Την Τρίτη στο σούπερ-μάρκετ του Εμμανουέλ Νταρλέ –
άποψη ήτοι ιχνηλάτηση αισθήσεων μετά την παράσταση.
Μια τρανς εξομολογείται
Σκηνοθετική Επιμέλεια-Ερμηνεία: Φαίδων Καστρής
Για την παράσταση, γράφει ο Δημήτρης Σούκουλης.

Τώρα πια γνωρίζω πως πρέπει να κολλήσεις το πρόσωπο στο τζάμι για να αναγνωρίσεις τα αποτυπώματα των δαχτύλων σου. Ξέρεις πως οι ρόζοι της σάρκας παραμένουν ιδιαίτερα λιπαροί, όταν δεν έχουν αγγίξει τα κορμιά που ποθούσαν, πατέρα. Αυτή είναι μια λίγδα που συσσωρεύεται και δεν βγαίνει με νερό και σαπούνι, όσο και να την τρίβεις με επιμονή. Είναι μια λίγδα, σαν κηλίδα πετρελαίου, σαν λάδι ταγγισμένο και δεν καθαρίζει παρεκτός με την αφή, το απαλό άγγιγμα, το χάδι, πατέρα. Είναι περιέργως μια ζεστή βραδιά απόψε στο Show What? στην Αθήνα και η τζαμαρία της βιτρίνας είναι γεμάτη από τα αποτυπώματά μου. Τα βλέπω διάσπαρτα πάνω στη διαφάνεια του γυαλιού και αν είχα το χρόνο, πατέρα, θα μπορούσα να τα μετρούσα, να στα έδειχνα ένα ένα όπως τους αστερισμούς σε μία οποιαδήποτε καλοκαιρινή ξάστερη νύχτα. Εγώ θα είχα την υπομονή, εσύ μια φανερή αδιαφορία.

Μα θα το έκανα, αν είχα τον χρόνο. Και δεν είναι γιατί δεν πρόλαβα ακόμα να απλώσω τα ρούχα πάνω από την μπανιέρα ή δεν έκαψε ακόμα το σίδερο για να πατήσω τα σώβρακά σου και βιάζομαι γιατί πλησιάζει το σούρουπο. Είναι που με καλεί η Έξοδος, πατέρα. Μαζεύονται οι γραμμένες λέξεις σαν μεζούρα μοδίστρας που τυλίγονται πάνω της τα εκατοστά κι ο χρόνος. Με καλεί η νύχτα. Με καλεί το έρεβος. Κι όλο πλησιάζει πιο κοντά καθώς απαγγέλλω λέξη τη λέξη. Στην τελευταία γραμμή, γνωρίζω πως θα με βρει η τελεία της κι αυτή, ξέρεις, κόβει σαν ξυράφι, με σταματά, κάθε φορά, σαν πέτρα που πάνω της σκοντάφτεις, σαν ανάσα που κουράστηκε, σαν λυγμός που από την επανάληψη των οιμωγών μοιάζει ανούσιος σε αυτόν που τον επικαλείται.

Θα το βρεις περίεργο, πατέρα, κι ίσως όπως συνήθιζες με αποπάρεις κιόλας, αλλά τώρα που σαν πεταλούδα σκαρφαλώνω στη λεία επιφάνεια της τζαμαρίας νιώθω το πρόσωπό σου να πολλαπλασιάζεται πάνω σε αυτόν τον καθρέφτη. Ω, πατέρα, να ‘ξερες, πόσα άγνωστα πρόσωπα τριγύρω! Και πόσο, όμως, αυτά σου μοιάζουν! Σαν να ‘χετε τα ίδια φρύδια, τα ίδια σφιχτά χείλη! Αν τους απευθυνόμουν, θα μιλούσαν με τα λόγια σου. Σαν να ξέρουν τις ατάκες σου. Σαν να σου μιμούνται την χροιά. Τότε, θα ήξερα πως να τους απαντήσω, θα λύγιζα, κατά κάποιο τρόπο, την κατηγόρια τους, τον εμπαιγμό τους. Πονάει πιο πολύ, όμως να ξέρεις, η σιωπή των βλεμμάτων και είναι σκέτο ατσάλι. Εγκλωβίζει και δεν αφήνει διαφυγή ή δικαιολογία.

Εγώ βλέπω μόνο τα βουβά πρόσωπα. Τα πρόσωπα και τα δάχτυλά μου. Φρατ, φρατ, φρατ, σαν τη πεταλούδα σκαρφαλώνω. Πέφτω κι έπειτα σκαρφαλώνω πάλι. Πιο ψηλά. Σαν να καίνε τα φτερά μου τα led λαμπιόνια. Περίεργο δεν είναι; Φρατ, φρατ, φρατ ανάμεσα στα αμίλητα πρόσωπα. Φρατ, φρατ, ανάμεσα στα παγωμένα βλέμματά τους. Πλησιάζω την πόρτα, ανοίγω το πόμολο. Με καλεί το φως των δρόμων. Δεν χωρά από την χαραμάδα το καροτσάκι με το σκοτσέζικο ύφασμα και την επόμενη Τρίτη – να ‘ξερες πώς με λυπεί- δεν θα μπορέσω να πάμε στο σούπερ-μάρκετ.
Κοίτα, πόσο αναπαυτικό μοιάζει το ξερό χορτάρι στις νησίδες!
«Δεν είμαι κριτικός. Δεν είμαι καν αρθρογράφος. Είμαι, εντούτοις, ιχνηλάτης αισθήσεων, συλλέκτης δυνατών συγκινήσεων, δορυφόρος βαρύκεντρων ερεθισμάτων. Γράφω για τούτη την παράσταση που για πρώτη φορά, χάριν της εξαίσιας ερμηνείας του Φαίδωνα Καστρή, ένιωσα όχι θεατής αλλά συμμέτοχος θιασώτης μιας μεταμόρφωσης.»
Δημήτρης Σούκουλης
https://nosensewords.wordpress.com/

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου