Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τετάρτη 16 Νοεμβρίου 2016

4 ΒΑΣΙΛΑΚΗΣ..." Η αγορά θέλει ανθρώπους της πιάτσας, επαγγελματίες....."


                        4                      Ο  ΒΑΣΙΛΑΚΗΣ

Του  ΓΙΩΡΓΟΥ  ΧΑΤΖΗΚΥΠΡΑΙΟΥ


4 ]                                                                 Το παραμύθι



-Άκου με μεγάλη προσοχή και μου απαντάς στο τέλος.
-Λέγε.
-Όπως είπες και συ, η αγορά θέλει ανθρώπους της πιάτσας. Επαγγελματίες δηλαδή που να ξέρουν να παζαρέψουν, να παραλάβουν εμπορεύματα, ποια πράγματα έχουν ζήτηση. Γενικά, τι θέλει μια δουλειά για να έρθει βόλτα.
-Σωστά τα λες. Πάμε πάρα κάτω.
-Όπως ξέρεις οι στρατιωτικοί μπορεί να είναι ικανοί σε άλλα πράγματα, αλλά με το εμπόριο, τα παζάρια και τα μπακαλίκια έχουν μαύρα μεσάνυχτα.
-Εμ.. ο καθ’  ένας εφ’  ο ετάχθει.
-Εδώ βρίσκεται το θέμα! Εσύ, απ’ τη μια μεριά, είσαι άνθρωπος της αγοράς, απ’ την άλλη φαίνεσαι να εκτιμάς την εθνική κυβέρνηση και τον πρόεδρό μας!
-Και δεν είμαι στρατιωτικός να τα κάνω μούσκεμα.. (έβγαλε το άχτι του)
-Δεν έχεις άδικο.. Γι’ αυτό, το γενικό επιτελείο αποφάσισε να αναθέσει τις προμήθειες ειδών Κ Ψ Μ* σε ιδιώτες. Αρκεί να είναι της δουλειάς και να μπορούν να τα βγάλουν πέρα με τις παραλαβές ειδών, την αποθήκευση και τις διανομές των παραγγελιών στις μονάδες.
-Στάσου!  Όταν λες μονάδες τι ακριβώς εννοείς;
-Εννοώ όλες τις στρατιωτικές μονάδες που έχουν Κ Ψ Μ !
-Και ποιος λες να το κάνει αυτό Νίκο μου; Έχεις κάποιον μεγαλοεπιχειρηματία κατά νου;
Το ‘χε πιάσει το μήνυμα, αλλά έκανε και τον κουφό και τον βλάκα! Καλά σοβαρολογούσε αυτός ο θεομπαίχτης;  Σκόπευε να γίνει μεγαλοεπιχειρηματίας με δανεικά; Όχι τίποτ’ άλλο.. ήθελε να τον βάλει κι αυτόν στο κόλπο!  Που πάει να πει: Να φαίνεται μπροστά ο Βασίλης. Δηλαδή χρέη, δάνεια, καραβανάδες πάνω απ’ το κεφάλι του. Ο άλλος να κάθεται από πίσω και να κονομάει και στο τέλος να βρεθεί ο καλός σου ο Βασιλάκης στην ψειρού και να του κατασχέσουν μέχρι και το σώβρακο! 
« Τι λες καλώσ’ τονε! Είχε κι άλλον τέτοιον έξυπνο το σόι τους ή μετά τον ¨μεγάλο¨ χάλασε η μηχανή;»
-Δεν χρειάζεται μεγαλοεπιχειρηματίας! Έναν άνθρωπο της εμπιστοσύνης μου θέλω που να ξέρει καλά τη δουλειά. Γι’ αυτό και απευθύνομαι σε σένα. Σ’ ενδιαφέρει ν’ ακούσεις πάρα κάτω ή να βρω κάναν άλλον που να θέλει να βγάλει χρήμα;
Λοιπόν η όλη υπόθεση έζεχνε από μακριά! Αλλά αυτός ο ρουφιάνος, είπε τη μαγική λέξη: (¨χρήμα¨)  Και ποιος δε θέλει χρήμα σε τούτον τον κόσμο; 
«Ας τον αφήσω να πει τι έχει στο νου του και μετά βλέπουμε. Πάντως μια κουβέντα που  έχει μέσα της χρήμα, δεν την αφήνεις να πέσει χάμω!»
-Καλά – καλά, δώσε μου πρώτα να καταλάβω για τι περίπου μιλάμε και πόσο μεγάλη είναι η δουλειά. Να μπορέσω κι εγώ να σχηματίσω μια γνώμη. Έτσι κι αλλιώς, εσύ το είπες, είμαι άνθρωπος της δουλειάς και μπορώ να καταλάβω πως έχει, περίπου, το πράγμα.
-Κοίτα να δεις. Εμπόρευμα υπάρχει πολύ. Είναι στις αποθήκες του στρατού και περιμένει για διανομή. Εμείς δεν έχουμε να κάνουμε και πολλά πράγματα. Θα κάνουμε τη διανομή και απ’ ό,τι χρειαστεί να επιστρέψουμε –και πίστεψέ με είναι τεράστιες η ποσότητες- θα σχηματίσουμε ένα καλό κεφάλαιο και θα ξεκινήσουμε με τις επόμενες παραγγελίες στ’ όνομά μας. Αποθηκευτικούς χώρους έχει ο στρατός τεράστιους. Σ’ εμάς μένει να ξεχωρίζουμε τις ποσότητες που ζητάει η κάθε μονάδα και την μεταφορά των εμπορευμάτων θα μας την κάνει το ΣΕΜ. 
-Έτσι εύκολα;
-Όπως τ’ ακούς!  Καταλαβαίνω είσαι δισταχτικός, γιατί απ’ έξω σου φαίνεται βουνό. Αν ήξερες όμως όσα ξέρω εγώ δεν θα δίσταζες στιγμή. Εγώ απλά θέλω έναν άνθρωπο της εμπιστοσύνης μου και όλα τα υπόλοιπα άσ’ τα πάνω μου. Έτσι κι αλλιώς αν δε θέλεις δεν θα φαίνεσαι πουθενά.
«Αυτό μάλιστα! είχε ενδιαφέρον. Στο κάτω-κάτω το μέτρημα για όλα τα πράγματα είναι το ίδιο. Αντί να μετράς καφάσια με πορτοκαλάδες, μετράς ντάνες με καφάσια. Αντί να τρέχεις για παραγγελίες με το δίσκο, σου τρέχει τις παραγγελίες το ΣΕΜ. Απ’ την άλλη ανταγωνισμός μηδέν!   Δυσαρεστημένοι πελάτες μηδέν!   Κέρδος κατά βούλησην! ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ!!»
-Είμαι απόλυτα σύμφωνος! Ένα πράγμα μόνο..(δισταχτικά)..
-Τι πες μου. Γι’ αυτό κουβεντιάζουμε! Για να τα βάλουμε όλα κάτω. 
-Τι θα γίνει με τούτο το μαγαζί βρε αδερφέ..
-Αμάν ρε Βασίλη! Δεν έχεις το θεό σου! Εδώ συζητάμε για εκατομμύρια και συ λογαριάζεις τις πενταροδεκάρες;
«Να ‘τες πάλι οι πενταροδεκάρες!»
 Σα ν’  άκουγε την Τούλα να τον γκρινιάζει πως δεν του αξίζει τέτοια δουλειά. Να σκοτώνεται όλη μέρα για πενταροδεκάρες!  
«Αμ θα τη στρώσω εγώ, την κωλοδουλειά, και θα τους δείξω πως είμαι για πολλά, όχι μόνο για πενταροδεκάρες!»


