Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Δευτέρα 21 Νοεμβρίου 2016

Ο ΒΑΣΙΛΑΚΗΣ "ΚΕΦΆΛΑΙΑ 13 ΚΑΙ 14"-=Σε κάνα τέταρτο έρχονται δυο αστυφύλακες και στέκονται μπροστά του.-Τσιμπίάκος Βασίλειος--Μάλιστα--Έλα μαζί μας

Ο  ΒΑΣΙΛΑΚΗΣ

Κεφάλαια 13 και  14



 13]          
                              Μιά δύσκολη νύχτα

Ο Βασίλης ξανάκατσε στο παγκάκι και βολεύτηκε όσο μπορούσε καλύτερα. Όπως φαίνονταν το πράγμα, θα περνούσε όλη τη νύχτα εκεί, (και ήταν σκληρό το άτιμο).
Αμ δε… .Σε κάνα τέταρτο έρχονται δυο αστυφύλακες και στέκονται μπροστά του.
-Τσιμπλιάκος Βασίλειος; 
-Μάλιστα.
-Έλα μαζί μας.
Σηκώθηκε σαν αυτόματο και τους ακολούθησε. 
«Μάλλον θα ‘κανε το θαύμα του ο ¨παρ’ Αρείω Πάγω¨ και θα μ’ αφήσουν να φύγω» 
Κατέβηκαν την σκάλα και συνέχισαν να κατεβαίνουν και μετά τον διάδρομο εισόδου. Εκεί κάτι δεν του ¨πήγε¨ καλά. 
«Πού στο διάολο με πάνε αυτοί;»
Τελειώνοντας η σκάλα, έφτασαν σ’ ένα στενό διάδρομο με δυο κλειστές πόρτες και χαμηλό φως. Στη μέση του διαδρόμου στέκονταν ένας αστυνομικός με γαλόνια. Έφτασαν κοντά του.
-Φέραμε τον Τσιμπλιάκο.
Ο αστυνομικός ξεκλείδωσε την πόρτα και είπε ξερά:
-Πέρνα μέσα.
Δηλαδή στο κρατητήριο; Αυτό κατάφερε ο δικηγόρος; Να τον βάλουν στο κρατητήριο;
-Μα… εγώ δεν… κάνετε λάθος. Εγώ δεν είμαι ένοχος για τίποτα.
-Άσε τα μα και τα ξεμά. Πέρνα μέσα είπα!
 Νά ‘τος πάλι, αυτός ο επιτακτικός τόνος βάρβαρης εξουσίας. Μπήκε μέσα στο κρατητήριο, νοιώθοντας μια έντονη ζάλη που τού ‘φερνε εμετό.
Η πόρτα έκλεισε πίσω του κι ακούστηκε το κλειδί να γυρνάει δυο φορές. Έκατσε σ’ ένα φαρδύ πάγκο, που ήταν στηριγμένος στον τοίχο προσπαθώντας να συνέλθει και να βάλει τα πράγματα σε μια σειρά. Τότε πρόσεξε στο βάθος του δωματίου έναν μπόγο που ήταν πεταμένος κατά γης, σα σωρός από κουρέλια. Παράθυρο δεν υπήρχε για να μπει φως ενώ μια λάμπα που άναβε μέσα υποφώτιζε τον χώρο  και δεν μπορούσε να καταλάβει τι ακριβώς ήταν αυτός ο όγκος. 
Όταν συνήθισαν τα μάτια του στο φως, κατάλαβε ότι ήταν άνθρωπος. 
Το πρόσωπό του ήταν γυρισμένο προς τον τοίχο και δεν μπορούσε να καταλάβει αν ήταν νέος ή γέρος, αν κοιμόνταν ή ήταν πεθαμένος. Έμεινε στη θέση του να τον κοιτάζει σαν υπνωτισμένος. Ποιος να ήταν; Τι να έκανε και τον είχαν πεταμένο εδώ μέσα σ’ αυτό το χάλι; 
Πάντως ο Νίκος δεν ήταν, σίγουρα. Αυτόν θα τον καταλάβαινε απ’ τον όγκο. Τούτος ‘δω ήταν, μάλλον, αδύνατος κι έτσι όπως ήταν κουβαριασμένος δεν μπορούσε να καταλάβει καλά.  
Ναι αλλά κι έτσι πάνω στο τσιμέντο;  Δεν θα πλευριτώνονταν;  
-«Κρίμα ο φουκαράς.»
Σηκώθηκε και πήγε προς το μέρος του. Τον γύρισε και τον έπιασε απ’ τις μασχάλες. Τον τράβηξε προς τον πάγκο. Έβαλε δύναμη και τον κάθισε, αλλά δεν στηρίζονταν. Ήταν λιπόθυμος. Τον ξάπλωσε στον πάγκο κι έβαλε και τα πόδια του λίγο πιο μέσα, για να ‘χει κι αυτός που να κάτσει. Ύστερα τον κοίταξε συλλογισμένος. Ήταν ένα νέο παιδί όχι πάνω από είκοσι χρονών. Ίσως και λίγο μεγαλύτερος. Στο πρόσωπο είχε αίματα και το ένα μάτι του ήταν πρησμένο ενώ φαίνονταν ένα βαθύ κόψιμο στο κάτω χείλος. 
Τον σκούντησε ελαφρά, μιλώντας χαμηλόφωνα.
-Μ’ ακούς; Εεε.. μ’ ακούς;
Καμιά απόκριση. Φαίνεται ότι τον είχαν κι αυτόν για ύποπτο και τον ¨ανέκριναν¨  
Έσφιξε τα δόντια και μούγκρισε: 
-Τέρατα.. θεότρελοι... καθίκια. 
Μετά έκατσε στον πάγκο και ξανασκούντηξε, μάταια, τα πόδια του νεαρού, μήπως και του δώσει κάποιο σημάδι ότι συνέρχεται.  Μόνο η ελαφριά του ανάσα ακούγονταν. Τίποτ’ άλλο. 
Μαζεύτηκε στην άκρη του πάγκου και κοίταξε ένα γύρω το κρατητήριο.  Στις γωνιές είχε αράχνες και το πάτωμα ήταν γεμάτο λεκέδες. Πρέπει να είχε άβαφτο από χρόνια και οι τοίχοι ήταν κίτρινοι απ’ την τσιγαρίλα, μ’ ένα σωρό γραψίματα  (κάτω, χαμηλά στον πάγκο). 
Βάλθηκε να παρατηρεί τι έγραφαν αυτοί που πέρασαν πριν απ’ αυτόν και προσπαθούσε να καταλάβει τι είδους άνθρωποι να ήταν. 
Μπορεί να ήταν εγκληματίες, ίσως και όχι.. 
Αλλά πάλι τί γύρευαν μέσα στο κρατητήριο; 
Γιατί κι ο ίδιος δεν ήταν μέσα;  Τί ήταν;  Εγκληματίας; 
Να… μόνο που τον υποψιάζονταν για αριστερό. 
Ε και λοιπόν;   Έγκλημα ήταν αυτό; 
Στο κάτω-κάτω δεν οδήγησε αυτός την Ελλάδα στον ¨κρημνόν¨ που έλεγε κι ο Παπαδόπουλος! 
Αν ήταν να γκρέμιζε την Ελλάδα ο κάθε καφετζής, τότε πάει να πει πως ήταν για γκρέμισμα… 
«Ας είναι, δε βαριέσαι (σκέφτηκε) ας κάνει κάτι ο κύριος ¨παρ’ Αρείω Πάγω¨ να βγω από ‘δω μέσα και… βλέπουμε»
Όμως έπρεπε να περάσει η νύχτα!


Να περάσει η νύχτα.. μια κουβέντα είν’ αυτή!   Έτσι όπως ήταν στριμωγμένος στην άκρη του πάγκου, είχε μουδιάσει στο πρώτο δεκάλεπτο και χρειάστηκε να κάνει κάμποσες φορές τον γύρο του δωματίου για να κυκλοφορήσει το αίμα στα πόδια του. Ξανακάθισε, για να σηκωθεί μετά από λίγο. Και ξανά και ξανά… 
«Και να φανταστείς ότι δεν μ’ άρεσε το παγκάκι επάνω. Άϊντε τώρα να δω πως θα περάσει η ώρα στην ψειρού!  Πολύ μεγάλη νύχτα είναι τούτη… η ρουφιάνα.» 
Τέλος, βολεύτηκε.. κάπως, ακούμπησε την πλάτη στον τοίχο και περίμενε να περάσει η νύχτα.  Θα έλεγε πως κάπου-κάπου τον ακουμπούσε ο ύπνος κι άρχιζε να σκουντουφλάει, αλλά αμέσως τινάζονταν, σα να φυλούσε σκοπός και περίμενε να του κάνουν έφοδο. 
«Εδώ μέσα δεν είναι να σε πιάνουν στον ύπνο»  
Άγρυπνος στύλωνε τα μάτια στην πόρτα του κελιού, σα να περίμενε τις ορδές να ορμίσουν κατά πάνω του και φυλούσε τον εαυτό του (άντε.. κι αυτόν τον φουκαρά, που δεν έλεγε να συνέλθει).  
Η μόνη του παρέα ήταν τα τσιγάρα του.  Μπορεί το στόμα να είχε γίνει ¨τσαρούχι¨ αλλά και δεν του περνούσε απ’ το νου να έμενε από τσιγάρο. 
Αργά την νύχτα δεν άντεξε και μάζεψε τα πόδια του κακομοίρη κι έκατσε λίγο καλύτερα. Το κεφάλι του έγειρε στο στήθος και τον πήρε αμέσως ο ύπνος.   Ένας ύπνος βαρύς, χωρίς όνειρα, που τον διέκοψε το γύρισμα του κλειδιού στην πόρτα. 
Πετάχτηκε όρθιος, νοιώθοντας έναν έντονο πόνο στο σβέρκο ενώ ακούστηκε ένα παρατεταμένο κρατς στη ραχοκοκαλιά του. 
Στην πόρτα φάνηκε ένας αγουροξυπνημένος αστυφύλακας.
-Τσιμπλιάκος;
-Μάλιστα!
-Έλα μαζί μου.
Ανέβηκαν πάλι στο γραφείο του αξιωματικού υπηρεσίας. Μέσα ήταν ο ίδιος αστυνόμος.
-Βάλε ‘δω μιά υπογραφή και να πας σπίτι σου. Και άλλη φορά να προσέχεις με ποιους κάνεις παρέα. 
Ο Βασίλης σκέφτηκε ότι θα ήταν καλύτερα να κρατήσει την ίδια γραμμή.
-Μα τι λέτε κύριε αστυνόμε; Εγώ κάνω παρέα μόνο με σωστούς ανθρώπους και καλούς νοικοκυραίους. Τώρα αν κάποιος έχει να κρύψει κάτι, πού να το ξέρω εγώ;  Τζέημς-μπόντ είμαι;
-Καλά – καλά… πήγαινε τώρα.
Δεν ήθελε και παρακάλια. Με ύφος που έλεγε: 
«Δεν σας τά ‘λεγα εγώ.. είμαι αθώα περιστερά» 
Βγήκε απ’ το κτήριο της ασφάλειας και μπήκε στο πρώτο ταξί που βρήκε μπροστά του. 
Έδωσε την διεύθυνση στον ταξιτζή και προσπαθούσε να μείνει ξύπνιος σ’ όλη την διάρκεια της διαδρομής καθώς έπεφταν τα βλέφαρά του.
Στο σπίτι τον περίμενε η Τούλα με τα μάτια πρησμένα απ’ την αϋπνία και η Νέλη να κοιμάται του καλού καιρού. 
Ο Βασίλης την καθησύχασε και της είπε τι έγινε με τον Νίκο. 
Η Τούλα άφησε να της φύγει ένα.. Ωχ!   Που πάει να πει: να και τα χειρότερα.
-Λέγε, Τούλα, πες τα όλα να ξέρουμε τι μας περιμένει.
-Εμάς τίποτα. Αυτή η φουκαριάρα περιμένει παιδί!
-Ωχ!  
Αυτή τη φορά ήταν σειρά του Βασίλη να βογκήξει. Αλλά και τι να έκανε; Μάνα θα γίνονταν η έρμη. Κουφιοκέφαλη αλλά… μάνα. 
Έμεινε για λίγο συλλογισμένος δουλεύοντας το πράγμα στο νου του και μετά από δυο λεπτά είπε αποφασιστικά.
-Τι να κάνουμε; Δεν γίνεται να μείνει έτσι κι αυτή. Θα… την κάνουμε ψυχοκόρη.
Η Τούλα τον αγκάλιασε και του ‘σκασε ένα φιλί.
-Ο Θεός θα στο ξεπληρώσει!
-Άκου, Τούλα,  δεν ξέρω τι θα κάνει ο Θεός. Οι μπάτσοι με φοβίζει τι θα κάνουν.. Αλλά και να την αφήσουμε έτσι μόνη δεν γίνεται. 










