνάνε και ξανάρχονται κάθε καλοκαίρι. Δεν θα την κρύψω την αλήθεια μου. Θα την πω.
Δεν ήρθε ο Σταύρος τις προάλλες και μου τα έλεγε: Τους πήραν στην αρχή το μαγαζί, είχαν ένα καφενείο άραζαν εκεί πέντε άνθρωποι να πούνε τις κουβέντες τους. Αυξήσανε τον ΦΠΑ και συνεχίζουν. Μετά τους πήραν το χωράφι που είχαν στη Συκιά πάνω, το πουλήσανε για να βγάλουν κανένα φράγκο, έχουν και τρία παιδιά να θρέψουν, ο Θεός τους τα έστειλε, να είναι ευλογημένοι. Μετά θα τους πάρουν το σπίτι; Τι ακολουθεί; Στον δρόμο θα μας στείλουν, στον δρόμο, οι σκατάδες. Εκτελούνται γερμανικές εντολές από τις κουφάλες εκεί πάνω στα βόρια. Να μας θάψουν θέλουν. Να μας κατασπαράξουν σαν τα ζώα. Να μας τα πάρουν όλα, μας παίρνουν τη γη, τις δουλειές, τι άλλο δεν ξέρω. Αλλά αν έχεις μυαλό, το βρίσκεις. Δεν είναι δα και δύσκολο. Θα τους πάρουμε τα λεφτά και θα γελάσουμε τελευταίοι. Φρόζεν γιόγκουρτ θέλετε; Φρόζεν γιόγκουρτ θα έχετε, ορίστε. Περιποιημένο και φτιαγμένο με μέλι από τις μέλισσες εδώ τις ντόπιες, ορίτζιναλ. Αρέσει και στον γιο.
Ο γιος μου, καλό παλληκάρι, τώρα θα κλείσει τα δεκαεφτά. Τον στέλνουμε να βγάζει μεροκάματα, για να έχει κι αυτός κάτι στην άκρη να κάνει το κουμάντο του. Δουλεύει στις οικοδομές που κτίζουν αυτοί οι Γιουγκοσλάβοι στο χωριό, στη Σάρτη. Φτιάχνουν κάτι σπιταρώνες, βίλες με πισίνες, να τυφλωθεί το μάτι σου. Ο γιος προκομμένος χτίζει και δέρνει εκεί μέσα. Θα τους βάλει όλους τα γυαλιά με το κουράγιο του. Δεν είναι και κανένας μισθός να καίγεσαι, αλλά εντάξει, βάζει και κάτι στην άκρη. Δεν έχουμε παράπονο, το παλληκάρι μας είναι μια χαρά. Θα πάει και φαντάρος του χρόνου, είμαστε περήφανοι. Δεν ξέρω πού θα τον στείλουν, ρώτησα τον Κωστάκη αν μπορεί να κάνει κάτι, θα δούμε. Το παιδί να μην πάει μακριά και ταλαιπώρια μωρέ. Να τον φέρουν εδώ κοντά να υπηρετήσει. Ο τόπος του είναι εδώ. Εδώ μεγάλωσε, εδώ να είναι. Η μάνα του θα κλάψει αν φύγει.
Ο Στρατής μας. Αχ, έγινε ολόκληρος άνδρας, ένα μπόι. Ίδιος με μένα, συνέχεια μου το λένε. Ωραίο παιδί, ψηλό, να δούμε ποια θα παντρευτεί. Μην μας φέρει καμιά ξεβράκωτη τουρίστρια. Του τα έχουμε βάλει κάτω, αυτές που έρχονται εδώ, έχουν αέρα στα μυαλά τους και φίδια στον κόρφο τους. Του τα έχουμε πει. Πάρε κορίτσι από τον τόπο μας. Κι αν δεν είναι από τον τόπο μας, σιγά δεν έγινε κάτι και η μάνα του από την Κατερίνη είναι. Ελληνίδα όμως. Μη μας φέρει καμιά Γιουγκοσλάβα από αυτές τις ξετσίπωτες και τρέχουμε. Αυτές κουνιούνται σε όποιον βρω, δεν ξέρω εγώ νομίζεις. Τις έχω ζήσει, χρόνια εδώ, ξέρω τι πουτσογλείφτρες είναι. Τα θέλει ο κώλος τους κι αυτές. Πουτανάκια. Ο γιος μου είναι παιδί από καλή πάστα και θα πάρει μία καλή κοπέλα, τίμια, να ανοίξει σπίτι. Μη γίνει κανένας φαφλατάς και τρέχει πίσω από καμιά ξεκωλιάρα ψηλομύτα. Θα τον τρέχω εγώ μετά. Καλό παλληκάρι ο Στρατής μας, του κόβει.
Αλλά δουλεύει για αυτούς. Τα καθάρματα, αυτοί οι αλήτες. Έχουν έρθει τα τελευταία επτά χρόνια και τον έχουν κάνει τον τόπο αγνώριστο, μιλάμε. Αυτοί βγάζουν φράγκα και τα παίρνουν από εμάς. Τα μνημόνια τι είναι νομίζεις; Τα φράγκα μας, τα παίρνουν, τις θυσίες των γονιών μας και των παππούδων μας. Και να, εμείς να δουλεύουμε σαν τα σκυλιά. Μέρα νύχτα να βγάλουμε ένα κομμάτι ψωμί. Έχουμε περάσει και δύσκολα. Ποιος φταίει; Όποια πέτρα και να σηκώσεις, ακούς άλλη γλώσσα. Αυτές τις βάρβαρες με τα πολλά γκντου και μπντου. Αφήνουν τις αμαξάρες τους όπου βρούνε, νοικιάζουν τις δωματιάρες τους και γεμίζουν τις κοιλάρες τους στα φαγάδικα και κάπως τρέχει και το χρήμα και στον τόπο. Μάθαμε και αγγλικά πέντε λόγια να συνεννοούμαστε. Ναι, κάνουν και καλό στην εγχώρια την οικονομία. Να υπάρχει κινητικότητα, ρε παιδί μου. Αυτά τα πράγματα, έτσι λειτουργούν. Μία τους και μία μας. Βάλε κι εσύ κάτι στην τσέπη σου, να βάλω κι εγώ κάτι στη δική μου και θα τα βρούμε. Έτσι πάει το πράμα. Μη νομίζεις πως δεν ξέρω. Χρόνια τώρα. Τα έχω φάει στο πετσί μου.
Μεγαλώσαμε εδώ. Το μέρος είναι όλο δικό μας. Είναι η γη μας, η πατρίς μας. Κι έρχονται και μας την παίρνουν οι τσόγλανοι, οι διάβολοι. Εμείς την Καντίνα την έχουμε χρόνια τώρα με τη γυναίκα. Εγώ από εδώ δεν έχω φύγει ποτέ. Πού να πάω; Έχει πιο ωραίο μέρος στη γη από τη Χαλκιδική; Όχι, εδώ. Εδώ είναι ο παράδεισος.
Εδώ γεννήθηκα, εδώ πεθάνω. Τη γυναίκα τη γνώρισα στο χωριό, είχε έρθει ένα καλοκαίρι με τους δικούς της από την Κατερίνη. Πάνε καμιά εικοσαριά χρόνια. Τότε ήταν ωραία, νόστιμη. Είχε ωραίο κορμί και ωραία βυζιά, εδώ που τα λέμε. Μάτια γαλανά σαν το νερό. Την πήρα, την παντρεύτηκα. Οι δικοί της κάνανε κόγξες στην αρχή, δεν με ξέρανε. Και τι είναι αυτός που μας φέρνεις; Είναι από καλή πάστα; Πού τον γνώρισες; Από πού τραβάει η σκούφια του, ρε παιδί μου. Θέλανε να ξέρουνε πού τη δίνουνε οι άνθρωποι. Είχαν άλλες δυο, μεγαλύτερες, τις δώσανε σε λεφτάδες και τους ξίνισε που εγώ δεν είχα φράγκα. Ούτε αυτοί είχανε, για αυτό λυσσάξανε. Με τον καιρό έδεσε το γλυκό. Δεν την άφησα να φύγει, λέω με αυτή την γυναίκα θα κάνω σπίτι. Κατερινιώτισσα η Δωροθέα. Ερχόταν κάθε καλοκαίρι και την γυρόφερνα. Από καλό σόι, φτωχό μεν, αλλά καλό. Κι εγώ παιδί της εργατιάς, στα χωράφια δούλευα. Ήρθαμε και δέσαμε. Ανοίξαμε το σπιτικό μας. Δόξα τον Θεό. Δύσκολα, όμως το βρήκαμε. Και η Δωροθέα καλή νοικοκυρά, σωστή μάνα και βοηθάει σε όλα. Και προπαντός. Με ακούει, ακούει τον άντρα της και δεν χάνει. Αν ακούς τον Λευτέρη, δεν χάνεις. Έτσι είναι. Θα είχαμε φτάσει εδώ που φτάσαμε χωρίς εμένα; Όχι. Έτσι είναι, λοιπόν.
Την Καντίνα την άνοιξα με την προίκα της Δωροθέας. Στην αρχή, ήταν δύσκολα. Κι ο κόσμος δεν σε μαθαίνει εύκολα. Μετά έγινε το μεγάλο μπαμ. Ήρθε η χρυσή εποχή που βγάζαμε τα λεφτά με τη σέσουλα κι ερχόταν ο κόσμος διακοπές. Να τα κάμπινγκ, να τα και τα λουξ ξενοδοχεία που σκάζανε το ένα μετά το άλλο. Φύτρωναν σαν τα μανιτάρια. Αναστέναξε ο τόπος. Είχαμε πεσκέσια ένα σωρό και τραπέζια και γλέντια. Το φάγαμε το μερίδιό μας, πίναμε από το πρωί μέχρι το βράδυ και γλεντούσαμε. Κάτι γλέντια που κάναμε εδώ, είχαν έρθει μουσικοί από τα χωριά παίζανε με τα μπουζούκια τους και άνθισε ο τόπος. Καλή ζωή. Αυτό το πράμα δεν μπορώ να στο εξηγήσω, αυτό είναι καλή ζωή. Να μην πονάει το στομάχι σου από την πείνα και να έχεις το χαμόγελο να, ως στον Θεό. Έτσι λίγο λίγο με τα τσιπουράκια σου, με τα μεζεδάκια σου, να μερακλώνεις, να φτιάχνεσαι.