-Καλά, καλά μην αρπάζεσαι.. μια κουβέντα είπαμε. Το πολύ-πολύ αφήνω στο πόδι μου τον μπάρμπα-Κώτσο κι ό,τι καταφέρει. Ίσα για να μη χαθεί το πόστο κατάλαβες; Να έχει κι αυτός μια ασχολία, να περνάει η ώρα του. Έτσι κι αλλιώς όλη μέρα είναι στο σπίτι και ζαλίζει την Τούλα.  Άγαλμα θα μου κάνει άμα δεν τον έχει όλη μέρα να μπλέκεται στα ποδάρια της. 
-Λοιπόν ξέρεις τι σκέφτηκα; Θα πάμε παρέα στο σπίτι μου να φάμε. Να σε γνωρίσω και στην Τούλα. Άσε που σήμερα έκανε ιμάμ, την σπεσιαλιτέ της, και δεν είναι να πάει χαμένο.
-Εε… όχι μη φέρουμε και αναστάτωση!
-Α μη το συζητάς. Η Τούλα είναι χρυσός άνθρωπος. Έπειτα το σπίτι μου είναι πάντα ανοιχτό για τους καλούς φίλους. 
Ξέχασε και τα δανεικά και το πείσμα που είχε με τον ¨γάιδαρο¨.  Η προσδοκία του ¨μεγάλου χρήματος¨, οι ανοιχτές πόρτες στα κοσμικά σαλόνια και μια ολοκαίνουρια εικόνα του Βασίλη: κουστουμιά με μεταξωτή γραβάτα, χρυσό δαχτυλίδι με πέτρα την Αθηνά, πανάκριβο στυλό στο τσεπάκι, χρυσός αναπτήρας και φιλίες με τους προϊστάμενους του βεληγκέκα….
 «Άιντε να τον δω τότε, αν θα θέλει να μου κάνει το βαρύ πεπόνι. Ας πάρει τα μούτρα του… ας πάρει τα μούτρα του!!»
Α!!    Κι ένα αμάξι! 
Αυτό ήταν από παλιά τ’ όνειρό του. Μια μερσεντές, μαύρη με δερμάτινα καθίσματα και την Τούλα δίπλα μεγαλοκυρά, όπως την φαντάζονταν ο μπάρμπα-Κώτσος. Μακάρι να ζούσε κι η μάνα της να δούμε τι θα ‘λεγε,..   Η φώκια!!!
Η Τούλα είχε αρχίσει ν’ αδημονεί καθώς περνούσε η ώρα και δεν φαίνονταν ο Βασίλης, περισσότερο παραξενεύτηκε που τον είδε να κουβαλάει μουσαφίρη. Δεν τα συνήθιζε κάτι τέτοια. Ήθελε να τρώει και να ξαπλώνει το κάτι τις του πριν ξαναπάει στο μαγαζί. Τώρα ξαφνικά φέρνει ξένον άνθρωπο. Έτσι απροειδοποίητα!  Αλλά κι αυτός.  Α!  όλα κι όλα. Άρχοντας… όλο τρόπους!    
-Πως είστε μαντάμ; ( χαμόγελο με ελαφριά υπόκλιση)   Χάρηκα πολύ δια την γνωριμίαν σας.  Είναι πάντοτε ευχαρίστησίς μου να ευρίσκομαι μεταξύ εγκαρδίων φίλων.
Η Τούλα μπορεί να φορούσε τη ρόμπα, αλλά με τις υποκλίσεις και τις ρεβεράντζες, της φαίνονταν πως ήταν ντυμένη με οργάντζα, καλεσμένη για απογευματινό, στ’  ανάκτορα του Τατοϊου. Ήταν βλέπεις και τα κατάλοιπα απ’ το φούσκωμα που έκανε η μάνα της στα μυαλά της. Ακόμα είχε ένα μπαούλο γεμάτο ¨ρομάντζα¨  με φωτογραφίες από δεξιώσεις, τίγκα στους φλώρους.
-Μα που σας είχε κρυμμένο ο άντρας μου;  Θα καθίσετε βέβαια να φάμε; Δεν πιστεύω να μας στεναχωρήσετε;
Πανηγύρι!  Η  Τούλα είχε μπει για τα καλά στο ρόλο της. Ξάφνου η Τούλα συννεφιάζει.
-Να.. μόνο.. δεν ξέρω. Το φαγητό μας είναι κάπως..
-Τι εννοείτε κυρία Τούλα;
-Δεν ξέρω αν σας αρέσει.. το ιμάμ.. 
-Μα τι λέτε τώρα; Αυτό το φαγητό στα χέρια μιας καλής μαγείρισσας, είναι ποίημα. Θα μου πείτε είναι και η οσμή του σκόρδου! Μα για όλα υπάρχει αντίδοτο. Ένας Γάλλος σεφ μου έχει συστήσει κάποια αρωματικά χορταρικά που εξαφανίζουν τελείως το σκόρδο. Και ξέρετε τι λένε για την Γαλλική κουζίνα; Οι Γάλλοι πριν ξεκινήσουν να μαγειρεύουν κόβουν ένα σκόρδο… χα χα χα.  
Να και ο Γάλλος σεφ!  Να και τα χουχούγελα. Μύρισε ο τόπος ιμάμ με Γαλλική φινέτσα.
Καλά πήγε και το φαγητό. Και γιατί να μην πάει;  Η Τούλα στο ιμάμ ήταν ό,τι καλύτερο είχε να επιδείξει η Νοτιοανατολική Μεσόγειος. Έφερε ο Βασίλης και την ρετσίνα που είχαν από ένα φίλο του μπάρμπα-Κώτσου απ’ το Κορωπί (νέκταρ των θεών) και το πράγμα πήγε ρολόϊ.
-Να γνωρίσει ο κύριος Νίκος και τα παιδιά.


Βέβαια!  Έπρεπε κάποτε να βγάλουν και τα παιδιά (πριν ο Αλέκος προλάβει να πνίξει την Λέλα). 
- Ζωηρό.. πολύ ζωηρό παιδί!  Αλλά πανέξυπνος ο άτιμος.  Στη ¨Θύελλα Νικαίας¨ τον έχουν για τη μεγάλη φίρμα!  Στο.. σχολειό κουτσαίνει λίγο, αλλά με λίγο διάβασμα πάρα πάνω θα γίνει πρώτος στην τάξη του! (Ματιά αυστηρή) Έ Αλέκο; 
Ο μικρός κούνησε το κεφάλι με τα μάτια του να πηγαινοέρχονται όλο σκανταλιά.
-Για τη Λέλα δεν λέω τίποτα. Καλή μαθήτρια! Με τρόπους! Υπόδειγμα!!
-Συγχαρητήρια Βασίλη μου. Σε χαίρομαι και σένα και την οικογένειά σου! Να ξέρεις γι’ αυτό αποφάσισα να σ’ εμπιστευτώ. Έναν τέτοιον άνθρωπο χρειάζομαι, νοικοκύρη και δουλευταρά. Έτσι πάνε οι δουλειές μπροστά! Και να ξέρεις εμείς θα γίνουμε νούμερο ένα.
-Μακάρι. Νικολάκη μου.. μακάρι. Κι από μέσα του: ¨ Νούμερο στη φυλακή μη γίνουμε…¨
Τ’ απόγευμα δεν άνοιξε το μαγαζί. Είχε πολλά στο νου του. Έπρεπε να λογαριάσει καλά την καινούρια δουλειά, να προσπαθήσει να μαντέψει τι θα βρουν μπροστά τους. Είπε και στην Τούλα να βγάλει το καλό του κουστούμι να το αερίσει και να πατήσει το παντελόνι λίγο στα γόνατα. Ο Νικολάκης πήγαινε το πράγμα τρέχοντας. Είχε κλείσει ραντεβού με κάποιους τρανούς για το πρωί της επομένης κι έπρεπε να πάνε στο πεντάγωνο. Γυάλισε και τα σκαρπίνια, καλοσιδερωμένη κι η ριγέ γραβάτα. Φιγουρίνι!
Συναντήθηκαν στο Σύνταγμα. Ο Νίκος ήρθε με μαύρο Εγγλέζικο αμάξι. Ο Βασίλης εντυπωσιάστηκε αλλά δεν έδειξε τίποτα. Μπήκε μέσα με άνεση σα να ήταν μέρος της καθημερινότητάς του και έκατσε καμαρωτός, μια και τον έσφιγγε το σακάκι στις πλάτες.
Ο Νίκος έδειχνε κάπως νευρικός και άρχισε να ¨ενημερώνει¨ το Βασίλη, αλλά με καθαρό ύφος νουθεσίας.
-Πρόσεξε μη σου ξεφύγει τίποτα για καφενείο και τα ρέστα! Εσύ είσαι επιχειρηματίας και μέγας υποστηρικτής της επαναστάσεως.   Εμένα με ξέρουν και δεν χρειάζεται να με συστήσει κανένας! Σε όποιον σου κλείνω το μάτι θα κάνεις κοπλιμέντα. Τρελαίνονται για γλείψιμο, τους κάνει να αισθάνονται σπουδαίοι! Στο κάτω-κάτω θα πάμε μέσα στην έδρα τους και θα τους ζητήσουμε να μας κάνουν αφεντικά. Γι’ αυτό το νου σου, χαμόγελο και ¨ό,τι πείτε εσείς κύριε¨.
-Μόνο αυτό ή έχουμε και πάρα πίσω πλάτες;!
-Αυτό άσ’ το σε μένα. Όλο και κάτι υπάρχει..
Αυτή η απάντηση μπέρδεψε αρκετά τον Βασίλη. 
«Μήπως δεν του είπε τίποτα ο βεληγκέκας;  Λες να ήρθε στο μαγαζί κατά σύμπτωση; Αλλά πάλι πως έγινε και με εντόπισαν που παρακολουθούσα το σπίτι του; Αν δεν τους είπε αυτός (που σίγουρα το τέρας με είδε από κάπου και τους ειδοποίησε) τότε πως είναι δυνατόν να κάνει σα να μη ξέρω ότι είναι ανίψι του ¨μεγάλου¨»


