Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Κυριακή 20 Νοεμβρίου 2016

11 ΚΑΙ 12 ΚΕΦΑΛΑΙΑ " Ο ΒΑΣΙΛΑΚΗΣ" ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΧΑΤΖΗΚΥΠΡΑΙΟΥ

Ο ΒΑΣΙΛΑΚΗΣ..."...''Πού στο διάολο με πάνε αυτοί ;'' Τελειώνοντας η σκάλα, έφτασαν σ' ένα στενό διάδρομο με δυό κλειστές πόρτες και χαμηλό φως. Στη μέση του διαδρόμου στέκονταν ένας αστυνομικός με γαλόνια. Έφτασαν κοντά του. - Φέραμε τον Τσιμπλιάκο..."

11]                                                 Βρε καλώς τους !!



Αλλά με το Νίκο και τη Νέλη να τρέχουν ο καθ’ ένας για τα δικά του.  Η Τούλα ν’   ασχολείται με τα της τελετής και την Ντέπη σε ρόλο βοηθού τελετάρχου, είχε αδειάσει το γραφείο από ¨επισκέπτες¨ και μπόρεσαν με τον Μίλτο να στρωθούν και να καταστρώσουν τα σχέδια για την νέα πολιτική της εταιρείας.  Τους είχε πάρει η ώρα και είχαν κάτσει ως αργά για να γράψουν τους κλιμακωτούς καταλόγους. Πάνω που ο Βασίλης ήταν έτοιμος να πει:  Άϊντε πάμε για ύπνο κι αύριο μέρα είναι.   Να σου το τηλέφωνο.  
Παραξενεύτηκε λίγο, αλλά σκέφτηκε πως μάλλον θα πρέπει ν’ ανησύχησε η Τούλα.
-Εμπρός!
Φωνή σιγανή, πολύ βαθειά ή από πολύ μακριά 
-Μπιλ;!!
Ο Βασίλης έμεινε λίγο μετέωρος, μετά φωτίστηκε το πρόσωπό του.
-Κώστα! Εσύ είσαι;
-Ναι.. ξάδερφος Γκας!
-Γεια σου ξάδερφε. Τι έγινε; Τ’ αποφασίσατε πότε θα έρθετε; 
-Ναι, είπαμε με θειά σου, έρθουμε την άλλη βδομάδα. Με αεροπλάνο θα είμαστε Αθήνα, τετάρτη.
-Καλώς να ορίσετε.
¨Καλώς να ορίσουν¨, είναι μια κουβέντα! Με το γάμο όμως μπροστά τι γίνεται; Η Τούλα με δυο υποχρεώσεις να φέρει σε πέρας θα… βραχυκύκλωνε!  Αλλά δεν γίνονταν να πει στους ανθρώπους, ν’ αναβάλλουν το ταξίδι τους, γιατί η Τούλα παρίστανε τον.. τελετάρχη. Με το δίκιο τους θα νόμιζαν ότι είναι ανεπιθύμητοι. 
Όλα κι όλα! Ο Βασίλης θεωρούσε την φιλοξενία ιερό πράγμα και μάλιστα για την θειά του την Ευθυμία, που όπως είπε και η Βάσω, τον πήρε πρώτη στην αγκαλιά της! 
Θα έρθουν! Και θα είναι προσωπικοί του καλεσμένοι. 
Το περίεργο είναι ότι η Τούλα το χάρηκε κι από πάνω. 
-Μπράβο Βασίλη μου!  Πολύ καλά έκανες.  Να σε χαρούν οι συγγενείς σου που έφτασες τόσο ψηλά!
Ο Βασίλης έμεινε αποσβολωμένος να την κοιτάει.  Στο τέλος κούνησε το κεφάλι και της είπε:
-Τι λες, μωρέ… τι λες; Μαντάμ Σουσού!
-Εγώ;  Για σένα το λέω!
-Να μη λες! 
Όχι δεν είπε!  Ήρθε, μάλιστα, στο αεροδρόμιο με μια τεράστια ανθοδέσμη.  Αγκάλιασε συγκινημένη τα ξαδέλφια του Βασίλη και την πήραν τα κλάματα όταν έφτασε η σειρά της θείας Ευθυμίας. 
Αν τους έβλεπε από καμιά μεριά ο Νίκος Ξανθόπουλος, θα ‘σκαγε απ’ τη ζήλια του. 
Μετά τα καλωσορίσματα, ο Γκας, κατά κόσμον Κώστας, είπε να πάνε μέχρι το ξενοδοχείο τους ( στο Κινγκ Τζώρτζ) να ξεκουραστούν λίγο μετά από τόσο ταξίδι.  Είχαν φροντίσει μάλιστα να τους περιμένει και αυτοκίνητο που είχαν νοικιάσει από την Αμερική και να πήγαινε μπροστά ο Βασίλης να τους δείξει τον δρόμο. 
Στο δρόμο της επιστροφής είχαν πάρει μαζί τους την θεία  Ευθυμία και η Τούλα την περνούσε κανονική ανάκριση. 
Ναι τα παιδιά της είχαν προκόψει πολύ! Ο Κώστας με τον άντρα της Ιωάννας (Τζαν) είχαν κάνει βιομηχανία και έκαναν ποτά.  Ναι.. πολύ καλής ποιότητας!  Έκαναν κι εξαγωγές στο Κάναντα και στο Αουστράλια. Πολύ χρήμα! Ο Κώστας έχει στο σπίτι πισίνα είκοσι πέντε μέτρα και το κάρο του έχει μέσα και πολύφωτο. 
Ο Βασίλης δεν κρατήθηκε, είπε ( χωρίς να τον ακούσει η θειά του) :
-Μήπως έχει και λουτροκαμπινέ;  
Τέλος έφτασαν στο ξενοδοχείο τους και.. εξαφανίστηκαν για το επόμενο εικοσιτετράωρο.
Ανάσα για την Τούλα που της δόθηκε ο χρόνος να τελειώσει με τις προετοιμασίες της και στη νύφη να τελειώνει (επιτέλους) με τις πρόβες του νυφικού. 
Κυριακή ήταν όλα έτοιμα με τον Νίκο να έχει χάσει τις βέρες και να ψάχνει μέχρι και μεσ’ τα παπούτσια του για να τις βρει. Τον Βασίλη τον είχε πιάσει το άγχος και δεν βοηθούσε καθόλου. 
-Αμάν ρε Νίκο! Τώρα βρήκες να τις χάσεις; Με το δίκιο τους θα μας χέσουν και τους δυο!
Αλλά κι αυτός… άλλος καλύτερος!  Μ’ όλη την φουρτούνα της ετοιμασίας ξέχασε εντελώς τους φιλοξενούμενους, που το ‘χαν ρίξει στον ύπνο και δεν έλεγαν να ξυπνήσουν.
Ευτυχώς ήταν κι ο Μίλτος, που ανέλαβε να φέρει τους ¨Αμερικάνους¨ στην εκκλησία. 
Στο τέλος (ως συνήθως) όλα πήγαν καλά εκτός από μερικές λεπτομέρειες στην ανθοδέσμη της νύφης. Αλλιώς είχε πει η Τούλα να την κάνουν,  αλλιώς την έκανε το ανθοπωλείο και ορκίζονταν ότι θα πήγαινε την άλλη μέρα να τους βάλει φωτιά και να τους κάψει.  


Η θεία Ευθυμία πάντως, έκατσε μπροστά – μπροστά για να καμαρώσει τον ανιψιό της, κουμπάρο.  Έλειπε πολλά χρόνια απ’ την Ελλάδα και οι εικόνες του γάμου της ξύπνησαν μνήμες που είχαν αποκοιμηθεί μέσα της απ’ όταν ήταν ακόμη κοπελίτσα. Μέχρι  κι ο ήχος της καμπάνας την έκανε να βουρκώνει.  
Αλλά εκεί που άρχισε να κλαίει με λυγμούς, ήταν μόλις ο Βασίλης σταύρωσε τα στέφανα. Η Τζαν πήγε κοντά της και προσπαθούσε (μισά Αγγλικά, μισά Ελληνικά) να την ηρεμήσει.  
-Mommy please η πίεσή σουbe careful θυμάσαι τι είπε ο doctor;   No tense!   
Η θεία Ευθυμία εκεί που έλιωνε από την συγκίνηση, γύρισε εξαγριωμένη στην κόρη της:
-Άκου να σου πω, Γιάννα, εδώ θα μιλάς Ε-λλη-νι-κά!  Χρόνια ολόκληρα σας μάθαινα! Δεν θα με κάνετε τώρα ρεζίλη!  Και άσε με να κλάψω με την ησυχία μου.  Εδώ είναι η πατρίδα μας!  Δεν θα πάθω τίποτα! 
Η έρμη η Τζαν δεν την είχε ξαναδεί έτσι την μάνα της. Ο ερχομός της στην πατρίδα την έκανε να νοιώθει άτρωτη! Τι θα ‘κανε ακόμη; Τους είχαν καλέσει και σε κέντρο για να γλεντήσουν. Αν ξεσάλωνε και ήθελε να χορέψει… αλλοίμονό τους. Η πίεσή της θα έφτανε στο είκοσι πέντε. 
Και ξεσάλωσε η γραία!  Χόρευε ανάμεσα στον Βασίλη και την Βάσω σα να μην πέρασε μια μέρα από τότε που είχε φύγει για την Αμερική.  Γεφύρωσε τον χρόνο και χαίρονταν με την ψυχή της τον γυρισμό στον τόπο της.  Και δώσ’ του να μουσκεύουν μαντήλια ο Γκας και η Τζαν που έβλεπαν την μάνα τους να καταγλεντάει και νόμιζαν ότι έκανε θαύμα η Παναγία και ξανάνιωσε η granny
Όταν τέλειωσε ο χορός και έκατσε η γιαγιά κοντά στην κόρη της, αυτή αμέσως έβγαλε το πιεσόμετρο για να την ¨μετρήσει¨ . 
Το δέκα τρία που είδε την έπεισε ότι η μάνα της τελούσε υπό θεϊκή εποπτεία κι αυτή γίνονταν μάρτυς ενός μεγάλου θαύματος.
Έκανε και την υποχρέωση του χορού ο Βασίλης κι έκατσε να δει κι αυτός, επί τέλους, τα ξαδέλφια του.   Ο Κώστας του έλεγε για τις επιχειρήσεις του και για την προκοπή που έκανε στο Αμέρικα κι ο Βασίλης για τον κύκλο εργασιών τους που όλο μεγάλωνε του ‘δωσε μάλιστα και μια κάρτα της εταιρείας. 
Δηλαδή κοκορεύονταν κι οι δυο τους! 
Στο τέλος ο Κώστας είπε στον ξάδερφό του
-Δεν μου λες Μπιλ.. γιατί δεν κάνεις εισαγωγή ουίσκι; Εδώ ο κόσμος το ζητάει!
-Τι να σου πω ρε ξάδερφε δεν έχουμε κάνει εισαγωγές, τέτοιων προϊόντων, μέχρι τώρα.  
(Μη φανεί ότι το εισαγωγαί – εξαγωγαί ήταν μόνο για φιγούρα) 
-Εύκολο πράμα! Η πρώτη φορά είναι λίγο μπελάς μετά όλα γίνονται μόνα τους.
Ο Βασίλης κρατήθηκε για να μη γελάσει.
-Το λες γιατί εσύ ζεις στην Αμερική. Για κάτσε λίγο εδώ και τα ξαναλέμε.  
Μετά όμως το ξανασκέφτηκε.
«Αν δεν προσπαθήσουμε, πως θα μάθουμε τί μπορούμε και τί όχι;»
Σηκώνεται αμέσως και πάει κοντά στο Νίκο, που έπλεε σε πελάγη ευτυχίας με την Νέλη να κρέμεται διαρκώς απ’ το μπράτσο του. Τον πήρε παράμερα και του είπε την πρόταση του Κώστα.
Ο Νίκος μες την γενική ευφορία (λίγο απ’ τον γάμο, λίγο απ’ το κρασί) δέχτηκε την πρόταση μ’ ενθουσιασμό.
-Βεβαίως!  Να το κάνουμε. Θα βάλουμε τον Μίλτο υπεύθυνο και θα πάμε μια χαρά. Προτείνω μάλιστα να τον κάνουμε διευθυντή εισαγωγών!
Ο Βασίλης κατάλαβε ότι δεν πρέπει να λες σοβαρά πράματα σε πιωμένο άνθρωπο.
-Καλά – καλά θα το.. ξανασυζητήσουμε. 
Τι να ξανασυζητήσουν, που ο Νίκος την άλλη μέρα ήταν ημιλιπόθυμος;  
Είχαν εξαφανιστεί με την νεότευκτη κυρία Παπαδοπούλου και κανείς δεν ήξερε πότε θα εμφανιστούν.  
Πάντως ο Βασίλης δεν εννοούσε ν’ αφήσει την ευκαιρία να πάει χαμένη.  Συναντήθηκε με τον Κώστα στο ξενοδοχείο του και τα συζητούσαν στο καφεδάκι. 
-Μη το σκέφτεσαι Μπιλ είναι εύκολα πράματα. Αν θέλεις λέω εγώ πρεσβεία μας και θα κανονίσουν αυτοί όλα τα problems
-Καλά. Όταν γυρίσεις στην Αμερική θα μου στείλεις τα χαρτιά που χρειάζονται και θα δω εγώ από ‘δω ποιες είναι οι διαδικασίες. Άντε τώρα να χαρείτε τις διακοπές σας κι έχουμε χρόνο γι’ αυτά. 
Με το που γύρισε στο γραφείο, ο Βασίλης, έπιασε το Μίλτο.
-Άκου να σου πω είναι ευκαιρία για όλους μας.  Αν ανοίξουμε δουλειές με τους Αμερικάνους θα πνιγούμε στο τάλιρο. Μόνο να ‘χεις το νου σου, αυτό το κομμάτι της δουλειάς θα τ’ αφήσω σε σένα. 
-Ευχαριστώ κύριε Βασίλη για την εμπιστοσύνη και με την ευκαιρία θα ήθελα να σας πω κάποια πράγματα.. Αλλά δεν θα ‘θελα να θεωρήσετε ότι δεν είμαι αντάξιος της εμπιστοσύνης που μου δείχνετε και σεις και η κυρία Τούλα.
-Μίλτο!  Μακριά εισαγωγή μου κάνεις. Μπες κατευθείαν στο θέμα.