Προσαρμοστήκαμε τώρα, στην κρίση. Άει πάλι ο διάβολος να μας κάνει τα χουνέρια του, εμείς εκεί. Γερά κρατάμε. Σφιγγόμαστε και λέμε δεν θα τα παρατήσουμε. Κι εδώ εγώ το περιποιούμαι το μέρος. Και τα παιδιά από το Τμήμα με ξέρουν και τα ξέρω, δεν με αγγίζουν. Στέλνουν και καινούργιους και τους μηνύουν οι άλλοι οι ανώτεροι που με γνωρίζουν χρόνια τώρα. Την Καντίνα του Λευτέρη δεν θα την πειράξει κανείς. Τις άλλες τις καινούργιες τις βάζουν πρόστιμα, γιατί πιάνουν μέρος, χωρίς να το πληρώνουν. Εγώ δίνω και κάποιο ενοίκιο στον δήμαρχο και έχουμε συνεννοηθεί. Ο Κωστάκης κάνει κουμάντο και ό,τι πει ο Κωστάκης. Με τον Κωστάκη στο ίδιο σχολειό πηγαίναμε, ξέρει αυτός. Μαζί μεγαλώσαμε. Δεν θα μας πειράξει κανείς. Και στο κάτω κάτω μια Καντίνα έχουμε και ζωογονεί και τον τόπο. Κακό δεν κάναμε σε κανέναν, είμαστε τίμιοι άνθρωποι. Καθαροί. Όλοι μας ξέρουν στο χωριό, ρώτα όποιον θες για τον Λευτέρη και θα σου πει. Εδώ έρχονται και νέα παιδιά και μας μαθαίνουν και ξέρουν. Στου Λευτέρη να πάτε, σαν αυτή την Καντίνα, άλλη δεν έχει. Βλέπει τον κόλπο Πλατανίσι που έχει και τον κάμπινγκ. Έρχονται και από εκεί οι κατασκηνωτές, ξέρω τις φάτσες τους, δεν τους θυμάμαι όλους.
Κάνω και καλή περιποίηση το μέρος. Θέλει προσοχή, πετσοκόβω και κανένα έλατο, γιατί θα κόβουν τη θέα. Όχι από τη ρίζα, για να έχει και δάσος που αρέσει. Έρχονται τα παιδιά της πόλης να δούνε φύση. Φύση θέλουν, φύση θα έχουν. Έξι τραπεζάκια, από τέσσερις καρέκλες, τις πλαστικές τις πράσινες. Είναι άνετες για όλους, αράζεις το κορμί σου και χαίρεσαι. Τρως το φαγάκι σου, πίνεις, έχεις τη θέα σου. Τι άλλο θες. Δεν θέλει πολλά ο άνθρωπος. Λίγο πιο εκεί έχουμε το χωράφι, πήρα κι ένα χωράφι πιο κάτω, κτίζουμε σιγά σιγά το σπιτάκι μας για τον γιο μας. Και παραδίπλα έχω βάλει μια σκηνούλα και πέντε μελίσσια να βγάζουμε το δικό μας μέλι. Περιμένουμε κάθε χρόνο να βγει, τα βλέπει ο Στρατής, το παιδί τρέχει και για αυτά. Εμείς πού να βρούμε καιρό. Έρχονται, βέβαια, οι μέλισσες κατά εδώ και ενοχλούνε τον κόσμο. Ο κόσμος δεν είναι συνηθισμένος, θέλει να φάει με την ησυχία του. Αυτές μπορεί να είναι και σφήκες που τσιμπάνε άγρια. Δεν αστειεύονται.
Έχω βρει την καλύτερη πατέντα. Πολλοί στα γύρω μαγαζιά καίνε καφέ και τις διώχνουν. Εγώ πού να σπαταλάω τώρα χρήμα για τον καφέ. Αυτά είναι πολυτέλειες και έτσι κοσμοπολίτικα πράματα. Σπατάλες. Όχι, δεν είμαστε για αυτά. Η πατέντα μου είναι χρυσή. Σωστή πατέντα. Παίρνεις ένα πλαστικό μπουκάλι, εγώ έχω βάλει τρία. Ένα σε κάθε δένδρο γύρω από την Καντίνα. Και αν χρειαστεί, βάζω κι άλλα. Ανάλογα με τις ανάγκες. Παίρνεις ένα πλαστικό μπουκάλι, από αυτά τα άδεια του νερού, τα μεγάλα. Το ενάμισι λίτρο. Το αδειάζεις, το πίνεις το νερό. Το τρυπάς με μαχαιράκι και κάνεις τρεις στρόγγυλες μικρές τρύπες γύρω γύρω. Μέσα ρίχνεις νερό μέχρι τη μέση, λίγο πιο κάτω. Λίγο πιο κάτω προσεκτικά. Και κρεμάς με ένα σχοινί μέσα ένα ψωμάκι με μέλι και ζάχαρη πάνω. Το δένεις το σκοινί στο καπάκι γύρω, όχι με το καπάκι, χωρίς. Κλείνεις το μπουκάλι και δένεις το σκοινί και το κρατάς και το κρεμάς στο κλαδί. Ή με καρφί ή στο κλαδί. Το δένεις εκεί και πάνε αυτές. Ξεγελιούνται από τη ζάχαρη. Χορεύουν λίγο γύρω, χάνονται, μπερδεύονται. Μυρίζουν το μέλι, ξέρουν ότι είναι εκεί και το περιτριγυρίζουν. Κάποιες αργούν. Όλες πλησιάζουν. Πετάνε εκεί κοντά. Στο τέλος, μπαίνουν στις τρύπες. Μετά δεν μπορούν να βγούνε και τριγυρνάνε μέσα στο μπουκάλι.
Πέφτουν στην παγίδα, η ζάχαρη με το μέλι τις τραβάει. Νομίζουν ότι είναι στην κυψέλη, στην κηρήθρα. Βουτάνε μέσα, χορεύουν κι εκεί. Μέχρι πόσο. Χορεύουν, χορεύουν. Δεν μπορούν να βγούνε, δεν βλέπουν τις τρύπες στο μπουκάλι. Κάποια στιγμή πνίγονται. Σαν την αράχνη που κουράζει το θύμα της και περιμένει την κατάλληλη στιγμή για να το τυλίξει στον ιστό της. Τα βάζεις εκεί και τα μπουκάλια δουλεύουν για σένα. Μετά μόλις γεμίσουν πτώματα μελισσών τα πετάς και βάζεις άλλα. Και έτσι ξεμπέρδεψες και τέλειωσες μία και καλή. Δεν έχεις μπελά. Έρχεται ο πελάτης, κάθεται ήσυχα και τρώει το φαγητό του με την ηρεμία του. Δεν τον απασχολεί τίποτα. Και δεν έγινε ζημιά καμία. Ούτε λεφτά ξοδεύεις για καφέ, ούτε για τίποτα. Τα μπουκάλια που πίνει ο κόσμος και χρησιμοποιεί, αυτά παίρνεις. Τα πετάνε, δεν ξέρουν. Τα βάζεις εκεί, είναι η καλύτερη παγίδα μελισσών. Πατέντα. Στο τέλος, θα με ψάχνουν για να την αγοράσουν, το ξέρω. Θα την πουλήσω ακριβά. Ο Λευτέρης δεν αστειεύεται με αυτά, βλάκας δεν είμαι. Ξέρω.
Εγώ τα έχω φάει τα χρόνια μου εδώ. Να δεις που θα γυρίσει μια μέρα κάποιος και θα με αναγνωρίσει. Θα πει ο Λευτέρης το καλό παιδί ήταν εδώ, έκανε τα καλύτερα ψωμάκια με λουκάνικο. Άλλαξε τον τόπο αυτή η Καντίνα, έφερε χαρά εδώ. Χαρά. Να πίνεις, να ηρεμείς. Ε; Κι έχουμε και ωραία σκιά. Τα πάνω δένδρα δεν τα κόβω, μόνο τα κάτω, να φτάνει το μάτι σου θάλασσα ωραία. Να μην κρύβεται η θέα. Κρυφά, το βράδυ, θα με πούνε και τίποτα γιατί. Τα πετσοκόβω. Και το καλύτερο φρόζεν γιόγκουρτ εδώ. Φέτος. Να δούμε τι θα θέλουν του χρόνου. Αλλάζει η μόδα, αλλάζουμε κι εμείς. Ωραία είναι εδώ, ωραία. Το μαθαίνει ένας, το λέει στον άλλον κι έτσι έχουμε κι εμείς δουλειά. Από στόμα σε στόμα. Δεν κάνω διαφημίσεις εγώ, τζάμπα φράγκα. Και γιατί; Αφού είμαστε μια χαρά κι έτσι. Έρχεται ο κόσμος πάντα σε εμάς. Και από την άλλη την Καντίνα που ανοίξανε στις Καβουρότρυπες εκεί πέρα με τους γυμνιστές, δεν έχουμε τίποτα να ζηλέψουμε. Τέτοια θέα κανείς δεν έχει. Είμαστε καλά. Δόξα τον Θεό, οι δουλειές πηγαίνουν. Το πράμα έχει πάρει τον δρόμο του. Βγαίνουν τα λεφτά και αυτό είναι καλό. Γιατί έχουμε και παιδί να θρέψουμε και να γεράσουμε κι εμείς όμορφα, στον τόπο μας. Στην Καντίνα του Λευτέρη, εδώ να έρχεσαι. Στο λέω, κάτσε να σε κεράσω μία μπίρα, τόση ώρα σου μιλάω και τέλειωσε και η μπίρα σου. Γυναίκα, βάλε μία μπίρα στο παιδί! Στην Καντίνα του Λευτέρη, θα βρεις μόνο τα καλύτερα. Άιντε, στην υγειά μας!