Εδώ κάτι συνέβαινε και έπρεπε να το ανακαλύψει! 
« Όχι τίποτ’  άλλο, μη τυχόν μας έρθει τίποτα ξαφνικό αργότερα και τότε τι κάνουμε;»  Αποφάσισε να τα παίξει όλα για όλα!
-Νίκο.. Είπαμε να γίνουμε συνεταιράκια.. σύμφωνοι;
-Βεβαίως!
-Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να παίζουμε με ανοιχτά χαρτιά….
-Πολύ σωστά τα λες.
-Εγώ, μη με ρωτάς από πού, συμβαίνει να γνωρίζω ότι έχεις συγγένεια με τον πρόεδρό μας! 
Τόνισε το ¨πρόεδρό μας¨ για να υποδηλώσει την εκτίμησή του στο νούμερο ένα, πρόσωπο της ¨εθνοσωτηρίου επαναστάσεως¨, αλλά να δώσει και το τράτο στον άλλο να καταλάβει ότι το θεωρούσε κάτι πολύ σημαντικό, για να του ανοιχτεί.
Ο άλλος χαμογέλασε αινιγματικά, και του ‘ριξε ένα λοξό βλέμμα.
-Μα ασφαλώς! Μόνο που δεν είναι και τόσο κοντινή όσο νομίζουν κάποιοι. Εγώ φυσικά δεν προτίθεμαι να ενημερώσω κανέναν για το ποιον, ακριβώς, βαθμό συγγενείας έχω με τον πρόεδρο.     Ασ’ τους να νομίζουν ό,τι θέλουν!    Το θέμα μας είναι να χάψουν το παραμύθι για να γίνει η δουλειά μας.
-Το παραμύθι;!!  Μα δεν θα ψάξουν να δουν τι συμβαίνει; 
-Δε μου λες; Εσύ θα τολμούσες να ψάξεις ποιος ακριβώς είναι ο βαθμός συγγενείας μου με τον πρόεδρο;
-Όχι βέβαια! Αλλά εγώ.. είμαι εγώ. Αυτοί όμως έχουν όλες τις υπηρεσίες στα χέρια τους και μπορούν να μάθουν ό,τι θέλουν. Αν ανακαλύψουν κάτι..
-Ν’ ανακαλύψουν τι; Ότι δεν είμαι συγγενής του προέδρου; Αφού είμαι! Το ότι δεν έχω πρώτο ή δεύτερο βαθμό συγγενείας δεν παίζει κανένα ρόλο!  Για δες εδώ!!
Έχωσε το χέρι στην τσέπη του σακακιού του και τράβηξε δυο φωτογραφίες. Στη μια ο Νικολάκης πιτσιρίκος να κρατάει το χέρι του ¨μεγάλου¨ ο οποίος ήταν εμφανώς νεότερος. Στην άλλη ο Νικολάκης, σε μεγαλύτερη ηλικία, να του τσιμπάει χαϊδευτικά το μάγουλο ο αρχηγός της εθνοσωτηρίου επαναστάσεως.  
-Όπως καταλαβαίνεις δεν θα ήθελε, κάποιος να δυσαρεστήσει το αγαπημένο ανιψάκι του προέδρου!!
Ε ρε γλέντια.. ο μπαγάσας την είχε στημένη τη δουλειά από παντού και δούλευε το παραμύθι επ’ αγαθό  της τσεπούλας του, και όπως φαίνονταν είχε βάλει πλώρη για το μεγάλο χρήμα με διαβατήριο τις φωτογραφίες του, με τον ¨μεγάλο¨.
«Μπράβο! Αυτή είναι μηχανή. Όχι με το σταυρό στο ένα χέρι και στ’ άλλο το δίσκο με τους καφέδες… Έτσι βγαίνει μόνο ένα μεροκάματο.  Το πολύ το χρήμα βγαίνει όταν τους φέρνεις το σταυρό στο κεφάλι!»
Με την κουβέντα έφτασαν στο πεντάγωνο και προχώρησαν στην είσοδο. Ο αλφαμίτης στην είσοδο τους ρώτησε το σκοπό της επίσκεψής τους. Ο Νικολάκης άνετος..
-Θέλουμε τον ταξίαρχο κύριο Ευαγγέλου.
Προχώρησαν στο εσωτερικό του κτιρίου. Ο Βασίλης πήγαινε μισό βήμα πιο πίσω του και τον χάζευε που χαιρετούσε ένα σωρό καραβανάδες λες και βρίσκονταν στο σπίτι του παππού του. Εκείνο όμως που του έκανε μεγαλύτερη εντύπωση ήταν ο τρόπος που τον χαιρετούσαν αυτοί!  Όλο δουλικότητα και ρεβεράντζες!  
«Γεια σου ρε ανίψι του μεγάλου!!»
Τέλος έφτασαν στο γραφείο του ταξίαρχου.  Σύντομο χτύπημα στην πόρτα.
-Εμπρός
Να την πάλι η ίδια στρατιωτική φωνή. Τον βλέπεις δεν τον βλέπεις τον καραβανά τον προδίδει η φωνή. 
-Καλημέρα κύριε ταξίαρχε. Τι κάνετε; Σας έφερα τον κύριο Τσιμπλιάκο, όπως σας υποσχέθηκα, επιχειρηματίας του χώρου.. 
-Καλημέρα σας κύριε.. ασχολείστε πολλά χρόνια με αυτό το είδος εργασίας; 
-Δεκαπέντε και πλέον έτη κύριε ταξίαρχε. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό και ο πατέρας μου ήταν στο ίδιο είδος εργασίας. Έχουμε παράδοση..


-Α ευτυχώς! Αυτό διευκολύνει και ‘μένα. Θα είμαι ήσυχος ότι αυτή η υπόθεση θα πάει καλά και δεν θα χρειαστεί ν’ ασχοληθώ ξανά. Δεν είναι αυτά τα πράγματα για μας τους στρατιωτικούς, βρε παιδί μου. 
-Πράγματι, στρατηγέ μου, (πετάχτηκε κολακεύοντάς τον ο Νικολάκης) αυτές είναι υποθέσεις επιχειρηματιών και όπως σας είπα την, προηγούμενη εβδομάδα που συναντηθήκαμε, ο κύριος Τσιμπλιάκος είναι ένας καθ’ όλα έντιμος επιχειρηματίας, έμπειρος και σαφώς ένα άτομο που εκτιμάει βαθύτατα την προσφορά της εθνικής μας επαναστάσεως και μέγας οπαδός του θείου μου. Συγγνώμη!! Του Γεωργίου Παπαδοπούλου ήθελα να πω.
-Ελάτε τώρα κύριε Παπαδόπουλε, το ξέρω δα πως είστε συγγενής του Γιώργη, συμμαθητές ήμασταν στη σχολή και πολύ φίλοι.  
-Ναι αλλά ξέρετε τώρα, τις αρχές του θείου. Δεν θέλει να φανεί ότι υποστηρίζει κάποιον. Είναι άμεμπτος ο θείος.  Αδαμάντινος χαρακτήρας! Αλλά και πώς να το κάνουμε οι συμπάθειες είναι.. συμπάθειες! Με αγαπούσε από μικρό σα δικό του παιδί.. (και τσουπ ξεφουρνίζει τις φωτογραφίες).
-Για να δω. Α! εδώ είναι πολύ νεότερος. Και σεις πάντα στρουμπουλός..(χαμόγελο) βρε πως αλλάξαμε..  Αλλά μη βλέπεις, έπεσαν στις πλάτες μας πολλές ευθύνες. 
-Ας ελπίσουμε ότι εμείς θα καταφέρουμε να πάρουμε αυτή τη σκοτούρα απ’ τις πλάτες σας, να αισθάνεστε και σεις ήσυχος αλλά και ικανοποιημένος για την καλή σας επιλογή. Αν ξέρατε πόσο έψαξα μεταξύ των επιχειρηματιών του χώρου, για να καταλήξω στον κύριο Τσιμπλιάκο..!  Έναν άνθρωπο δραστήριο, γνώστη των πραγμάτων της αγοράς, αλλά προ πάντων έντιμο και από παράδοση εθνικόφρονα!
Να τος ¨από παράδοση εθνικόφρονας¨ να κουβεντιάζει με τα ¨ψηλά καπέλα¨. 
«Δίκιο έχει αυτός ο άτιμος. Ένα πασαπόρτι χρειάζεσαι για να μπεις στο χορό και τούτος το βρήκε με την πόρτα που του ανοίγει το σόϊ του με τον ¨τρανό¨. Τι πειράζει αν κρατάω και ΄γω το μαντήλι από δίπλα;  Στο κάτω – κάτω εγώ δεν πρόκειται να κλέψω κανέναν.
Αν τούτος κάνει την πονηριά, αυτός θα φαίνεται.. κακό του κεφαλιού του.  Εγώ θα παριστάνω τον εργοδηγό!  Στην πορεία.. βλέπουμε.»
-Μάλιστα κύριε ταξίαρχε. Εγώ, όπως σας είπε ο κύριος Παπαδόπουλος, έχω δουλειά στρωμένη και μάλιστα από τον πατέρα μου, γι’ αυτό στην αρχή είχα ένα σωρό αντιρρήσεις. Γιατί, μη βλέπετε, αυτά τα πράγματα έχουν κόπο, σκοτούρα ευθύνες.  Αλλά όταν έμαθα ότι θα πρέπει να εξυπηρετήσουμε τον εθνικόν μας στρατόν και ότι πάνω απ’ όλα είναι χρέος προς την πατρίδα, δεν χρειάστηκα ούτε δευτερόλεπτο σκέψης. Είπα στο φίλο μου το Νίκο: Εδώ είμαι εγώ. Για την πατρίδα τα πάντα!
Ο Νίκος του ‘ριξε ένα παραξενεμένο βλέμμα. Φαίνεται απόρησε κι αυτός, πόσο γρήγορα μπήκε στο ρόλο του.  Ο Βασίλης τον κατάλαβε και χαμογέλασε.
«Αμ τι νόμιζε, ο τραχανάς, ότι μόνο αυτός μπορεί να πουλάει παραμύθι;  Τώρα που το ‘πιασα το κόλπο;   Τώρα  να δεις παραμύθι.. τώρα να δεις παραμύθι!!»