 14]                                           Και οι  δύσκολες μέρες



Την άλλη μέρα πήγε στο γραφείο αλλάζοντας δυο φορές τον δρόμο του ( καλού-κακού). Μπήκε μέσα χαμογελαστός σα να μη συνέβαινε τίποτα.  Καλημέρισε εγκάρδια τα ¨παιδιά¨ και προχώρησε στο ¨μέσα¨ γραφείο. Άνοιξε τα συρτάρια για να δει μήπως τ’ ¨ανακάτωσε¨ κανένας. Όλα φαίνονταν στη θέση τους.  Πήρε στο τηλέφωνο τον Πέτρο.
-Καλημέρα Πετρή.  Έχω εδώ κάτι τιμολόγια που θέλουν πέρασμα στο βιβλίο και είπα να στα φέρω εγώ.. να σε δω και λίγο.
Τόνισε τις τελευταίες λέξεις για να δώσει στον άλλον να καταλάβει ότι ήταν ανάγκη να μιλήσουν. 
-Εντάξει σε περιμένω. 
Απάντησε ο λογιστής και χωρίς να περιμένει άλλη απάντηση έκλεισε το τηλέφωνο. 
Σε λίγα λεπτά είχε φτάσει στο γραφείο του για να βρει έναν Πέτρο έξαλλο 
-Καλά, ήταν ανάγκη να πάρεις τηλέφωνο;  Αφού ξέρεις ότι είμαι συνέχεια εδώ κι αν λείψω για λίγο δεν έγινε και τίποτα… θα ‘ρθω.  Γαμώτο! Δεν ξέρεις ότι τα τηλέφωνα παρακολουθούνται; 
-Μην κάνεις έτσι, ρε Πέτρο, γι’ αυτό είπα πως σου φέρνω τιμολόγια.
-Ναι κι αυτοί το ‘χαψαν! Με δουλεύεις; 
Τον είχε καταλάβει ένας υστερικός φόβος.  Πάλι καλά που δεν τον έπιασε και τρεμούλα. 
-Μα καλά.. (αποτόλμησε να πει ο Βασίλης) αυτοί δεν έδωσαν αμνηστία σ’ όλους τους αριστερούς;  Αφού έκλεισαν και τον Αβέρωφ!
-Αγαθός είσαι;!!
Κατάλαβε ότι πάρα πέρα κουβέντα με τον Πέτρο δεν οδηγούσε πουθενά. Τον είχε πιάσει πανικός, σα να ήταν η ασφάλεια έξω απ’ την πόρτα και θα μπουκάριζε όπου να ‘ναι. 
Άλλαξε κουβέντα για να μην πάθει τίποτα και τον πάρει στον λαιμό του.
-Ασ’ τα αυτά τώρα, να δούμε τι θα κάνουμε με τον Νίκο.
-Σαν τι να κάνουμε; Αυτός το ‘καψε το καλύβι του. Κοίτα μη μπλέξεις και συ, γιατί θα πάτε στον πάτο.  Δουλειές με επισκεπτήρια στο… ξερονήσι δεν γίνονται. 
-Αμάν, ρε Πέτρο, πολύ δραματικά τα βλέπεις. Δεν είναι δα και τόσο σοβαρά. Πιτσιρικάς ο Νίκος έκανε κάποιες απερισκεψίες, δεν βγήκε δα κι αντάρτης στα βουνά. Μπορούμε να το φέρουμε βόλτα το πράμα. Βλέπεις είναι κι η Βαγγελιώ έγκυος.. 
-Ωχ!
-Ναι αυτό είπα κι εγώ..   Γι’ αυτό σου λέω, να πούμε σ’ αυτόν τον δικηγόρο ν’ αναλάβει το θέμα, μπας και τον ξελασπώσουμε. Εσύ τον ξέρεις καλύτερα και θα σ’ ακούσει.
-Μωρέ τι εμένα και σένα; Αυτός ακούει τα λεφτά! 
Τάξε του χρήμα και στον βγάζει τον Νίκο… πατριάρχη Αθηναγόρα.  
Ξανά πίσω στο γραφείο, γιατί ο Πέτρος φοβόνταν ν’ ακουμπήσει το τηλέφωνο σα να ‘ταν σκορπιός. Έκλεισε ραντεβού για τ’ απόγευμα και άρχισε τις προσπάθειες για να.. ξετρυπώσει τον Μίλτο. 
Η Ευτέρπη είχε να τον δει από δυο μέρες και δεν μπορούσε να τον ¨πιάσει¨ σε κανένα τηλέφωνο. Η μάνα του δεν είχε ιδέα που μπορεί να έχει πάει (πάνω κει ¨ράγισε¨ η φωνή της κι άρχισε να κλαψουρίζει)
-Τι κακό μας βρήκε Βασίλη μου; 
Δεν άντεχε άλλο να κάνει την παρηγορήτρα σ’ όλον τον.. γυναικείο πληθυσμό κι έβαλε τις φωνές. 
-Έλα τώρα! Μην κάνεις έτσι δεν χάθηκε ο κόσμος!  Ο Νίκος είναι.. λίγο μπλεγμένος. Θααα… τον ξεμπλέξουμε. Αν μιλήσεις με το Μίλτο πέσ’ του ότι τον θέλω. Αύριο βράδυ κατά τις επτά, να πάει εκεί που ήμασταν πριν πάω στην ασφάλεια. Και πες του ότι δεν τρέχει τίποτα. Αυτός είναι… λευκή περιστερά. 
Την υπόλοιπη μέρα προσπάθησε να βάλει μια σειρά στη δουλειά και να ξεμουδιάσει τους υπόλοιπους, που περίπου τον.. έκλαιγαν ζωντανό.


Το απόγευμα της επομένης ξεκίνησε για το Μπουρνάζι αλλάζοντας συνέχεια δρόμο, περνώντας από έρημα στενά, για να δει μήπως τον παρακολουθούσε κανείς. Στο τέλος αφού βεβαιώθηκε ότι δεν ήταν κανένας στο κατόπι του, πήγε στο καφενείο που είχαν κάτσει την τελευταία φορά. Παράγγειλε καφέ και άνοιξε μια εφημερίδα, κάνοντας πως διαβάζει, αλλά παρακολουθούσε την κίνηση μέσα κι έξω απ’ το καφενείο.  Τέλος, κατά τις εννιά το βράδυ, φάνηκε ο Μίλτος… με καπέλο και σκούρα γυαλιά.  Μπήκε φουριόζος, κοίταξε δεξιά-αριστερά και πλησίασε τον Βασίλη.
-Καλησπέρα.  
Είπε σχεδόν ψιθυριστά, χωμένος μέσα στους γιακάδες της καμπαρντίνας του.
-Κάτσε!  Τι χάλια είναι τούτα μωρέ;  Τι παριστάνεις;  Τον Αρσέν Λουπέν; 
-Μα… μη με δει κανένας… και..
-Δε μου λες; Αν εσύ έβλεπες έναν τύπο, ντυμένο.. έτσι, τι θα έκανες;  Θα ‘λεγες ότι είναι αθώος ή θα φώναζες κάναν μπάτσο για να τον μαζέψει;  Βγάλε, γρήγορα, αυτά τα μασκαραλίκια και κάτσε σαν άνθρωπος!
Αφού κατάφερε και τον ηρέμησε, του εξήγησε πως έχει η κατάσταση για να πάψει να τρέμει.  
Ο φουκαράς ο Μίλτος, μέχρι που να καταλάβει ότι δεν κυνηγούσαν κι αυτόν, είδε κι έπαθε. Τον είχε πιάσει πανικός κι έβλεπε παντού μυστικούς αστυνομικούς και χαφιέδες της ΚΥΠ. 
Ο Βασίλης άρχισε να του μιλάει γρήγορα για να καταφέρει να του αποσπάσει την προσοχή.
-Άκου, Μίλτο, κανένας δεν νοιάζεται για μένα ή για σένα. Το πρόβλημα είναι όλο στο Νίκο κι αυτό είναι και το μεγάλο πρόβλημά μας. Πολύ φοβάμαι ότι θ’ αλλάξουν αρκετά πράγματα τις επόμενες μέρες και πρέπει να είμαστε έτοιμοι. Λοιπόν εσύ θα πας στο γραφείο και..
-Που; Που.. να πάω;!!
Ο Μίλτος είχε γουρλώσει τα μάτια, ενώ τα χέρια του άρχισαν να τρέμουν.
-Μα καλά… δεν ντρέπεσαι λίγο; Φαντάζεσαι να σ’ έβλεπε σ’ αυτό το χάλι η Ντέπη;
Ο Βασίλης έριξε, μπαμπέσικα, το ¨χαρτί¨ της Ευτέρπης στο τραπέζι, για να του τονώσει το ηθικό. Και είχε δίκιο! Ο Μίλτος φάνηκε να ¨παίρνει τ’ απάνω του¨ . Πήρε βαθιά ανάσα και.. τα ‘ριξε όλα μαζί.
-Έχετε δίκιο κύριε Βασίλη δεν θα μας πάρουν αυτοί τον αέρα. Όσο τους φοβόμαστε τόσο χειρότερα είναι!
-Μπράβο λιοντάρι μου!
«Λιοντάρι.. χεσμένο (σκέφτηκε) αλλά δε βαριέσαι.»
Από την επόμενη μέρα πράγματι, είχαν αλλάξει πολλά πράγματα. 
Οι στρατιωτικοί, που  του έκαναν ένα σωρό χαρούλες (είναι βλέπεις που τους είχε καλομαθημένους, με τα δωράκια τους και τα χατιράκια τους) τώρα δεν.. τον ήξεραν, ενώ αυτοί που του έδιναν παραγγελίες έκλειναν το τηλέφωνο μόλις άκουγαν με ποιόν μιλούσαν.  
Αδιέξοδο!  Αλλά δεν μπορούσε να γίνει και τίποτα περισσότερο. 
Το να χάσει ένα τόσο μεγάλο κομμάτι δουλειάς του κόστισε πολύ, αλλά δεν έδειξε τίποτα σε κανέναν. 
Μόνο κάποιες φορές, όταν έμενε μόνος στο γραφείο, άρχιζε ατέλειωτους διαλόγους με απόντες συνομιλητές. Τον συνέπαιρνε η κουβέντα με τον εαυτό του και ‘κει που αγόρευε έριχνε και καμιά γροθιά στο τραπέζι, αναποδογυρίζοντας ό,τι βρίσκονταν επάνω του. Μετά νευρίαζε με τον εαυτό του, που άφηνε να του ξεφεύγει η κατάσταση για να ξαναρχίσει, μετά από λίγο τον μονόλογο. 
Από τη μιζέρια του τον έβγαλε η Ευτέρπη που τους επισκέφτηκε.. κατά τύχη ένα πρωί. Ήταν μια από τις συνηθισμένες της ¨βόλτες¨ που κατά σύμπτωση την έβγαζαν κοντά στο γραφείο… « και μιας και περνούσα είπα να σας πω μια καλημέρα.» 
Ο Βασίλης χωμένος μέσα σε καταλόγους και απογραφές αποθήκης δεν μπορούσε να της πιάσει την κουβέντα και άφησε τον Μίλτο να εκτελέσει τα καθήκοντά του.  
Κι αυτός (ο μπαγάσας) έκατσε και της είπε τις στεναχώριες τους.
-Ασ’ την ρε Μίλτο, την κοπέλα, να μη φορτώνουμε κι άλλους με τις φουρτούνες μας. 
-Α! όλα κι όλα, Βασιλάκη μου, τώρα με προσβάλεις! Μια οικογένεια είμαστε. Όλα πρέπει να τα ξέρουμε. 
-Γιατί ρε Ευτ…  Ντέπη να τα ξέρεις;   Για να κλαίμε μαζί την μοίρα μας;    Έφυγαν;  Έφυγαν!    Ώρα καλή και να μας γράφουν.  Εδώ δεν προλαβαίναμε την υπόλοιπη δουλειά σ’ αυτούς θα κολλήσουμε;
Μπορεί να παρίστανε τον ατρόμητο αλλά μέσα του σάλευαν ένα σωρό φόβοι.  
Πρώτ’ απ’ όλα δεν ξεχνούσε ότι είχαν περάσει, πλέον, από την ¨άλλη μεριά¨ και δεν μπορούσαν να επικαλεστούν τις συγγένειες με τον Παπαδόπουλο ή να ¨κλείνουν το μάτι¨ πως τάχα αυτοί είναι μέσα σ’ όλα και για διασυνδέσεις κι ένα σωρό άλλα παραμύθια π’ αράδιαζαν σε όσους ήθελαν να εντυπωσιάσουν. 
Αλλά και πάλι τι είχαν να φοβηθούν; Είχαν μαζέψει ένα σωρό κεφάλαιο σε ρευστό, χώρια που είχαν τρεις αποθήκες γεμάτες μέχρις επάνω με εμπορεύματα. 
-Αμάν οι αποθήκες!