https://tokoskino.me/

Η ΑΓΑΠΗ ΠΟΥ ΖΩΓΡΑΦΙΖΕ ΤΑ ΒΟΤΣΑΛΑ

Η Αγάπη που ζωγράφιζε τα βότσαλα

I_Agapi-pou-zografize-ta-votsala

—I—

Η Αγάπη δεν είχε στον ήλιο μοίρα –όπως κι όλες οι αγάπες που, σχεδόν πάντα, έχουν ήλιο κι άπλετο φως κι ηλιογέρματα και φεγγαράδες ονειρεμένες αλλά, συνήθως, καθόλου μοίρα, όταν αρχίζουν τα τερτίπια των ανέμων και τις χτυπούν οι θύελλες.
Η Αγάπη δεν είχε μήτε αγάπη. Ήταν ένα κορίτσι έφηβο με μεγάλα μάτια, που μάθαινε τον κόσμο και γέμιζε απορίες.
— «Είναι ένα κορίτσι χαζό, που θα σας γεμίσει σκοτούρες και προβλήματα», είχε πει στο δάσκαλο η μάνα της, την πρώτη μέρα που την πήγε στο σχολείο –είχαν περάσει κιόλας εννέα χρόνια.
Στην τάξη, η Αγάπη έσκυβε το κεφάλι και κατάπινε τα γράμματα –κουλουράκια και γραμμούλες, σταυρουλάκια και παύλες που δεν της έλεγαν απολύτως τίποτα– σαν αμάσητο φαγητό και, ως τέτοιο, της έπεφταν βαριά στο στομάχι· κάθε βράδυ, χλωμή και ιδρωμένη, ζητούσε από τη γιαγιά να της φτιάξει φασκόμηλο. Ήταν, άραγε, τόσο θαυματουργό που, με την πρώτη γουλιά, ησύχαζε ο πόνος της και ηρεμούσε η ψυχούλα της ή μήπως ήταν επειδή είχε τόση ανάγκη από ‘κείνη τη μεγάλη, ζεστή αγκαλιά που η γιαγιά άνοιγε και χώραγαν μέσα οι έννοιες, τα δάκρυα κι όλη της η ύπαρξη;
Ό,τι και να ‘ταν, έτσι περνούσαν τα βράδια της· με μισοδαβιασμένα μαθήματα, κακογραμμένα φύλλα τετραδίου, ζεστό φασκόμηλο κι αγκαλιές της γιαγιάς…

—II—

Με βράδια περνούσε ο καιρός στο νησί, καθώς οι μέρες ήταν συνήθως ίδιες, σαν ένα μακρύ κορδόνι. (Αν πότε−πότε κάτι άλλαζε, αυτό μπορεί να πει κανείς ότι ήταν σαν ένας μικρός, σφιχτός κόμπος σ’ αυτό το κορδόνι.) Και μετά, πάλι ίδιες, μέχρι τον επόμενο κόμπο.
Ίδιες ήταν όσο ο καιρός, θυμωμένος, κρατούσε το μεγάλο καράβι στ’ αγκυροβόλιο, κι οι γυναίκες μετρούσαν με το μάτι –ίσαμε εκεί που έφτανε– τις ψαρόβαρκες, τα καΐκια και τα κύματα· ποιος θα γυρίσει, ποιος θα χαθεί, ποιος κινδυνεύει, ποιος δεν θα ‘ρθεί…
Συνήθως γύριζαν όλοι και το κορδόνι συνέχιζε να μακραίνει.
Το μεγάλο καράβι ήταν εκείνο που έπαιρνε κι έφερνε τον κόσμο στο νησί. Όχι μόνον ανθρώπους, μα ό,τι ήταν για την Αγάπη εκείνη η μεγάλη, αόριστη έννοια «κόσμος»· πά’ να πει και νερό και φαγητό και ρούχα και προικιά και στολίδια κι αρώματα για τις μεγάλες γυναίκες· και, κυρίως, μπογιές! Μπογιές ξύλινες και κέρινες κι άλλες, σε σωληνάρια, σαν αλοιφή! Χρώματα, πινέλα, χαρτόνια και μπλοκ.
— «Ήτανε που ήτανε αγαθή, θα την απολωλάνεις με τις πασαλειψιές ετούτες», είπε στη μάνα του ο πατέρας της Αγάπης, ψαράς άνθρωπος, με το τραγούδι στο στόμα μα τίποτ’ άλλο εξόν από αυτό.
Η γιαγιά γελούσε, και καμάρωνε την εγγονή της που με τα πινέλα και τα χαρτόνια στα χέρια και τις μπογιές στη μεγάλη τσέπη της μπροστέλας της, παρατούσε σύξυλους συγγενείς και ξένους και τραβούσε στα βράχια. Συχνά γύριζε κλαμένη γιατί ο αέρας τής έπαιρνε τις ζωγραφιές… «πάνε, φύγανε κι αυτές… σαν το θείο το Νικολή…»