-Να, έχουμε εδώ και λίγο καιρό που συναντιόμαστε εγώ και η Ντέπη. Δεν θα ήθελα να το μάθετε από κάπου αλλού και να σχηματίσετε κακή εντύπωση..
Ο Βασίλης τον κοίταξε καλά – καλά μπας και τον δουλεύει.. 
Όχι ο Μίλτος ήταν απολύτως σοβαρός!  
Πήρε το πατρικό.. ύφος και με πλατύ χαμόγελο είπε στον Μίλτο:
-Με την ευχή μου!
Μέσα του, βέβαια, σκέφτονταν: 
«Ρε τον κακομοίρη, τον κατάστρεψα.  Αλλά αυτά γίνονται όταν ο άνθρωπος είναι άβγαλτος.   Α ρε Ευτέρπη που να την περίμενες τέτοια τύχη!»          
Μπορεί ο Μίλτος να ήταν άβγαλτος περί τα ερωτικά, αλλά στη δουλειά ήταν ξουράφι! Άρχισε αμέσως τα τρεχάματα να ετοιμάσει τα της εισαγωγής, για να είναι έτοιμοι όταν γυρίσει ο Κώστας στην Αμερική να ξεκινήσουν την δουλειά. Είχε πάρει, μάλιστα, έναν κατάλογο διάφορων ποτών και ζητούσε για όλα άδειες. Έθεσε, μάλιστα, υπ’ όψιν του Βασίλη τον κατάλογο, που τον κοιτούσε χωρίς να καταλαβαίνει τι διάολο σήμαιναν όλα τούτα τ’ αλαμπουρνέζικα που έγραφε ο Μίλτος.
-Κάν’ τα πιο λιανά ρε Μίλτο να καταλαβαίνονται! 
-Να. Αυτό είναι ουίσκι, εκείνο είναι βότκα…
-Όπα – όπα Μίλτο, στοπ! Αυτό δεν είναι που πίνουν οι Ρώσοι;
-Ναι, αλλά τώρα το πίνουν κι οι Αμερικάνοι!
-Μμμ.. καλά λένε, οι μπεκρήδες είναι όλοι μια φάρα. Ρετσίνα δεν πίνει κανένας τους;
-Οι Αμερικάνοι δεν πίνουν. Αλλά, σίγουρα, θα θέλουν οι Έλληνες που είναι εκεί κι έτσι σκεφτόμουν να συνεργαστούμε με τον κύριο Κώστα και να του προτείνουμε να του στέλνουμε εμείς από ‘δω.
-Λες; Και που θα βρούμε τόση ρετσίνα, ρε Μίλτο, να ποτίσουμε όλη την Αμερική;
-….. Θα βρούμε!
-Μπράβο αϊτέ μου, έτσι σε θέλω!
Ο Βασίλης δεν ήταν άνθρωπος του ποτηριού. Λίγο κρασάκι (κι αυτό ανάρια). Το πολύ – πολύ να ¨έσφιγγε¨ και κάνα ουζάκι (έτσι για την όρεξη). Αλλά τώρα που ετοιμάζονταν για εισαγωγέας ποτών αισθάνονταν την υποχρέωση να δοκιμάσει τα υποψήφια «εισαγώγιμα είδη»   (αυτό το τελευταίο το διάβασε σ’ ένα απ’ τα έγγραφα του Μίλτου και πολύ του άρεσε).    Αγόρασε λοιπόν ένα μπουκάλι ουίσκι κι ένα μπουκάλι βότκα και πήγε στο γραφείο για να κάνει τις δοκιμές. Έβαλε τα μπουκάλια πάνω στο τραπέζι και τα χάζευε, μη ξέροντας από ποιο να ξεκινήσει. Το ένα ήταν τελείως άχρωμο σαν ούζο και σκέφτηκε να ξεκινήσει απ’ αυτό. Έριξε λίγο στο καπάκι του μπουκαλιού και το κατέβασε με μιάς  κλείνοντας τα μάτια (λες κι ήταν το κώνειο του Σωκράτη).    
Δεν έκανε γαργάρα με καρφοβελόνες καλύτερα;      Λες και κατέβαζε ακουαφόρτε!    Ξαναγέμισε το καπάκι, αλλ’ αυτή τη φορά το κράτησε στο στόμα για να καταλάβει την γεύση.    Δεν μύριζε άσχημα αλλά το άτιμο κόντεψε να του κάψει το στόμα. 
«Αυτό είναι δηλητήριο», σκέφτηκε.
Το άφησε στην άκρη και άνοιξε τ’ άλλο μπουκάλι.  Αυτή τη φορά όμως δεν την πατούσε με τίποτα. Πριν το βάλει στο στόμα το μύρισε για να δει αν είχε κι αυτό την ίδια γλυκερή μυρουδιά.  
Τέτοια μπόχα δεν την περίμενε με τίποτα!   Παράτησε το μπουκάλι στην άκρη λέγοντας:
-Δε μπορώ να καταλάβω τι βρίσκουν σ’ αυτή την αηδία και την πίνουν!  Αλλά βέβαια αφού το πίνουν οι Αμερικάνοι…  Να δω τι θα κάνουν άμα έρθει καμιά μόδα να τρώνε σκατά στην Αμερική!
Έβαλε τα μπουκάλια σ’ ένα ντουλάπι με τη σκέψη να πάρει και κανένα λικέρ για να ‘χουν ¨μπαρ¨ όπως στις μεγάλες εταιρείες.  Μετά το καλοσκέφτηκε, θυμήθηκε ότι ο Νίκος ήταν επιρρεπής στο ποτό, γύρισε πίσω έβαλε και τα δυο μπουκάλια μέσα στη σακούλα και τα κατέβασε στα σκουπίδια.
Σε δεκαπέντε μέρες τα ξαδέρφια από το Αμέρικα γύρισαν στην Αθήνα, από την Ρόδο που είχαν πάει και ετοίμαζαν μπαγκάζια για πίσω. Είχαν εντυπωσιαστεί απ’ το νησί. Είχαν πάρει, μάλιστα ξεναγό για να τους δείξει όλες τις ομορφιές και να μάθουν, κομματάκι, την ιστορία του τόπου καταγωγής τους για να έχουν να λένε στους Αμερικάνους. Τα όσα έμαθαν τους είχαν πείσει ότι είναι κληρονόμοι του πιο περιούσιου λαού επί γης. Γέμισαν και δυο τσάντες με τουριστικά είδη και ετοιμάστηκαν να καταπλήξουν τις οικογένειές τους που τους περίμεναν στο Νew Jersey. Υποσχέθηκαν να γυρίσουν την επόμενη χρονιά συν γυναιξί και τέκνοις για να κάνουν κρουαζιέρα σ’ όλα τα νησιά.  Ο Κώστας, πάντως, επισκέφτηκε το γραφείο, για να μιλήσουν. Είδε τα βουνά με τους καταλόγους και τα δελτία παραγγελίας πάνω στα τραπέζια και γούρλωσε τα μάτια.
Oh my God!  Τι πάθατε Μπιλ; Robbery; Μπήκαν κλέφτες και τα ‘καναν πάνω – κάτω;
-Όχι ρε Κώστα έτσι δουλεύουμε εδώ..
-Και βρίσκετε άκρη;
-Εμ.. πως...
Το τελευταίο βράδυ η Τούλα ετοίμασε τραπέζι (για να τους περιποιηθεί προσωπικά).  Με δεδομένη την Σμυρναίϊκια καταγωγή της θείας Ευθυμίας, έβαλε τα δυνατά της για να παρουσιάσει ένα τραπέζι που θα τους έμενε αξέχαστο. 
Και το κατάφερε! 
Μέχρι κι ο Βασίλης εντυπωσιάστηκε, που μπροστά σε όλους της είπε:
-Μπράβο ρε Τούλα είσαι μεγάλο αστέρι!
Η Τούλα κατακοκκίνισε και έσκυψε το κεφάλι σα μαθητριούλα. 


Ήταν ένα απ’ τα καλύτερα βράδια του Βασίλη. Με την θεία του, να τον έχει αγκαλιά όλο το βράδυ ένοιωσε σαν να είχε πάνω του το χέρι της μακαρίτισσας της μάνας του, που δεν πρόλαβε να γνωρίσει. Ο Κώστας κι η Γιάννα ήταν ανοιχτόκαρδοι άνθρωποι και σε λίγη ώρα αισθάνονταν ότι ζούσαν από πάντα μαζί. 
Ούτε που χρειάστηκε να ρωτήσει τον Κώστα, τι θα πιούν. Τον πρόλαβε αυτός λέγοντας:
-Μπιλ ! Ρετσίνα έχεις; 
-Όση θες ξάδερφε, πράμα διαμάντι!  Ήθελα, μάλιστα να σου πω ότι αν θέλεις μπορούμε να κάνουμε και εξαγωγή στην Αμερική.
-Yeswhy not;
-Κώστα! (η θεία Ευθυμία) τι είπαμε;  Ελληνικά!
Ο Κώστας πειθήνια: Εν τάξει μαμά. 
Πάντως η θεία δεν τα ξέφυγε τα Εγγλέζικα. Ήρθε η Λέλα κι έκατσε δίπλα στην Γιάννα και την έπιασε στο ξενόγλωσσο λακριντί. 
Κάνα δυο άγρια βλέμματα του Βασίλη δεν είχαν κανένα αποτέλεσμα. 
Αλλά το άτιμο μιλούσε λες και ήταν Αμερικανάκι!  Ο Βασίλης χαλάλισε τα λεφτά που έδωσε στο φροντιστήριο και ήταν έτοιμος να πάει την άλλη μέρα να τους δώσει συγχαρητήρια. 
Αυτό το βράδυ ήταν ένα απ’ τα καλύτερα της ζωής του. Περισσότερο γιατί έμαθε ένα σωρό πράγματα για την μάνα του, που αισθάνονταν όλη την ώρα έντονη την παρουσία της.  
Δύσκολη ήταν η επόμενη μέρα,  που έπρεπε να τους αποχαιρετήσουν. 
Η θεία Ευθυμία κρατούσε τον Βασίλη στην αγκαλιά της κι έκλαιγε σα μικρό παιδί. Αλλά κι αυτόν τον είχαν πιάσει τα κλάματα κι είχαν γίνει τα μάτια του κατακόκκινα. 
Ευτυχώς που δεν πήραν τα παιδιά μαζί τους στο αεροδρόμιο. 
Όχι γιατί θα ταράζονταν, αλλά θα γίνονταν ρεζίλη απ’ τον Αλέκο που θα κυλιόνταν κάτω απ’ τα γέλια.  









12]                                                Κάτσε κάτω ρε!!



Ο Μίλτος αυτό το καλοκαίρι δούλεψε με την ψυχή του. Κανόνιζε να γίνουν οι εισαγωγές και παράλληλα έτρεχε για να βρίσκει καινούριους πελάτες για τα ¨εισαγόμενα είδη¨. 
Τον Βασίλη τον παραξένευε αυτό το μεγάλο ενδιαφέρον του Μίλτου, αλλά δεν έλεγε και τίποτα.  Τι να πει;  Η δουλειά πήγαινε ρολόϊ και (χωρίς να το καταλαβαίνει ακριβώς) τα κέρδη από την εισαγωγή είχαν φτάσει πάνω κι από εξήντα τα εκατό. Μέχρι να έρθει ο Σεπτέμβρης είχαν πιάσει ένα σωρό πελάτες και στο γραφείο είχαν προσλάβει άλλους τέσσερις υπαλλήλους και σχεδίαζαν να κάνουν καινούρια μεγάλη αποθήκη στο Αιγάλεω, σε οικόπεδο, προικιό της Τούλας. Είχαν κάτσει μάλιστα με τον Μίλτο στο γραφείο και έκαναν το λογαριασμό με μια προσφορά που τους είχε κάνει κάποιος εργολάβος. Ήταν νωρίς το απόγευμα όταν πήρε η Τούλα αναστατωμένη και μπερδεύοντας τα λόγια της του έλεγε (περίπου) ότι πήγε η αστυνομία στο σπίτι και τον ζητούσε. Αναστατώθηκε αλλά προσπαθούσε να κρατήσει την ψυχραιμία του.   Μάταια..  ο Μίλτος, μόλις τ’ άκουσε, άρχισε να τρέμει σα το φύλλο και τον παρέσυρε κι αυτόν στον πανικό του. Σε λίγα λεπτά, ξανά τηλέφωνο, αυτή τη φορά ήταν η κουμπάρα, η Νέλη, που με αναφιλητά τους είπε ότι έπιασαν τον Νίκο. 
Ο Βασίλης δεν χρειάστηκε και πολλά για να καταλάβει τι γίνονταν. Η ασφάλεια ή η ΚΥΠ ή κάποιος τέλος πάντων, μυρίστηκε την κομπίνα του ¨ανιψιού¨ του Παπαδόπουλου και τώρα άνοιξε το πηγάδι για να τους καταπιεί. 
Τώρα τι γίνεται;  Να πάει να παρουσιαστεί μόνος του στην ασφάλεια κι ό,τι προκύψει; Να κρυφτεί κάπου; Αλλά που; Ποιος θα δέχονταν να τον έχει στο σπίτι του ή οπουδήποτε αλλού, όταν ξέρει ότι στο κατόπι του είναι τα λαγωνικά της δικτατορίας;
Ποιος θά ‘βαζε το κεφάλι του στο ντορβά; 
Έφυγαν απ’ το γραφείο με τον Μίλτο και πήγαν κι έκατσαν να μιλήσουν σ΄ ένα καφενείο στο Μπουρνάζι, για να είναι άγνωστοι μεταξύ αγνώστων.  Απ’ το δρόμο τηλεφώνησε στην Τούλα τα καθ’ έκαστα με τον Νίκο και της είπε να μην ανησυχεί. 
Κάτι θα σκέφτονταν να κάνουν. 
Τι να κάνουν; Στο καφενείο είχαν κάνα δίωρο αλλά λύση δεν μπορούσαν να βρουν.   Μάλιστα ο Μίλτος τον ρώτησε αν σκέφτονταν να φύγει στο εξωτερικό, με τους άλλους… αντιστασιακούς.
-Όχι ρε Μίλτο.  Σιγά μη φύγω για τη μέση Ανατολή! Κάτι άλλο θα υπάρχει να κάνουμε.
Αλλά όπως και να τό ‘φερναν το πράγμα έπεφταν σε τοίχο. Όσους έβαζαν στο σημάδι στο τέλος τους έπιαναν.  Δεν ξεφεύγεις έτσι εύκολα απ’ την ασφάλεια!  Εδώ είχαν μαζέψει όλους τους αριστερούς, που ήξεραν χίλιους δυο τρόπους να ξεγλιστρούν και θα την γλίτωνε ο Βασίλης;  Ένας άνθρωπος μόνος του με την ασφάλεια στο κατόπι του;    Αστεία λέμε τώρα;      Θα τον βουτούσαν σε λίγες ώρες!
-Λοιπόν. Μίλτο, άκουσέ με προσεκτικά. Εγώ θα πάω μόνος μου στην ασφάλεια και θα δω τι θα γίνει εκεί. Εσύ θα εξαφανιστείς για λίγες μέρες και μετά θα πας και θα ‘χεις υπ’ όψη σου τη δουλειά. Πες στον Πέτρο, για καμιά δυο μέρες, ως που να πας εσύ, να έχει το νου του, και πες στην Τούλα να πάει να βρει κανένα καλό δικηγόρο. 
Ο Μίλτος έφυγε κι αυτός έκατσε μόνος του στο καφενείο με τον καφετζή να τον κοιτάζει αγριεμένος. Είχε νυχτώσει για τα καλά κι άρχισαν να έρχονται οι πελάτες για τη βραδινή χαρτοπαιξία κι αυτός κρατούσε το τραπέζι από νωρίς. 