Μέσα στην ταχύτητα των εξελίξεων είχε ξεχάσει εντελώς ότι οι αποθήκες βρίσκονταν μέσα σε στρατιωτικούς χώρους! Έπρεπε με κάποιο να πάνε να τα πάρουνΣτο κάτω -  κάτω ένα μεγάλο μέρος απ’ αυτά τα χρωστούσαν κι έπρεπε να ξεκινήσουν, στα γρήγορα, να πουλάνε στα μαγαζιά πριν αρχίσουν οι προμηθευτές να ζητάνε τα λεφτά τους.
Πρωί – πρωί την άλλη μέρα ξεκίνησε, με δυο παλικάρια κι ένα φορτηγό, να πάει να τα μαζέψει. Τα ζόρια όμως φάνηκαν απ’ την ώρα που έφτασε στην πύλη.  Τον σταμάτησε ο φαντάρος και του είπε πως έχει διαταγή να περιμένει να τον συνοδέψει ένας αξιωματικός, γιατί  ¨δεν κάνει να περιφέρονται πολίτες μέσα στο στρατόπεδο¨  
Το ότι πριν από λίγες μέρες του δίνανε και φαντάρους για να τον βοηθάνε να κουβαλάει τα εμπορεύματα. Τώρα ¨δεν έκανε να περιφέρεται σε στρατιωτικούς χώρους¨ 
-Καθίκια καραβανάδες. Μουρμούρισε, χωρίς να τον ακούσει ο ¨συνοδός¨ του.  
Αλλά δεν έδωσε σημασία. Αυτό που τον ενδιέφερε ήταν να τελειώνει και να φύγει από κει μέσα γι’ αυτό και άνοιξε το βήμα του για να τελειώνει μια ώρα αρχύτερα. 
Τότε τα είδε!  Όλα μαζί, ένα σωρό σα να ήταν μπάζα. Σίγουρα πρέπει να τα σώριασαν με κάποιο μηχάνημα, γιατί τα μπουκάλια είχαν σπάσει σχεδόν όλα και είχαν μουσκέψει όλα τα υπόλοιπα που βρίσκονταν από κάτω τους. Μάλλον πρέπει να το είχαν κάνει επίτηδες για να προκαλέσουν όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ζημιά.  
Μετά από λίγα λεπτά πλησίασε ένας λοχαγός ο οποίος (με πολύ αυστηρό ύφος) τον πληροφόρησε ότι έχει διαταχθεί ένορκη διοικητική εξέταση, για να δουν ποιος ήταν αυτός που του επέτρεψε να φέρει οινοπνευματώδη ποτά εντός της μονάδος και θα διατάζονταν η παραδειγματική του τιμωρία. 
Αυτός, όμως,  «όφειλε να συγκεντρώσει όλα του τα είδη εντός των επομένων τριών ωρών, άλλως θα διετάζετο, από τον κύριον διοικητήν της μονάδος, η απόσυρσίς των μετά των υπολοίπων απορριμμάτων του στρατοπέδου» 
Τι ¨εξέτασις¨ και κουραφέξαλα; 
Αφού είχαν έρθει στην αποθήκη μαζί με ¨τον κύριον διοικητήν¨ και μόνος του είχε διαλέξει τρία κιβώτια απ’ το καλύτερο ουίσκι, ρεγάλο απ’ τον Βασίλη «με τα χαιρετίσματά του στην κυρία»  
Ο υποκρίταρος! Τώρα διέταζε την ¨εξέτασιν¨ για να μάθει ό,τι ήξερε απ’ την αρχή.  
Αν ήθελε να τιμωρήσει κάποιον ας βούταγε τον εαυτό του.  Λυκόρνιο! 
Πήρε άδεια κι έφερε μέσα το φορτηγό με τους ανθρώπους κι άρχισαν να μαζεύουν στα γρήγορα ό,τι φαίνονταν σε καλή κατάσταση κι άφησαν τα κατεστραμμένα ¨να τα αποσύρουν με τα υπόλοιπα απορρίμματα του στρατοπέδου¨. 
Τα πήγαν στο οικόπεδο της Τούλας και τα ξεφόρτωσαν. 
Εκεί τους περίμενε ο Μάκης με δυο ανθρώπους που ξεκίνησαν σβέλτα να στήνουν γύρω απ’ το σωρό με τα πράγματα μια αποθήκη με λαμαρίνες, πριν πιάσει καμιά βροχή και καταστρέψει και τα υπόλοιπα. Κατά το βράδυ πεθαμένος απ’ την κούραση πήγε σ’ ένα κοντινό περίπτερο και τηλεφώνησε στο γραφείο. Του απάντησε ο Μίλτος, με μια φωνή γεμάτη αγωνία:
-Τι έγινε κύριε Βασίλη, γιατί χαθήκατε;
-Μίλτο, άσε τις πολλές κουβέντες κι έλα στο Αιγάλεω, στο οικόπεδο της Τούλας και πάρε μαζί σου κάνα παλτό και δυο τρεις κουβέρτες.
-Τι… τι θα κάνω;
-Έλα και θα σου πω!
Ο Μάκης είχε προβλέψει κι έκανε ένα παράσπιτο με λαμαρίνα για να κάθεται ένας φύλακας. Σα σκυλόσπιτο ήταν, αλλά δε βαριέσαι. Δεν ήταν ώρα για πολυτέλειες. 
Πάντως, όταν έφτασε ο Μίλτος δεν έκρυψε την έκπληξή του.
-Πότε το κάνατε αυτό;
-Το κάναμε! Αλλά δεν σε φώναξα για να μου πεις αν είν’ ωραίο. Πρέπει να κάτσει κάποιος εδώ, μήπως περάσουν τίποτα λεβεντόπαιδα και μας νοικοκυρέψουν.  
Εγώ είμαι ψόφιος στην κούραση έτσι ο κλήρος πέφτει σε σένα. 
-Καλά φύγετε εσείς και θα κάτσω εγώ. Αλλά πρώτα θα πάω να πάρω δυο τρία πράγματα που χρειάζομαι και θα γυρίσω.
Ο Μίλτος έφυγε και μετά από λίγα λεπτά γύρισε κρατώντας δυο μεγάλα μπλοκ και έναν φακό με μπαταρίες.
-Μια και θα κάτσω μην πάει χαμένη η ώρα. Θα κάνω απογραφή στα πράγματα που φέρατε για να δούμε τι έχει μέσα η αποθήκη.
Ο Βασίλης δεν είχε κουράγιο ούτε την γνώμη του να πει. Ξεκίνησε να πάει στο σπίτι γιατί δεν τον κρατούσαν τα πόδια του.  Με το που μπήκε απ’ την πόρτα χτύπησε το τηλέφωνο. 
-Κομνηνός. Δικηγόρος!  Αυτοαναγγέλθηκε όλο ύφος. Εξέτασα την υπόθεση του Νικολάου Παπαδοπούλου.   Η κατηγορία είναι πλαστοπροσωπία… τίποτα σημαντικό.   Θα το παλέψουμε, αλλά θα ήθελα να έλθεις αύριο στο γραφείο μου, για να πούμε κάποια πράγματα από κοντά.
«Λεφτά θα θέλει» σκέφτηκε ο Βασίλης «κι αφού είναι υπόθεση με λεφτά, πάει να πει ότι θα πάμε καλά» 
-Εν τάξει θα έρθω αύριο πρωί, κατά τις δέκα.
Την άλλη μέρα, ξεκούραστος και πιο αισιόδοξος έφτασε στο γραφείο του ¨παρ’ Αρείω Πάγω¨, όπως ανακοίνωνε μια ταμπέλα πάνω στην πόρτα του γραφείου. Μπαίνοντας τον περίμενε μια μεγάλη έκπληξη.  Καθισμένος φαρδύς πλατύς ήταν ο Παύλος!
-Ρε Παύλο! Εσύ τι… πως από δω;
-Ασ’ τα ρε Βασίλη. Τα έμαθα. Όλος ο στρατός για σας συζητάει. Και καλά αυτός ο τύπος! Που απ’ την αρχή εμένα δεν μ’ άρεσε..
Τι δεν του άρεσε ακριβώς; Που όταν είχε δει τις φωτογραφίες, που του μόστραρε ο Νίκος, μόνο το χέρι που δεν του φίλησε.  Αλλά δεν ήταν ώρα τώρα να λένε τέτοια. 
-Όχι ρε Παύλο. Καψοκαλύβας είναι κι αυτός μην το βλέπεις έτσι.
-Ακούστε με (μπήκε στη μέση ο δικηγόρος) το τι έκανε το ξέρουμε καλά! Το θέμα τώρα είναι να τον ξεμπλέξουμε και να σώσετε και σεις την δουλειά σας. 
Ο κύριος αντισυνταγματάρχης, από δω, έχει να σου πει κάτι σημαντικό.
-Αντισυνταγματάρχης;! Μπράβο ρε Παύλο κι εις ανώτερα! Είδες που στο είπε η Τούλα; Θα είσαι η ποιο λεβεντιά στρατηγός μας. Λοιπόν θα σας κάνουμε το τραπέζι, με ό,τι προτιμάς εσύ. Εσύ θα έχεις τον πρώτο λόγο! Αλλά θα φέρεις και την Ρένα και… θα φροντίσω να της πιάσει την κουβέντα η Τούλα.
Να τες πάλι οι ύπουλες μαχαιριές. Τον ήξερε καλά τον Παύλο και τον χτυπούσε στο αδύνατο σημείο του. Για ένα καλό φρικασέ, μπορούσε να παραδώσει την Ελλάδα εις τον εχθρόν κι αυτός τον άφηνε να μυριστεί μπόλικα καλούδια, απ’ την μαστόρισσα την Τούλα, που στο κάτω- κάτω κολακεύονταν απ’ καλά λόγια του, για την υπέρτατη τέχνη της στο μαγείρεμα. 
-Λοιπόν άκου να σου πω Βασίλη (είπε ο Παύλος) δεν θέλησα να έλθω σε απ’ ευθείας επικοινωνία μαζί σου για… ξέρεις τώρα. Αλλά όταν έμαθα τι συμβαίνει, φρόντισα και μάζεψα τα πράγματα που είχατε στις δυο αποθήκες, που ήταν στην δική μου ευθύνη και τα πήγα σε έναν δικό μου άνθρωπο. Θα σου δώσω την διεύθυνση να πας να μιλήσετε. Αλλά να ξέρεις εγώ από δω και πέρα δεν ξέρω τίποτα.
-Μπράβο ρε Παύλο είσαι μεγάλη καρδιά. 
Ο Βασίλης συγκινήθηκε από την πράξη του Παύλου. Δεν ήταν τίποτα μεγάλες ποσότητες, αλλά μετά από την ζημιά που έπαθαν στην μεγάλη ποσότητα, ό,τι κι αν σώζονταν ήταν κέρδος. Ξάφνου ένοιωσε τύψεις, για το ξύλο που έριχνε στον Παύλο όταν ήταν πιτσιρίκια και για τα λόγια που ‘λεγε για την Ρένα. Δε βαριέσαι ας ήταν βούρλο…. Τώρα που χρειάστηκε τον βοήθησαν. 
Του άξιζε κι ένα καλό γαλακτομπούρεκο και μπακλαβάς και Γιαννιώτικες φλογέρες. 