—ΙΙΙ—

«Ο θείος ο Νικολής», ο μικραδερφός του πατέρα της, ο χαϊδεμένος της γιαγιάς−Ανθημίτσας· μαράζι και λαχτάρα της, είκοσι χρόνια στα καράβια, ζήτημα να ‘χε πατήσει στο νησί τρεις−τέσσερις φορές όλες κι όλες, όλον ετούτο τον καιρό.
Τη μια, ό,τι είχε γεννήσει η Θεωνιώ –ασαράντιστη ακόμα– κι ήρθε φορτωμένος δώρα για το μωρό· του ‘χανε προφτάσει ότι, καταπώς τα υπολόγιζαν, τη μέρα που θα πατούσε –πρώτα ο Θεός– το πόδι στο νησί, θα λευτερωνόταν η νύφη του.
Τις άλλες, έβρισκε την ανιψιά του όλο και πιο μεγάλη, όλο και πιο όμορφη, όλο και πιο…
— «Κουτή! Ένα χαζόπραμα μας έδωσε ο Θεός –Θε μου σχώρα με, μα ψέματα λέω;– που δεν τα παίρνει τα γράμματα…» του ‘λεγε ο αδερφός του φυσώντας και ξεφυσώντας· κι εκείνος γελούσε κι έκανε χάζι τα τσαλίμια και τις ντροπές της μικρής.
— «Εσύ, πότε θα μαζευτείς να φκιάσεις οικογένεια; Τ’ αλάτι έχει ποτίσει πάνω σου, η γυναίκα όχι. Σε βλέπω εγώ…», ρωτούσε μετά ο μεγάλος –ο Παυλής, ο πατέρας της Αγάπης.
Αλλά ο μικρός, ήταν όπου γης και πατρίς –και κάθε λιμάνι και καημός!– και καθόλου δεν τον είχε κατά νου τον γάμο.

—IV—

— «Άιντε! Ετοιμάσου, ξεμυαλισμένη! Θα ‘ρθει ο θειός σου και θα σε βρει, τόσα χρόνια μετά, άνιφτη κι άλουτη, με τις μουτζουριές στη μούρη και στα χέρια σου!»
— «Τώρα, μάνα, τελειώνω! Του ‘χω ετοιμάσει κάτι…», έκανε η Αγάπη κοιτάζοντας αυτό που κρατούσε στο χέρι της και που, με μεγάλη σπουδή, μετέφερε στο αποθηκάκι πίσω κι έξω από το σπίτι.
Ω, τι χαρά ήταν κι αυτή! Όλο το νησί μαζεύτηκε για τον ερχομό του Νικολή, όπως μαζεύονταν όποτε έρχονταν ξενιτεμένοι, θαλασσινοί τριγυριστάδες. Ήταν τέλη του Μάη –τι μέρα ακριβώς; Πάντως, μετά τ’ Αγίου Κωνσταντίνου– και η άλλοτε φτωχική χλωρίδα είχε, θαρρείς, επαναστατήσει, προκειμένου να ‘ναι ο τόπος ντυμένος στα καλά του για τον ερχομό του λεβεντόπαιδου της Ανθημίτσας! Στρώματα οι μαργαρίτες, παπλώματα παχιά οι παπαρούνες και παραπέρα λαδανιές, αγριαψιθιές και σπαλάχτρια· φρουροί των βράχων που κρύβονταν πίσω τους.
Η Αγάπη ένιωσε μια σκουντιά γερή στο μπράτσο της και τον πόνο μιας ξεγυρισμένης τσιμπιάς στον μηρό· «Εκεί, μωρή! Πού κοιτάς;» κι αμέσως κοκκίνισε σαν τις παπαρούνες που ‘βλεπαν τα μάτια της που τώρα τα χαμήλωσε. Πού κοιτούσε ή, μάλλον, ποιον κοιτούσε; Τον Στεφανή του κυρ–Νικήτα, που ‘χε γίνει κοτζάμ παλληκαράκι και τον στεφάνωναν ο ήλιος κι οι χρυσές ακίδες των λουλουδιών του πρώιμου καλοκαιριού.
Σήκωσε ξανά τα μάτια κι αντίκρισε το θείο της τον Νικολή! Πλάι του ο πατέρας της κι η μάνα της και στην αγκαλιά του μέσα η γιαγιά! Πότε είχαν γίνει όλα αυτά; Πότε ήρθε; Πόση ώρα είχε περάσει;
— «Τι κοπελάρα είσαι ‘συ; Σ’ άφησα μια σταλιά και σε βρίσκω κοτζάμ γυναίκα, ε ρε…» κι ο Νικολής, κρατώντας ακόμη τη μάνα του απ’ τη μια του αγκαλιά, άνοιξε την άλλη κι έκλεισε σφιχτά μέσα την Αγάπη. «Για να σε δω, μικρή!» και με το δάχτυλό του άγγιξε το πηγούνι της, αναγκάζοντάς την να τον κοιτάξει στα μάτια.
Κρακ, κρακ! Κάτι έσπασε στο σφίξιμό της, κάτι σαν φτερουγάκι νεοσσού στην καρδούλα της. Τριγύρω κόσμος και φωνές κι «ο θείος ο Νικολής» με μυρωδιά καραβίσια και σερνική να τη βαστά στην ιδρωμένη μισή αγκαλιά του και να την κοιτά όχι μέσα στα μάτια της μα, πίσω απ’ αυτά. Έκανε δυο βήματα παραπέρα κι ελευθερώθηκε.
— «Τι έγινε, μικρή; Τρόμαξες; Τόσο πολύ γέρασε ο θείος;» κι άρχισε να γελά δυνατά, παρασέρνοντας και τους άλλους, τους κοντινούς του που, με τη σειρά τους, παρέσυραν και τους πιο πέρα, κι εκείνοι τους πιο πίσω κι αυτοί τους πιο μακρινούς –και τώρα όλο το νησί, ακόμη κι ο Στεφανής, γελούσε με τα καμώματα της Αγάπης.
Στο κορδόνι της ζωής του νησιού, τυλίχτηκε όμορφος, γερός, άλλος ένας κόμπος.

—V—

Φούντωσε το γλέντι για τον ερχομό του Νικολή. Στρωμένα τα τραπέζια, ακόμη φορτωμένα με φαγητά κι εδέσματα και πίτες και πλούσιες σαλάτες που οι γυναίκες δεν βαριούνταν να κόβουν και να μπουσκουρντίζουν με μυρωδάτη ρίγανη, ενώ τα ποτήρια δεν άδειαζαν, θαρρούσε κανείς, από κρασί.
Σηκώθηκε κι η Αγάπη και χόρεψε και, σα να την έβλεπαν για πρώτη φορά, θαύμασαν τη σπαθάτη κορμοστασιά της –πού ήταν τόσον καιρό κρυμμένη τέτοια ομορφιά; αναρωτήθηκε ο Στεφανής κι αναρρίγησε η νιότη του συγκλονισμένη.
Σκοτεινό σα μαύρο, λιωμένο μολύβι το βλέμμα του Νικολή, βαρύ απ’ το κρασί και… Άτιμο πράγμα η γυναίκα, συλλογιζόταν. Από ‘κείνη τη στιγμή δεν έπαψε να συλλογίζεται, ακόμη κι όταν έπεσε σιγά−σιγά το πρώτο μαβί της εσπέρας· ακόμη κι όταν, λίγο πριν τα μεσάνυχτα, άρχισαν να μαζεύονται τα τραπέζια κι οι νοικοκυραίοι να γυρίζουν στα σπίτια τους.
Η Ανθημίτσα κοίταζε με λατρεία το στερνοπούλι της, μα κάτι έσφιγγε τα μέσα της.