-Να μη σας κρατούμε κύριε ταξίαρχε.( Είπε γαλίφικα ο Νίκος)   Σίγουρα θα ‘χετε μεγάλο φόρτο δουλειάς και ‘μείς σας τρώμε αδίκως την ώρα.  Το μόνο που θα θέλαμε, από σας είναι μια άδεια εισόδου στις αποθήκες υλικού για να δούμε τι υπάρχει. Να κάνουμε μια απογραφή και πιστεύω συντομότατα θα είμαστε σε θέση να σας δώσουμε πλήρη αναφορά. 
-Πολύ σωστά. Γιατί φοβάμαι ότι δεν είμαστε καλοί ψιλικατζήδες! ( Είπε, γελώντας, ο ταξίαρχος.)
Αυτό βέβαια για τους άλλους, ήταν το σύνθημα ότι ξεκινάει το πανηγύρι.
Με την άδεια εισόδου που είχαν εξασφαλίσει μπήκαν ανενόχλητοι σ’ όλες τις αποθήκες. Με την πρώτη ματιά, ο Νικολάκης δικαιώθηκε απόλυτα! Τεράστιες ποσότητες από υλικά που συσσορεύονταν, χωρίς να τα έχει παραγγείλει κανένας.  Απ’ την άλλη, μια στοίβα  παραγγελίες που δεν υπήρχε τίποτα να στείλουν. Αλλά τα πάντα ήταν τακτικά γραμμένα και καταχωρημένα. 
Για μια βδομάδα πήγαιναν από αποθήκη σε αποθήκη, καταγράφοντας υλικά. Μαζί όμως με τις καταγραφές κρατούσαν κι ένα δικό τους κιτάπι από πλεονασματικά είδη και προμηθεύτριες εταιρείες. 
Αυτά ήταν για μετά...   Για το φαγοπότι ντε!!

*ΚΨΜ, είδη κυλικείου που πωλούνται μέσα στις στρατιωτικές μονάδες. 


Σ Υ Ν Ε Χ Ι Ζ Ε Τ Α Ι......

3 Ο ΒΑΣΙΛΑΚΗΣ......Ο τσαμπουκάς του βεληγκέκα,η κουβέντα με το νεαρό,τινάχτηκε απ' τη καρέκλα, έριξε μερικά βήματα μέσα στη κουζίνα και ξέσπασε σ' ένα άγριο υβρεολόγιο







Γιώργος Χατζηκυπραίος

Κοινόχρηστο δημόσια  -  2:21 μ.μ.
Κεφάλαιο 3 ο

3) Θες λεφτά;!!

Ήταν πια δυο η ώρα μετά τα μεσάνυχτα και οι δρόμοι ήταν έρημοι. Κρατούσε ένα σημείωμα, απ’ το γραφείο που του πήραν τα στοιχεία, για να πάει στο σπίτι του μην του τύχει κανένα κακό συναπάντημα. 
Περπάτησε μέχρι το Σύνταγμα για να βρει περίπτερο ανοιχτό.



«Άντε δυο πακέτα ακόμη. Δεν σου τυχαίνουν κάθε τόσο, τέτοια πράματα. Βάλε στα έξοδα και μια κούρσα με ταξί να πάμε σπίτι και κλείνει ο λογαριασμός του Νικολάκη, που να μη προλάβει να ξημερώσει το καθίκι, κόντεψα να πάω στον άλλο κόσμο απ΄ την τρομάρα μου. Θες να τραβήξει το μπλέξιμο και να κουβαλάνε και μένα κάθε τρεις και λίγο στις ασφάλειες σαν εκείνο το φουκαρά;»
Το ταξί είχε πάρει το δρόμο για το Αιγάλεω σε δρόμους έρημους. Ο Βασίλης όμως δεν έλεγε να ηρεμήσει. Κάθε λίγο, έριχνε κλεφτές ματιές προς τα πίσω μήπως ήταν κανένα ¨περίεργο¨ αμάξι στο κατόπι τους. 
Είχε το νου και στην Τούλα. Τι να κάνει τώρα;
Να! Έτσι όπως το ΄χε φανταστεί: μια Τούλα στο κακό της το χάλι. Ξενυχτισμένη, με τα μάτια κόκκινα και τον μπάρμπα- Κώτσο παρέα, να τον κλαίνε ζωντανό. 
-Αμάν χριστιανέ μου τι έγινες; Περιμέναμε να ξημερώσει για να πάρουμε σβάρνα τα νοσοκομεία μπας και σε χτύπησε κάνα αμάξι.
-Άσ΄ τα τώρα. Μη με κουβεντιάζεις. Θα τα πούμε το πρωί.. άλλη στιγμή. Θα πιω ένα καφέ να πάει η ψυχή στον τόπο της και τα ξαναλέμε.
Η Τούλα καίγονταν να τον περάσει από ανάκριση, αλλά το αγριεμένο μάτι του Βασίλη της έκοψε τελείως τη φόρα.
Έκατσε στη γωνιά του με τα τσιγάρα σφιγμένα στο χέρι, σα να ΄θελε κάποιος να του τ’ αρπάξει και κοίταζε αφηρημένα προς τα έξω, τραβώντας μικρές γουλιές απ’ τον καφέ.
Η Τούλα κι ο πατέρας της πήγαν για ύπνο. Αυτός δεν μπόρεσε να κοιμηθεί. Η ένταση ήταν μεγάλη και τα γεγονότα που είχαν προηγηθεί τον κρατούσαν σε αναστάτωση. 


Ο τσαμπουκάς του βεληγκέκα. Η κουβέντα με το νεαρό. Ο γυμνός διάδρομος. 
Τινάχτηκε απ΄ την καρέκλα, έριξε μερικά βήματα μέσα στην κουζίνα και ξέσπασε σ΄ ένα άγριο υβρεολόγιο. 
Το καφενείο έμεινε κλειστό την επόμενη μέρα. Η περιπέτεια τον είχε διαλύσει και δεν του ΄κανε καρδιά να δουλέψει. Άσε που φοβόντανε, ότι κάτι θα μπορούσε να συμβεί. Ας πούμε ότι έρχονταν στο μαγαζί οι χαφιέδες και τον έπαιρναν, πάλι για βόλτα στην ασφάλεια. Αν έρχονταν ο ίδιος ο βεληγκέκας; Αλλά και τι να κάνει; Να μένει στο σπίτι σαν ανάπηρος (θεός φυλάξει) και να κρύβεται; 
«Θα πάω..! Θα πάω κι ό,τι γίνει, έγινε.»
Αν έρθει και καμιά απ΄ τις… γνωστές τις μούρες, (που σίγουρα έχουν σχέσεις με τους.. διάφορους), θα του ΄λεγε τα πατερημά για την ¨επανάστασην που έσωσε την χώραν από τον κομμουνιστικόν κρημνόν και έφερε τον πολιτισμόν καθ’ άπασαν την επικράτειαν επεκτείνασα την ρευματοδότησην και την ασφαλτόστρωσην των οδών και χάρισε τα χρέη εις τους αγρότας και επανέφερε τας αξίας της θρησκείας και του πατριωτισμού εις την Ελληνικήν οικογένειαν.¨ 
Για να τα κελαηδήσει στ’ αυτί αυτών που πρέπει να τ’ ακούσουν. 
Δηλαδή κάτι σαν δήλωση νομιμοφροσύνης με.. μαντατοφόρο. 
«Αλλά ως τότε… βλέπουμε τι θα γίνει. Ας ανοίξω το μαγαζί αύριο και θα δούμε πως θα ΄ρθει τούμπα το πράμα.»