Για τις επόμενες μέρες, συμφώνησαν, ο δικηγόρος ν’ ασχοληθεί με το θέμα του Νίκου κι αυτός να πάει να δει τι θα γίνει με την δουλειά. Είχε μπει ο Νοέμβρης και οι μέρες μίκραιναν όλο και περισσότερο, δεν έφτανε η μέρα για να δει όλους τους πελάτες που ήθελε. Αλλά και κάτι βροχούλες τον έκαναν ν’ ανησυχεί για τα πράγματα στην πρόχειρη αποθήκη που είχε στήσει ο Μάκης. Κι αυτά, όμως αντιμετωπίζονταν. Το κακό είναι ότι άρχισαν κάποιοι προμηθευτές να γίνονται ανυπόμονοι και να του στέλνουν ραβασάκια με ¨ευγενικές¨ προτροπές, να επισπεύσει την εξόφληση του λογαριασμού του.  Άρχισε να πηγαίνει από εταιρεία σ’ εταιρεία για να τους καθησυχάζει τους φόβους, αφήνοντας τον Μίλτο να τρέχει την δουλειά. Αλλά και ‘κει φαίνονταν ότι ¨κάτι δεν πήγαινε καλά¨. Δεν χρειάστηκε και πολύ για να καταλάβει ότι ¨κάποιοι¨ μίλησαν στους πελάτες. Αρκετοί απ’ αυτούς, με κάποιες αστείες δικαιολογίες, διέκοψαν την συνεργασία.  Ένας όμως δεν κρατήθηκε και μίλησε στα ίσα. Ο Βασίλης τον είχε βοηθήσει παλιότερα, που είχε πρόβλημα με την υγεία της γυναίκας του κι ο ερίφης αισθάνονταν την υποχρέωση. 
Τον πήρε σ’ ένα εσωτερικό γραφείο που είχε στο μαγαζί κι αφού τον κέρασε καφεδάκι του άνοιξε την καρδιά του.
-Άκου να σου πω, ρε Βασίλη, μ’ έχεις βοηθήσει και στο χρωστάω.  Να ξέρεις ότι πέρασαν κάτι τύποι και μου είπαν ότι δεν πρέπει να δουλεύω μαζί σας γιατί είσαστε αναρχικά στοιχεία και… κάτι τέτοια.  Εγώ δεν θα τους έδινα καμιά σημασία αλλά, να.. ξέρεις, το παιδί δουλεύει στη βάση στο Ελληνικό και δεν θέλω να βρεθεί για έναν τέτοιο λόγο στο δρόμο ή και τίποτα χειρότερο. 
Δεν χρειάστηκε και πολλά για να καταλάβει τι είχε συμβεί. 
Αυτά που έκαναν μ’ όλους όσους έβαζαν στο μάτι, τώρα το έκαναν και μ’ αυτούς. 
Αυτό που είχε πάντοτε σαν αρχή του «ποτέ να μην αφήνεις να σε βάζουν στο ¨μάτ騻 τώρα του είχε έρθει κατακέφαλα. 
Όχι μόνο τον έβαλαν στο μάτι αλλά απ’ ό,τι κατάλαβε, όλοι ασχολούνταν μαζί τους. 
Που πάει να πει: Ξέχνα την δουλειά που χάσαμε και κοίτα να σώσουμε το τομάρι μας. 
Δεν ήταν άσχετος! Ήξερε καλά τι σήμαιναν όλα τούτα, αλλά παλιότερα δεν τον ενδιέφερε γιατί δεν κυνηγούσαν τον ίδιο, τώρα που τον έβαλαν στο μάτι κατάλαβε τι εστί βερίκοκο. Από δω και πέρα έπρεπε να προσαρμοστεί στη νέα κατάσταση. Σίγουρα στον στρατό, θα είχαν βρει κάποιους άλλους να τους προμηθεύουν. Αν και ο Παύλος του είχε πει ότι είχαν γίνει πολύ σφιχτά τα πράγματα. Θεωρούσαν ότι τους είχαν δουλέψει πολύ άσχημα και για να περάσει άνθρωπος μέσα στο τμήμα προμηθειών έπρεπε να τον ψάξουν μέχρι τρίτης γενεάς. 
Εκτός φυσικά από τα μεγάλα ψάρια! Αυτοί έμπαιναν όπου ήθελαν και κανένας δεν τολμούσε να βγάλει άχνα. 
Είχε την εντύπωση πως ξεκινούσε απ’ την αρχή. Μόνο που αυτή η αρχή δεν είχε ούτε τον ενθουσιασμό, ούτε και τις προϋποθέσεις που είχαν παλιότερα. Έτσι κι αλλιώς είχε μείνει μόνος του. 
Τον Νίκο κατάφεραν να τον βγάλουν απ’ τη φυλακή, με κάτι νομικίστικα κόλπα του δικηγόρου (κάτι με την παρέλευση του χρόνου απαγγελίας της κατηγορίας, κάτι με τις διασυνδέσεις του) τελικά ο Νικολάκης την έβγαλε καθαρή.   
Ε!   όχι και τόσο καθαρή… Απ’ ό,τι τους είπε ο δικηγόρος, του είχαν κάνει ένα φάκελο ίσα με δυο φορτηγά. Έτσι το πήρε, ο φουκαράς, απόφαση και έφυγε για την Γαλλία μέσα σ’ ένα βαγόνι- ψυγείο. Τον τρόπο τους τον έδειξε ο Λευτέρης που είχε γίνει αντισυνταγματάρχης και είχε στην ευθύνη του τον εφοδιασμό των κρεάτων. Ας είναι καλά ο άνθρωπος, όταν του είπαν το πρόβλημα και πως είναι έγκυος η Νέλη, τον συμπόνεσε. Κανόνισε, λοιπόν, σε μια απ’ τις επόμενες παραλαβές να στείλει τα ψυγειοβαγόνια και μέσα σ’ ένα απ’ αυτά να είναι και ο Νίκος. Του ‘βαλε μέσα και το κάτι τις του για να ‘χει να βολεύεται στο δρόμο. Τι κάτι τις δηλαδή, μισός λόχος μπορούσε να περάσει για ένα μήνα με τόσο φαΐ. Αλλά είπαμε, ο Νικολάκης έτσι κι έμενε λίγη ώρα χωρίς μπούκωμα του ‘ρχονταν λιγοθυμιά. 
Άσε που ο έρμος όταν τον έβγαλαν απ’ τη στενή είχε χάσει ίσα με δέκα κιλά. Τον έβλεπε και δεν μπορούσε να τον γνωρίσει. Η Νέλη μόλις τον είδε άφησε ένα βογκητό και την έπιασαν λυγμοί. Στην προσπάθειά της η Τούλα να την ηρεμήσει έκανε τα πράγματα χειρότερα.
-Έλα ησύχασε, δεν είδες που έκανε και σιλουέτα;
Και δώσ’ του η Νέλη να κλαίει πιο γοερά. 
Πήρε ο Νίκος και το ύφος του θύματος, μάλλον για να γλιτώσει το ξύλο απ’ το Βασίλη. Τον είχε δει ότι ήταν εξαγριωμένος. 
Πράγματι μέσα του έβραζε. Ήθελε να τον στριμώξει και να του τα ψάλει απ’ την καλή κι απ’ την ανάποδη, που με τα ψέματά του κόντεψε να τους βάλει όλους φυλακή.   
Αλλά… δε βαριέσαι. Τι να κάνουμε τώρα; Ψέματα, αλήθεια αυτή ήταν η κατάσταση. 
Δεν ήθελε ν’ αναστατώσει και την έγκυο γυναίκα. Αλλά του είπε με αυστηρό ύφος ότι θα πρέπει να ζυγίσει καλά τι θα κάνει από δω και πέρα. 
Έτσι το πήρε απόφαση, ο Νίκος, να φύγει, με κάποιο τρόπο, στη Γαλλία που είχε εκεί κάτι συγγενείς του και μόλις έστρωνε κάπως την κατάσταση να έπαιρνε και την Νέλη. Όλους τους είχε ζορίσει αυτή η κατάσταση εκτός, βέβαια, απ’ τη Βαγγελιώ που έπλεε σε πελάγη ευτυχίας που θα πήγαινε στο Παρίσι και θα ξαναζούσε το μήνα του μέλιτος. 
Ε! δεν μπορούσες να περιμένεις και περισσότερα από λόγου της. 
Μάλιστα ο Βασίλης στο στόμα το ‘χε να της το ¨πετάξει¨ 
«Αμάν μωρέ Νέλη, είναι κατόρθωμα να είσαι τόσο ηλίθια» 
Αλλά ας το πάρει το ποτάμι. Βλέπεις ήταν και έγκυος. Την είχε πάρει και η Τούλα υπό την προστασία της… και ποιος τα βάζει με την Τούλα.     Για τέτοια είμαστε τώρα; 
Έτσι βρέθηκε ο τρόπος με την μεσολάβηση του Λευτέρη, που ο αθεόφοβος ήρθε μέρα μεσημέρι στο σπίτι του Βασίλη να μάθει τα καθέκαστα. 
Του Βασίλη βέβαια, κάπως του φάνηκε αυτή η επίσκεψη. Το ‘ριξε μάλιστα στα ίσα.
-Εσύ ρε Λευτεράκη, πως γίνεται και μας πλησιάζεις έτσι άφοβα;
-Μα δεν πλησιάζω εσάς! Υποτίθεται πως πάω στο γήπεδο του Πανιωνίου να κλείσω θέσεις για μένα και τον γιό μου. Έ! Ξεστράτισα και λίγο, αφού πρώτα βεβαιώθηκα πως δεν είναι κανένας εδώ γύρω να παρακατσεύει..  Αλλά θα ήθελα να δω και λίγο αυτόν τον πονηρό να μου πει πως κατάφερε κι έστησε τόσο έξυπνα την κομπίνα. Ο μπαγάσας όλους μας έφερε βόλτα!  
Σταμάτησε για λίγο τον μονόλογο και μετά από μια μικρή παύση.
-Δε μου λες ρε Βασίλη, εσύ δεν ήξερες τίποτα για την πονηριά που έκανε;
Ο Βασίλης ήταν έτοιμος για μια τέτοια ερώτηση. Ύστερα θυμόταν κι αυτά που του είχε πει ο δικηγόρος: 
«Εσύ τον ανήξερο! Τον Παπαδόπουλο τον γνώρισες το εβδομήντα και ήξερες ότι ήταν ανίψι του Γεωργίου Παπαδοπούλου και εθνικόφρων μέχρι το κόκαλο» 
Πήρε λοιπόν το ποιο αθώο ύφος του κόσμου και γουρλώνοντας τα μάτια αναφώνησε.
-Λευτέρη μου! Σε ό,τι έχω ιερό! Δεν ήξερα τίποτα και μα το θεό θα του τις είχα βρέξει, αλλά έχει χάρη που είναι έγκυος η γυναίκα του και δεν θέλω να φέρω αναστάτωση.  
Και μη σου πάει ο νους σε τίποτα… φοβερό. Καψοκαλύβας είναι. Θέλησε κι αυτός να πιαστεί από κάπου.  Αλλά όπως θα είδες, όλο τον καιρό που δουλέψαμε και τίμιοι ήμασταν και φερέγγυοι. Πώς να το κάνουμε… τόσα συγχαρητήρια μας έχετε δώσει. 
-Μπα!   Έγκυος η κυρία Παπαδοπούλου;  (Είπε ο Λευτέρης αλλάζοντας κουβέντα)   Μπράβο Νικολάκη θα γίνεις και μπαμπάς! Δε… βαριέσαι  καλά έκανα και τον βοήθησα. 
-Ναι ρε Λευτέρη!  Πες πως άναψες ένα κερί, είναι κρίμα ο φουκαράς.
-Άσε, ρε Βασίλη, τα πονηρά. Αυτουνού του χρειάζεται στειλιάρι. Εγώ θα είμαι κρίμα που έτσι και με πάρουν πρέφα ότι τον βοήθησα να την κοπανήσει, θα με στήσουν στα δέκα μέτρα. Ευτυχώς που έχουν αλλού το νου τους τώρα. Βλέπεις άρχισαν πάλι οι φοιτητές να κάνουν φασαρία. Έχουν μαζευτεί στο πολυτεχνείο, έφτιαξαν κι έναν πειρατικό σταθμό και φωνάζουν ότι θέλουν ψωμί και παιδεία… τρομάρα τους. Δεν κοιτάνε κει τα μαθήματά τους που έχουν δυο πήχες μαλλί ο καθ’ ένας τους σα γκόμενες. 
-Ρε τα παλιόπαιδα!  Γι’ αυτά πληρώνουν οι πατεράδες τους; Σα δε ντρέπονται!
Έκανε τον αγανακτισμένο, για να καλοπιάσει τον Λευτέρη που είχε σηκωθεί και φορούσε το πανωφόρι του για να φύγει.
Η Τούλα δεν τον άφησε έτσι μ’ άδεια χέρια. Του ‘δωσε ένα βάζο γλυκό περγαμόντο που είχε φτιάξει:  ¨πεσκέσι για την κυρία¨
Μόλις έκλεισε η πόρτα πίσω απ’ τον Λευτέρη όρμηξαν κι οι δυο στο ραδιόφωνο να πιάσουν τον πειρατικό σταθμό του πολυτεχνείου.


Σ Υ Ν Ε Χ Ι Ζ Ε Τ Α Ι.....

Κυριακή 20 Νοεμβρίου 2016

ΠΕΣΚΑΝΔΡΙΤΣΑ..Ο ΨΑΡΑΣ ΤΩΝ ΨΑΡΙΩΝ--Weird Killer of the Deep | World's Weirdest



Στα βαθιά νερά της θάλασσας, εκεί που το σκοτάδι κυριαρχεί, η  όραση σίγουρα και δεν έχει το πρώτο ρόλο....
Ένα υπέροχο σύντομο video του National Geographic, που παρουσιάζει τα κόλπα της πεσκανδρίτσας για να εξασφαλίσει το γεύμα της....
Η μητέρα φύση, προνοεί για τα πάντα.....

                       ΔΙΚΟ   ΣΑΣ....!!!!!!!