Ξεκίνησε για να κατέβει στην Αθήνα να πάει στην ασφάλεια. Μετά το καλοσκέφτηκε. 
Τι να πάει μες τη νύχτα; Τότε (στην ΕΣΑ ) ο φαντάρος περίμενε τη νύχτα για να ¨γλεντήσουν με τα κουμμούνια¨. Που ήξερε αυτός αν δεν τον έδιναν στους εσατζήδες να .. περάσουν την ώρα τους!  Άμα ξημερώσει είναι αλλιώς, είναι πολύς ο κόσμος, δεν θα τους είναι τόσο εύκολο να κάνουν ό,τι τους γουστάρει. 
Πέρασε απ’ την άλλη μεριά της Αθήνας, φτάνοντας στην παραλιακή και πήγε σ’ ένα καλό ξενοδοχείο. 
Γερό φιλοδώρημα στον υπάλληλο της εισόδου. 
Εγερτήριο στις πέντε το πρωί.   Να μην τον ενοχλήσει κανείς.!
Έκανε ένα μπάνιο να ηρεμήσει κι έκατσε να βάλει τα πράματα σε μια σειρά. 
Θα πήγαινε την άλλη μέρα στην ασφάλεια και με το πιο αθώο ύφος του κόσμου θα τους ρωτούσε τι τον ήθελαν και γιατί… τον ενοχλούσαν. Αυτό μπορεί να έπιανε καλύτερα απ’ οτιδήποτε άλλο γιατί ο Παπαδόπουλος τον τελευταίο καιρό ήθελε να παραστήσει τον δημοκράτη και είχε ανοίξει και την βουλή (ότι τάχα μου λειτουργεί δημοκρατικά η χώρα και παίρνονται αποφάσεις με ψηφοφορία). Τρίχες κατσαρές ας τολμούσε να πει κανένας την γνώμη του ελεύθερα και σού ‘λεγα εγώ τι απίδια βάζει ο σάκος. 
Αλλά όλα τούτα ήταν για τους ¨βαμμένους¨ τους αριστερούς που τους είχαν κάνει κάτι φακέλους ίσα με μια εγκυκλοπαίδεια.   Αυτοί δεν έκαναν και τίποτα ¨ανατρεπτικό¨!   Πονηριά κάνανε και μάλιστα όχι ο ίδιος, ο Νίκος έκανε τον ανιψιό του Παπαδόπουλου!   Αυτός ήταν χοντρά μπλεγμένος. Αμέσως ντράπηκε και μόνο που του πέρασε απ’ το νου, κάτι τέτοιο. Εκμεταλλεύτηκε κι αυτός την κομπίνα του Νίκου, με όποιο τρόπο μπορούσε. Έβγαλε λεφτά με την ψυχή του, κυριολεκτικά άλλαξε η ζωή του. Αν δεν ήταν ο Νίκος και τα ψέματά του πού θα βρίσκονταν τώρα;   Στο καφενείο στο Αιγάλεω να του λέει η Τούλα ότι είναι άχρηστος κι ότι σκοτώνεται για πενταροδεκάρες.   Όχι!   Ο λόγος που έγινε ό, τι έγινε ήταν ο Νίκος και δεν είχε κανένα σκοπό να του φορτώσει το βάρος όλης της κομπίνας.  Μαζί τα κάνανε και μαζί θα το αντιμετωπίζανε.  Ύστερα είχαν γίνει και κουμπάροι.. πώς θ’ αντίκριζε την κουμπάρα και θα της έλεγε ότι πούλησε τον κουμπάρο; Όχι.. ανήθικος δεν ήταν. Άνοιξε το πορτοφόλι κι έβγαλε την επιστολή του Νίκου που ομολογούσε ότι ήταν ο μοναδικός υπεύθυνος. Την διάβασε μια ακόμη φορά και ύστερα την έσκισε.  
«Θα βάλουμε έναν καλό δικηγόρο… θα δούμε τι θα γίνει και με τις γνωριμίες που έχουμε και… βλέπουμε» 
Αποκοιμήθηκε βαθιά.  Η μέρα τον είχε φορτώσει μ’ ένα σωρό σκοτούρες και ο ύπνος έπεσε βαρύς σαν σκοτάδι ή σαν δικτάτορας. 
Σηκώθηκε πολύ πρωί. Κάπνισε δυο τσιγάρα και κατέβηκε. Δεν ήταν σίγουρος αν είχε πάρει τις σωστές αποφάσεις, αλλά ό,τι κι αν σκέφτηκε ήταν αποφασισμένος να τ’ ακολουθήσει. 
Έτσι λένε: Οι πρώτες αποφάσεις είναι κι οι σωστότερες.
Μπήκε στο αμάξι και πήγε στο σπίτι, για να βρει μια Τούλα με τα μάτια πρησμένα απ’ την αϋπνία και το κλάμα. Πάρ’ ότι βιάζονταν, γιατί δεν ήθελε να του ¨φύγει¨ η μέρα έκατσε να της πει δυο λόγια για να την καθησυχάσει. Ύστερα ξυρίστηκε έβαλε μια καλή λοσιόν και φόρεσε ένα καλό πρωινό κουστούμι και μια εντυπωσιακή γραβάτα. 
Η Τούλα όταν τον είδε ντυμένο σα φιγουρίνι απόρησε. 
-Μα καλά εκεί που θα πας, θα κάνεις τον.. γαμπρό;
-Αυτά τους εντυπωσιάζουν. Αν πάω ντυμένος σαν κακομοίρης θα με χώσουν κατ’ ευθείαν στο φρέσκο. Εσύ να έχεις το νου σου να βρεις κάνα καλό δικηγόρο, ρώτα τον Πέτρο, αυτός γνωρίζει πολύ κόσμο.
Πήρε ταξί και πήγε στην ασφάλεια. 
Με αυτοπεποίθηση και χαμόγελο ρώτησε τον φρουρό της εισόδου που είναι το γραφείο του αξιωματικού υπηρεσίας. 
Ο φρουρός βλέποντάς τον έτσι ντυμένο και παρφουμαρισμένο πήρε στάση προσοχής  και τον πληροφόρησε με… σεβασμό.
«Ναι λες και δεν τό ‘ξερα.» Σκέφτηκε και πήρε ν’ ανεβαίνει την σκάλα 
Έφτασε μπροστά στο.. γνωστό γραφείο και χτύπησε θαρρετά την πόρτα. 
-Εμπρός!   Τόνος υπηρεσιακός αλλά όχι άγριος.    Προ πάντων δεν θύμιζε καραβανά.
Ο Βασίλης υπέθεσε ότι θα ήταν ο ίδιος που είχε συναντήσει την προηγούμενη φορά.   Τότε του είχε κάνει καλή εντύπωση.   Είχε δείξει και σεβασμό. 


Άνοιξε την πόρτα για να βρεθεί μπροστά σ’ έναν άγνωστο. Ωστόσο μπήκε μέσα στο γραφείο με μεγάλη άνεση και στάθηκε μπροστά στο γραφείο του αστυνόμου. 
-Καλημέρα σας!  Είπε προτείνοντας το χέρι του για χειραψία. 
Ο αστυνόμος σηκώθηκε δίνοντάς του μια θερμή χειραψία. 
-Έμαθα κύριε αστυνόμε ότι με ζητήσατε και ανησύχησα. Σε τι μπορώ να σας φανώ χρήσιμος;  
-Πως ονομάζεστε κύριε;
-Τσιμπλιάκος Βασίλειος 
-Μμμάλιστα… για να δω, κάτι έχω εδώ.. (και μετά από ένα λεπτό)
-Α!  Εσύ είσαι ο Τσιμπλιάκος πουλάκι μου; 
Το ύφος του ήταν γεμάτο ειρωνεία και σαρκασμό. Ο Βασίλης σκέφτηκε ότι αν έκανε τον θιγμένο θα ήταν καλύτερα.   Θα έδειχνε πιο.. αθώος. 
-Σας παρακαλώ κύριε αστυνόμε πως μου μιλάτε έτσι;
-Κάτσε κάτω ρε !!
Ο Βασίλης έκατσε σαν αυτόματο στην καρέκλα. Η έκπληξή του ήταν τέτοια που δεν μπορούσε να βγάλει λέξη απ’ το στόμα του.  Ξανά του ήρθε η θύμηση του βεληγκέκα. Αυτές οι άγριες κραυγές της βάρβαρης εξουσίας.  Αλλά τώρα δεν ήταν το ίδιο, δεν ήταν ο φουκαράς που του έκανε τον σπουδαίο ο κάθε μπασκίνας. 
Τώρα είχε λεφτά!  
Ήταν πρόεδρος της ¨ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ ΑΕ¨, εισαγωγέας Αμερικανικών προϊόντων και κάτοχος ενός μεγάλου λογαριασμού στην τράπεζα.   
Να μην πούμε και για το οροφοδιαμέρισμα! 
Τέτοια ξεφτίλα δεν την σήκωνε ο εγωισμός του και έπρεπε αυτός ο μπάτσος να το καταλάβει! 
Ξανασηκώθηκε όρθιος και με στόμφο είπε :
-Σας παρακαλώ κύριε!   Δεν ξέρετε με ποιον μιλάτε.    Θα σας αναφέρω στους προϊσταμένους σας.  Απαιτώ να δω αμέσως στον διοικητή σας.
Ο αστυνόμος τον άρπαξε απ’ τα πέτα και τον κοπάνησε στην καρέκλα. 
-Σκάσε ρε κουμμούνι, που θα μου πεις ότι θες να δεις τον διοικητή. Πρόσεξε καλά μη σε στείλω πακέτο στην ΕΣΑ και σου κάνουν τ’ άντερα κοκορέτσι. 
Ο Βασίλης δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που άκουσε. 
Κουμμούνι;   Από πού κι ως που;   Μήπως τον πήρε για κανέναν άλλον; 
Αν δεν ήταν μέσα στο κτήριο της ασφάλειας θά ‘λεγε ότι του κάνανε φάρσα.
Άρχισε να διαμαρτύρεται, όχι παριστάνοντας τον ¨κάποιον¨ αλλά με γνήσια απορία.
-Μα τι λέτε κύριε αστυνόμε;  Εγώ;!!  Αν είναι δυνατόν! Εγώ ποτέ μου δεν ασχολήθηκα με πολιτικά. Και που πήγαινα να ψηφίσω τό ‘κανα από αγγαρεία. Μήπως με πήρατε για κανέναν άλλον;
-Δε μου λες εσύ δεν είσαι ο συνέταιρος του Νικολάου Παπαδοπούλου;
-Μάλιστα! Αλλά αυτός είναι εθνικόφρων και μάλιστα συγγενής του προέδρου μας!
Έκανε τον ανήξερο τελείως. Αν έβλεπε κανένας το ύφος του θα έλεγε ότι βρίσκεται μπροστά στον πιο έκπληκτο άνθρωπο του κόσμου. Χώρια που έδειχνε και θιγμένος για την… προσβολή που του ‘κανε να τον πει κομμουνιστή και συνέχισε… ακάθεκτος.
-Καταλαβαίνετε τι έχει να γίνει, όχι γιατί με φέρατε εδώ αλλά και μόνο που τολμήσατε να με πείτε κομμουνιστή. Ποιόν;  Εμένα κομμουνιστή!  Που στο σπίτι μου, έχω την φωτογραφία του προέδρου μας, μαζί με τα εικονίσματα.
Ο αστυνόμος έδειχνε μπερδεμένος. Τον κοίταξε με μισό μάτι προσπαθώντας να καταλάβει με τι σόϊ άνθρωπο έχει να κάνει. Στο παρελθόν, πολλές φορές, του είχαν φέρει αριστερούς που έκαναν τους ανίδεους, αλλά στο τέλος τους έκανε να κελαηδούν σαν καναρίνια. 
Αφού τό ‘λεγε κάθε φορά στους εκπαιδευόμενους! 
-Το βλέπετε αυτό εδώ ρε!   (Δείχνοντάς τους την γροθιά του)   Αυτή είναι η καλύτερη ανακριτική μέθοδος. Τους ρίχνεις κάμποσες στο ψωμοσάκουλο κι όταν σταματήσουν να ξερνάνε, αρχίζουν να τραγουδάνε. 
Με τούτον ‘δω, όμως, τα πράγματα έδειχναν διαφορετικά. Απ’ το παρουσιαστικό έδειχνε να είναι άνθρωπος του ¨καλού κόσμου¨ και συνήθως όλοι τούτοι από κάπου κρατιούνται. Δεν ήταν τώρα να μπλέξει με τίποτα ¨ψηλά καπέλα¨!  Αποφάσισε να πάει πιο μαλακά το πράμα. Θα τον έπιανε στην κουβέντα να δει τι ¨καπνό φουμάρει¨ και… βλέπουμε. 
Για να μη δείξει τις αμφιβολίες του πήρε το υπηρεσιακό ύφος και... αγρίεψε.
-Μη μου κάνεις εμένα τον αθώο! Όποιος έχει σχέσεις με κομμουνιστάς είναι και αυτός με το μέρος τους. 
-Ε! και ποιος έχει σχέσεις με κομμουνιστάς;
-Εσύ!