Ξύπνησε στις τέσσερις το χάραμα, από έναν ύπνο γεμάτο ΚΥΠ και Παττακούς. 
Πήγε αθόρυβα κι έφτιαξε τον καφέ για να προλάβει να συνέλθει απ’ την ψυχική οδύνη του ύπνου, μη ξυπνήσουν οι άλλοι και τον δουν σ’ αυτά τα χάλια. 
Καθυστέρησε, επίτηδες, ν’ ανοίξει το μαγαζί, φτάνοντας περασμένες οχτώ η ώρα. 
Πέρασε με αργό βήμα μπροστά απ΄ το διπλανό μαγαζί με την κουτσομπόλα υπάλληλο για ν΄ ακούσει… ό,τι περίμενε.
Κυρ Βασίλη, μας ανησύχησες. Δεν σ’ είδαμε χθες κι είπαμε μήπως έπαθες κάτι.
Ήταν απολύτως έτοιμος γι’ αυτήν την ερώτηση! Δυο βήματα ακόμη και γύρισε προς το μέρος της μιλώντας δυνατά για να τον ακούσουν όλοι.
-Μπα τίποτα σημαντικό, μια γριπούλα. Είχα λίγο πυρετό και είπα να μη δώσω αιτία.
-Α! να προσέχεις κυρ-Βασίλη, αυτός ο καιρός είναι πιο ύπουλος κι απ΄ τη βαρυχειμωνιά.
-Δίκιο έχεις αλλά να… με το μέσα έξω στο μαγαζί, την αρπάς χωρίς να το καταλάβεις.
-Άντε περαστικά.
Έβαλε το κλειδί στην πόρτα και μπήκε στο μαγαζί με το συνηθισμένο του ύφος, αλλά το μάτι του έφερνε βόλτα όλες τις γωνιές.
«Θες να μου φόρεσαν τίποτα μικρόφωνα και να με παρακολουθούν;»
Στάθηκε στη μέση απ’ το μαγαζί και στράφηκε στην φωτογραφία του Παπαδόπουλου:
-Γεια σου Γιωργάρα, εσύ θα μας πας μπροστά. 
Η… πρώτη δήλωση νομιμοφροσύνης! 

Στρώθηκε στη δουλειά. Ο μπάρμπα-Κώτσος είχε αφήσει όλα τα φλιτζάνια άπλυτα κι ο νεροχύτης ήταν βουνό. Σκούπισε, καθάρισε τα τραπεζάκια, έπλυνε το πεζοδρόμιο κι όσο περνούσε η μέρα ένιωθε και καλύτερα.




«Καλά λένε! Η δουλειά είναι το καλύτερο φάρμακο.»
Μπήκε στη ρουτίνα του και ξαναβρήκε το ρυθμό του. Ήταν και τόσα πράματα που περίμεναν. Εδώ και κάμποσες μέρες, είχε βάλει κατά νου να πάει να συζητήσει με την ΕΒΓΑ για ψυγείο με παγωτά.
« Έρχεται καλοκαίρι και ο δρόμος γεμίζει πιτσιρικάδες. Θα πρέπει όμως ν΄ αγοράσω κι εκείνη την τοστιέρα και κάνα μεγάλο τηγάνι για να κάνω αυγά. Ο τόπος έχει γεμίσει οικοδομές και οι εργάτες ψάχνουν για κολατσιό. Αν βάλω και μια φουφού να κάνω τίποτα σουβλάκια.. άσχημα θα ‘ναι; Μπα άσε καλύτερα όχι! Θα βρομοκοπάει ψητίλα εδώ μέσα και δε θα μπορώ να συνεφέρω το μαγαζί»

Έτσι ήταν αυτός, προτιμούσε να μην έχει αυτό το έσοδο από το να κινδυνεύει να μείνει μόνος στο μαγαζί γιατί η μπόχα θα έδιωχνε τον κόσμο. Όλα τα χρόνια είχε συνηθίσει να μπαινοβγαίνει κόσμος στο μαγαζί του. Του άρεσε ν΄ ακούει τις κουβέντες. Κάθε λογής είδηση, έρχονταν και συζητιόνταν μέσ’ τον καφενέ. Βέβαια μετά την ¨επανάστασην¨ είχε κοπεί (μαχαίρι) η πολιτική συζήτηση και οι μόνες κουβέντες που γίνονται είναι για κάνα δυστύχημα και… ποδοσφαιρικά! 
Η μπάλα έχει γίνει ο μέγας πρωταγωνιστής. 




Α! κι ο Μποκάσα! Που στο διάολο τον βρήκαν αυτόν τον αγριάνθρωπο και μας τον κουβάλησαν; Πανηγύρι είναι ο τύπος. Έχει φορτωθεί (από μόνος του) μια αρμαθιά παράσημα και μοστράρεται για μέγας βασιλέας. Πιο μαύρος κι απ΄ τη νύχτα! 
Α! πότε ήταν; τις προάλλες, είχε πάει κι ο Παττακός στη χώρα τους και του ‘καναν μεγάλη υποδοχή! Αφού τη γλίτωσε.. και δεν τον έριξαν σε κάνα καζάνι.. Μπα δε θα ‘βραζε με τίποτα. Θα μας έβγαζε και κακό όνομα στην Αφρική ότι δεν κάνουμε.. για κοψίδια. 
Καλά πήγε κι η μέρα, ένα σωρό κόσμος πέρασε απ΄ το μαγαζί, δώδεκα καραφάκια έδωσε, τα οχτώ με ποικιλία, τα μαγαζιά τριγύρω τρελάθηκαν στους καφέδες. Βλέπεις τον έχασαν μια μέρα και κατάλαβαν την αξία του. Κόντεψαν να κάνουν κρα για καφέ. 
«Αλλά έτσι είναι όταν ξέρεις ν’ αγοράζεις καλό πράμα και προ πάντων όταν ξέρεις να ψήνεις καφέ, δε σε πιάνει
κανένας.» 
Έφτασε η ώρα για να κλείσουν τα μαγαζιά κι αυτός ακόμα πήγαινε παραγγελίες. Δεν θα είχε καταφέρει να κάνει λογαριασμό, αν δεν έκλεινε την πόρτα, για να πάει σπίτι για φαΐ. Του έταξε ιμάμ η Τούλα για να τον παρηγορήσει, μπας και ξεχάσει την περιπέτεια με τον Βεληγκέκα. 



-Καλησπέρα κύριε Βασίλη.
Γύρισε ξαφνιασμένος. Στην πόρτα στέκονταν η αιτία όλων των δεινών του. Αυτός ο άθλιος μπαταξής, αυτό το γαϊδούρι, το κάθαρμα,…το σόι του μέσα. 
Αλλά! Και ανιψιός του ¨μεγάλου¨ . Και προστατευόμενος του βεληγκέκα. 
Ο Βασίλης, βέβαια, ήθελε να τον αρπάξει απ΄ το λαιμό και να του χτυπήσει το κεφάλι στον τοίχο. 
Μετά όμως, τι γίνεται; Τι θα τον περίμενε; Ξερονήσι; Ξύλο μετά μουσικής απ΄ το βεληγκέκα και την παρέα του; Και βέβαια ¨μουτζούρωμα¨ των χαρτιών του, να μπλέξει κι ο γιος του (σαν παιδί αντικαθεστωτικού). Να μαρτυρήσει το παιδί στο στρατό, να μη βρίσκει πουθενά δουλειά. Α πα πα, το πράγμα χρειάζεται ψιλοβελονιά. 
-Καλησπέρα Νίκο μου.
«Τι να κάνω; Σ’ έκανα και ¨Νίκο μου¨… καθήκι άπλυτο! Πετάει ο γάιδαρος; Αμέ κάνει και βολ πλανέ!»
-Πέρασα και χτες.. δεν είχες ανοίξει.
-Ναι μια γριπούλα.. τίποτα σημαντικό. Αλλά είπα να μη δώσω αιτία..
-Ννναι…
«Οχ! Ξέρει!» «Σίγουρα ο βεληγκέκας θα του ‘δωσε ραπόρτο.» 
Που ξέρεις μπορεί να του είπε ότι τον αποκάλεσε ¨χαμένο κορμί¨ και να κουβαλήθηκε ως εδώ για να του ζητήσει το
λόγο. 
«Και τι λόγο να ζητήσει αυτός! Μήπως του επέστρεψε τα τέσσερα κατοστάρικα; Ή θα το ρίξει στην ευθιξία; Έτσι, τάχα μου ότι τον έχει προσβάλει. Ίσα - ίσα για να μου φάει τα λεφτά δηλαδή.» 
Αμ τους ξέρει καλά κάτι τέτοιους, ρεμπεσκέδες, που σου κάνουν πρώτα την αμάκα καλά-καλά και ύστερα ψάχνουν τρόπο να σε φέρουν τούμπα και να σου φάνε τα λεφτά! 