ΜΙΚΡΗ ΓΑΤΙΣΙΑ ΜΟΥ ΨΥΧΗ

Author Archives: silia

About silia

Γεννηθηκα στην Ελλαδα . Ειμαι το μονακριβο παιδι ρωσων εμιγκρε . Καλομαθημενη . Ευαισθητη. Λεων ...με ωροσκοπο Λεοντα . Ειμαι γιατρος ....της επιθετικης λεγομενης Ιατρικης . Λατρευω τους αρχαιους ....θαρρω πως τα ....ειπανε ολα . Ειμαι μητερα . Ζω μακρυα απο το κεντρο , στις "εσχατιες" αυτης της ομορφης χωρας . Μου αρεσει το γραψιμο.....

Η ΜΙΚΡΗ… ΓΑΤΙΣΙΑ ΨΥΧΗ ΜΟΥ

20013_4542303109847_1917839560_n
-Πάμε σου λέω για ύπνο… Δεν πρόκειται να ξανάρθει. Πάνε 2 χρόνια πια που «λείπει»… Αν ήταν να ξανάρθει, θα τό’ χε κάνει μέχρι τώρα…
Δυο χρόνια, είναι πολύς καιρός… Κάπου θά’ χει χαθεί και θα μας έχει λησμονήσει ίσως… Δεν με πληγώνει… δεν με πειράζει πια αυτό το «θα μας έχει λησμονήσει ίσως»… Είναι λένε καλύτερα έτσι, για να μπορούμε να «προχωράμε», και αυτός, αλλά και εμείς… ψυχούλα μου.
Γι αυτό σου λέω. Πάμε για ύπνο… Ξεκόλλα το «βλέμμα» σου απ’ αυτό το σκλ
ηρό, ψυχρό, απάνθρωπο κενό και πάμε για ύπνο… δεν πρόκειται να ξανάρθει…
Δυο χρόνια, είναι πολύς καιρός…
———————————
Ξέρετε… ένα μικρό κομμάτι της ψυχής μου, είναι… γατίσιο… Χαδιάρικο, παιχνιδιάρικο, και ώρες-ώρες θλιμμένο κι απόμακρο, κλεισμένο στις αποκλειστικά δικές του σκέψεις…
Είναι η μικρή, γατίσια ψυχή μου αυτή…
Είναι κάποιες φορές, που μου αρέσει να μιλάω στην μικρή γατίσια ψυχή μου… Όπως καληώρα απόψε, που κλείνουν δυο χρόνια από τότε, που μπαίνοντας στην Εντατική, είδα για τελευταία φορά το πρόσωπο του… Ο τραχειοσωλήνας, τραβούσε ελαφρά την δεξιά γωνία από το στόμα του και… έμοιαζε σαν να χαμογελούσε…
Ένιωσα θυμό…
-Ρε συ… (είπα της μικρής γατίσιας ψυχής μου), χαίρεται που μας… «αφήνει» και «φεύγει»?
-Χαίρεται που σε… βλέπει (μου απάντησε εκείνη)…

ΧΟΡΧΕ ΜΠΟΥΚΆΙ " ΝΑ ΒΛΕΠΕΙΣ ΤΟΝ ΕΡΩΤΑ "

Αξιοσημείωτα – Να βλέπεις στον έρωτα ~ Χόρχε Μπουκάι


 Να βλέπεις στον έρωτα ~ Χόρχε Μπουκάι

-…είναι  πολύ δύσκολο να μιλήσει ένας άνθρωπος γι΄αυτό που του συμβαίνει γι΄αυτό  που έχει ανάγκη ή αισθάνεται. Όλοι θέλουν  πάντα να μιλήσουν για τον άλλον.
-Η πραγματικότητα βελτιώνεται  σημαντικά όταν αποφασίζω  να απολαύσω αυτά που μπορώ, αντί να  υποφέρω επειδή δεν πραγματοποιείται μια  φαντασίωση ή μια αυταπάτη…στη ζωή μας ας κάνουμε το εφικτό …όσο γίνεται καλύτερο.
– …οι συμπτώσεις ήταν που έκαναν πιστούς τους προληπτικούς και φανατικούς τους μυστικιστές.
-Internet: το άπειρο  χωρίς ιδιωτικούς χώρους.
Η σχέση  βοηθάει την προσωπική μας εξέλιξη να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι, να γνωρίσουμε καλύτερα τον εαυτό μας.
Το νόημα της σχέσης : όχι η σωτηρία αλλά
να μάθουν να συμφωνούν αντί να  μετατρέπονται  σε δικαστές ή να  πασχίζουν  να μεταμορφώσουν τον άλλον.
-το να βρούμε σύντροφο για το δρόμο δεν αρκεί: χρειάζεται επίσης να είναι ικανός να μας τροφοδοτήσει. Να αποτελεί, μάλιστα, αποτελεσματική βοήθεια για την  προσωπική μας ανάπτυξη.
-…ο έρωτας είναι μια σχέση με τον ίδιο μου τον εαυτό...
Αν δεν δείξω τον πραγματικό μου εαυτό, κανείς δεν μπορεί να μ΄αγαπήσει…θα αγαπήσουν τη μεταμφίεσή μου…κι αυτό  δε μου χρησιμεύει σε τίποτα.
Θύμωνε όλο  και περισσότερο. Έσφιγγε τις γροθιές και τα δόντια του με δύναμη, μέχρι να πονέσεις. Ποιον τιμωρούσε;
Έρωτας είναι να αγαπάς τις ομοιότητες και αγάπη να ερωτεύεσαι τις διαφορές
-…τα προβλήματα ενός ζευγαριού είναι  προβλήματα προσωπικά, τα οποία εκδηλώνονται στη σχέση.
Προβάλλω στον άλλον τις πλευρές του εαυτού μου που περισσότερο απορρίπτω
-Ένιωθε διαυγής και γαλήνιος, καθώς πετύχαινε να εκφράσει με λόγια την κατάστασή του… ήταν σε θέση να εκφράσει με λόγια την κατάστασή του…ήταν  σε θέση να ορίσει  την μοίρα του και,  από κει και πέρα ίσως  να  μπορούσε  και να την αλλάξει.
-βρίσκομαι  αντιμέτωπη με πολύ άσχημες πλευρές μου, που  αν ήμουν  μόνη δεν θα  είχαν την ευκαιρία  να βγουν στην επιφάνεια.
-…οι προβλέψιμες απαντήσεις σκιάζουν  το μέλλον της σχέσης
-Αμβρόσιος Μπιρς: «Αν θέλεις τα όνειρά σου να γίνουν  πραγματικότητα, ξύπνα»
-…συμπεριφορά του σέρφερ:  τα κύματα  είναι  που δείχνουν  το δρόμο, κι όχι  η ιδέα μου για το που πρέπει να φτάσω
-…αν  από παιδιά  καταλάβαμε πως δεν αρέσει στους γονείς μας να ζητάμε  περισσότερη  στοργή  μεγαλύτερη προσπάθεια  ή εντονότερη παρουσία, πιθανότατα  θα μάθουμε  να κρύβουμε  τις ανάγκες μας.
-Μου άρεσε πολύ η περιγραφή  της αμυντικής νευρωτικής συμπεριφοράς του μερικές φορές  χρησιμοποιούμε  για να κρύψουμε  ανάγκες  και συναισθήματα.
-…οι λέξεις μεταμορφώνουν…
-…είμαστε  ευάλωτοι, αλλά  όχι απαραίτητα εύθραυστοι
-…μια ταυτότητα  στα μέτρα  εκείνων  από τους οποίους νιώθουμε απόρριψη: τους γονείς μας
Η δομή  βασίζεται  στο παρελθόν, ενώ  η ουσία  είναι  πάντα παρούσα. Η δομή έχει σχέση  με το «προσπαθώ να κάνω» με την προσπάθεια. Αντιθέτως, η ουσία  δεν χρειάζεται προσπάθεια είναι  η μη πράξη. Η δομή πάντα αποσκοπεί σε κάτι, επιθυμεί κάτι, χρειάζεται κάτι πάντα πεινασμένη και ελλιπής. Η ουσία είναι γεμάτη, δεν χρειάζεται τίποτα. Η δομή κοιτάζει προς τα έξω.  Η ουσία εγκαθίσταται μέσα στον εαυτό της.
-«Σ’ αγαπώ όσο είσαι πλάϊ μου, αλλά αν φύγεις σίγουρα θα σε μισήσω» . Αυτό  δεν μπορεί  να είναι αγάπη. Αγάπη σημαίνει να μπορείς  να σκεφτείς τι χρειάζεται  ο άλλος και να  χαίρεσαι όταν είναι  καλά, όλα  αυτά εντελώς ανεξάρτητα από το αν  τον έχεις δίπλα σου.
-…στο μέλλον θα γίνει περισσότερο αποδεκτή η πιθανότητα ερωτικών σχέσεων με διαφορετικούς ανθρώπους… ασφαλώς και μπορούμε να αγαπάμε διαφορετικούς ανθρώπους ταυτόχρονα, ακόμα κι αν σχετιζόμαστε μαζί τους με διαφορετικούς τρόπους
Η προσωπικότητα που δημιουργούμε και χρησιμεύει για να  πετύχουμε την αγάπη των άλλων. Δημιουργούμε ένα προσωπείο και ταυτιζόμαστε μ΄αυτό. Σιγά σιγά ξεχνάμε  ποιοι είμαστε και τι πραγματικά θέλουμε.
-Στην προσπάθειά μας να πούμε όχι  στον πόνολέμε όχι  στον έρωτα και το χειρότερο: λέμε όχι  στον ίδιο μας τον εαυτό.
-Να σ΄αγαπώ με τα μάτια κλειστά
Σημαίνει να σ΄αγαπώ τυφλά
Να σ΄αγαπώ και να σε  βλέπω κατά πρόσωπο
Θα ήταν τρέλα…
Εγώ θα ήθελα να μ΄αγαπούν με τρέλα
-…αγάπη δεν σημαίνει  να σκεφτόμαστε  με τον ίδιο τρόπο ούτε να σ΄αγαπώ περισσότερο από τον εαυτό μου. Το  θέμα  είναι  να με σέβεσαι  όπως είμαι. Το θέμα  είναι να βλέπεις στον έρωτα, να αγαπάς με τα μάτια ανοιχτά.
-…η κίνηση  αποδοχής και ειρήνης – και τίποτ΄άλλο- που μπορεί ναεκφέρει την πραγματική αλλαγή.
-Αν συνδυάσουμε αυτά τα δύο θέματα (αυτό της έλλειψης αποδοχής καιαυτό  της αγκίστρωσης στις πεποιθήσεις μας), θα έχουμε το χάρτη των προβλημάτων του 90% των ζυγαριών.
-…από τη σύγχυση καταλήγουμε πάντα στη βεβαιότητα.
-Χρειάζεται να έχει κάνει κανείς πολλή δουλειά  για να  ξέρει τι  αισθάνεται  πραγματικά, και μόνο  μετά να αποφασίσει αν είναι  ή όχι  η κατάλληλη στιγμή να το πεί, να το δείξει, να το εκφράσει.
-…όταν  νιώθουμε χαρά δίπλα στον άλλον, έχουμε  την τάση να μοιραζόμαστε  τα περισσότερα πράγματα μαζί του, κι αυτή είναι μια εσωτερική απόφαση. Ούτε  έχει να κάνει με ποιον άνθρωπο  μένω, ούτε και γίνεται εκούσια. Είναι μάλλον κάτι που απλά ΣΥΜΒΑΙΝΕΙόταν αισθανόμαστε συνδεδεμένοι  με κάποιον κατά έναν διαφορετικό τρόπο.
-…δεν ξέρουμε να είμαστε παρόντες ούτε στον ίδιο μας τον εαυτό.
Τίποτα δεν  τελειώνει  με τη σχέση. Αντίθετα, όλα αρχίζουν, εκτός από ένα πράγμα: η φαντασίωση της ιδανικής και απροβλημάτιστης ζωής…
-…ένας σύντροφος στο δρόμο μου, στη ζωή, κάποιος που να με τρέφει  και με τη σειρά του να τρέφεται από την παρουσία μου. Αλλά πάνω απ΄όλα κάποιοςπου δεν θα  παρεμβαίνει στο δρόμο  της ζωής μου. Αυτό αρκεί.
Όταν χρειάζομαι τον άλλον για να ζήσω, η σχέση μετατρέπεται  σεεξάρτηση. Και  υπό εξάρτηση, επιλογές δεν μπορούν  να  γίνουν. Και  χωρίςεπιλογή δεν υπάρχει  ελευθερία. Και χωρίς ελευθερία δεν υπάρχει αληθινός έρωτας. Και χωρίς αληθινό  έρωτα μπορεί να υπάρχουν  γάμοι, αλλά  δεν υπάρχει σχέση.
-Κι εσύ μου ζητάς συγνώμη; Τί σημασία έχουν μερικά νομίσματα λιγότερα, αν χάρη σ΄εσένα και τη ρωγμή σου τα λουλούδια του δρόμου κάνουν πιο χαρούμενη τη διαδρομή μου;
-Εγώ είμαι αυτός που πρέπει  να ευγνωμονεί το ελάττωμά σου.
-…αν σου μίλαγα κάτω από το φως της μέρας, η τρομάρα δεν θα σ΄άφηνε να μ΄ακούσειςΚι έχω ανάγκη να μ΄ακούσεις.
-Ή μήπως θα έπρεπε η Λάουρα, μαθαίνοντας για το ψέμα από το  στόμα του Φρέντυ, να  απαξιώσει τον Ρομπέρτο, αφήνοντας ένα ηθικό δίδαγμα για πόσο λίγο ταιριάζει η απάτη στον έρωτα;
by SearchingTheMeaningOfLife

ΤΟ ΘΑΝΑΤΗΦΟΡΟ ΔΑΓΚΩΜΑ ΤΟΥ ΔΡΆΚΟΥ ΤΟΥ ΚΟΜΟΝΤΟ--Kills With One Bite | National Geographic



Ένα δάγκωμα αρκεί για να νικήσει αντίπαλο κατά πολύ μεγαλύτερό του.....
Ποίος;      - Μα ποίος άλλος;  Ο  δράκος Κομόντο..
Και ο λόγος!!!  Τα τραύματα που προκάλεσε με τα ισχυρά του σαγόνια  μεταδίδουν τη μόλυνση στον οργανισμό του βούβαλου ή σε όποιο άλλο άτυχο θύμα πέσει στα δόντια του....
Ένα, λίγο σκληρό είναι η αλήθεια video, του National Geographic, αλλά αποζημιώνει η τέλεια λήψη και η δυνατότητα εμφάνισης Ελληνικών υποτίτλων....