Του ‘ρθε κάτι σαν σκοτοδίνη. Τι έλεγε αυτός; ήταν με τα καλά του;  Δηλαδή με τα σωστά του  τον κατηγορούσε για κομμουνιστή;  Μήπως το θέμα αφορούσε το Μίλτο και τον πατέρα του; Αλλά και πάλι πως είναι δυνατόν να τον κουβαλούν στην ασφάλεια, νά ‘χουν συλλάβει και το Νίκο!   Αυτό δεν ξανάγινε!  Σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις, κάνουν μια σύσταση στους εργοδότες ν’ απολύσουν τον υπάλληλο που τον θεωρούν ύποπτο ή  συλλαμβάνουν τον φουκαρά που έβαλαν στο μάτι και τελειώνει η υπόθεση. Τώρα αλλάξανε τα πράγματα; Όποιος έχει στη δουλειά του κάποιον που δεν τους γουστάρει συλλαμβάνουν.. τον ίδιο.  Τρελαθήκαμε εντελώς;   
Ως εδώ και μη παρ’ έκει.  Αποφάσισε ν’ αντιδράσει !
-Μα τι λέτε κύριε αστυνόμε;  Εγώ!!  Τον μόνο κομμουνιστή που ξέρω είναι ο Κρούτσεφ.   
 Μη μου πείτε ότι αυτόν έχω φίλο;
-Για τον Νικόλαο Παπαδόπουλο τι έχεις να μας πεις;
-Τι να πω; Τα καλύτερα!  Εθνικόφρων!  Υπόδειγμα της κοινωνίας μας και συγγενής του προέδρου μας του Γεωργίου Παπαδοπούλου! 
Είπε με στόμφο, αποφεύγοντας ν’ αναφέρει τον βαθμό συγγενείας μην πέσει σε καμιά γκάφα.         Ασφαλώς και είχε δίκιο γιατί η επόμενη ερώτηση του αστυνόμου ήταν για το ¨ ποια συγγένεια είχε ο Νίκος με τον πρόεδρο¨
-Θαρρώ ανιψιός του είναι, αλλά δεν τον ρώτησα και με ακρίβεια. Μη φανώ και.. αδιάκριτος.  Αλλά έχω δει φωτογραφίες που δείχνουν τον πρόεδρό μας να τον κρατάει απ’ το χέρι όταν ήταν μικρός και απ’ ό,τι μου έχει πει τον αγαπάει σαν παιδί του!
-Εσύ, σαν συνέταιρός του, επισκέφτηκες ποτέ τον πρόεδρο;
-Όχι βέβαια! Ποιος τολμάει να ενοχλήσει τον πρόεδρο με τόσες ασχολίες που έχει; 
-Μμμάλιστα..  
Ο Βασίλης είχε αμολήσει το μελάνι και περίμενε να δει πόσο είχε θολώσει τα νερά. 
Ο αστυνόμος είχε κάτσει στο γραφείο του συλλογισμένος. Δεν μπορούσε ν’ αποφασίσει αν αυτός που στέκονταν μπροστά του ήταν απατεώνας ή ήταν και ο ίδιος θύμα απάτης. 
Κρατούσε αφηρημένα ένα μολύβι και μουτζούρωνε το φύλλο συμβάντων ζωγραφίζοντας κυκλάκια στις κενές σειρές. 
-Πάντως, κύριε αστυνόμε, για να ξέρετε (συνέχισε σαν να μη συνέβαινε τίποτα) εγώ είμαι αυτοδημιούργητος. Από ένα καφενείο ξεκίνησα και ό,τι έχω, μέχρι σήμερα, είναι απ’ τον κόπο μου. Μπορώ μάλιστα να σας δώσω έναν κατάλογο αξιωματικών που με έχουν συγχαρεί για τις μεγάλες οικονομίες που έχω κάνει στον Ελληνικό στρατό. Εγώ έφερα ένα σωρό πράγματα στα ΚΨΜ των μονάδων, σε πολύ φτηνές τιμές κι έκανα πιο εύκολη την ζωή των Ελλήνων στρατιωτών.
-Φτάνει… φτάνει ! 
Ο Βασίλης είχε πάρει φόρα κι αν δεν τον σταματούσε ο άλλος θ’ απένειμε στον εαυτό του το παράσημο εξαίρετων πράξεων.  
 Ίσως και να μη χρειάζονταν να πει τόσα.  Έτσι κι αλλιώς φαίνονταν ότι ο άλλος καταλάβαινε ότι είχε να κάνει με ανίδεο. Ο αστυνόμος άρχισε να βηματίζει πάνω – κάτω στο γραφείο προσπαθώντας να καταλήξει κάπου, πριν τον ξαποστείλει. Αλλά και πάλι δεν του πήγαινε καλά ν’ αφήσει το ¨θέμα¨ ολότελα ασκάλιστο. Έπρεπε να βγάλει κάτι από τούτην την υπόθεση. Στο κάτω – κάτω αυτός μπορεί να ήταν ανίδεος αλλά είχε ατράνταχτα στοιχεία για τον άλλο, κι ο άλλος ήταν συνέταιρος με τούτον, άρα και συνένοχοι. 
Τί, θα του ξέφευγαν;  Τους φαίνονταν για κορόϊδο;   
Αλλά δεν έφταιγαν αυτοί… όχι!  Έφταιγε ο εκδημοκρατισμός! Είχαν κλείσει τον Αβέρωφ και τα Γιούρα, έδωσαν  κι αμνηστία σ’ όλους τους κομμουνιστάς, τους προδότες. Κανονικά έπρεπε να τους είχαν εκτελέσει όλους και να ξεμπέρδευαν μια και καλή. Τι μας χρειάζεται η βουλή και οι πολιτικάντηδες; Μόνο προβλήματα δημιουργούσαν όλα τα χρόνια. Διαδηλώσεις, σαματάδες και φθορά της περιουσίας του Δημοσίου. Τί, ξεχνιέται το ξήλωμα των πεζοδρομίων στην Πειραιώς; Και ποιός ήταν πίσω απ’ όλα αυτά; Η ΕΔΑ και οι έξωθεν κομμουνισταί συνεργάτες και καθοδηγητές τους. Μάλιστα πολλά κουμμούνια που έπιαναν, αφού τους σακάτευαν στο ξύλο, ομολογούσαν πως ό,τι έκαναν τους τα είχαν ορμηνέψει κατευθείαν από την Μόσχα οι αρχηγοί τους. Κι ας τολμούσε κανένας να μην ομολογήσει! Τον παρέδιδαν στην ΕΣΑ στο ΕΑΤ και κει να δεις τραγούδι που έκανε ο σπίνος. 
Τους έλεγε ό,τι ήθελαν… τα ‘κανε δεν τα ‘κανε.    Σκουπίδια κουμμούνια! Όλους σαπούνια έπρεπε να τους κάνουν! Και τώρα έμπλεξε πάλι με τούτους εδώ.. Και καλά ο άλλος είναι μεγάλο μούτρο και θα περνούσε από τον πάγκο, αλλά ετούτος; Αυτός έδειχνε να μην ξέρει τι του συμβαίνει. Ίσως να τον είχε, ο άλλος, στο ψιλό γαζί. Έτσι κι αλλιώς από ¨πάνω¨ δεν του είχαν βρει τίποτα. Παλιότερα, μάλιστα, είχαν πει γι’ αυτόν κάποιοι δικοί μας ότι ήταν καλό παιδί και δικός μας άνθρωπος. Δεν είχε μπλεχτεί σε πολιτικά, δεν τον άκουσε ποτέ κανένας να λέει κάτι ¨περίεργο¨… μυστήριο. Ίσως να άξιζε να του δώσει μια ευκαιρία να του πει τι ξέρει και… βλέπουμε.
-Εσύ από πότε ξέρεις τον Νικόλαο Παπαδόπουλο;
-Χρόνια τώρα κύριε αστυνόμε. Τρία χρόνια έχουμε συνέταιροι, είμαστε και κουμπάροι, εγώ τον πάντρεψα… στην εκκλησία!  Αν ήταν κομμουνιστής θα πήγαινε στην εκκλησία; Έτσι δεν μας έλεγαν στο κατηχητικό; Ότι όλοι αυτοί είναι τέκνα του σατανά και δεν μπαίνουν στην εκκλησία γιατί φοβούνται τον Χριστό; Τότε αυτός πως μπήκε; Και μάλιστα με στολισμό της εκκλησίας και όλους τους πολυέλαιους αναμμένους. Ξέρετε τι πλήρωσα για τους πολυέλαιους; Αλλά που να συμφωνήσει με λιγότερα η γυναίκα μου! 
-Δεν μ’ ενδιαφέρουν αυτά!
-Μα πως κύριε αστυνόμε… τα τέκνα του σατανά…  οι πολυέλαιοι.
-Σκάσε ρε, μη σε πάρει ο διάολος και σένα και τους πολυέλαιους.
Ο Βασίλης είχε ξαφνιαστεί απ’ το ξέσπασμα του άλλου, δεν καταλάβαινε τι είχε πει που τον ερέθισε. Αυτός για το κατηχητικό μιλούσε. Μήπως δεν του άρεσε το κατηχητικό;   Και για ποιο λόγο;  Μια χαρά περνούσαν.  Τους έλεγαν ένα σωρό χαζομάρες, αλλά τους πήγαιναν και καμιά εκδρομή, τους έδιναν γάλα και κάτι κονσέρβες με κίτρινο τυρί που όταν τό ‘τρωγες έτριζε στα δόντια σα να ‘χε άμμο μέσα. 