—VI—

«Καλό κι ευλογημένο!», σταυροκοπήθηκε σκιαγμένη απ’ τ’ όνειρό της η Θεωνιώ κι άνοιξε το παράθυρο να τη χτυπήσει το λιόβγαλμα. Θα ‘χε πάει εφτά που σηκώθηκε κι ο Παυλής.
Οι γυναίκες έπλεναν πιατοπότηρα και μαχαιροπίρουνα –ό,τι είχε απομείνει από τα ψες που, μετά τόσα σούρτα−φέρτα στην κουζίνα αλλά και τόσο χορό, δεν τις βαστούσαν τα πόδια τους να τ’ αποτελειώσουν– κι ο Παυλής έστριψε τσιγάρο. Πριν προφτάσει να τ’ ανάψει, η Ανθημίτσα του ‘βαλε μπροστά του το φλιτζάνι του μ’ αχνιστό καφέ κι η Θεωνιώ έφερε σε λίγο και τα δικά τους, μαζί με παξιμαδάκια από γλυκάνισο.
Να σου σε λίγο κι ο Νικολής, φρέσκος και ζωηρός, στο φτερό η μάνα να του ψήσει κι εκείνου καφέ. Δυο μέρες μοναχά θα τον έβλεπε· δεν τον βαστούσε η στεριά κι ακόμη κι αυτούς τους τρεις μήνες που ‘χε μπροστά του θα γύριζε τη Μεσόγειο με ιδιωτικό σκάφος σε θέση απαιτήσεων –γερή κονόμα, τρελά λεφτά, υψηλές γνωριμίες και πολλά τυχερά!– «Η μικρή;» ρώτησε σχεδόν αδιάφορα και, λες και το ζευγάρι ήταν συνεννοημένο, άρχισαν να τον βομβαρδίζουν με τα κατορθώματα της ανιψιάς του που, όπως όλα έδειχναν, δεν κουμαντάριζε και πολύ μυαλό στο κεφάλι της.
— «Ζωγραφίζει όμορφα… Είναι ευαίσθητη μα και μοναχική…», είπε η γιαγιά σα να μην τους είχε ακούσει να στολίζουν την εγγόνα της. Βαθιά σιωπή έπεσε στην κουζίνα, ο Παυλής από σέβας προς τη μάνα του, η Θεωνιώ από ντροπή για την κόρη της.
— «Καλημέρα!», φώτισε άξαφνα το σπίτι. Νόμιζαν πως ήταν ο ήλιος κι η Θεωνιώ έγειρε το παντζούρι. «Θείο, κάτι σου ‘χω φτιάξει! Θα ‘ρθεις να στο δώσω;» και, να ‘το πάλι, το φως. Η Ανθημίτσα πήρε το τρυφερό χέρι και το ‘σφιξε μες στο δικό της. Ποιος ξέρει…
Η Αγάπη εξαφανίστηκε προς τ’ αποθηκάκι.
Ο Νικολής τεντώθηκε και βγήκε έξω να την περιμένει.
— «Καλά, σχολειό δεν πας εσύ;» τη ρώτησε καθώς ξεμάκραιναν.
— «Μπα! Μόνο Δημοτικό έχουμε και μια που δεν τα παίρνω κιόλας τα γράμματα, πού να ξεσπιτωνόμαστε γι’ απέναντι; Αλλά μην ακούς, θείο, που λένε. Εμένα μ’ αρέσει να διαβάζω· για τα ξένα μέρη, να, σαν εκεί που πας εσύ με τα καράβια· και μ’ αρέσει και να τα ζωγραφίζω. Όχι ίδια, μα όπως τα φτιάχνω μέσα στο μυαλό μου. Κι ακόμη πιο πολύ μ’ αρέσει να ζωγραφίζω γλάρους και κύματα! Εκεί, πέρα στα βράχια. Μαζεύω βότσαλα απ’ την παραλία κι έπειτα ανεβαίνω ψηλά, μιλάω στη θάλασσα και τα ζωγραφίζω…»
Ο Νικολής γέλασε δυνατά –μπας και την κορόιδευε; Μπας και δεν έπρεπε να του μιλήσει; Αλλά και σε ποιον να τα πει;
Μετά, καθώς ανηφόριζαν –η Αγάπη, ακόμη κρατούσε στη χούφτα της το μεγάλο βότσαλο με το βαπόρι «Αγάπη», τους γλάρους και τα κύματα που ‘χε ζωγραφίσει να του το χαρίσει– κι εκείνος της μιλούσε για τα ταξίδια του, τους ανθρώπους που ‘χαν άλλο χρώμα δέρμα, τις παράξενες φορεσιές που ντύνονταν σε κάτι τόπους μακρινούς, τις γυναίκες που γνώριζε στα λιμάνια και τους πόθους που του άναβαν τα κρεβάτια τους.
Η Αγάπη κοκκίνισε, ντράπηκε. Τι πράγματα ήταν αυτά; Τι της έλεγε τώρα; Εκείνη τον πήγαινε στη φωλιά της, στα βράχια της και… Να, δεν είναι που δεν ήθελε να τον ακούσειॱ πώς δεν ήθελε! Τόσον καιρό, μήνες και Πρωτοχρονιές περνούσαν στο νησί κι εκείνη πρόσμενε πως κάποια στιγμή θα ‘ρχόταν. Φύλαγε τις λέξεις και τις σκέψεις της σ’ ένα κουτάκι του μυαλού της, να τ’ άνοιγε να τα μοιραστεί μαζί του, που ‘ταν άνθρωπος κοσμογυρισμένος και που ίσως –ποιος ξέρει;– μπορεί και να τη λυπόταν και να την έπαιρνε μαζί του, να τη δείχνει με καμάρι –«Να, η ανιψιά μου!»– κι όχι με ντροπή σαν όλους. Κι η γιαγιά; Δεν θα πληγωνόταν, τότε, η γιαγιά; Ε, θα του ‘λεγε να πάρουν και τη γιαγιά μαζί! Στο κάτω κάτω, μάνα του ήταν!
Όλα αυτά γύριζαν στο κεφάλι της όσο τα πόδια της πήγαιναν σαν από μόνα τους κατά τα βράχια κι εκείνος, πλάι της, ακολουθούσε, κοιτάζοντάς τη μ’ εκείνο το σκοτεινό, σα λιωμένο μολύβι, βλέμμα.
Άκουσε την ανάσα του βαριά και λαχανιασμένη.
— «Έλα, θείο, κάτσε! Φτάσαμε! Κουράστηκες, ε;» και γύρισε το κεφάλι της.
Την έσφιξε στην αγκαλιά του· για ένα δευτερόλεπτο –μόνο τόσο– νόμιζε πως εκείνος είχε διαβάσει τη σκέψη της και πως το επόμενο κιόλας, θα της έλεγε πως ναι, θα την έπαιρνε μαζί του.
Όμως όσο την έσφιγγε, το κεφάλι του βυθιζόταν στα στήθη της, σαν πεινασμένο θεριό πάνω στη λεία του που σπαρταρούσε. Τα χέρια του ζουλούσαν με δύναμη τη σάρκα της, κατέβηκαν χαμηλά, ίδια η μανία, ίσως και μεγαλύτερη…
Τώρα, τα δάχτυλά του ήρθαν μπροστά, τράβηξαν με δύναμη το φουστανάκι της –το ωραίο, άσπρο φουστανάκι της, το φρεσκοπλυμένο και με προσοχή σιδερωμένο– και τα κουμπάκια που σφάλιζαν την άνοιξη του κορμιού της, έπεσαν και σκόρπισαν στα βράχια.
— «Μη, θείο! Μη!»
Δεν καταλάβαινε τι ακριβώς προσπαθούσε να κάνει ο Νικολής, όμως το ένστικτό της τής έλεγε πως ήταν κάτι κακό, κάτι που θα έφερνε φουρτούνες και βάσανα, κάτι που θα κουβαλούσε στο μυαλό της χειρότερα κι από εφιάλτη.
Κουνούσε πέρα δώθε το κεφάλι της, «μη, θείο! Μη!» κι εκείνος την έριξε με δύναμη κάτω. Αχ, τι πόνος ήταν αυτός; Πώς δεν χτύπησε το κεφάλι της στα βράχια, έτσι όπως την είχε φέρει στην άκρη του μονοπατιού; Αχ, πάει το φουστανάκι της! Κουρέλι έγινε…
Άνοιξε τα χέρια της, προσπαθώντας να γατζωθεί στη γη από τις σουβλερές μύτες των βράχων, σαν τις καπαριές που φύονταν πιο πέραॱ γλίστρησε από τη χούφτα της το μεγάλο βότσαλο με το βαπόρι «Αγάπη», πέταξαν οι γλάροι… Κι άλλος πόνος, πιο δυνατός· αυτός κι αν ήταν πόνος! Κι ήταν από ‘κει κάτω, από «αυτό» που η μάνα της την ορμήνευε από μικρή «να το φυλάξει για τον άντρα της»! Τι να φυλάξει; Πώς να το φυλάξει; Αυτό, δεν της το ‘χε εξηγήσει. «Α, μα καημένη! Ντιπ χαζή είσαι» της έλεγε, όποτε τη ρωτούσε.
Γύρισε και τον κοίταξε… εκείνον, που ήταν μέχρι τα πριν ο θείος της ο αγαπημένος, «ο θείος ο Νικολής»· που τον είχε γνωρίσει κάτι λίγο παραπάνω από άγνωστο τις σπάνιες δύο−τρεις φορές που ξαπόσταινε από τα ταξίδια του στο νησί και τον είχε πιστέψει για τον πιο δικό της άνθρωπο μετά τη γιαγιά, μέσα απ’ τα γράμματα και τις καρτ−ποστάλ που τους έστελνε απ’ τα λιμάνια του κόσμου.
Αντίκρισε το σκοτεινό, σα λιωμένο μολύβι, βλέμμα του.
— «Έτσι και κάνεις να πεις τίποτα, να, από ‘δω πέρα θα σε πετάξω! Παλιοβρώμα! Πουτανάκι!»
Έκλεισε τα μάτια της και βυθίστηκε σ’ ένα σκοτάδι σαν το βλέμμα του.