                        ΔΙΚΟ   ΣΑΣ.....!!!!!!!!!!!

ΤΟ ΜΑΓΙΚΟ ΑΛΟΓΟ

ΤΟ ΜΑΓΙΚΟ ΑΛΟΓΟ...."Στα πολύ παλιά χρόνια ζούσε στη Περσία ένας βασιλιάς που τον έλεγαν Σαβούρ και ήταν ο μεγαλύτερος και δυνατότερος βασιλιάς τον καιρό εκείνο ! Είχε αμέτρητες χώρες και πλούτη και ήταν ξακουστός για τον καλό του χαρακτήρα. Η καρδιά του ήταν γεμάτη καλωσύνη και το χέρι του ανοιχτό και φιλόδωρο στους φτωχούς, αυστηρό όμως και χωρίς έλεος για τους κακούς....."

''Το Μαγικό Άλογο''
Περσικό Παραμύθι


     Στα πολύ παλιά χρόνια ζούσε στη Περσία ένας βασιλιάς που τον έλεγαν Σαβούρ και ήταν ο μεγαλύτερος και δυνατότερος βασιλιάς τον καιρό εκείνο ! Είχε αμέτρητες χώρες και πλούτη και ήταν ξακουστός για τον καλό του χαρακτήρα. Η καρδιά του ήταν γεμάτη καλωσύνη και το χέρι του ανοιχτό και φιλόδωρο στους φτωχούς, αυστηρό όμως και χωρίς έλεος για τους κακούς. Είχε και δυό παιδιά, ένα γιο και μιά πολύ όμορφη κόρη.

    Κάθε χρόνο ο βασιλιάς Σαβούρ γιόρταζε δυό γιορτές : Την πρωτοχρονιά και την φθινοπωρινή ισημερία. Αυτές τις δύο γιορτές άνοιγε σε όλους το παλάτι του, έκανε δώρα και έδινε χάρη στους καταδικασμένους. Για να μπαίνει ο κόσμος ελεύθερα στο παλάτι, έδιωχνε τους θυρωρούς και τους φύλακες.
   Κάποτε λοιπόν σε μιά απ' αυτές τις γιορτές, παρουσιάστηκε στο βασιλιά ένας Ινδός μάγος και του πρόσφερε ένα ακριβό πράγμα. Ήτανε ένα άλογο από έβενο, πλούσια στολισμένο με χρυσάφι και πολύτιμα πετράδια. Είχε μιά λαμπρή βασιλική σέλλα και χρυσά χαλινάρια κι αναβολείς. Μόνο η μιλιά του έλειπε.
   Ο βασιλιάς θαύμασε το περίτεχνο άλογο και ρώτησε το μάγο σε τί μπορούσε να χρησιμεύσει αυτό το άψυχο πράγμα.
   - Κύριέ μου, απάντησε ο μάγος, το άλογο αυτό τρέχει μαζί με τον καβαλλάρη του σε μιά μέρα, όσο θά 'τρεχε ένα άλλο άλογο σ' ένα χρόνο. Αυτό το περίεργο άλογο πετάει, δεν τρέχει.
  - Αν είναι αλήθεια αυτό που λες, σου δίνω από τώρα ό, τι κι αν μου ζητήσεις για το άλογό σου. 
   Αμέσως ο μάγος πήδησε πάνω στο άλογο, σηκώθηκε ψηλά στον αέρα κι αφού έκαμε ένα μεγάλο γύρο, κατέβηκε πάλι στη γη.
   Ο βασιλιάς τά 'χασε ολότελα.
  - Βλέπω ότι δεν είπες ψέμματα, είπε. Κρατάω λοιπόν κι εγώ το λόγο μου. Ζήτησέ μου ό, τι θέλεις και θα το έχεις αμέσως.
   Ο μάγος όμως είχε ακούσει για την όμορφη βασιλοπούλα και είπε :
  - Αν μου επιτρέπετε, θα ήθελα να πάρω την κόρη σας για γυναίκα μου.
   Ο βασιλιάς δεν περίμενε τέτοιο πράγμα, μα είχε δώσει το λόγο του και έπρεπε να τον κρατήσει. Είπε λοιπόν στο μάγο :
  - Η επιθυμία σου θα γίνει.
  Και διέταξε να κάνουν τις προετοιμασίες του γάμου.

  Η βασιλοπούλα παρακολουθούσε όλα αυτά πίσω από ένα παραπέτασμα. Και είχε δει το μάγο που ήταν ένας γέρος εκατοχρονίτης με μαδημένο κεφάλι και πρόσωπο γεμάτο ζάρες. 
   Έτρεξε λοιπόν αμέσως στο δωμάτιό της, έπεσε στο κρεββάτι της κι άρχισε να κλαίει με λυγμούς. Κατά σύμπτωση την ώρα εκείνη ακριβώς γύριζε κι ο αδελφός της από ταξίδι. Πήγε κοντά της και τη ρώτησε τί έχει.
 - Αχ, Άκμαρ αδερφούλη μου, σώσε με, φώναξε το κορίτσι. Ο πατέρας θέλει να με παντρέψει μ' έναν ασχημομούρη μάγο που τού 'δωσε ένα άσπρο άλογο και τον ξεγέλασε. Δεν θέλω να γίνω  γυναίκα του. Βοήθα με αδερφούλη !
   Ο αδερφός αφού την παρηγόρησε και της έδωσε θάρρος, έτρεξε αμέσως στον πατέρα του.
  - Τί συμβαίνει πατέρα ; τον ρώτησε. Η αδερφή μου κοντεύει να σκάσει από τη λύπη της γιατί θέλεις να τη δώσεις σ' έναν ασχημόγερο μάγο που σου πρόσφερε ένα άλογο. Αυτό δεν πρέπει να γίνει.
  Ο μάγος που ήταν δίπλα και τον άκουσε, τον κοίταξε άγρια. Κι ο βασιλιάς είπε :
 - Έτσι λες γιατί δεν ξέρεις. Αν όμως δεις τί είδος άλογο είναι, θα χάσεις το μυαλό σου.
  Και γυρίζοντας κατά το μάγο, πρόσθεσε :
 - Φέρε σε παρακαλώ εδώ το άλογο.
  Ο μάγος έφερε το άλογο και το βασιλόπουλο μόλις το είδε δεν κρατήθηκε. Πήδησε στη σέλλα του και το κέντησε με τα σπιρούνια. Το άλογο όμως δεν κινήθηκε από τον τόπο του.
 - Δείξε του πώς να το βάζει εμπρός, είπε ο βασιλιάς στο μάγο. Τότε θα καταλάβει κι ο ίδιος τί αξίζει αυτό το άλογο.
  Ο μάγος που θεωρούσε από τώρα εχθρό του τον Άκμαρ, πλησίασε και τού 'δειξε πώς να γυρίσει ένα στρόφαλο στο δεξί μέρος του αλόγου. Το βασιλόπουλο γύρισε αμέσως το στρόφαλο και το άλογο πήδησε στον αέρα και πετούσε όλο και πιο γρήγορα. Σε λίγο δε φαίνονταν πια.
   Ο βασιλιάς άρχισε να ανησυχεί για το γιο του και ρώτησε το μάγο :
 - Καλά έφυγε, μα πώς θα οδηγήσει το άλογο να γυρίσει πάλι στη γη ;

   - Βασιλιά μου, είπε με κακία ο μάγος, εγώ δε φταίω σ' αυτό. Είναι δικό του λάθος αν δεν ξαναγυρίσει ποτέ πια. Από ακαταδεξιά δε με ρώτησε να του δείξω τί θα κάνει για να γυρίσει πίσω και εγώ τη στιγμή εκείνη ξέχασα να του το πω.
  Ο βασιλιάς τότε θύμωσε και διέταξε να ρίξουν στη φυλακή τον κακό μάγο.
   Η  γιορτή σταμάτησε αμέσως, οι πύλες του παλατιού έκλεισαν και όλη η πόλη έπεσε στο πένθος.
  Εν τω μεταξύ, το βασιλόπουλο πετώντας έφτασε με το άλογο κοντά στον ήλιο. Αισθάνονταν μιά τέτοια ζέστη που του έρχονταν να λιποθυμήσει. Όμως δεν ήθελε να χαθεί.
 - ''Ένα άλογο που έχει ένα στρόφαλο για ν' ανεβαίνει, πρέπει νά 'χει κι άλλο ένα για να κατεβαίνει'', σκέφτηκε για μιά στιγμή και έψαξε με το χέρι στην αριστερή μεριά του αλόγου. Πραγματικά βρήκε εκεί έναν άλλο στρόφαλο και τον γύρισε αμέσως. Αυτό ήταν η σωτηρία του. Το άλογο άρχισε αμέσως να κατεβαίνει. Σε λίγο φάνηκε πάλι η γη. Δεν πέρασε πολύ ώρα και από κάτω του παρουσιάστηκε ένα ψηλό και ωραίο παλάτι περιτριγυρισμένο από κήπους. Έστριψε προς τα εκεί το μαγικό άλογο και δυό λεπτά αργότερα κατέβαινε στην ταράτσα του παλατιού.
  Είχε πια νυχτώσει. Ο Άκμαρ διψούσε πολύ και πεινούσε. Σε μιά άκρη της ταράτσας βρήκε μιά σκάλα που οδηγούσε στο εσωτερικό του παλατιού. Άρχισε να κατεβαίνει. Σε λίγο βρέθηκε σε μιά μεγάλη σάλα στρωμένη με άσπρο μάρμαρο. Απ' την άλλη άκρη έφεγγε ένα φως. Ο Άκμαρ τράβηξε προς τα εκεί και έφτασε σε μιά πόρτα μπροστά στην οποία κοιμόνταν ξαπλωμένος κάτω ένας γίγαντας. Δίπλα του ήταν ένα τραπεζάκι γεμάτο φαγητά και ποτά.
   Ο Άκμαρ τράβηξε παραπέρα το τραπεζάκι και στρώθηκε στο φαγοπότι ώσπου χόρτασε καλά. Ύστερα τράβηξε σιγά-σιγά από τη θήκη του και πήρε το σπαθί του γίγαντα. Μπήκε στο δωμάτιο, προχώρησε λίγο και στάθηκε μπροστά σε κάτι μεταξωτά παραπετάσματα. Τα παραμέρισε και πέρασε μέσα.
   Στη μέση του δωματίου σε ένα ψηλό, λαμπρό κρεββάτι κοιμόνταν μιά πεντάμορφη βασιλοπούλα και ολόγυρα σε χαμηλότερα κρεββάτια οι καμαριέρες της.