Στο τέλος ο αστυνόμος το πήρε απόφαση, ότι δεν πρόκειται να βγάλει τίποτ’ άλλο από δαύτον κι αποφάσισε να δώσει ένα τέλος.
-Πέρασε έξω και να περιμένεις στο διάδρομο να σε φωνάξουμε.
Ο Βασίλης πέρασε έξω απ’ το γραφείο ανακουφισμένος. Καλά είχε πάει το πράμα.. Δεν έγινε και τίποτα τρομερό. Θα μπορούσε να ήταν πολύ χειρότερα.  
Ίσως ν’ άρχιζαν το ξύλο… ποτέ δεν ξέρεις τι γίνεται. Οι ίδιοι ήταν πάλι στα μεγάλα πόστα. Επειδή έβαλαν κάποιους αποτυχημένους πολιτικούς να παριστάνουν τους χατζατζάρηδες, θαρρούσαν ότι ξεγελούσαν κανέναν; Χούντα ήταν και χούντα είναι!
Άναψε ένα τσιγάρο και τράβηξε δυνατά. Είχε κάνα δίωρο να καπνίσει… και τι δε θα έδινε για έναν καφέ. Αλλά δε βαριέσαι.. υπομονή! Αυτά τα πράματα δεν τελειώνουν έτσι εύκολα. 
Χωρίς να το θέλει του ήρθε στο νου ο νεαρός που είχε συναντήσει σ’ αυτό το ίδιο παγκάκι πριν από κάποια χρόνια. 
«Που να βρίσκεται; Να έχει ξεμπερδέψει ή τον έχουν ¨ξεμπερδέψε騻.  
Τότε του είχε πει κάποια πράγματα που αργότερα τα είχε σκεφτεί  πολλές φορές:
¨Σε πιάνουν όποτε θέλουν. Νομίζεις θέλουν την άδεια;¨
Που πάει να πει… τα ίδια παντελάκη μου τα ίδια παντελή μου. Ο εκδημοκρατισμός τους μάρανε. Ούτε μια στιγμή δεν τον ρώτησε, ο αστυνόμος, αν είναι τίμιοι ή με τι είδους εμπόριο ασχολούνται. Μόνο αν είναι αριστεροί τον ένοιαζε! Αυτό ήταν που τον είχε μπερδέψει περισσότερο σ’ αυτήν την υπόθεση. Ο αστυνόμος δεν τον ρώτησε για τις δουλειές της εταιρείας ή για τα πράγματα που πουλούσαν στο στρατό. Είχε κολλήσει να ρωτάει αν είναι κομμουνιστές. 
«Κύριε ελέησον! Μήπως ο φουκαράς είναι πειραγμένος στο μυαλό; Αν είναι ποτέ δυνατόν! Ο Νίκος, που έχει τόσες σχέσεις με αξιωματικούς σ’ όλο το στράτευμα, να τον υποπτεύεται για αριστερό.»
Κι αυτοί, ρε παιδί μου, μια μανία με τους αριστερούς κάνουν σα να τους σκότωσαν την μάνα και τον πατέρα. Κι αν κάποιος είναι αριστερός τι έγινε, τόσο έγκλημα ήταν; 
Αυτά που τους έλεγαν στο σχολείο και στα κατηχητικά δεν τα πίστεψε ποτέ: Πως τάχα οι κομμουνιστές είναι κατάσκοποι των Ρώσων και τα κονομάνε για να δώσουν την Μακεδονία στους Βούλγαρους.  Παραμύθια για μικρά παιδιά!  
Αφού οι κοπρίτες, Ρώσοι και Αμερικάνοι, είχαν μοιράσει τον κόσμο στα δύο και κάνανε κουμάντο ο καθ’ ένας στο κομμάτι του κατά πως τους γούσταρε.  
Στους ξένους σταθμούς τό ‘λεγαν συνέχεια: Ο Παπαδόπουλος στέκονταν γιατί τό ‘θελαν οι Αμερικάνοι! Ας μην ήταν αυτοί και σού ‘λεγα εγώ αν θά ‘κανε κουμάντο τόσα χρόνια.. Μαύρο φίδι που τον έφαγε κι αυτόν… 
«Τέλος πάντων ας φύγουμε από ‘δω με το καλό και… βλέπουμε.» 
Ναι, να φύγει.. αλλά πότε;  Είχε περάσει το μεσημέρι και τα γραφεία άρχισαν ν’ αδειάζουν.   Ησυχία άρχισε ν’ απλώνεται στο κτήριο.   Νωρίτερα, πολύς κόσμος μπαινόβγαινε για διάφορες δουλειές και αισθάνονταν ότι είχε μια παρέα. Τώρα όμως ήταν σ’ ένα διάδρομο άδειο,  με το ρολόι στον τοίχο να μετράει τις ώρες που περνούσαν άσκοπα.   Πάντως από τσιγάρο δεν έμενε. Είχε προβλέψει και παραγέμισε τις τσέπες του για να μην την πάθει σαν την προηγούμενη φορά. Το μόνο που έμενε ήταν να περιμένει να δει τι θα κάνει η Τούλα. Είχε πάει στον Πέτρο να της βρει κάναν καλό δικηγόρο, η κάθονταν στο σπίτι κι έκλαιγε παράλυτη απ’ το φόβο της; 
Να!  Λες και ήταν μες το νου του. Στην κορφή της σκάλας έκανε την εμφάνισή του ένας τύπος με χοντρά γυαλιά και μια κοιλιά ίσα μ’ ένα μπαούλο. Προχώρησε προς το μέρος του, χαμογελαστός και του έτεινε το χέρι.
-Ο κύριος Τσιμπλιάκος, υποθέτω;
-Μάλιστα... Εσείς ποιος είστε;
-Κομνηνός Ιωάννης. Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω.
Ο Βασίλης για κάποιες στιγμές έμεινε αποσβολωμένος. 
«Παρ’ Αρείω Πάγω;  Τι έγινε ρε γαμώτο; Πότε πρόλαβαν να με στείλουν για τον Άρειο Πάγο; Τί.. για εκτέλεση με πάνε;»
-Μα γιατί στον Άρειο Πάγο;  (Ρώτησε με αγωνία) Τόσο άσχημα είναι τα πράγματα; Για τι πράγμα με κατηγορούν;
-Α! Μη δίνετε σημασία, αυτοί είναι τίτλοι δικηγόρων μη σας εντυπωσιάζουν. Ακόμη δεν έμαθα τίποτα. Τώρα θα πάω στον αξιωματικό να δω τι συμβαίνει. Με πήρε τηλέφωνο ο Πέτρος και ήταν αναστατωμένος. Είχε μιλήσει με την σύζυγό σας… και.. ήρθα αμέσως.
«Αμέσως;! Αμέσως το λέει αυτό; Τόσες ώρες είμαι εδώ μέσα.» 
-Αλλά για πες μου τι ακριβώς σε ήθελαν, (πέρασε αμέσως στον ενικό) εννοώ, τι σε ρώτησαν; Για να καταλάβω που πάει, περίπου, το πράγμα.
-Αν κατάλαβα καλά, κάτι συνέβη με το Νίκο, τον συνέταιρό μου και με ρωτούσαν αν είμαι κομμουνιστής και άλλα τέτοια. 
-Ο συνέταιρός σου είναι κομμουνιστής;
-Όχι βέβαια! Αυτός γνωρίζεται με το.. μισό στράτευμα. Άνθρωπος.. της επανάστασης. Κάποιο λάθος θα έγινε και μας τραβάνε αδίκως. 
-Καλά, άσε να πάω εγώ μέσα να δω τι γίνεται και.. βλέπουμε.
Ο Ιωάννης Κομνηνός (τρομάρα του) χτύπησε την πόρτα και μετά το ¨εμπρός¨ χάθηκε στο εσωτερικό της. 
Ο Βασίλης απόμεινε μόνος του στο παγκάκι του διαδρόμου, με παρέα τα τσιγάρα του κι ένα κασελάκι με άμμο για τ’ αποτσίγαρα.  Πάλι καλά…
Θα είχε περάσει κάνα μισάωρο απ’ την ώρα που είχε μπει στο γραφείο ο δικηγόρος και δεν έλεγε να φανεί.  Στη μια ώρα βγήκε μ’ ένα παγωμένο χαμόγελο που έδειχνε ψεύτικο από μακριά. Ο Βασίλης πετάχτηκε όρθιος και τον κοίταξε με προσδοκία. 
-Τι έγινε; Τι είπαν;
-Ναι… άκου να σου πω…  Πόσο καλά γνωρίζεις τον Νικόλαο Παπαδόπουλο;
-Ε… πως. Τον ξέρω! Συνέταιροι είμαστε τόσα χρόνια… να μην τον ξέρω; Είμαστε και κουμπάροι. Εγώ τον πάντρεψα.
-Πιο παλιά… πριν την επανάσταση, τον ήξερες; 
-Όχι! Με τον Νίκο γνωριστήκαμε γύρω στο χίλια εννιακόσια εβδομήντα. 
-Α!
-Τι πάει να πει ¨Α!¨
-Πάει να πει ότι θα κάνουμε ό,τι είναι δυνατόν για να την γλιτώσεις. Πάντως να ξέρεις ότι αυτός ο κύριος Παπαδόπουλος δεν είναι καθόλου αυτό που θέλει να λέει.
Ο Βασίλης αυθόρμητα σκέφτηκε «Εμένα μου λες; Η νυφίτσα!» αλλά το κατάπιε. 
«Είπαμε δεν κάνει να προδώσουμε τον φίλο μας!»
-Το ξέρεις (συνέχισε ακάθεκτος  ο ¨παρ’ Αρείω Πάγω¨) ότι προ της επαναστάσεως ο κύριος αυτός ήταν μέλος σε οργάνωση νεολαίας της ΕΔΑ; 
-Τιι;!!!
Αν τού ‘χαν φέρει το παγκάκι στο κεφάλι, θα είχε ξαφνιαστεί λιγότερο.  Τα μάτια του είχαν γουρλώσει σαν του βατράχου και το σαγόνι του κρέμασε μια πιθαμή. 
Άρχισε να τραυλίζει κάτι ακατανόητα όπως: 
-Μα πως; Αφού τον ξέρει όλος ο στρατός; Ο πρόεδρος… οι συγγενείς. Λάθος κάνουν… τον μπέρδεψαν.  (και ευκρινέστατα)  Κύριε ελέησον!  Τα ύστερα του κόσμου!
Μετά απ’ αυτό το ξέσπασμα ο δικηγόρος φάνηκε ανακουφισμένος. 
-Λοιπόν, πρόσεξέ με καλά τι θα σου πω, αν θέλεις να ξεμπλέξεις!  Εσένα ό,τι κι αν σε ρωτήσουν, θα λες ό,τι είπες και σε μένα. «Τον Νικόλαο Παπαδόπουλο τον γνώρισα μετά το χίλια εννιακόσια εβδομήντα και ήξερα ότι είναι εθνικόφρων μέχρι το κόκαλο» συνεννοηθήκαμε; Τα υπόλοιπα άσ’ τα πάνω μου. 
-Εντάξει.. σύμφωνοι. Με μένα, τώρα τι θα γίνει;
-Θα… τα κανονίσουμε αύριο το πρωί.
-Δηλαδή απόψε θα την βγάλω εδώ μέσα;
-Καλά – καλά. Κάνε λίγο υπομονή και όλα θα πάνε καλά.
Ο Βασίλης αναστέναξε βαθιά.  Ποιος να του τό ‘λεγε ότι θά ‘ρχονταν ώρα που θα τον τραβοπαλούσαν σαν.. εγκληματία.  Μετά τά ‘βαλε με το Νίκο.
-Α ρε σουπιά!  Δε θα σε πιάσω στα χέρια μου;  Θα σ’ αδυνατήσω είκοσι κιλά! 
Ο δικηγόρος τον κοίταξε σοβαρά και χαμηλώνοντας την φωνή του:
-Άκου να σου πω, εσύ είσαι η τελευταία του σκοτούρα.  Αυτός έχει μπλέξει γερά. Τώρα κοίτα να ξεμπλέξεις εσύ κι άσ’ τον αυτόν να δει τι θα κάνει… έτσι όπως τά ‘κανε.
-Ε.. σιγά τι έκανε. Ούτε σκότωσε, ούτε λήστεψε.
-Καλά – καλά, αυτά άσ’ τα σε μένα. Εσύ.. όπως είπαμε, εν τάξει;
-‘ντάξ..
Ο κύριος Κομνηνός αποχώρησε όπως είχε έρθει, με άνεση και ύφος εκατό καρδιναλίων.



Γιώργος Χατζηκυπραίος                   >>>>>>>>>ΣΥΝΕΧΊΖΕΤΑΙ


Σάββατο 19 Νοεμβρίου 2016

ΟΙ ΤΡΟΦΕΣ ΠΟΥ ΒΟΗΘΟΥΝ ΣΤΗ ΡΥΘΜΗΣΗ ΤΟΥ ΖΑΚΧΑΡΟΥ

Οι τροφές που βοηθούν στην καλύτερη διαχείριση του σακχάρου


Οι πάσχοντες από διαβήτη που αυξάνουν την κατανάλωση δύο κατηγοριών τροφών, μπορούν να ελέγχουν καλύτερα τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα...
diabetic-concept-mea-85322144
Οι πάσχοντες από διαβήτη που αυξάνουν την κατανάλωση δύο κατηγοριών τροφών, μπορούν να ελέγχουν καλύτερα τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα τους.

Στο συμπέρασμα αυτό κατέληξαν δύο μελέτες που παρουσιάστηκαν στο ετήσιο συνέδριο της Αμερικανικής Καρδιολογικής Εταιρείας, στη Νέα Ορλεάνη.
Συγκεκριμένα, οι πλούσιες σε πρωτεΐνες και προβιοτικά τροφές επιβραδύνουν την πέψη των υδατανθράκων και εμποδίζουν την απότομη άνοδο της γλυκόζης που συντελεί στον διαβήτη τύπου 2 ή στις βλάβες που προκαλεί η νόσος σε διάφορα όργανα του σώματος.

Στην πρώτη μελέτη που έκανα ερευνητές του Πανεπιστημίου Ταφτς, ζητήθηκε από τέσσερις ομάδες των 20 ατόμων να τρώνε συγκεκριμένα τρόφιμα και να μετράνε τα επίπεδα του σακχάρου στο αίμα τους ανά δύο ώρες.
Οι ομάδες έτρωγαν λευκό ψωμί και είτε δημητριακά ρυζιού (υδατάνθρακες), τόνο (πρωτεΐνη), ανάλατο βούτυρο (λίπος) είτε δημητριακά με βρώμη (φυτικές ίνες). Οι επιστήμονες ήθελαν μέσω αυτών των συνδυασμών να δουν ποιο είδος θρεπτικού συστατικού επηρέαζε την πέψη των υδατανθράκων.
Η πρωτεΐνη επιβράδυνε την έκκριση ορισμένων γαστρικών ορμονών που ίσως επιβραδύνουν τον ρυθμό της γαστρικής κένωσης.
Στη δεύτερη μελέτη, ειδικοί του Κολεγιακού Ινστιτούτου Waterloo στο Οντάριο του Καναδά ζήτησαν από 80 άτομα με υψηλή αρτηριακή πίεση να ακολουθήσουν το διατροφικό σχήμα DASH (σχεδιασμένο για τη μείωση της αρτηριακής πίεσης). Όμως, οι μισοί έπρεπε να αντικαταστήσουν τρόφιμα με προβιοτικά με άλλα είδη διατροφής.
Για παράδειγμα, μπορούσαν αντί για γιαούρτι με προβιοτικά ή ροφήματα με προβιοτικά, να φάνε κάτι άλλο.
Όσοι πρόσθεσαν προβιοτικά στη διατροφή αντί να αφαιρέσουν πέτυχαν καλύτερη μείωση των επιπέδων της γλυκόζης νηστείας καθώς και της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης, βασικός βιοδείκτης των μακροπρόθεσμων επιπέδων της γλυκόζης στο αίμα.
Τα προβιοτικά φάνηκε ότι μπορούσαν να παράγουν συστατικά που θα καθιστούσαν ευκολότερο σε κυτταρικό επίπεδο την χρήση της ινσουλίνης για την μετατροπή της γλυκόζης σε πηγή ενέργειας για τον οργανισμό.


πηγή: http://www.pentapostagma.gr/2016/11/%ce%bf%ce%b9-%cf%84%cf%81%ce%bf%cf%86%ce%ad%cf%82-%cf%80%ce%bf%cf%85-%ce%b2%ce%bf%ce%b7%ce%b8%ce%bf%cf%8d%ce%bd-%cf%83%cf%84%ce%b7%ce%bd-%ce%ba%ce%b1%ce%bb%cf%8d%cf%84%ce%b5%cf%81%ce%b7-%ce%b4%ce%b9.html#ixzz4QV7YOGW9

6 ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΠΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΚΑΝΕΤΕ ΓΙΑ ΝΑ ΓΛΥΤΩΣΕΤΕ ΤΟ ΚΡΥΟΛΟΓΗΜΑ

Σας «τριγυρνάει» κρυολόγημα; Τα 6 άμεσα πράγματα που πρέπει να κάνετε για να το γλιτώσετε


Ο καιρός αυτήν τη στιγμή είναι αρκετά ασταθής, ώστε να “βοηθάει” με τον τρόπο του για να καταγράφεται μια άνοδος...
18118kruologima_593_355
Ο καιρός αυτήν τη στιγμή είναι αρκετά ασταθής, ώστε να “βοηθάει” με τον τρόπο του για να καταγράφεται μια άνοδος στα κρυολογήματα.