—VII—

— «Πού τόνε ξεσήκωσε και τονε πή’ε τον άνθρωπο, το ξεμυαλισμένο;» έσφιγγε και ξέσφιγγε την πετσέτα στα χέρια της η Θεωνιώ. Είχε πέσει το σούρουπο, είχαν αρχίσει οι περαντζάδες· ο Παυλής στο καφενείο, η Ανθημίτσα με το πλεκτό της στο σκαλάκι, κι η Αγάπη με τον Νικολή, άφαντοι!
T’ άξαφνο «Αχ!» της γιαγιάς, το κουβάρι που κύλησε, η πετσέτα που έμεινε μετέωρη στο ‘να χέρι της μάνας, οι γειτόνισσες που στάθηκαν στο καλντερίμι με γουρλωμένα μάτια και κοίταζαν μ’ αποστροφή την κουρελιασμένη Αγάπη, με τα χώματα, τα ξεραμένα αίματα και τα σκασμένα χείλη. «Έπεσα στα βράχια, μάνα…» και σωριάστηκε στις πλάκες.
— «Αντωνάκη, σύρε να φωνάξεις τον πατέρα της», προέτρεψε μια από τις γυναίκες της γαλαρίας ένα δεκάχρονο αγόρι που πάσχιζε να δει περισσότερα απ’ όσα του επέτρεπαν εκείνες −αλήθεια, πότε πρόλαβαν κι έγιναν τόσες;
Κερί το πρόσωπο της Ανθημίτσας που, ασυναίσθητα, έβαλε το χέρι στο στέρνο της.
Φωτιά της Θεωνιώς, που μόλις έβαλε την Αγάπη μέσα στο σπίτι κι έκλεισε την πόρτα, την άρχισε στα χαστούκια.
— «Λέγε, μωρή! Πού πήγες και ξεσκίστηκες έτσι;» κι ούτε ένα ποτήρι νερό, ούτε ένα βρεγμένο πανί στο μέτωπο και στ’ άσπρα χείλη του κοριτσιού. «Λέγε, μωρή αλλοπαρμένη! Κι εσύ…» σήκωσε το δάχτυλο στην πεθερά της «Εσύ να τα βλέπεις αυτά, που της ξεσηκώνεις το κεφάλι με τις πασαλειψιές και την κακομαθαίνεις με τα χαϊδολογήματα, γριά γυναίκα! Κοίτα την κατάντια της!»
Νά σου κι οι άντρες, μπρος ο Παυλής φουντωμένος, ξοπίσω ο Νικολής ταλαιπωρημένος αλλά, ποιος τον πρόσεξε, εξόν από τη μάνα του.
—«Πού ήσουνα ‘συ;», με τα μάτια καρφιά καταπάνω του.
— «Τι έπαθε αυτή;», έριξε τη ματιά του περιφρονητική και μ’ αηδία στην κουβαριασμένη Αγάπη, ο πατέρας.
— «Πή’ε κι εγκρεμοτσακίστηκε από τα βράχια!»
— «Έτσι, ε;» ο Νικολής. «Μια χαρά ήταν που την άφησα και κατηφόρισα να βρω τον Παυλή. Πώς…;»
— «Και μέχρι να τόνε βρεις, πού ήσουνα;», η μάνα του με τα μάτια καρφιά καταπάνω του.
— «Είχα πάει ίσαμε τον Προφήτ’ Ηλία, κατηφόρισα από τα πίσω, βούτηξα στη θάλασσα. Δυο μέρες όλες κι όλες ήρθα, να μη χαρώ τον τόπο μου; Ποιος ξέρει πότε θα με ξαναδείτε, πάλι!» και τράβηξε το βλέμμα του που δεν άντεχε ν’ αντικρίζει εκείνο, της μάνας του, με τα μάτια καρφιά καταπάνω του.
Ούτε που γύρισε να κοιτάξει την Αγάπη, παρά μόνο σαν άκουσε την ξεψυχισμένη φωνή της «λίγο νερό…», της έριξε τη ματιά του μαχαιριά κι απειλή.
Στην αγκαλιά της γιαγιάς, με τη στοργή και τις κομπρέσες της, βρήκε η Αγάπη λίγη γαλήνη −γαλήνη που την έκοβαν στοιχειά με ματωμένα χέρια, γλάροι με τσακισμένες φτερούγες και κομμένα κεφάλια, κι ένα βαπόρι που βυθιζόταν καθώς το κατάπιναν τα κύματα κι η αντάρα· κι ενώ την κατάπινε κι εκείνη η άλλη αντάρα, του μυαλού της, στην πλώρη του που χανόταν σιγά−σιγά είδε πως έγραφε «Αγάπη».
Ήταν εφιάλτης ή τ’ άκουγε στ’ αλήθεια; «Σου λέω, μου κουνήθηκε», «Θόλωσα», «Θα το ξεχάσει, έτσι κι αλλιώς το χάραμα φεύγω» και… «Την κατάρα μου!»

—VIII—

Παραβάρυνε το κορδόνι. Πολλοί οι κόμποι του μαζεμένοι.
Ο ερχομός και το φευγιό του Νικολή −«καημένη Ανθημίτσα, με τα καμώματα της ζαβής, δεν πρόλαβε να το χαρεί το παλληκάρι της!», τα πηγαδάκια− το ατύχημα της Αγάπης που ‘φερε φουρτούνες στο σπιτικό της και τον γιατρό στο νησί, «κυρ−γιατρέ μου, μη μιλήσεις! Θα με σφάξουν!», μέσα στον πυρετό, τ’ αναφιλητά της, κι εκείνη την αντάρα που ‘χε σταθεί πηχτή στο νου της κι όπου κοίταζε νόμιζε πως έβλεπε το βλέμμα του Νικολή· σκοτεινό, σα λιωμένο μολύβι…
Σαν μποράσκο* έπεσε στο σπιτικό τους η γνωμάτευση του γιατρού για το βιασμό. Τι ‘ταν ετούτη η συμφορά;
— «Λέγε, μωρή, σε ποιον πήγες και ξαπλώθηκες;», να πέφτουν βροχή τα χαστούκια με το που έφυγε ο γιατρός· και, «Ήταν που σου ΄λεγα να το φυλάξεις για τον άντρα σου! Κι εσύ πή’ες κι εχαλάστηκες, ού να μου χαθείς!»
Ίσα που ακούστηκε ο γδούπος −η γιαγιά κατέρρευσε και σωριάστηκε απ’ την καρέκλα. Πρόλαβαν τον γιατρό και τον γύρισαν πίσω για να πιστοποιήσει αυτό που δεν χρειαζόταν μήτε χαρτιά μήτε πτυχία για να ερμηνευτεί.
Όλο το νησί, όλοι εκείνοι που, τρεις μέρες πριν, έτρωγαν κι έπιναν και χόρευαν και γλεντούσαν, είχαν μαυροφορεθεί για ν’ αποχαιρετίσουν την Ανθημίτσα. Όλοι, εκτός από την Αγάπη «που ‘φερε, η γρουσούζα, τη συμφορά» −ούτε λόγος για το βιασμό, παραέξω.
Σηκώθηκε από το κρεβάτι −τώρα ήταν η ώρα η σωστή, τώρα που όλοι ήταν μαζεμένοι στο κοιμητήρι και μάτι δεν θα την έβλεπε.
Το κορμί της πονούσε, η ψυχή της πιο πολύ, μα έκανε κουράγιο κι έφτασε στα βράχια. Ήταν αυτό, το ξεραμένο της αίμα;
Κι εκείνο παραπέρα το πραγματάκι που γυάλιζε, σφηνωμένο στην πέτρα; Ένα κουμπάκι απ’ το λευκό το φουστανάκι της.
Κι ετούτο, το μεγάλο βότσαλο με τα κύματα και το μεγάλο βαπόρι…
…Που το έλεγαν «Αγάπη» μα, όχι, η θέση του δεν ήταν σωστή γιατί το καράβι είχε βουλιάξει· το ‘χε καταπιεί μαύρο, λιωμένο μολύβι. Μόνο οι γλάροι ήταν σωστοί πάνω στο βότσαλο που κρατούσε στο χέρι της.
Πέταξε μαζί τους.