Σαν τους καφέδες του μαστρο-Γιάννη!
Τορναδόρος, γείτονας (Θεός σ’χωρέσ’ τον). Ήταν ακόμα νέος στη δουλειά και δεν μυρίστηκε με την πρώτη το κόλπο του. Έπινε δέκα καφέδες τη μέρα και πλήρωνε τους δυο. Τη μια ο καφές είχε τρίχα, την άλλη είχε μύγα. Του ‘ριχνε κι ένα σωρό μπινελίκια, τη φορά. Μια, δυο, πέντε, δέκα, τον πήρε χαμπάρι. Του την έστησε στο τζάμι, έξω απ΄ το μαγαζί και τον περίμενε να κάνει την κουτσουκέλα του. Πάνω που έχωνε μια ολόκληρη κατσαρίδα στον καφέ (ο αθεόφοβος). Έκανε ντου, αγριεμένος, κραδαίνοντας το δίσκο σα την ρομφαία του Γαβριήλ. 
Λεφτά δεν κατάφερε να του πάρει, αλλά κάποια άλλη μέρα, τον κέρασε καφέ με μια σκατόμυγα μέσα. Έκατσε εκεί μπροστά, κάνοντας τάχα πως τον κουβεντιάζει και περίμενε μέχρι να τελειώσει τον καφέ,(για να μαζέψει και τα φλιτζάνια) Που να τολμήσει ο μαστρο-Γιάννης να πει τίποτα! Κατάπιε τη μύγα κι έκανε τουμπεκί.
Έτσι είναι. Μερικές φορές το καλύτερο πράμα είναι το τουμπεκί! Ψιλοκομμένο, παρακαλώ!
-Σε τι μπορώ να σου φανώ χρήσιμος Νικολάκη μου;
Ξέρεις κυρ Βασίλη δεν κατάφερα να σου φέρω εκείνα τα χρήματα που είχα δανειστεί..
-Σε παρακαλώ τώρα! Πως κάνεις έτσι, μεταξύ μας βρ’ αδερφέ. Όταν θα ευκολυνθείς θα μου τα δώσεις, δε χάθηκε ο κόσμος.
Αν του ‘λεγε ότι τα λεφτά έκαναν φτερά, θα το βούλωνε και θα ‘κανε και τον ευχαριστημένο. Αλλά δεν είναι να δίνεις και πολλά θάρρητα σε κάτι τέτοιους. Δεν το ‘χουν σε τίποτα να σου ζητήσουν και λουφέ γιατί σε τίμησαν με την αμάκα τους.
Ύστερα δεν ήθελε να δείξει ότι τον είχε κατατρομάξει ο βεληγκέκας! Παρίστανε τον άνετο, ότι δεν συμβαίνει και
τίποτα, βρε παιδί μου. Όλα είναι εν τάξει 
Η περδικούλα του το ‘ξερε. Τον είχε καταλάβει μια ταραχή που δεν ήξερε αν είναι φόβος ή ζοχάδα. Πριν κάνει κάτι, που θα το μετάνιωνε αργότερα, γονάτισε μπροστά στο ψυγείο κι έκανε πως τακτοποιεί τα μπουκάλια με τις πορτοκαλάδες, παλιό κλασικό κόλπο, όταν ήθελε να ξεφορτωθεί κάναν ανεπιθύμητο. Μάλιστα ξεκίνησε απ΄ το βάθος του κάτω ντουλαπιού μπαίνοντας ολόκληρος μέσα, για να του κόψει την κουβέντα.
Αλλά που! Το μουλάρι είχε στυλώσει τα ποδάρια και δεν έλεγε να ξεκουμπιστεί. Έσκυψε, μάλιστα, κι έχωσε την κεφάλα του στο άνοιγμα του ψυγείου.
-Δεν τ’ αφήνεις γι΄ αργότερα αυτά κυρ-Βασίλη. Έχω να σου πω κάτι εξαιρετικά σημαντικό!
-Μα είναι δουλειά που θα ‘πρεπε να ‘χω κάνει απ΄ το πρωί και δεν…
-Ας περιμένει! 
Τον έκοψε ο άλλος. Κάθετα! Του ξανάρθε η ίδια μπόχα, βάρβαρης εξουσίας. Το κόλπο με το ψυγείο δεν είχε πέραση. Άλλος τρόπος δεν υπήρχε. Έπρεπε να τον αντιμετωπίσει με μαεστρία!
-Ήθελες κάτι άλλο, Νίκο μου; Δεν κατάλαβα. Νόμιζα ότι είχες τελειώσει.
-Άκου να σου πω κυρ-Βασίλη, είναι ένα λεπτό θέμα και θέλω όλη σου την προσοχή.
-Είμαι όλος αυτιά!
«Πολύς πρόλογος για να φάει τέσσερα κατοστάρικα! Σίγουρα θέλει να με βάλει γερά στο χέρι, ο τσίφτης.»




Τώρα όμως ήταν έτοιμος. Όλο και κάτι περίεργοι εμφανίζονταν και ζητούσαν δανεικά κι αγύριστα. Είχε κι αυτός στην τσέπη της ποδιάς μια χούφτα δεκάρες και πενηνταράκια, (άντε και καμιά δραχμή ανάμεσα). Με το που του έκανε πρόλογο ο μπαταξής για δανεικά, έχωνε το χέρι στην τσέπη και του μοστράριζε το δεκαρομάνι. Άρχιζε και την κλάψα για τα χάλια της αγοράς.
–Τι να σου πω; Δεν βγαίνω! Με το ζόρι μου μένουν τα έξοδα της οικογένειας. Μεγάλωσαν και τα παιδιά κι έχουν ένα σωρό απαιτήσεις. 

Όταν οι μπαταξήδες έβλεπαν τις δεκάρες απελπίζονταν, αν και συνήθως επέμεναν λίγο ακόμη (έτσι για την τιμή των όπλων) και μετά έβαζαν πλώρη γι’ άλλα θύματα. Με το που του άρχισε την κουβέντα ο ¨Νικολάκης του¨ έχωσε, ενστικτωδώς, το χέρι στην τσέπη της ποδιάς, έτοιμος ν’ αρχίσει την κλάψα. 
-Δώσε προσοχή κυρ-Βασίλη γιατί το πράγμα είναι σοβαρό. Αλλά!!... 
Αυτό το ¨αλλά¨ το τόνισε με ιδιαίτερο στόμφο, έκανε και την απαραίτητη παύση για να τραβήξει την προσοχή του Βασίλη.
-Τι συμβαίνει, Νίκο μου, με τρομάζεις. 
-Όχι, δεν είναι για τρόμο. Πρώτα όμως να σου κάνω μια απλή ερώτηση.
-Είμαι όλος αυτιά!
-Θες λεφτά;!!


Και ποιος στραβός δε θέλει το φως του; Ασφαλώς ήθελε λεφτά! Όσα κι αν ήταν, καλοδεχούμενα. Αλλά από ποιον; Απ΄ τον γάιδαρο που στέκονταν μπροστά του; Ασφαλώς όχι! Αυτός, σίγουρα, το μόνο που είχε κατά νου ήταν να του φάει λεφτά. Αλλ’ αυτό έπρεπε να το βγάλει απ’ το νου του. Ό,τι έφαγε, έφαγε.
-Ασφαλώς και θέλω Νίκο μου. Αλλά για να βγάλεις λεφτά πρέπει να ‘χεις και τις ανάλογες επιχειρήσεις! Απ΄ το καφενείο ένα μεροκάματο.. βγαίνει δε βγαίνει.
-Λάθος! Μυαλό χρειάζεσαι! Μυαλό… και όχι πολύ..
-Εεε όχι και να το παινευτώ, αλλά ξέρω και ‘γω το κάτι τις μου. Τόσα χρόνια είμαι στην πιάτσα. Αλλά τι να σου πω; Εγώ αυτό που κατάλαβα είναι πως ο τίμιος άνθρωπος δεν καταφέρνει και πολλά πράματα την σήμερον ημέρα. 
-Και ποιος σου είπε να κάνεις κάτι κακό; Α! όλα κι όλα, κυρ-Βασίλη! Εμένα η θέση μου δεν επιτρέπει την ατιμία. Ούτε και στον χαρακτήρα μου είναι να κάνω τέτοια πράγματα. Βλέπεις έχω και βαρύ όνομα…


-Μα βέβαια. Δεν το λέω για σένα βρε Νικολάκη μου, γενικά μιλάω. Απ΄ την πείρα μου δηλαδή, σαν επαγγελματίας. Που να τα ξέρεις εσύ αυτά;
Έκανε γαργάρα τα περί ονόματος, για να μη δώσει αναφορά τι συνέβη με τον βεληγκέκα και την παρέα του. Όσο για το κήρυγμα περί τιμιότητας… αυτά τ’ άκουγε στον κλείδωνα. Ο κοπρίτης ποτέ δεν γίνεται άνθρωπος και τούτος ‘δω έδειχνε από μακριά κοπρόσκυλο. Το θέμα ήταν αλλού. Δεν καταλάβαινε που το πήγαινε και τον πρόλογο τον τραβούσε σε μάκρος. Αλλά είχε ξεπεράσει τις πρώτες ανησυχίες, γιατί έπαιζε σε γνωστό γήπεδο και μπορούσε να πηγαίνει το παιχνίδι όπως ήθελε αυτός. Έτσι κι αλλιώς το περίμενε! Κάποια στιγμή θα του ΄κανε λόγο για τράκα. Ε! ήταν έτοιμος! Είχε βάλει και το χέρι στην τσέπη της ποδιάς έτοιμος να του μοστράρει τις πενταροδεκάρες. Άντε να του κλαφτεί και λίγο κι από δω παν κι οι άλλοι.
-Αυτό που θέλω να σου προτείνω Βασίλη μου είναι πολύ σοβαρό.
«Να τα και τα¨ Βασίλη μου¨! Σα πολύ κοντά ήρθαμε και θα πιάσουμε ψείρες.»
-Σ’ ακούω Νίκο μου. Είμαι όλος αυτιά! 
-Τι ξέρεις από αγορές και διανομές; 
-Μα ό,τι θα μπορούσε να ξέρει ο κάθε μαγαζάτορας. Ψάχνεις την αγορά, παζαρεύεις και τα λοιπά. Αυτά με τον καιρό τα μαθαίνεις. Μη βλέπεις εγώ έχω ξεκινήσει από μικρός. Ο πατέρας μου με είχε βάλει στον καφενέ από πιτσιρικά κι έμαθα να τα παίζω στα δάχτυλα κάτι τέτοια.. Τώρα για διανομές και τα ρέστα… τι να σου πω; Δεν έχω παίξει σε τέτοιο γήπεδο. Αυτά είναι για μεγαλοεπιχειρηματίες, όχι για ψιλικατζήδες! 