Αν νιώθετε ότι μπορεί να αρρωστήσετε ή αν νιώθετε ότι σας «τριγυρνάει» κρυολόγημα, τότε υπάρχουν ορισμένα απλά, αλλά βασικά πράγματα, που πρέπει να κάνετε άμεσα για να βοηθήσετε τον οργανισμό σας να το ξεπεράσει όσο το δυνατόν πιο γρήγορα:
ΣΤΟΠ στο κάπνισμα: Το κάπνισμα (συμπεριλαμβανομένου του παθητικού) μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο λοιμώξεων του αναπνευστικού και να επιδεινώσει τα συμπτώματά σας.
ΣΤΟΠ στην αχρείαστη λήψη αντιβιοτικών: Και ενώ είστε σε αυτό, να σταματήσει περιφέρεται μέσα από γραφείο ιατρικής σας για τα αντιβιοτικά έχουν απομείνει, πάρα πολύ. Τα αντιβιοτικά είναι άχρηστα από τα κρυολογήματα και τη γρίπη.
ΣΤΟΠ στο να λέτε στον εαυτό σας “δεν είναι τίποτα”: Μπορεί να έχετε διάφορες υποχρεώσεις και να μην θέλετε να λείψετε από τη δουλειά, αλλά αν είστε άρρωστοι χρειάζεστε οπωσδήποτε ξεκούραση. Όχι μόνο για εσάς, αλλά και για να μην μεταδώσετε την ασθένειά σας σε άλλους.
ΣΤΟΠ στο περιττό στρες: Έρευνες δείχνουν ότι το στρες μπορεί να σας κάνει πιο ευάλωτους στον ιό του κοινού κρυολογήματος και επιδεινώνει τα συμπτώματα μόλις νιώσετε την πρώτη αδιαθεσία. Επιπλέον, σας εμποδίζει από το να πάρετε τον ύπνο που χρειάζεται το σώμα σας για να νιώσετε καλύτερα.
ΣΤΟΠ στα πολλά απολυμαντικά χεριών αντί για τρίψιμο με σαπούνι: Τα απολυμαντικά χεριών είναι αποτελεσματικά σε γενικές γραμμές, εφόσον περιέχουν τουλάχιστον 60% οινόπνευμα. Αλλά το να πλένετε προσεκτικά τα χέρια σας με σαπούνι θα σας απαλλάξει καλύτερα από τα μικρόβια. Για καλύτερα αποτελέσματα, τρίψτε τα χέρια σας με σαπούνι για τουλάχιστον 20 δευτερόλεπτα κάθε φορά που πλένεστε.
ΣΤΟΠ στους πολλούς καφέδες: Μπορεί να είναι μια συνήθεια για εσάς και η καφεΐνη να σας δίνει την ενέργεια, που χρειάζεστε για να συνέλθετε, αλλά είναι καλύτερο να αποφεύγετε καφέδες και αλκοόλ, όταν είστε άρρωστοι, επειδή μπορεί να σας προκαλέσουν αφυδάτωση. Αντ” αυτού, πιείτε ένα ζεστό φλιτζάνι τσάι χωρίς καφεΐνη με μια κουταλιά μέλι. Τα ζεστά ροφήματα με μέλι απαλύνουν προσωρινά τα συμπτώματα όπως ο βήχας και ο πονόλαιμος. Επίσης θα σ;ας βοηθήσουν να κοιμηθείτε καλύτερα. ΠΡΟΣΟΧΗ: Ποτέ μη δίνετε μέλι σε ένα παιδί κάτω του 1 έτους, επειδή μπορεί να του προκαλέσει μια μόλυνση που ονομάζεται βρεφική αλλαντίαση.

Πηγή:iatropedia.gr


πηγή: http://www.pentapostagma.gr/2016/11/%cf%83%ce%b1%cf%82-%cf%84%cf%81%ce%b9%ce%b3%cf%85%cf%81%ce%bd%ce%ac%ce%b5%ce%b9-%ce%ba%cf%81%cf%85%ce%bf%ce%bb%cf%8c%ce%b3%ce%b7%ce%bc%ce%b1-%cf%84%ce%b1-6-%ce%ac%ce%bc%ce%b5%cf%83%ce%b1.html#ixzz4QV6zFBAR

ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΥΣΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΔΡΥΟΚΟΛΑΠΤΕΣ "ΤΡΥΠΟΚΑΡΥΔΟΥΣ"






Ενδιαφέρουσες πληροφορίες 

για τους δρυοκολάπτες


δρυοκολάπτης
Οι Δρυοκολάπτες είναι πολύχρωμα και όμορφα πουλιά, γνωστά για το ράμφισμα στο ξύλο των δέντρων με τα μυτερά τους ράμφη. 
Υπάρχουν περίπου 200 διαφορετικά είδη δρυοκολάπτη σε όλο τον κόσμο.
Μπορούν να ζήσουν σε κάθε μέρος του κόσμου εκτός από την Αυστραλία, τη Νέα Γουινέα, τη Νέα Ζηλανδία, τη Μαδαγασκάρη και τις ακραίες πολικές περιοχές.
Τα περισσότερα είδη ζουν σε δάση ή δασικές εκτάσεις οικοτόπων , αν και μερικά είδη είναι γνωστό ότι ζουν σε άδενδρες περιοχές, όπως οι βραχώδεις πλαγιές και οι έρημοι.
Η μέση διάρκεια ζωής τους είναι από 4 μέχρι 12 ετών σε φυσικό περιβάλον , ανάλογα με το είδος.
Οι δύο μεγαλύτεροι δρυοκολάπτες στον κόσμο είναι το είδος του αυτοκρατορικού Καρυοθραύστη και αυτός με το ιβουάρ ράμφος δρυοκολάπτης, αλλά και οι δύο μπορεί να εξαφανιστούν. Ο μεγαλύτερος επιβεβαιωμένος δρυοκολάπτης είναι ο μεγάλος   δρυοκολάπτης των σχιστολίθων ( Mulleripicus pulverulentus ) [φωτογραφία παρακάτω] σε 48-58 εκατοστά (19-23 ίντσες) και βάρος 360-563 γραμμάρια (0,794 έως 1,241 lb).
μεγάλη εκ σχιστολίθου δρυοκολάπτης
Το μικρότερο είδος δρυοκολάπτη είναι το bar-breasted piculet ( Picumnus aurifrons ) σε 7,5 εκατοστά (3,0 ίντσες)  μήκος και ζυγίζει 8-10 γραμμάρια (0,28 έως 0,35 oz).
bar-breasted piculet
Τα πιο συνηθισμένα χρώματα στο φτέρωμα για όλους τους δρυοκολάπτες είναι μαύρο, λευκό, κόκκινο και κίτρινο. Μερικά είδη έχουν επίσης πορτοκαλί, πράσινο, καφέ, καφέ και χρυσό στο χρωματισμό τους.Φωτεινότερα χρώματα είναι συνήθως  τα φανταχτερά μπαλώματα, συνήθως στο κεφάλι, τον αυχένα ή την πλάτη, όπου είναι εύκολα ορατά.
Οι Δρυοκολάπτες έχουν  οργανωμένα σχέδια για τη διάτρηση και drumming( ρυθμο σαν ντραμ) στα  δέντρα που επιλέγουν  και μια μακρά κολλώδη γλώσσα για την εξαγωγή τροφίμων (έντομα και κάμπιες).
δρυοκολάπτης-ραμφίζουν
Η γλώσσα ενός δρυοκολάπτη είναι έως 10 εκατοστά (4 ίντσες) και τρεις φορές το μήκος του ράμφους του. Πολλοί δρυοκολάπτες έχουν αγκαθωτές γλώσσες που τους βοηθούν να εξαγάγουν έντομα από τις τρύπες στα δέντρα. Όταν η μακριά γλώσσα δεν είναι σε χρήση, ο δρυοκολάπτης την τυλίγει γύρω από το πίσω μέρος του κεφαλιού του, μεταξύ του κρανίου και του δέρματος.
δρυοκολάπτης γλώσσα
Η διατροφή των δρυοκολαπτών αποτελείται κυρίως από έντομα και τις προνύμφες τους που λαμβάνονται από ζωντανά και  νεκρά δέντρα,  άλλα τρέφονται και με άλλα αρθρόποδα, μαζί με φρούτα, ξηρούς καρπούς και χυμούς από ζωντανά δέντρα.
Οι Δρυοκολάπτες είναι ημερόβιοι , και κουρνιάζουν τη νύχτα μέσα σε τρύπες. Στα περισσότερα είδη η φωλιά θα γίνει επίσης και φωλιά κατά τη διάρκεια της περιόδου αναπαραγωγής.
Οι δρυοκολάπτες κυμαίνονται από πολύ αντικοινωνικά μοναχικάς είδη που είναι επιθετικά προς άλλα μέλη του είδους τους, και  τα είδη που ζουν σε ομάδες .
Σε σύγκριση με άλλα πτηνά, τα περισσότερα είδη των δρυοκολαπτών έχουν ένα σαφές σχέδιο πτήσης .Είναι κατασκευασμένο από αρκετά ταχεία και δυνατά φτερά που τα  χτυπάει αναπτύσοντας ταχύτητα και στη συνέχεια ακολουθείται από μια γρήγορη ολίσθηση όταν τα φτερά του δρυοκολάπτη  μπαίνουν στο σώμα του, αντί να εξαπλώνονται προς τα έξω.
δρυοκολάπτης που φέρουν
Ενώ τα περισσότερα πουλιά έχουν ένα δάχτυλο του ποδιού προς τα πίσω και τρία που δείχνουν  προς τα εμπρός σε κάθε πόδι, οι δρυοκολάπτες έχουν όλα τα  δάχτυλα να δείχνουν προς κάθε κατεύθυνση για να τους βοηθάει να κατανοήσουν τις πλευρές των δέντρων και την ισορροπία, ενώ ραμφίζουν τους κορμόυς.  αυτός ο σχηματισμός ονομάζεται zygodactal (ζυγοδακτυλωτά) πόδια .
Οι ισχυροί και πυκνοί μύες στο λαιμό του πουλιού του δίνουν δύναμη για να χτυπά επανειλημμένα με το κεφάλι του. Αλλά είναι και επιπλέον μύες στο κρανίο που κρατούν το πουλί από το να πληγωθεί. Αυτοί οι μύες λειτουργούν σαν ένα προστατευτικό κράνος για τον εγκέφαλο.
Σε αντίθεση με το ανθρώπινο εγκέφαλο, ο εγκέφαλος του δρυοκολάπτη είναι σφιχτά περιορισμένος από τους μύες στο κρανίο και ένα συμπίεσμα των οστών. Αυτό κρατά τον εγκέφαλο του δρυοκολάπτη από jiggling (η απότομη κίνηση που κάνει για να τρυπήσει το κορμο του δέντρου.
Οι Δρυοκολάπτες είναι σε θέση να ραμφίζουν 20 φορές ανά δευτερόλεπτο. Κάνουν μεταξύ 10.000 και 12.000 pecks ( τρύπες) την ημέρα .
δρυοκολάπτης-ραμφίζουν-2
Οι Δρυοκολάπτες ραμφίζουν σε δέντρα σε αναζήτηση τροφής ή για να δημιουργήσετε μια περιοχή ωοτοκίας . Μπορούν επίσης να χτυπούν σαν " τύμπανο ", ή να ραμφίζουν με μια γρήγορη ρυθμική διαδοχή για τη δημιουργία του χώρου  τους και για να προσελκύσουν συντρόφους.  Το "Drumming" εμφανίζεται συνήθως την άνοιξη σε μεταλλικές ή ξύλινες επιφάνειες συντονισμού. Μπορεί να συμβεί πολλές φορές κατά τη διάρκεια μιας ημέρας, και να διαρκέσει για ημέρες ή και για μήνες.
ΟιΔρυοκολάπτες κάνουν μια μεγάλη ποικιλία από θορύβους αλλά δεν τραγουδούν . Μπορούν να κάνουν τιτιβίσματα, σαν συνομιλητές αλλά και άλλες κλήσεις συναγερμού. Το Drumming είναι για το δρυοκολάπτη ισοδύναμο του τραγουδιού.
Οι περισσότεροι δρυοκολάπτες ζουν όλο το χρόνο στην ίδια περιοχή . Είναι πολύ επίμονος και δεν είναι εύκολο να φύγει από το κατοχυρωμένο  τόπο του.
Οι Δρυοκολάπτες είναι μονογαμικοί . Τόσο τα αρσενικά όσο και τα θηλυκά προετοιμάζουν τη φωλιά τους στο δέντρο. Το θηλυκό γεννά από 2 ως 5 αυγά. Η περίοδος επώασης διαρκεί 11 έως 14 ημέρες. Η μετέπειτα φροντίδα διαρκεί περίπου 18-30 ημέρες μέχρι οι νέοι είναι έτοιμοι να εγκαταλείψουν τη φωλιά.
νεοσσών δρυοκολάπτης
Τα κύρια αρπακτικά εχθροι του δρυοκολάπτη είναι οι άγριες γάτες, οι αλεπούδες , τα κογιότ , τα φίδια και τα μεγάλα πουλιά αν και πολλά άλλα είδη ζώων κυνηγούν το  δρυοκολάπτη πάρα πολύ.
Πολλά είδη δρυοκολάπτη απειλούνται ή βρίσκονται υπό εξαφάνιση λόγω της απώλειας των ενδιαιτημάτων ή της καταστροφής του οικοτόπου. 
Ο Woody Woodpecker είναι ένα ανθρωπόμορφο κινούμενο σχέδιο δρυοκολάπτη, εμπνευσμένο από το δρυοκολάπτη της βελανιδιάς και επίσης μοιάζει με το πιλοειδή( τσουλούφι σαν καπέλο) δρυοκολάπτη, ο οποίος εμφανίστηκε σε ταινίες μικρού μήκους που παράγονται από το στούντιο κινουμένων σχεδίων της Walter Lantz και διανέμεται από την Universal Pictures.