* Μποράσκο (borasco)= Καταιγίδα ή πολύ βίαιος άνεμος −ειδικά πάνω από τη Μεσόγειο.
• Πρώτη δημοσίευση: 7 Φεβρουαρίου 2013 στο (τότε) ιστολόγιό μου: «Ιστορίες της Μέρας και της Νύχτας»
• Δεύτερη δημοσίευση: 21 Μαρτίου 2015 στο (τότε) ιστολόγιό μου: «Roula the Cat • C’est la Vie!»
Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα, γεγονότα, καταστάσεις, είναι εντελώς συμπτωματική.
https://molyvikaixarti.com/

Ο Πρίγκιπας μας ( Παύλος Σιδηρόπουλος 27/07/1948-6/12/1990)

Ο Πρίγκιπας μας ( Παύλος Σιδηρόπουλος 27/07/1948-6/12/1990)

6/12/1990 Ο Παύλος φεύγει μετά από υπερβολική χρήση ηρωίνης,
O Παύλος πέφτει σε κώμα μετά υπερβολική χρήση ηρωίνης. Λάθος χειρισμοί, φόβοι πίσω από το ταμπού της χρήσης, η περιθωριοποίηση τέτοιων περιστατικών και η συνήθεια να αντιμετωπίζεται «παραϊατρικά», είχαν ως αποτέλεσμα να αφήσει την τελευταία του πνοή στο σπίτι μιας «γνωστής» στον Νέο Κόσμο. Όταν ειδοποιήθηκε το ασθενοφόρο ήταν ήδη αργά.
Γεννήθηκε τον Ιούλιο του 1948. Ένας πολυτάλαντος καλλιτέχνης με πολύπλευρη προσωπικότητα. Μουσικός, συνθέτης, ηθοποιός, τραγουδιστής. Το ελεύθερο και ασυμβίβαστο πνεύμα του, τον τοποθέτησε στους «αγίους των Εξαρχείων». Πολλοί θεωρούν ότι η διαχρονικότητά του οφείλεται στο τρίπτυχο «Εξάρχεια-αναρχία-ναρκωτικά». Για μένα ο Παύλος, ουδέποτε υπήρξε άναρχος, ελεύθερος και ακοπάδιστος. Διαχρονικό τον κράτησαν οι στίχοι των τραγουδιών του, κοινωνικοί, ερωτικοί, σαρκαστικοί, λυρικοί. Ακουμπούσε θέματα ταμπού, χτυπούσε την αδικία, την περιθωριοποίηση. Ένωνε το ροκ, τα μπλουζ με ρεμπέτικους ήχους. Ο πρίγκιπας όρισε τη μοίρα της ελληνικής ροκ σκηνής.
Ασυμβίβαστος, ακολούθησε το όνειρό του, αφήνοντας την «εύκολη και σίγουρη ζωή» που του έδινε η κοινωνική θέση και τα χρήματα της οικογένειάς του.
Ξεκίνησε τη χρήση ναρκωτικών στα 31 του χρόνια, πίστευε ότι μπορούσε να ξεφύγει από τον λευκό θάνατο. Μέσα από τα τραγούδια του, τις συναυλίες του και τις συνεντεύξεις του κήρυττε πόλεμο στη λευκή σκόνη.«Γι’ αυτό άγνωστε νεαρέ σε προειδοποιώ είναι η ηρωίνη και να μην ξεχαστείς ποτέ να νομίζεις ότι την ελέγχεις ότι ξέρεις τι ζητάς και το γιατί».
Η αδιαφορία, ο ρατσισμός και οι χαρακτηρισμοί της κοινωνίας για τους ανθρώπους του «περιθωρίου», δεν θα  μπορούσαν να λείπουν από τους στίχους του. Εξάλλου γνώρισε καλά το περιθώριο, το έζησε αφήνοντας τη βολή του, για να ακολουθήσει το όνειρό του και ας τον οδήγησε στο περιθώριο του δρόμου, θυσία για την αγάπη. «Μικρές απώλειες» στη μάχη για το όνειρο.
Άνθρωπος του συναισθήματος, δινόταν και δενόταν πολύ. Η καψούρα του, ο πόνος του χωρισμού, η ανάγκη για ζεστασιά και κάλυψη των ανασφαλειών, φαίνεται μέσα από τα τραγούδια, που χρόνια γίνονται μέρος των δικών μας ερώτων.
Η ηρωίνη μπορεί να κατέκτησε το κορμί του και να της παραδόθηκε, η ψυχή του έμεινε ασυμβίβαστη μέχρι το τέλος παραδομένη μόνο στη μεγαλύτερή του αγάπη, το όνειρό του, τη μουσική του.
Στο παρακάτω σύνδεσμο είναι οι στίχοι των τραγουδιών του, διαβάστε και ταξιδέψτε και αφήστε τον κάθε στίχο να φτιάξει δική του μελωδία περπατώντας στις ψυχές σας. 
Υ.Γ Η ηρωίνη δεν κάνει διακρίσεις, δεν μπορείς να την ελέγξεις, σε ελέγχει, είναι μεγάλη πουτ@ν@ παίρνει ζωές και κανείς δεν κάθεται ποτέ στο εδώλιο. Κυκλοφορεί ελεύθερη και αλλάζει χέρια, η τιμή της φτηνή για να μπορεί να παίρνεται και να παίρνει πολλούς.

ΜΑΡΤΙΝ ΣΟΥΛΤΣ : ΗΝΩΜΕΝΕΣ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ ΕΥΡΩΠΗΣ ΕΩΣ ΤΟ 2025

Μάρτιν Σουλτς: “Ηνωμένες Πολιτείες 

Ευρώπης Έως Το 2025, Εκείνα Τα Κράτη 

Που Θα Αντισταθούν Θα Φύγουν Από Την 

Ευρωπαϊκή Ένωση” ~ Martin Schultz:

 “United States Of Europe By 2025, Those

 States Who Resist Will Leave EU”…! 

Video + Photo)


Σάββατο 9 Δεκεμβρίου 2017

ΤΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΣΥΝΒΑΙΝΕΙ ΜΕ ΤΟΝ ΓΥΡΟ ΚΑΙ ΤΟ ΚΕΜΠΑΠ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ

Τι πραγματικά συμβαίνει με τον γύρο και το κεμπάπ στην Ευρώπη 

Αποτέλεσμα εικόνας για γυρος κεμπαπ

Του Δημήτρη Κουρέτα* 

Τα «φωσφορικά», ενυπάρχουν υπό μορφή εστέρων ως εγγενή συστατικά των τροφών, κυρίως σε τροφές πλούσιες σε πρωτεΐνες, όπως τα γαλακτοκομικά προϊόντα, τα ψάρια, το κρέας, τα αλλαντικά, τα αυγά.

 Η χρήση φωσφορικών αλάτων ως προσθέτων, επιτρέπεται κατά περίπτωση κατηγορίας τροφίμων (φωσφορικό άλας νατρίου (E 339), φωσφορικού καλίου (E 340), φωσφορικό άλας ασβεστίου (Ε 341), και άλατα του ορθοφωσφορικού οξέος, διφωσφορική (E 450), αδενοσίνη (E 451), και πολύ-φωσφορικά (E 452) ( καν. (ΕΕ) 1129/2011). 

Αν επιχειρηθεί ένας υπολογισμός για το πόσο συχνά και σε ποιες ποσότητες τα φωσφορικά συμμετέχουν στην διατροφή μας, ενδέχεται η ποσότητα του προσλαμβανόμενου φωσφόρου υπό μορφή προσθέτων σε επεξεργασμένα τρόφιμα, να είναι πολύ μεγάλη, αν και για κάθε κατηγορία τροφίμων προβλέπεται ανώτατο όριο χρήσης. 

Ιδιαίτερα ενδιαφέρων είναι ο ρόλος των φωσφορικών στη τεχνολογία του κρέατος καθώς συμβάλλουν στην βελτίωση της  συγκράτησης της υγρασίας του κρέατος και έτσι στην απόδοση σε προϊόν (επεξεργασμένα προϊόντα κρέατος, ζαμπόν, αλλαντικά, παρασκευάσματα κρέατος). 

Λειτουργικά, τα φωσφορικά άλατα υποστηρίζουν τη χαλάρωση της δομής της πρωτεΐνης, που επιτρέπει την δέσμευση περισσότερης ποσότητας νερού με την βοήθεια γεφυρών υδρογόνου (τύπος χημικού δεσμού) αλλά και την σταθεροποίηση του προϊόντος. Σε επεξεργασμένα προϊόντα κρέατος και πουλερικών η ποσότητα πρόσθετων φωσφορικών έχει αναφερθεί ότι μπορεί να είναι διπλάσια από το φυσικά ενυπάρχον περιεχόμενο φωσφόρου.

 Φωσφορικά χρησιμοποιούνται επίσης ευρέως στην τεχνολογία ανακατεργασμένων τυριών ( για τοαστ ) και μάλιστα σε ιδιαίτερα μεγάλο ποσοστό συγκριτικά με άλλα προϊόντα. Προϊόντα επεξεργασμένων τροφίμων έτοιμα για κατανάλωση ( fast-food), θεωρούνται βασικοί συντελεστές στη σημερινή αυξανόμενη διαιτητικά κατανάλωση φωσφορικού ασβεστίου.  

Λόγω της αυξημένης χρήσης των προσθέτων, η εκτιμώμενη ημερήσια πρόσληψη φωσφορικών έχει υπερδιπλασιαστεί από τη δεκαετία του 1990, από λίγο κάτω από 500 mg/ημέρα σε 1000 mg/ημέρα. Ιατρικές έρευνες από τον χώρο της ιατρικής συνδέονται με δυνητικό πρόβλημα που ελλοχεύει από την υπερβολική πρόσληψη φωσφορικών αλάτων καθώς έχει φανεί ότι προκαλούν αγγειακή ασβεστοποίηση. Ο κίνδυνος για την υγεία από την υπερβολική χρήση των φωσφορικών δεν έχει αντιμετωπιστεί με την δέουσα προσοχή, υποστηρίζουν ειδικοί επιστήμονες. Μάλιστα υποστηρίζεται ότι ο κίνδυνος δεν αφορά ειδικές ομάδες πληθυσμού, μόνο, αλλά και τον γενικότερο υγιή  πληθυσμό. 

Κατόπιν των παραπάνω θεωρείται εύλογο το ερώτημα κατά πόσο τα φωσφορικά και στις ποσότητες που ενδέχεται να προσλαμβάνονται καθημερινά μέσω της διατροφής  θα πρέπει να αποτελέσουν μελλοντικά αντικείμενο σε βάθος διερεύνησης για το ποιες μπορεί να είναι οι συνέπειες στην υγεία των καταναλωτών από την υπερβολική χρήση φωσφορικών αλάτων. Θα πρέπει ίσως να εξεταστεί η δυνατότητα ειδικότερης πληροφόρησης των καταναλωτών στην επισήμανση για το επίπεδο ανώτατης συμμετοχής στην ημερήσια κατανάλωση (σήμερα η επισήμανση περιορίζεται στην απλή αναφορά τους ως προσθέτου). 

Σοβαρές ανησυχίες σχετικά με τις επιπτώσεις των φωσφορικών αλάτων στην υγεία ως πρόσθετα τροφίμων, διατύπωσαν οι ευρωβουλευτές της επιτροπής υγείας την προηγούμενη Τρίτη. Αντιτάχθηκαν στην πρόταση της Επιτροπής να επιτραπεί η χρήση φωσφορικού οξέος, τριφωσφορικών και πολυφωσφορικών (E 338 452) σε κρέας κέμπαπ - είτε προέρχεται από κρέας προβάτου, αρνιού, μοσχαριού, βοδινού ή πουλερικών.

 Εάν το Κοινοβούλιο στο σύνολό του υποστηρίξει την αντίρρηση της επιτροπής με απόλυτη πλειοψηφία (376 ψήφοι), η πρόταση θα μπλοκαριστεί και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα πρέπει να την επιστρέψει στο συμβούλιο υπουργών. Οι κοινοτικοί κανόνες δεν επιτρέπουν γενικά τη χρήση προσθέτων φωσφορικών στα παρασκευάσματα κρέατος. Αλλά λόγω μιας συσσώρευσης εξαιρέσεων, χρησιμοποιούνται όλο και περισσότερο σε αυτά, για να προστατεύουν τη γεύση και να συγκρατούν το νερό όπως είπαμε πρίν. Το κεμπάμπ και το ντόνερ είναι αγαπημένες διατροφικές συνήθειες όχι μόνο των Ευρωπαίων- καθώς υπάρχουν πολλά εστιατόρια κυρίως τουρκικά- αλλά και των μεταναστών. 

Αλλά υπάρχει και ο οικονομικός αντίκτυπος: Καθημερινά παράγονται περίπου 500 τόνοι κρέατος για κεμπάπ,το 80% παράγονται στη Γερμανία κάτι που μεταφράζεται σε 110.000 θέσεις εργασίας. Το θέμα θα συζητηθεί στο Στρασβούργο στις 11-14 Δεκέμβρη.

  * Ο κ. Δημήτρης Κουρέτας είναι καθηγητής Βιοχημείας-Βιοτεχνολογίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, πρώην αναπληρωτής Πρύτανης.  liberal


Cheap Offers: http://bit.ly/gadgets_cheap


http://koukfamily.blogspot.gr/

ΔΕΙΤΕ ΠΟΙΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΑΝΑΚΑΛΕΣΕ Ο ΕΦΕΤ ΛΟΓΩ ΣΑΛΜΟΝΕΛΑΣ


Δείτε ποια προϊόντα ανακάλεσε ο ΕΦΕΤ λόγω σαλμονέλας

Ρολό κοτόπουλο και συσκευασμένο μπιφτέκι με σαλμονέλα ανακαλεί ο ΕΦΕΤ.


Σύμφωνα με σχετική ανακοίνωση, ο ΕΦΕΤ, διαπίστωσε την ύπαρξη μη ασφαλούς τροφίμου, στο οποίο ανιχνεύθηκε το παθογόνο βακτήριοSalmonella spp. Συγκεκριμένα, πρόκειται για το προϊόν με την εμπορική ονομασία «ΑΒ ρολό κοτόπουλο με μπέικον και τυρί», συσκευασμένο, με ημερομηνία κατάψυξης : 23.09.2017, αριθμό παρτίδας : Trace ID : 1517266608 και ημερομηνία ανάλωσης έως : 17.03.2019. Το ανωτέρω προϊόν παράγεται και συσκευάζεται για την ΑΒ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ Α.Ε., Λεωφόρος Σπάτων.


«Ο Ε.Φ.Ε.Τ. απαίτησε την άμεση ανάκληση / απόσυρση του συνόλου της εν λόγω παρτίδας από την εσωτερική αγορά, ενώ βρίσκονται σε εξέλιξη οι σχετικοί έλεγχοι.

Καλούνται οι καταναλωτές, που έχουν προμηθευτεί το ανωτέρω προϊόν (φωτογραφία κάτωθι), να μην το καταναλώσουν.»

Επίσης ανακαλεί και το συσκευασμένο μπιφτέκι με την εμπορική ονομασία «η δική μας φάρμα - παραδοσιακό μπιφτέκι BBQ με φρέσκο μαϊντανό και κρεμμύδι». Και σε αυτό διαπίστωσε την ύπαρξη μη ασφαλούς τροφίμου, στο οποίο ανιχνεύθηκε το παθογόνο βακτήριο Salmonella spp.



Το ανωτέρω προϊόν παράγεται και συσκευάζεται από την επιχείρηση «Π. Καμαράτου και ΣΙΑ Ε.Ε.» , ΒΙ.ΠΑ. Μαρκόπουλου.

Ο Ε.Φ.Ε.Τ. απαίτησε την άμεση ανάκληση / απόσυρση του συνόλου της εν λόγω παρτίδας από την εσωτερική αγορά, ενώ βρίσκονται σε εξέλιξη οι σχετικοί έλεγχοι.

Καλούνται οι καταναλωτές, που έχουν προμηθευτεί το ανωτέρω προϊόν (φωτογραφία κάτωθι), να μην το καταναλώσουν.


http://ameiniasopallineus.blogspot.gr/

Τέλεια η Αθήνα χωρίς τους Αθηναίους, σύμφωνα με έρευνα5

  Τέλεια η Αθήνα χωρίς τους Αθηναίους, σύμφωνα με έρευνα Φανταστική είναι η Αθήνα αρκεί να μην έχει Αθηναίους, όπως προκύπτει από έρευνα που...