-Αυτό ας’ το για πάρα πέρα. Εμένα μ΄ ενδιαφέρει να ξέρεις την αγορά!
-Ναι.. σύμφωνοι αυτά τα ξέρω, αλλά δεν μπορώ να καταλάβω σε τι εξυπηρετούν όλα τούτα;  >>>>> Συνεχίζεται.........
Εμφάνιση λιγότερων
10

Τρίτη 15 Νοεμβρίου 2016

Ο ΒΑΣΙΛΑΚΗΣ---2ο κεφάλαιο --Η ΑΝΑΚΡΙΣΗ...."...Τα ίδια χάλια. Κοινωνικά φρονήματα, φακέλωμα, κυνηγητά, ξερονήσια, εξορίες, και βρωμόξυλο σε κάθε αστυνομικό τμήμα. Για τους άλλους...τα μιάσματα...τους εθνοπροδότες..."




Γιώργος Χατζηκυπραίος

Κοινόχρηστο δημόσια  -  1:57 μ.μ.

Ο Βασιλάκης
2 ο κεφάλαιο...


2) Τι θες να πεις ρε;



-Μπρος!
Άνοιγμα σιγανό, επιφυλακτικό λες και η πόρτα τον προστάτευε από κάποια επερχόμενη συμφορά και παράτεινε το άνοιγμα.
-Καλησπέρα σας.
-Πέρνα μέσα και κλείσε την πόρτα!
Δωμάτιο γυμνό.
Στη μέση του τοίχου μια μεταλλική ντουλάπα και φάτσα το γραφείο με μια καρέκλα με ψηλή πλάτη. Πιο ψηλά η φωτογραφία του Παπαδόπουλου και δίπλα το ¨πουλί¨, πιο πάνω μια εικόνα που έδειχνε το Χριστό να κοιτάζει αγέρωχος.
Προχώρησε με μικρά βήματα προς το γραφείο
-Μάλιστα κε διοικητά ;
Ο διοικητής βαρύς κι ασήκωτος, ούτε που γύρισε να τον κοιτάξει. Με κατεβασμένο το κεφάλι μελετούσε κάποια χαρτιά σ’ ένα φάκελο που είχε ανοιχτό πάνω στο γραφείο του.
Ο Βασίλης προσπάθησε να δει τι διάολο έγραφαν αυτά τα χαρτιά.
Ο άλλος τον πήρε χαμπάρι και του είπε γρυλλίζοντας:
-Πήγαινε πιο πίσω και περίμενε!!
Ο φουκαράς ο Βασίλης πήδηξε προς τα πίσω τρομαγμένος, σα να του όρμηξε τσοπανόσκυλο.
-Εσείς είπατε να..
-Κουβέντα θα πιάσουμε τώρα; Είπαμε περίμενε!!
Στάθηκε προσοχή σα να τον είχαν σε πρωινή αναφορά τάγματος.
«Γαμώτο πολύ άγριος είναι τούτος. Κακά ξεμπερδέματα θα ‘χουμεεε.»
Καθώς στέκονταν, βάλθηκε να παρατηρεί τον διοικητή.
Γαλονάς, χωρίς αμφιβολία, παρά το κουστούμι που φορούσε.
Φαβορίτα ίσα με τ΄ αυτί. Στην ευθεία της μπορούσες να διακρίνεις την γραμμή από το πηλήκιο να κάνει βόλτα στο μέτωπο, περιβάλλοντας μια γυαλιστερή φαλάκρα.
Κάτω από την γραμμή του καπέλου, δυο μάτια λύκου και μουστάκι τσιγκελωτό. Σκέτος βεληγκέκας!
«Τώρα; Πως τον φέρνουν βόλτα ετούτον; Να παραστήσω τον βλάκα ή να κάνω τον οπαδό του Παπαδόπουλου; Το πράμα θέλει προσοχή, ένα λάθος και μ’ έφαγε το μαύρο σκοτάδι!»
Προσπάθησε μια ακόμη φορά να δει τι διάολο έγραφαν αυτά τα ρημαδόχαρτα, χωρίς να καταφέρει πολλά πράγματα.
Πάντως πρέπει να ήταν επίσημα, γιατί ήταν όλο σφραγίδες και υπογραφές.
Όλο τα ίδια και τα ίδια: Υπογραφές, σφραγίδες και χαρτιά, χαρτιά, χαρτιά.
Ολόκληρες ζωές τυλιγμένες μέσα σε σφραγισμένα χαρτιά.
Σφραγισμένα χαρτιά με σφραγισμένες ζωές.


Και πάντα κάποιος μπάτσος ν’ αποφασίζει αν ¨εμφορεί κοινωνικών φρονημάτων¨. Που πάει να πει: ¨εθνικόφρων¨. Δηλαδή, είσαι με ¨μας¨ όχι με τους άλλους 
τα μιάσματα
 αυτούς που θέλουν να πουλήσουν την πατρίδαν εις τους Βουλγάρους και να φέρουν τον επάρατον κομμουνισμόν. Όπως λέει και ο εθνοσωτήρας μας, της εθνοσωτηρίου εθνικής κυβερνήσεώς μας. Εθνικά σκατά!
Όχι πως ήταν καλύτερα πριν απ΄ την ¨επανάσταση¨.
Τα ίδια χάλια. Κοινωνικά φρονήματα, φακέλωμα, κυνηγητά, ξερονήσια, εξορίες, και βρωμόξυλο σε κάθε αστυνομικό τμήμα.
Για τους άλλους… τα μιάσματα… τους εθνοπροδότες.
Απ’ την άλλη ένα καλοστημένο σύστημα που εξασφαλίζει την βόλεψη ¨εις τα καθ’ ημάς τέκνα της πατρίδος¨.
Να σαν κι αυτό, το τέκνο της πατρίδος που τον έχει στημένο όρθιο, σα μαθητή σε τιμωρία. Ίδιος κι αυτός με τους άλλους που του έκαναν Ε Η Δ στο στρατό. Εθνική και ηθική διαπαιδαγώγηση, τρίχες! Όλο μπαρούφες, για άγιους εθνικόφρονες και τέρατα ¨ εαμοβουλγάρους¨ με τους πρώτους να μας φυλάνε απ΄ τους δεύτερους, που το μόνο τους όνειρο είναι, πως να έρθουν στην Ελλάδα για να μας πηδήξουν τις μάνες και τις αδερφές. Μια λοιπόν και δεν το κατάφεραν μέχρι τώρα, πηδάνε αυτοί εμάς. …Έτσι για να μη μας λείψουν τα πηδήματα.
Ο καραβανάς σήκωσε τα μάτια απ΄ το χαρτομάνι και τον κοίταξε, αυστηρά.
-Γιαα.. να δούμε τι θα γίνει και με σένα..
-Εγώ… τι… κύριε διοικητά; Ιδέα δεν έχω γιατί βρίσκομαι ΄δώ. Να.. στα καλά καθούμενα με βούτηξαν δυο παλικάρια και μ΄ έφεραν εδώ χωρίς να έχω κάνει το πα-ρα-μι-κρό. Εγώ κύριε διοικητά μου δεν έχω τίποτα με κανέναν. Ποτέ δεν έχω πειράξει άνθρωπο. Απ΄ τα δικαστήρια δεν έχω περάσει ούτε απ΄ έξω!
-Για τον στρατό μας, τι πιστεύεις;
-Εγώ κύριε διοικητά;! Εγώ υπηρέτησα στον Έβρο στην Κορνοφωλιά! Δεκαεπτά μήνες με άδεια δέκα μέρες όλη κι όλη. Ήμουν και βαρεοπλίτης, πολυβολητής! Μ΄ ένα σωρό άριστα στο σημάδι! Εγώ υπηρέτησα την πατρίδα στην παραμεθόριο και όχι σε γραφείο!
-Καλά… καλά. Για την εθνικήν μας κυβέρνησην, τι πιστεύεις;
-Κύριε διοικητά μου τι να σας πω! Τα καλύτερα! Αυτοί οι άνθρωποι μας έσωσαν. Δεν ακούσατε τι είπε ο κύριος Πρόεδρος; «Η Ελλάς ευρίσκετο προ ενός αδιεξόδου οδεύουσα προς τον κομμουνιστικόν κρημνόν». Εγώ τι να σας πω κύριε διοικητά μου, στην καρδιά μου τον έχω τον Γιώργο. Αφού στο μαγαζί μου έχω την φωτογραφία του, μαζί με το σύμβολον της επαναστάσεως, να τα βλέπουν όλοι οι πελάτες, που μας έσωσε απ΄ τον κρημνόν και έδιωξε τους αλήτες που μας είχαν φέρει σ΄ αυτό το χάλι και βοήθησε τόσο κόσμο και χάρισε τα χρέη στους αγρότες και ποιος θα ΄κανε τέτοια πράγματα για τον κοσμάκη.
Τα λόγια του βγήκανε νερό σα να τα προβάριζε από ώρες. Τόσο που καμάρωσε τον εαυτό του.
«Μωρέ, ούτε δικηγόρος δε θα τα κατάφερνε τόσο καλά! Σίγουρα τον έφερα τούμπα τον γαλονά. Τώρα, το μόνο που μένει είναι να μου πει: Μας συγχωρείτε για την ενόχληση, να πάτε στο καλό.»
Ο άλλος όμως δεν έδειχνε καμία διάθεση να τελειώνει την κουβέντα.
-Εκεί που ήσουν στημένος με τις ώρες, τι γύρευες;
«Που με είδαν ρε γαμώτο, μήπως με παρακολουθούν και ‘μένα; Αλλά γιατί; Τι έχω κάνει και δεν το ΄χω καταλάβει; Ας του πω καλύτερα για τον μπαταξή μήπως λέγοντας το ‘να, τα’ άλλο μπλέξουν χειρότερα τα πράγματα.»
-Α, τίποτα κύριε διοικητά, ένα χαμένο κορμί ψάχνω που μού ‘φαγε κάποια λεφτά και μου είπαν πως τον είδαν να μπαινοβγαίνει σε μια πολυκατοικία εκεί κοντά. Την έστησα και ‘γω μήπως και τον τρακάρω και πάρω τα λεφτά μου. Καταλαβαίνετε φτωχός άνθρωπος είμαι, δεν μου περισσεύουν!
-Μμμάλιστα... και δε μου λες; Αυτόν που ψάχνεις, πως τον λένε;
-Νίκο Παπαδόπουλο κύριε διοικητά, ένας χαμένος!
Ο διοικητής πετάχτηκε όρθιος σα να είδε φίδι κάτω απ΄ το γραφείο, τα μάτια του άστραψαν γεμάτα οργή κι έβγαλε ένα μουγκρητό, έτοιμος να φάει το μουστάκι του.
-Τι θες να πεις ρε; Ότι ένα ανίψι του σωτήρα μας είναι χαμένος;!!
Αμάν λαχτάρα!