Παρασκευή 18 Νοεμβρίου 2016

ΤΟ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΜΕ ΤΑ ΦΑΝΑΡΙΑ, ΣΤΗ ΤΑΪΛΑΝΔΗ

 

Το Φεστιβάλ Loy Krathong (Yi Peng) σε Chiang Mai

Το φεστιβάλ του Loy Krathong γιορτάζεται σε όλη την Ταϊλάνδη για την πανσέληνο του δωδέκατου σεληνιακού μήνα, συνήθως στα τέλη Νοεμβρίου. Σε Chiang Mai, συμπίπτει με τη γιορτή Lanna του Yi Peng, καθιστώντας το ένα από τα καλύτερα μέρη για να αντιμετωπίσετε αυτό προς τιμήν του Βούδα. Εκδηλώσεις στο Chiang Mai λαμβάνουν χώρα πάνω από τρεις ημέρες αλλά οι προετοιμασίες αρχίζουν μια εβδομάδα ή έτσι πριν, οπότε αξίζει τίτλο εκεί νωρίς.Προσέξτε για τα πολύχρωμα φαναράκια που κρέμασαν απέναντι από το μνημείο Three Kings και σε πολλά από τα wats της πόλης. 
Μια εκτόξευση μάζας φανάρι
Μία από τις πιο αξέχαστες θεάματα της Loy Krathong σε Chiang Mai είναι η μάζα εκτόξευσης φανάρι που πραγματοποιείται στο Mae Jo Πανεπιστήμιο, περίπου 13 χιλιόμετρα έξω από την πόλη. Παρά την απόσταση από την πόλη, είναι καλά αξίζει η προσπάθεια να δούμε αυτό. Φωτεινές φανάρια είναι ένα μεγάλο μέρος του φεστιβάλ?μερικά μεταφέρονται, όπως το Khom Theua, το οποίο θα δείτε στην παρέλαση, και οι άλλοι απελευθερώνονται στον αέρα, όπως και η Khom Fai. Το τελευταίο είναι βασικά ένας κύλινδρος από χαρτί για ένα μετρητή υψηλό με κηροζίνη-εμποτισμένο ταψί από κάτω. Τα πυροτεχνήματα τοποθετούνται στο δίσκο και να πιάσει φωτιά, όταν ξεκίνησε το μπαλόνι. Πιστεύεται ότι οποιαδήποτε κακή τύχη θα εξαφανιστεί επάνω στον ουρανό με αυτό το αερόστατο ζεστού αέρα. Είναι επίσης σύνηθες να προσθέσετε μια διεύθυνση στο μπαλόνι? αν επιβιώνει άθικτο και κάποιος το βρει, να μπορεί να διεκδικήσει τα χρήματα από τον αποστολέα στον καταμερισμό της καλής τύχης.
Κυμαινόμενο φώτα στις όχθες του ποταμού
Η Krathong ή πλωτά φώτα, είναι ένα άλλο φωτογενής και κινούμενο μέρος του φεστιβάλ. Παραδοσιακά από τα φύλλα και μίσχο ενός δέντρου της μπανάνας, αυτό το μικροσκοπικό σχεδία είναι διακοσμημένο με λουλούδια, ένα κερί και θυμίαμα μπαστούνια. Την νύχτα της πανσελήνου, τα κεριά ανάβουν και οι προσφορές επιπλέει κάτω από τον ποταμό Ping. Η δράση επικεντρώνεται στην Saphan Nawarat γέφυρα όπου υπάρχει μια ζωντανή ατμόσφαιρα κόμμα. Αν προτιμάτε τα πράγματα να είναι λίγο πιο ήρεμη, τότε πάμε στο ναό του Wat Chai Mongkol περίπου 2 χιλιόμετρα περαιτέρω κατά μήκος του ποταμού. Πολλοί άνθρωποι τοποθετούν τα κέρματα πάνω στις σχεδίες, έτσι θα δείτε μικρά παιδιά καταδύσεις με την ελπίδα της ανάκτησης μερικά. Όπως και με τα επιπλέοντα φανάρια, η ιδέα είναι να απορρίψει την κακή τύχη. Αν θέλετε, μπορείτε να συμμετάσχετε στην κάνοντας τη δική σας Krathong νωρίτερα την ίδια ημέρα σε ένα από τα πολλά εργαστήρια λαμβάνουν χώρα σε όλη την πόλη.
Όχι μόνο για τους τουρίστες
Παρά το γεγονός ότι ο κυβερνήτης του Chiang Mai είναι δικαιολογημένα επιθυμεί να προωθήσει αυτό το φεστιβάλ για τους τουρίστες, τις ρίζες της πάνε πολύ πίσω. Loy Krathong πιστεύεται ότι προέρχεται από μια αρχαία Brahman τελετή όπου οι άνθρωποι τα σέβη τους σε τρεις θεούς: Phra I-Σουάν (Shiva), Phra Narai (Βισνού) και Phra Phrom (Brahma). Στο 19 ου αιώνα, που εγκρίθηκε από το Σιάμ βασιλιά Mongkut ως βουδιστική τελετή και μια έκδοση αυτού συνεχίζεται σε αυτήν την ημέρα.

Ο ΡΟΥΦΟΣ...




Στον αδελφό μου
( το φωτογραφικό υλικό είναι αυθεντικό, δεκαετιών..1960 - 1990 εκτός των χιουμοριστικών εικόνων, και της μικρής τζόκευ)
Α.Κ.Κ.
blogger

   Ο ...Ρούφος !

Αριστερά : η γιαγιά Ελένη Τσουμπέκου, απ' το Βελεστίνο,με το πρώτο ξαδελφάκι μας.
Δεξιά : ο..Εύρης,,,τσολιαδάκι στα νήπια !

   Ήταν ως πέντε χρόνια πιο μεγάλος από μας, ψηλός ; χμ..όχι, μα μπροστά μας φάνταζε σαν άντρας. Άλλωστε φορούσε και μακρυά παντελόνια κι είχε και μιά αλυσιδίτσα και δις την ώρα τη γύριζε δεξιά-αριστερά ! Μας κοίταζε όλους με την άκρη του ματιού του. Και ποιός ξέρει τώρα πώς μας έβλεπε ! Σαν κουνούπια ; Σα σκνίπες ;
   Περπατούσε κορδωμένος, πάντα καταμεσίς του δρόμου, σα νάθελε να πει : Με βλέπετε ; Πατάω τη γη και τρέμει ! Κάντε πέρα το λοιπόν, μη σας πάρω σβάρνα όλους !
   Ρούφο τον φώναζαν, και φαινόταν πως του καλάρεσε αυτό το όνομα. Πόσο μου ταιριάζει, θα σκέφτοταν, αυτός ο παλληκαρίσιος τίτλος. Ρούφος ! Μούρχεται όλους να τους ρουφήξω, νά έτσι, μιά χαψιά !
   Γράμματα δεν ήξερε πολλά, δεν πολυδιάβαζε σα τη μικρή του αδελφούλα, πού' ταν χωμένη στο βιβλίο απ' τα γεννοφάσκια της ! Ετούτος εδώ ήταν απ' άλλο ανέκδοτο, μη σας πω κι απ' άλλο πλανήτη, μπορεί και γαλαξία !Είχε το νου του συνέχεια στα μηχανάκια, στις βέσπες και στη μουντζούρα του λαδιού της μηχανής του αυτοκινήτου ! Αλλά μια μεγαλύτερη λόξα τον είχε τρελάνει. Πού τον έχανες, πού τον έβρισκες, στη πίσω αλάνα της γειτονιάς μας, να κάνει..δοκιμές στ' άλογο του πατέρα του, χωρίς την άδειά του φυσικά ! Γνώσεις λοιπόν πολλές δεν είχε, είχε όμως φουσκωμένα τα μυαλά.
    Πρωί-πρωί, πριν ακόμα ανοίξουμε μάτι, τάκα-τούκ, τάκα-τούκ, ακουγόταν στο δρόμο το γρήγορο τρέξιμο ενός αλόγου. Περνά ο Ρούφος, λέγαμε, και πετιόμαστε στα παράθυρα τάχα να τον καμαρώσουμε πάνω στ' άλογό του ! Αυτό το τρέξιμο κρατούσε αρκετήν ώρα, ώσπου να τον πάρει είδηση όλη η γειτονιά. Το έρμο το άλογο πετούσε αφρούς, ο ιδρώτας έτρεχε ποτάμι από τα πλευρά του. Κι ο Ρούφος τη δουλειά του εκεί ! Ετρεχε, με ξένα πόδια. Σε λίγο τα παιδιά πήγαιναν στο σχολειό, κι αυτός σπειρούνιαζε δυνατά το ζωντανό, να τρέξει περισσότερο, να μείνει ο κόσμος μ' ανοιχτό το στόμα.
   Τ' απογέματα, τις λεύτερές μας ώρες, μαζευόμαστε όλοι γύρω του και τον ακούγαμε και χωρίς την παραμικρή ντροπή,ιστορούσε τα ψεύτικα κατορθώματά του. Σήκωνε ψηλά τους ώμους, τάλεγε όλα φωναχτά και με πλατιές χειρονομίες, κουνιόταν απότομα, σαν κορδωμένος κούκλος ! Ολα τάξερε κι όλα τα κατάφερνε. Ποτέ του αυτός δεν είχε πέσει έξω στη..ζωή του !
    Μ' όλα του λοιπόν τα τέτοια φουσκωμένα φερσίματα δεν αργήσαμε να καταλάβουμε τί γενναίο..κολοκύθι ήταν τούτος δω ο καπετάν φασαρίας. Τον ακούγαμε με κρυφή κοροϊδία, κάναμε πως τον θαυμάζαμε, του δυναμώναμε ίσως την όρεξη να φορτώνει στις ψευτιές του κι άλλες ψευτιές. Κανένας δε βρέθηκε ποτέ να του πει : Τί λες μωρέ Ρούφο ; Δεν πας αλλού να τα πουλήσεις αυτά ; Δεν είμασταν συνομήλικοι βλέπεις για νάχουμε αυτό το θάρρος, κι ύστερα, ποιός ο λόγος να του κόψουμε την όρεξη ; Τέτοιον ψευτοθόδωρο πού θα τον βρίσκαμε ξανά ; Κι έτσι ο Ρούφος κάθε μέρα, μας ξεφούρνιζε και κάποιο του καινούριο κατόρθωμα !
- Το λοιπόν παιδιά, αρχινούσε με βαριά φωνή, - δεν ήταν βαριά η φωνή του. Την έκανε αυτός έτσι, για να φαίνεται πιο άντρας - είχα πάει με τ' αλογάκι μου μιά βόλτα ως τον κάμπο. Τί τρέξιμο, μωρέ, ήταν εκείνο !Κόλαφος. Για μιά στιγμή, μου φάνηκε σα νάκουσα ανθρώπινη φωνή. ''Λυπήσου με, μωρέ Ρούφο, ζωντανό είμαι κι εγώ ! Μη με σκάσεις !''. Σταμάτησα.
   Σ' αυτό το σημείο ο μπαγάσας, σταματά λίγο τη διήγησή του, ο λογάς, και μας κοιτάζει έναν-έναν κατάματα, θέλοντας να διαβάσει στα μάτια μας την εντύπωση που έκανε ως τώρα. Θέλει να μας φουντώσει κι άλλο τη περιέργεια.
- Λοιπόν ; λοιπόν ; ρωτάμε εμείς και σπρωχνόμαστε με περιέργεια.
- Λοιπόν - συνεχίζει ο φούσκας - μιλούσε το άλογό μου ανθρώπινα. Παρακαλούσε να σταματήσω.Το λυπήθηκα, παιδιά. Να και μιά βρυσούλα εκεί κοντά, το πήρα απ' το χαλινάρι και το πήγα να πιει. Οπου ξαφνικά..χώπ, σηκώνεται ολόρθιο στα πίσω πόδια ! Χλιμίντρισε φοβερά και τρομερά σας λέω, παιδιά ! Γυρίζω τότε και τί να ιδώ ; Νά ένας φίδαρος, σαν το μπράτσο μου χοντρός !
    Γυρίσαμε κι είδαμε όλοι, τάχα μου με θαυμασμό, το μπράτσο του. Και συνέχισε : Ορμάω, που λέτε στο θεριό ! Το βουτάω απ' το λαιμό, το στρυφογυρίζω και του κοπανάω το κεφάλι κάτω. Αρπάζω τότε μιά πέτρα - ως εκατό οκάδες - του την πετάω με το δεξί μου χέρι στο κεφάλι του και τ' αποτελειώνω !
- Τί λες μωρέ θερίο ; Είπαμε όλοι μας μ' ένα στόμα. Κ' ύστερα ;
- Φορτώνω το φίδι στο άλογο και γυρίζω σπίτι μου. Το γδέρνω κι αλατίζω το πετσί του κι αυτά τα παπούτσια που φοράω τώρα, τάκανα από κείνο το πετσί ! Εκανα και κάμποσα πορτοφόλια για τα λεφτά μου, κι ένα μεγάλο κομμάτι το κράτησα για να κάνω μπότες. Δύο ζευγάρια μάλιστα θα κάνω και θα περισσέψει κιόλας !
- Μωρέ μπράβο ! φωνάξαμε όλοι μαζί και σκύψαμε και κοιτούσαμε τα παπούτσια του. Ενας όμως από μας, δε θυμάμαι ποιός, βρήκε ένα μικρό σκουληκάκι και κρυφά-κρυφά τόβαλε στο πόδι του Ρούφου..Την ίδια στιγμή κάναμε όλοι μαζί μια κίνηση αηδίας και πεταχτήκαμε πάνω φωνάζοντας :
- Α, α....α.....το παιδί του φιδιού, το φιδοπαίδι !
   Κι ο Ρούφος τρομαγμένος τελείως, και προσπαθώντας να το κρύψει αδέξια, δίνει μιά με τ' άλλο του πόδι και σκοτώνει το σκουλήκι.
- Τί κάνετε έτσι, λέει.. και προσπαθεί να φαίνεται πως δεν τρέμει. Το σκότωσα, μωρέ παιδιά..
   Πόσες φορές δε μας την είχε πει αυτή την ιστορία ο Ρούφος, και μεις κάθε φορά κάναμε πως δεν την είχαμε ξαναματακούσει ! Και δώστου και τον κουρδίζαμε να την ξαναπεί.
- Το λοιπόν, παιδιά, είχα πάει με τ' αλογάκι μου ως τον κάμπο...
   Η αρχή της ιστορίας δεν άλλαζε ποτέ, άλλαζε όμως η συνέχεια, που την παραγέμιζε με καινούριες ψευτιές και που εμείς κάναμε πάντα πως τις πιστεύαμε, αλλά και τις παινεύαμε κιόλας ! Μιά φορά, την ώρα που μας έλεγε πώς έκανε τα ωραία του παπούτσια απ'το φιδίσιο πετσί, έτυχε να περνάει από κει ένας παλιατζής :
- Εϊ, Ρούφο, του λέει : Πολύ γερά σου βγήκαν, βλέπω, τα παπούτσια, έτσι ;Εμ, και τί καλή δερματίνη σούδωκα όμως, έτσι ; δεν έχεις παράπονο παλληκάρι μου. Κι εμείς τότε είναι που δεν κρατηθήκαμε και το βάλαμε στα πόδια πνιγμένοι στο γέλιο ! Μα ο Ρούφος ήταν αδιόρθωτος. Μεράκι τόχε, βρε παιδί μου, να καυχιέται και να κομπάζει συνέχεια, ούτε η ελληνική μας σημαία νάταν πια ! Κι αν δεν βρισκόταν κάποιος να κάθεται να τον ακούει με προσοχή, θάσκαγε απ' το κακό του ! Εμείς πάλι, τί είχαμε να χάσουμε ; Κοροϊδεύαμε τις φούσκες του και το διασκεδάζαμε κιόλας, που δε μας έπαιρνε μυρωδιά.
    Κάποτε ήρθε όμως στη παρέα μας κι ένας καινούριος φίλος. Ητανε πάνω-κάτω ως δύο χρόνια πιο μικρός απ' τον Ρούφο. Ετσι μικροκαμωμένος που ήταν, φαινόταν συνομίληκός μας. Ευριπίδη τον λέγανε, μα εμείς πολύ γρήγορα από Ευριπίδη τον κάναμε Εύρη, γιατί τα λόγια του ήταν λίγα κι έψαχνες να τα..βρεις ! Λίγα, καλά και μετρημένα. Μπήκε λοιπόν κι αυτός στη παρέα μας, κι άκουγε μαζί μας τις πεπονόφλουδες του φαφλατά !
   Ολοι κάναμε, όπως πάντα, του κόσμου τις γκριμάτσες και παίζαμε το θεατράκι μας μιά χαρά. Ο Εύρης τίποτα...γρήγορα το πρόσεξε αυτό ο Ρούφος και σκέφτηκε : '' Μωρέ ποιός είναι δαύτος, που δεν συγκινιέται δράμι από τις παλληκαριές μου ; Μισής μπουκιάς άνθρωπος μου φαίνεται...να τον φυλάει ο θεός, να μην έρθω καμμιά ώρα στα μπουρίνια μου και τον εβάλω στη τσέπη μου '' ! Βέβαια κι εμείς την προσέξαμε αυτήν την έχθρα πούδειχνε ο Ρούφος στον Εύρη. Μα και τί να κάναμε εξάλλου ; Ούτε ο ένας άλλαζε, ούτε ο άλλος...
    Μιά μέρα ο Ρούφος ήταν στα μεγάλα του κέφια, γιατί έλειπε ο Ευριπίδης. Νάτη η ευκαιρία, σκέφτηκε, να μιλήσω,να παραμυθιάσω μιά χαρούλα χωρίς να με γιουχάρουν τα κοροϊδευτικά μάτια αυτού του...Εύρη !
- Ε, παιδιά, προχτές πήγα μιά βόλτα στου Βουδονάρα τα χωράφια.
- Με τί πόδια μωρέ πήγες τόσο μακρυά, ρώτησα εγώ.
- Οχι, μωρέ παιδί μου, με το αλογάκι μου..πάω εγώ ποτέ με τα πόδια ;Λοιπόν, βλέπω εκεί που λέτε σ' ένα χωράφι τον Νικολή τον Βούλτεψη και τον Δημητρό τον Καραμήτσο. Κατεβαίνω απ' τ' αλογάκι μου, το δένω σε μιάν ελιά και τους πλησιάζω... Σ' αυτό το σημείο της διήγησης ξεροκατάπιε το..θερίο, γιατί είδε πως ερχόταν τώρα κι ο Εύρης.
- Λοιπόν που λέτε παιδιά, συνέχισε ο λογάς του αιώνα, πλησιάζω τον Νικολή τον Βούλτεψη και τον Δημητρό τον Καραμήτσο. Γειά σας μωρέ παιδιά, τους λέω...Γειά σου, μου λένε...Τί κάνετε εκεί, τους λέω...Τίποτα, μου λένε, και είδα ότι κάτι κρύψανε στις τσέπες τους. Και πώς δεν κάνετε τίποτα, τους λέω, αφού κάτι μου κρύβετε ; Η μήπως και νομίζετε ότι δεν μύρισα εγώ τη κάπνα του μπαρουτιού από μακρυά ; Μωρέ όσφρηση γερή που την έχεις ! με θαυμάξανε εκείνοι..Αμέ, τους λέω γω.

   Ελάτε τώρα, βγάλτε τα κρυμμένα, γιατί ξεχωρίζουν οι μπούκες τους από τις τσέπες σας ! Μωρέ παιδί μου, λέει ο Νικολής ο Βούλτεψης, ούτε αστυνομικός νάσουνα ! Βγάλανε λοιπόν έξω τα μπιστόλια, γιατί μπιστόλια ήταν αυτά πούκρυβαν στις τσέπες τους. Και σαν πού βαράγατε ; τους λέω. Ε, νά, σ' εκείνη τη συκιά, μου λένε. Θέλαμε να βρούμε τον κορμό της..Πάω κοντά στη συκιά, που λέτε, και βλέπω..καμία σφαίρα δεν την είχε πετύχει. Ολες είχανε περάσει από πλάϊ, κι είχανε σφηνωθεί στη μάντρα με τα πλιθότουβλα, που χώριζε το ένα χωράφι απ' τ' άλλο. Βρε, βρε, βρε, τους πονηρούς, σκέφτηκα. Νά γιατί μούκρυβαν τα μπιστόλια. Για να μην τραβήξω κι εγώ ο μάγκας και ντροπιαστούνε μπροστά μου. Δώστε μου, τους λέω, τα μπιστόλια...Τί να κάνουν ; Μου τάδωσαν...
    Τα αρπάζω, που λέτε, και τα δυό, τόνα στο δεξί μου χέρι και τ' άλλο στ' αριστερό. Θα χτυπήσω πρώτα με το ένα μπιστόλι το δέντρο, θ'ανοίξω τρύπα στον κορμό με τη σφαίρα, κι απ' αυτή τη τρύπα θα περάσω τη σφαίρα του δεύτερου μπιστολιού ! τους είπα..Μπούμ, τραβάω μία με το δεξί μπιστόλι και σείστηκε σύγκορμο το δέντρο..Κι απ' τη τρύπα του δέντρου πήδηξε γάλα.. Σε τούτο το σημείο κάναμε όλοι μας τον σταυρό μας. Ο Εύρης δεν σταυροκοπήθηκε. Αυτός μόνο που ξερόβηξε. Μα ο Ρούφος ήταν πια μεθυσμένος απ' το ψέμα και τη μυθομανία του. Και συνέχισε :
- Σαν είδα πως τρύπησα το κορμό της συκιάς, πυροβολάω την τρύπα με το αριστερό μπιστόλι.
- Ώστε πέρασε η σφαίρα μέσ' απ' την τρύπα ! απόρησα τάχα μου εγώ..
- Πέρασε λέει ! Και παραπέρασε !
- Μα καλά. Την πρώτη την είδες, που τρύπησε τον κορμό, είπα..η δεύτερη όμως, πώς το βεβαιώθηκες πως πέρασε από την τρύπα της πρώτης ;!
- Το βεβαιώθηκα, λέει αυτός. Κι αμέσως ξεκουμπώνει το πουκάμισό του και μου δείχνει το στήθος του. Βλέπεις εδώ ; Και μαζευτήκαμε όλοι πήχτρα να δούμε το στήθος του Ρούφου. Κι αυτός συνέχισε θριαμβευτικά : - Βλέπετε ; Νά και το σημάδι της πληγής. Της σφαίρας είναι, που πέρασε από την τρύπα της συκιάς, βρήκε τη πέτρα της μάντρας, ξαναγύρισε πίσω από τον ίδια τρύπα του δέντρου και με βρήκε έτσι ξώφαλτσα στο στήθος !
- Α α α α α!   ξεφωνίσαμε όλοι με θαυμασμό !
   Μα κείνη τη στιγμή, πλησιάζει κι ο Εύρης στο στήθος του Ρούφου.
- Για να δω, βρε παιδιά, κι εγώ αυτή τη πληγή...Μωρέ παλιοψεύτη, γυρίζει και λέει στον Ρούφο..αυτό το ψυλλοδάγκωμα μας το λες για λαβωματιά ; Ή δε το μυρίστηκες ακόμα τόσον καιρό, πως όλοι τούτοι εδώ οι καραγκιοζοπαίχτες σε παίζουνε στα δέκα τους δάχτυλα, κι όπως τους αρέσει ;
- Εμένα μωρέ μιλάς έτσι ; ξεφώνισε άγρια ο Ρούφος.
- Ναι εσένα, απάντησε περιφρονητικά ο Εύρης.
- Για μέτρα καλά τα λόγια σου γιατί...
- Εγώ δεν έχω λόγια για να μετρήσω...να μου τα μετράς εσύ που τάχεις πολλά και πλούσια σε παραμύθια της φακής !
- Μωρέ πιτσιρίκια, μούγκρισε ο Ρούφος, κάντε πέρα μην πάρει κι εσάς η μπόρα, γιατί τούτος εδώ, που πέφτει τώρα στα χέρια μου, δε με ξέρει καθόλου καλά και σάμπως να θέλει να το μάθει για τα καλά !
   Στο άψε-σβήσε λοιπόν, άπλωσε τα χέρια του σα γεράκι και ρίχτηκε στον Εύρη !
   Αυτός όμως σκύβει λίγο κι ώσπου να πεις κρεμμύδι ορμά στα πόδια του Ρούφου, του τα τραβά απότομα και τον στρώνει χάμω φαρδύ-πλατύ ! Την ίδια στιγμή ρίχνεται πάνω του σα ταύρος σε υαλοπωλείο και του δίνει, του δίνει, του δίνει της χρονιάς του !
   Τις έτρωγε ο καϋμένος ο Ρούφος και βογγούσε.
- Μπράβο Ρούφο, φωνάζαμε εμείς  από πάνω !Δως του κι άλλες ! Κι άλλες Ρούφο ! Κι αυτός τις άρπαζε για τα καλά, και τί να πεί ;!
   Με τις φωνές μας λοιπόν ξεσηκώσαμε τον κόσμο στο ποδάρι, ώσπου πετάχτηκαν έξω οι γειτόνισσες και μας μάλωσαν. Αφησε τότε ο νικητής τον νικημένο, χτύπησε τα χέρια του δυνατά, να φύγει η σκόνη και τραβήχτηκε παράμετα να ξεσκονιστεί τελείως,,,και σηκώθηκε κι ο Ρούφος.. Κι εμείς τότε πια όλοι μαζί τον τριγυρίσαμε, πούτρεμε, κι αρχίσαμε να τον ''ξεσκονίζουμε'' για τα καλά στη πλάτη, στο σβέρκο, στα πλευρά, παντού ! Τον ''ξεσκονίζαμε'' όμως ; Αυτό πια δεν ήταν ξεσκόνισμα...ήταν το πιο τρανταχτό χτύπημα χαλιού από μπαλκόνι αψηλό !
- Μπράβο Ρούφο ! Τούδωσες και κατάλαβε, τούδωσες μωρέ, πούγινε τ' αλατιού ! Κι ένα δυό μέσα σ' όλα τα ''μπράβο Ρούφο'', τούλεγαν ''Μπράβο μπούφο'' !
    Μα ο Ρούφος πού να το καταλάβει !!
  Κείνη την ώρα όμως περνούσε κι ο δάσκαλος από κει, σταθήκαμε παράμερα..
- Τί συμβαίνει βρε παιδιά εδώ ;
- Τίποτα, κύριε Δάσκαλε, απάντησε ο Ρούφος. Να, είχα καιρό να βρω άνθρωπο να δείρω και, τώρα που τον βρήκα, ξεθύμανα για τα καλά..
   Γύρισε ο Δάσκαλος και είδε τον Εύρη, που έφευγε..Κι ο Ρούφος φώναξε θριαμβευτικά :
- Εεε, συ Παλιο- Εύρη, κοίτα καλά έτσι ; Μην ξαναπέσεις στα χέρια μου, γιατί θα φας και τις υπόλοιπες !...
   
  







   









Τέλεια η Αθήνα χωρίς τους Αθηναίους, σύμφωνα με έρευνα5

  Τέλεια η Αθήνα χωρίς τους Αθηναίους, σύμφωνα με έρευνα Φανταστική είναι η Αθήνα αρκεί να μην έχει Αθηναίους, όπως προκύπτει από έρευνα που...