    Ο Άκμαρ πλησίασε στο κρεββάτι της βασιλοπούλας και της τράβηξε ελαφρά το μανίκι της νυχτικιάς της.
   Η βασιλοπούλα άνοιξε τα μάτια της και σαν είδε τον ξένο, τά 'χασε.
  Ο Άκμαρ τη χαιρέτησε με σεβασμό και είπε :
 - Αξιολάτρευτη Πριγκίπισσα, είμαι ο γιος του βασιλιά της Περσίας. Μιά απίστευτη περιπέτεια μ' έφερε στην άγνωστη για μένα χώρα σας, μα πιστεύω πως θά 'χετε την καλωσύνη να με συντρέξετε και να με προστατεύσετε.
  Και η βασιλοπούλα που εν τω μεταξύ συνήρθε, του είπε :
 - Μην ανησυχείτε αγαπητέ μου. Δε βρίσκεστε σε καμιά βάρβαρη χώρα. Στο βασίλειο της Μπεγκάλης η φιλοξενία είναι συνήθεια όπως και στην Περσία.
  Ύστερα ξύπνησε τις καμαριέρες της και τις διέταξε να ετοιμάσουν γι' αυτόν ένα δωμάτιο και να τον περιποιηθούν όπως πρέπει.
  Ο Άκμαρ κοιμήθηκε ως αργά την άλλη μέρα. Και μόλις σηκώθηκε και ετοιμάστηκε, ήρθε μιά καμαριέρα και τον ειδοποίησε πως η βασιλοπούλα θά 'ρχονταν να τον επισκεφθεί.
  Πραγματικά σε λίγο ήρθε το ωραίο κορίτσι. Μετά τους συνηθισμένους χαιρετισμούς οι δυό νέοι κάθισαν και ο Άκμαρ διηγήθηκε στη βασιλοπούλα όλη την ιστορία με το μαγικό άλογο. Εκείνη τον άκουσε με προσοχή και όταν τελείωσε είπε :
 - Ω, αν και σας βλέπω μπροστά μου γερό και ζωντανό, εν τούτοις τρέμω ακόμα όσο συλλογίζομαι την απίστευτη πράγματι περιπέτειά σας.
  Απ' τα λόγια της αυτά ο Άκμαρ κατάλαβε πως τον έβλεπε με συμπάθεια και χάρηκε πολύ.
  Η βασιλοπούλα του είπε ακόμα πως τη λένε Σέμς άλ Ναχάρ που θα πει ''ήλιος της ημέρας'', πως στο παλάτι αυτό παραθέριζε μαζί με την ακολουθία της και πως η πρωτεύουσα που έμεναν οι γονείς της δεν ήταν και πολύ μακριά.
  Οι δύο νέοι έμειναν να κουβεντιάζουν ώρες ολόκληρες και ο Ακμάρ τόσο μαγεύτηκε απ' τη χάρη και την ομορφιά της βασιλοπούλας, ώστε στο τέλος της ζήτησε να γίνει γυναίκα του. Η βασιλοπούλα που τον είχε κι αυτή πολύ συμπαθήσει, δέχτηκε με χαρά. Ήταν σίγουροι και οι δυό πως οι γονείς τους δε θά 'λεγαν ''όχι'' και έτσι ήταν ευτυχισμένοι.
  Ο Άκμαρ τότε είπε στη βασιλοπούλα πως θά 'πρεπε να πεταχτούν μιά στιγμή με το μαγικό άλογο ως τους γονείς του. Σίγουρα θα τον θεωρούσαν χαμένο και θα κόντευαν να σκάσουν απ' την λύπη τους. Με την ευκαιρία αυτή θα τους ζητούσε και τη συγκατάθεσή τους για το γάμο με τη Σέμς άλ Ναχάρ.

   Η βασιλοπούλα δεν έφερε αντίρρηση, του είπε όμως πως πριν θά 'πρεπε να πάνε στον πατέρα της και να ζητήσουν την άδειά του για το ταξίδι.
   Έτσι κι έγινε.
  Με το μαγικό άλογο έφτασαν στη στιγμή στο παλάτι της Σέμς άλ Ναχάρ όπου οι γονείς της τους δέχτηκαν με χαρά, τους έδωσαν την ευχή τους και την άδεια να ταξιδέψουν στην Περσία.
   Την άλλη μέρα πρωί-πρωί οι δυό νέοι ανέβηκαν στο μαγικό άλογο. Εκείνο τινάχτηκε στον αέρα και πετούσε πιο γρήγορα κι απ' τον άνεμο. Η βασιλοπούλα σφιγγόταν επάνω στον Άκμαρ.
 - Αχ, έλεγε, όλα μου φαίνονται σαν ένα απίστευτο όνειρο. Ένα όνειρο που το βλέπω όμως με ορθάνοιχτα μάτια...
  Ύστερα από τρεις ώρες ταξίδι έφτασαν στην πρωτεύουσα της Περσίας. Ο Άκμαρ έκοψε την ταχύτητα και οδήγησε σιγά-σιγά το μαγικό άλογο σ' ένα βασιλικό κήπο έξω από την πόλη. Κατέβασε τη βασιλοπούλα, την έφερε στο σπιτάκι του κήπου και της είπε :
 - Μείνε για λίγο εδώ. Εγώ θα πάω στους γονείς μου και θα τους εξηγήσω όλα τα καθέκαστα. Οι υπουργοί, ο στρατός, και οι άλλοι οι επίσημοι θά 'ρθουν να σε υποδεχτούν όπως πρέπει και να σε χαιρετήσουν. Και έφυγε.
  Στο παλάτι ο Άκμαρ βρήκε τον πατέρα, την μητέρα και την αδερφή του, όλους ντυμένους στα μαύρα γιατί πίστευαν πως είχε χαθεί. Σαν τον είδαν, ρίχτηκαν όλοι επάνω του, τον αγκάλιαζαν, τον φιλούσαν και μέσα στα δάκρυά τους τον ρωτούσαν τί του συνέβη. Αυτός τους τα διηγήθηκε όλα κι εκείνοι χάρηκαν πολύ. Η είδηση πως ξαναγύρισε ο Άκμαρ διαδόθηκε αμέσως σ' όλη την πόλη και όλος ο κόσμος χαίρονταν. Χτυπούσαν τύμπανα και μουσικές, πετούσαν τα μαύρα και φορούσαν χρωματιστά και όλοι έτρεχαν να συγχαρούνε το βασιλιά για το γυρισμό του γιου του. Ο βασιλιάς διέταξε εφτά μέρες γιορτές και φαγοπότια, έδωσε χάρη στους καταδικασμένους και άφησε ελεύθερους πολλούς φυλακισμένους. Τώρα όλοι έτρεχαν έξω στον κήπο να υποδεχτούν τη βασιλοπούλα.

   Ο μάγος όμως που βγήκε κι αυτός από τη φυλακή μαζί με τους άλλους φυλακισμένους, ορκίστηκε να εκδικηθεί σκληρά τον Άκμαρ. Και μόλις έμαθε τί έγινε έτρεξε πρώτος στο σπιτάκι του κήπου και βρήκε τη βασιλοπούλα. Εκεί δίπλα ήταν και το μαγικό άλογο.
 ''Τώρα θα μου τα πληρώσεις όλα Άκμαρ'', είπε μέσα του. ''Δε μ' άφησες να πάρω την αδερφή σου μα τώρα θα πάρω την αρραβωνιαστικιά σου''.
  Χτύπησε την πόρτα του σπιτιού κι όταν η Σέμς άλ Ναχάρ ρώτησε ποιός είναι, απάντησε :
 - Δούλος σας και υπηρέτης σας, βασιλοπούλα μου. Ο αρραβωνιαστικός σας μ' έστειλε να σας οδηγήσω με το μαγικό άλογο στην πόλη. Η βασίλισσα δεν μπορεί νά 'ρθει τόσο μακριά και δε βλέπει την ώρα να σας δει και να σας χαιρετήσει.
  Η βασιλοπούλα δε φαντάστηκε πως μπορούσε να την ξεγελάσουν και άνοιξε την πόρτα. Μα όταν είδε το αποκρουστικό πρόσωπο του μάγου, είπε :
 - Δεν είχε η κυρία σου κανέναν άλλον καλύτερο να στείλει για να με οδηγήσει κοντά της ;
  Και ο μάγος απάντησε :
 - Του κυρίου μου οι υπηρέτες είναι ο ένας ομορφότερος από τον άλλον. Έστειλαν όμως εμένα γιατί είμαι ο πιο παλιός και ο πιο πιστός τους.
  Η βασιλοπούλα τον πίστεψε και ανέβηκε μαζί του στο μαγικό άλογο. Ο μάγος γύρισε αμέσως το στρόφαλο, το άλογο πήδησε στον αέρα και σε λίγο έπαιρνε κατεύθυνση προς την μακρινή Κίνα.
   Την ίδια στιγμή ξεκινούσε από το παλάτι η μεγάλη πομπή για να πάει να υποδεχτεί τη βασιλοπούλα. Μπροστά πήγαινε ο βασιλιάς, η βασίλισσα, ο Άκμαρ και οι υπουργοί. Και πιο πίσω έρχονταν οι υπάλληλοι και ο κόσμος. Τα τύμπανα χτυπούσαν και η μουσική έπαιζε χαρούμενα.
  Μόλις έφτασαν στον κήπο ο Άκμαρ έτρεξε πρώτος και άνοιξε την πόρτα του κήπου. Το δωμάτιο όμως ήταν άδειο. Κοίταξε δεξιά-αριστερά μα πουθενά η βασιλοπούλα. Απελπισμένος έτρεξε στον κηπουρό και τον φοβέριζε να του πει τί απόγινε η αρραβωνιαστικιά του. Ο κηπουρός όμως δεν ήξερε τίποτα.
 - Δεν ήρθε κανένας σήμερα εδώ στον κήπο ; τον ρώτησε ο Άκμαρ.
 - Κανένας εκτός από τον Ινδό μάγο που τον πήρε για μιά στιγμή το μάτι μου, απάντησε ο κηπουρός.
  Αμέσως ο Άκμαρ κατάλαβε τί είχε γίνει. Ο θυμός και η λύπη τον κατέπνιγαν. Στάθηκε για λίγο σαν μαρμαρωμένος και ύστερα είπε στον πατέρα και τη μητέρα του :
 - Εσείς πηγαίνετε πίσω στην πόλη. Εγώ δε θα ξαναγυρίσω αν δε βρω την Σέμς άλ Ναχάρ.
  Οι γονείς προσπάθησαν με κάθε τρόπο να τον κάνουν ν' αλλάξει γνώμη και να τους ακολουθήσει, μα δεν τα κατάφεραν. Γύρισαν λοιπόν πίσω μόνοι τους και η χαρά που δοκίμασαν ξανάγινε λύπη.
   Στο αναμεταξύ ο μάγος είχε φτάσει στην Κίνα και κατέβηκε σε μιά πράσινη κοιλάδα κοντά σε μιά δροσερή πηγή.
  Μόλις η βασιλοπούλα πάτησε το πόδι της στο χώμα, ρώτησε το μάγο :
 - Πού είναι λοιπόν ο κύριός σου και πού οι γονείς του ;
 Κι εκείνος απάντησε :
 - Καταραμένοι να είναι όλοι τους. Εγώ είμαι τώρα ο κύριός σου. Αυτό το άλογο είναι δικό μου. Εγώ το έφτιαξα. Βγάλε από το νου σου ότι θα ξαναδείς πια τον Άκμαρ. Μη στενοχωριέσαι όμως. Εγώ είμαι τόσο πλούσιος, που θα έχεις ό, τι μου ζητήσεις. Φορέματα, στολίδια, υπηρέτες και ό, τι άλλο βάλει ο νους σου.

  Σαν άκουσε αυτά η Σέμς άλ Ναχάρ άρχισε να κλαίει σαν μικρό παιδί...
  Κατά τύχη στο μέρος εκείνο είχε βγει για κυνήγι ο βασιλιάς της Κίνας. Και κάποια στιγμή πλησίασε στη βρύση και είδε το πανέμορφο κορίτσι που κάθονταν και έκλαιγε. Ο μάγος κοιμόνταν λίγο παραπέρα. Τον ξύπνησε και τον ρώτησε τίνος είναι το κορίτσι που κλαίει.
 - Είναι η γυναίκα μου, απάντησε ο μάγος.
  Η βασιλοπούλα όμως πετάχτηκε μονομιάς απάνω και είπε στο βασιλιά :
- Ψέμματα ! Μην τον πιστεύετε κύριε. Είναι ένας κακός μάγος που μ' έκλεψε και μ' έφερε με το ζόρι εδώ πέρα.
  Ο βασιλιάς της Κίνας τότε κατάλαβε και διέταξε τους ανθρώπους του :
- Δώστε στο γέρο ένα γερό ξύλο και ρίξτε τον στη φυλακή !
 Δυό τρεις απ' την ακολουθία του πήραν το μάγο και ο βασιλιάς παρακάλεσε την Σέμς άλ Ναχάρ να πάει μαζί του στην πόλη. Πριν να ξεκινήσουν τη ρώτησε τί είδους άλογο ήταν αυτό που είχαν μαζί τους και η Σέμς άλ Ναχάρ του απάντησε πως μ' αυτό ο μάγος κάνει διάφορα μαγικά παιγνίδια.
  Ο βασιλιάς τότε διέταξε να πάρουν και το άλογο μαζί τους.
  Όταν έφτασαν στο παλάτι οδήγησαν τη βασιλοπούλα σ' ένα ωραιότατο διαμέρισμα και την άλλη μέρα ο βασιλιάς της ζήτησε να γίνει γυναίκα του.
  Η Σέμς άλ Ναχάρ που δεν το ήθελε αυτό, άρχισε αμέσως να παριστάνει την τρελλή. Κλωτσούσε με τα πόδια της ό, τι έβρισκε, χτυπούσε με τα χέρια ολόγυρά της, ξεφώνιζε δυνατά και πετούσε τα παπούτσια της δεξιά-αριστερά.
  Ο βασιλιάς νόμισε πως ήταν πραγματικά άρρωστη και λυπήθηκε πολύ. Έβαλε καμαριέρες να την περιποιούνται και κάλεσε απ' όλα τα μέρη γιατρούς και αστρονόμους μήπως και την γιατρέψουν.
  Όλον αυτόν τον καιρό ο Άκμαρ γύριζε από χώρα σε χώρα κι από πόλη σε πόλη και ρωτούσε να βρει την αρραβωνιαστικιά του. Και η τύχη τά 'φερε να φτάσει ακριβώς τις ημέρες εκείνες στην πρωτεύουσα της Κίνας. Κατέβηκε λοιπόν γρήγορα στην αγορά για να μάθει τα νέα του τόπου. Εκεί άκουσε τους ανθρώπους να μιλούν για το βασιλιά τους και για το ωραίο κορίτσι που ήταν άρρωστο και δε μπορούσε με τίποτα να γίνει καλά. Ρωτώντας-ρωτώντας έμαθε σιγά-σιγά όλη την ιστορία με το μάγο, το άλογο και τα λοιπά.

  - Είναι τώρα ένας χρόνος με την υπόθεση αυτή, του έλεγαν, και κανένας δε μπόρεσε να κάνει καλά αυτό το κορίτσι.
  Ο Άκμαρ βεβαιώθηκε πια πως το κορίτσι δεν ήταν άλλο από την αρραβωνιαστικιά του τη Σέλμς άλ Ναχάρ και καταχάρηκε απ' τα βάθη της καρδιάς του.
  Χωρίς να χάσει καθόλου καιρό ντύθηκε σαν αστρονόμος. Φόρεσε ένα φαρδομάνικο φόρεμα και τουρμπάνι στο κεφάλι. Έβαψε τα μαλλιά του και χτένισε τα γένια του. Ύστερα πήρε ένα κουτί με λίγο άμμο μέσα και ένα παλιό βιβλίο από περγαμηνή και τράβηξε κατά το παλάτι.
 - Πέστε στο βασιλιά, είπε στο θυρωρό, πως ήρθε ένας σοφός αστρονόμος από την Περσία. Άκουσε για την αρρώστια του κοριτσιού και ζητάει να την γιατρέψει.
  Ο θυρωρός άνοιξε γρήγορα την πόρτα και οδήγησε τον Άκμαρ στο βασιλιά.
  Μπροστά στο βασιλιά ο Άκμαρ άρχισε να μουρμουρίζει διάφορα ακατανόητα λόγια όπως κάνουν οι πραγματικοί αστρονόμοι και ύστερα χαιρέτησε σκύβοντας βαθιά στη γη.
 - Ω, σοφέ άνθρωπε, του είπε ο βασιλιάς, έχω ένα κορίτσι άρρωστο εδώ και ένα χρόνο. Χτυπάει χέρια και πόδια, πετάει ό, τι βρίσκει μπροστά του και ξεφωνίζει αδιάκοπα. Αν το κάνεις καλά, θα σου δώσω ό, τι μου ζητήσεις.
 - Ας πάω πρώτα να την εξετάσω, να ιδούμε από τί ακριβώς πάσχει και ύστερα τα λέμε πάλι, είπε ο Άκμαρ.
  Ο βασιλιάς διέταξε να οδηγήσουν αμέσως τον ψευτοαστρονόμο στο διαμέρισμα του κοριτσιού.
  Ανοίγοντας την πόρτα ο Άκμαρ είδε την αρραβωνιαστικιά του και της είπε :
 - Ο Θεός να μας βοηθήσει να τα βγάλουμε πέρα Σέμς άλ Ναχάρ. Θάρρος ! Εγώ είμαι ο Άκμαρ.
  Μόλις εκείνη άκουσε την φωνή του, τον γνώρισε αμέσως. Πήδησε επάνω τρελλή απ' τη χαρά της, τον αγκάλιασε και τον ρωτούσε συνέχεια πώς βρέθηκε εκεί πέρα και τί σχέδια είχε.
 - Τώρα δεν έχουμε καιρό για πολλές κουβέντες, της είπε αυτός. Κι εγώ ακόμα δεν ξέρω με τί τρόπο θα προσπαθήσω να σε ελευθερώσω. Θα σκεφτώ όμως κάποιο σχέδιο για να τους ξεγελάσω. Εσύ να κάνεις ό, τι θα σου λέω.
  Ύστερ' απ' αυτά ο Άκμαρ πήγε στο βασιλιά και του είπε :
- Κύριέ μου, έλα να σου δείξω ένα θαύμα. Ακολούθα με !
  Ο βασιλιάς σηκώθηκε αμέσως κι έτρεξαν κι οι δυό στο δωμάτιο της άρρωστης. Μόλις μπήκαν μέσα εκείνη έπεσε κάτω κι άρχισε πάλι να χτυπιέται, να ξεφωνίζει και να αφρίζει απ' το κακό της. Ο Άκμαρ τότε πήγε κοντά της, μουρμούρισε διάφορα ξόρκια, τη φύσηξε στο πρόσωπο και πλησιάζοντας στο αυτί της, είπε με τρόπο :
 - Ησύχασε, σήκω επάνω και πήγαινε να φιλήσεις με σεβασμό το χέρι του βασιλιά.

  Η Σέμς άλ Ναχάρ ησύχασε αμέσως κι έκαμε σαν να ξύπνησε από βαθύ ύπνο. Ύστερα σηκώθηκε, πλησίασε το βασιλιά, του φίλησε το χέρι και είπε :
 - Καλώς ήρθες Μεγαλειότατε. Σ' ευχαριστώ για την επίσκεψη.
  Ο βασιλιάς τά 'χασε από τη χαρά του. Γύρισε στον ψευτοαστρονόμο και του είπε :
 - Ζήτησέ μου ό,τι θέλεις και αμέσως θα γίνει το θέλημά σου.
 Ο Άκμαρ όμως του απάντησε :
 - Βασιλιά μου έχουμε καιρό ακόμη για τη πληρωμή μου. Η θεραπεία ακόμη δεν ετελείωσε. Φοβούμαι πως η αρρώστια θα ξαναφανεί αν δε λάβουμε τα μέτρα μας. Γι' αυτό πρέπει πρώτα να κάμει ένα καλό λουτρό και ύστερα να την πάμε έξω στον τόπο που την βρήκατε. Εκεί, επί τόπου, θα βρω τί ακριβώς έγινε και πώς έπαθε ό, τι έπαθε.
  Ο βασιλιάς έκαμε όπως του είπε ο αστρονόμος.
  Έτσι σε λίγο όλοι βρίσκονταν έξω απ' την πόλη κοντά στην πηγή.
  Ο Άκμαρ τότε διέταξε να ανάψουν ολόγυρα φωτιές με χόρτα ώστε να σχηματιστεί ένα σύννεφο από καπνό. Ύστερα άρχισε να μουρμουρίζει διάφορα ασυνάρτητα λόγια και μιά να κοιτάζει ψηλά τον ουρανό και μιά να χτυπάει με μιά βέργα τη γη. Αφού έκαμε όλα αυτά τα θεατρικά, ήρθε στο βασιλιά και του είπε :
 - Κύριέ μου ανακάλυψα πια την αιτία του κακού.
 - Ποιά είναι ; ρώτησε ανυπόμονα ο βασιλιάς.
 - Το κακό βρίσκεται στο σώμα ενός ζώου πού 'ναι καμωμένο από λευκό αλάβαστρο. Πρέπει αυτό το ζώο να βρεθεί και νά 'ρθει εδώ να το εξετάσω και να το ξορκίσω όπως πρέπει, αλλιώς το κορίτσι κάθε μήνα θα υποφέρει ταχτικά απ' την αρρώστια του. Ο βασιλιάς θαύμασε τώρα πιο πολύ τον ψευτοαστρονόμο και του είπε :
 - Φίλε μου είσαι ένας μεγάλος δάσκαλος και σοφός. Έτσι όπως τα λες είναι. Εγώ με τα μάτια μου είδα το λευκό άλογο από αλάβαστρο κοντά στο μάγο και το κορίτσι όταν τους αντάμωσα εδώ πέρα. Τώρα θα το φέρουν αμέσως.
   Και γυρίζοντας στους ανθρώπους του, έδωσε διαταγή να τρέξουν να φέρουν το μαγικό άλογο...
  Όταν τό 'φεραν ο Άκμαρ το εξέτασε πρώτα καλά-καλά μήπως κι είχε πάθει καμμιά βλάβη. Ύστερα διέταξε ν' ανάψουν πιο δυνατά τις φωτιές και επάνω τους έριξε μερικά βότανα, ενώ μουρμούρισε διάφορα ακατανόητα λόγια.
  Τέλος τους είπε :
 - Τώρα θα καθίσω απάνω στο άλογο μαζί με την άρρωστη. Οι καπνοί από τα βότανα που έριξα θα μπουν από το στόμα και τη μύτη του αλόγου και θα διώξουν το κακό από το σώμα του και από την άρρωστη. Όταν θα κατεβούμε ύστερα, το κορίτσι θά 'ναι εντελώς καλά.
  Ο βασιλιάς δέχτηκε μ' ενθουσιασμό. Βιαζόταν μάλιστα και φώναζε στους ανθρώπους του :
 - Εμπρός, τί κάθεστε ; Δεν ακούσατε τί είπε ο σοφός αστρολόγος ;
  Αμέσως εκείνοι άναψαν γερά τις φωτιές ενώ ο Άκμαρ με την Σέμς άλ Ναχάρ κάθισαν κρυφογελώντας στη ράχη του μαγικού αλόγου.

  Χωρίς να χάσει καθόλου καιρό ο Άκμαρ γύρισε το στρόφαλο στο δεξί πλευρό του ξύλινου ζώου. Το μαγικό άλογο τινάχτηκε σαν πουλί στον αέρα μαζί με τους δυό νέους.
  Τότε ο βασιλιάς σα να κατάλαβε επί τέλους τί γίνονταν, έβαλε τις φωνές :
 - Πιάστε τους ! Πιάστε τους !
  Μα κανένας δε μπορούσε βέβαια να τους πιάσει.
  Και μόνον η φωνή του Άκμαρ ακούστηκε από ψηλά :
 - Βασιλιά, όταν θελήσεις στο μέλλον να παντρευτείς, ρώτα πρώτα και το κορίτσι αν σε θέλει !!
  Σε λίγο το μαγικό άλογο είχε πια χαθεί στα βάθη του ουρανού. Ένας λαμπρός ήλιος φώτιζε τα γεμάτα ευτυχία πρόσωπα των δυό νέων, ενώ από κάτω τους περνούσαν αδιάκοπα σε υπέροχες εικόνες οι ομορφιές του κόσμου.

  Τέλος ο Άκμαρ και η Σέμς άλ Ναχάρ έφτασαν στην πρωτεύουσα της Περσίας. Αυτή τη φορά κατέβηκαν ίσια στο παλάτι. Οι γονείς του μόλις τους είδαν, έκλαιγαν απ' τη χαρά τους. Η ευχάριστη είδηση διαδόθηκε αμέσως σ' όλη την πόλη. Και ξανάρχισαν πάλι οι χαρές και τα τραγούδια χωρίς να διακοπούν αυτή τη φορά.
   Ο βασιλιάς της Περσίας έστειλε και κάλεσαν τους γονείς της Σέμς άλ Ναχάρ και αμέσως έγιναν οι γάμοι. Εφτά μέρες και εφτά νύχτες γλεντούσε ο κόσμος. Και αν ρωτάτε για το μαγικό άλογο, τό 'βαλαν μέσα στο δωμάτιο με τους θησαυρούς. Φαίνεται όπως πως απ' τους πολλούς καπνούς που ρούφηξε, κάτι θα έπαθε, γιατί από τότε δεν ξανακούστηκε να πετάξει.    
Αναρτήθηκε από 

Τέλεια η Αθήνα χωρίς τους Αθηναίους, σύμφωνα με έρευνα5

  Τέλεια η Αθήνα χωρίς τους Αθηναίους, σύμφωνα με έρευνα Φανταστική είναι η Αθήνα αρκεί να μην έχει Αθηναίους, όπως προκύπτει από έρευνα που...