Που να το ΄ξερε αυτός, ο καψερός, ότι το μπατάκι είναι ανιψιός του ¨μεγάλου¨;
Γι’ αυτό τον κουβάλησαν σηκωτό στην ασφάλεια;
Χώρια που ο καραβανάς κάνει σα να του σκότωσαν τη μάνα. Τώρα πως ξεμπλέκουν απ΄ αυτό το δόκανο; Τι διάολο να του πει για να τον ηρεμήσει;
Σίγουρα δεν ήξερε ότι αυτό το γαϊδούρι είναι συγγενής του Παπαδόπουλου! Μπορεί να μην το ήξερε ούτε ο ίδιος ο Παπαδόπουλος! Το κακό είναι πως το ήξερε ο Βεληγκέκας και είχε αναλάβει εργολαβικά την προστασία του.
Αποφάσισε να δείξει ¨πνεύμα συνεργασίας¨.
Στα κομμάτια τα τέσσερα κατοστάρικα. Αυτό που προείχε ήταν να ξεμπλέξει όσο πιο ανώδυνα γίνεται.
«Στους γιατρούς να τα φάει ο κερατάς ! Παν τα λεφτουδάκια μου. Τώρα να δούμε πως θα γίνει να φέρω τούμπα την κατάσταση, μη βρεθώ και σε κάνα ξερονήσι. »
-Μα τι λέτε κύριε διοικητά μου; Που να το ξέρω πως ο κύριος Νικολάκης μας είχε συγγένεια με τον πρόεδρό μας; Ούτε καν που μου το ανέφερε. Τι σεμνό παιδί ! Αν το ήξερα φαντάζεστε ότι θα έφτανα ν΄ ανησυχήσω για το παραμικρό; Φίλοι είμαστε δα. Από χρόνια..
Για μια στιγμή του πέρασε απ΄ το νου να προτείνει στον διοικητή, να πληροφορήσει τον ¨αξιότιμο κύριο Νικολάκη μας¨ ότι του χαρίζει τα τέσσερα κατοστάρικα, αλλά το κατάπιε.
«Θες να το κάνει μόδα και να μου εμφανίζεται κάθε τρεις και λίγο για να ζητάει δανεικά κι αγύριστα;»
Ο γαλονάς τον κοίταξε (ακόμη) συνοφρυωμένος, χωρίς να κάτσει στην καρέκλα του.
-Α! Δηλαδή δεν το ΄ξερες ότι ο κύριος Παπαδόπουλος είναι συγγενής του κυρίου προέδρου;
-Όχι κύριε διοικητά μου! Σας ορκίζομαι, ποτέ δεν μου το ανέφερε! Αν το ήξερα; Θα έβαζα την φωτογραφία του δίπλα στον κύριο πρόεδρο για να ξέρουν όλοι, ποιοι άνθρωποι τιμούν με την παρουσία τους, το μαγαζί μου!
Ο διοικητής έκατσε στην καρέκλα και ξανακοίταξε τα χαρτιά του.
-Λοιπόν.. Βλέπω, είσαι παντρεμένος… δύο παιδιά.. (διάβασμα μουρμουριστό, χωρίς να ξεχωρίζουν λέξεις) ναι… ναι… μμμάλιστα. Στην Κορνοφωλιά είπες υπηρέτησες;
-Μάλιστα κύριε διοικητά, δεκαεπτά μήνες… πολυβολητής!
-Τα ξέρει αυτά ο γιος σου, του τα λες καμιά φορά;
-Βεβαίως! Το παιδί μαθαίνει απ΄ τους γονείς! Μόνο έτσι θα γίνει σωστός άνθρωπος για την κοινωνία και το έθνος. Είναι και αθλητής, παίζει μπάλα στην ¨Θύελλα Νικαίας¨.
-Καλά.. καλά. Πέρνα απ΄ το διπλανό γραφείο να σου κρατήσουν κάποια στοιχεία και να πας στο σπίτι σου. (και αυστηρά) Άλλη φορά να μη κάνεις του κεφαλιού σου. Άμα θες κάτι, θα το λες σε ‘μας.
-Βεβαίως κύριε διοικητά μου! Τώρα που έμαθα…
Αν έμαθε λέει;! Σα την αρκούδα στο ποδήλατο… χωρίς το ξύλο. Πριν έρθει κι αυτό, θα φρόντιζε να μη ξαναμπλέξει με το σόι του ¨μεγάλου¨.


«Στο διάολο τα λεφτά! Κεριά και λιβάνια να τα φάει το καθίκι.»
Το πολύ-πολύ δεν θ΄ αγόραζε τώρα την τοστιέρα, για το μαγαζί.
Αλλά δε βαριέσαι, τα λεφτά ξαναβγαίνουν ο ίδιος δεν ξαναγίνεται.
«Ας την κοπανήσουμε τώρα από δω κι όλα τ΄ άλλα γίνονται»
Δυο διστακτικά βήματα. Άνοιξε την πόρτα και βγήκε, κλείνοντάς την αθόρυβα. Μ΄ ένα γρήγορο βήμα μπήκε στο διπλανό γραφείο. Του κράτησαν τα στοιχεία ταυτότητας και τον ξαπέστειλαν.
Βγαίνοντας είδε τον νεαρό να κάθεται στο παγκάκι, στη γνωστή του στάση.
Γρήγορη ματιά δεξιά – αριστερά. Ερημιά στο διάδρομο.
Στράφηκε στο νεαρό, ψιθυριστά:
-Αγάντα.
-Στο καλό.......>>>>>>>>>>>ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Τέλεια η Αθήνα χωρίς τους Αθηναίους, σύμφωνα με έρευνα5

  Τέλεια η Αθήνα χωρίς τους Αθηναίους, σύμφωνα με έρευνα Φανταστική είναι η Αθήνα αρκεί να μην έχει Αθηναίους, όπως προκύπτει από έρευνα που...