ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ 1945 (ΤΟΥ EDMUND WILSON, ΣΕ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ DION KIHOTE)
Από το ιστολόγιο του Ν. Σαραντάκου " Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία "
Πάντοτε έχει ενδιαφέρον το πώς βλέπουν την Ελλάδα οι ξένοι -με μια ματιά μη εξοικειωμένη, που μπορεί να δει πράγματα που εμείς δεν τα βλέπουμε. Ο φίλος μας ο Dion Kihote, που σχολιάζει σποραδικά στο ιστολόγιο, μου έστειλε τη μετάφραση ενός κεφαλαίου από το «ταξιδιωτικό ημερολόγιο» του Έντμουντ Γουίλσον. Ο Γουίλσον (1895-1972) ήταν συγγραφέας, δημοσιογράφος και κριτικός της λογοτεχνίας -από πολλούς θεωρείται ο σημαντικότερος του 20ού αιώνα.
Στο βιβλίο του Europe without Baedeker : Sketches Among the Ruins of Italy, Greece & England, που πρωτοεκδόθηκε το 1947 (και ξανακυκλοφόρησε συμπληρωμένο στη δεκαετία του 1960), ο Γουίλσον περιγράφει όσα είδε σε τρεις χώρες της ερειπωμένης από τον πόλεμο Ευρώπης. Στην Ελλάδα αφιερώνει 4 κεφάλαια, από τα οποία ο φίλος μας ο Dion Kihote μετέφρασε το τρίτο. Να σημειωθεί ότι ο Γουίλσον ήταν πολιτικά ενεργός, συνοδοιπόρος του ΚΚ ΗΠΑ στη δεκαετία του 1930, ενώ από το 1946 έως το 1955 αρνιόταν να πληρώσει φόρο εισοδήματος ως διαμαρτυρία για την πολιτική των ΗΠΑ στον ψυχρό πόλεμο.
Ελληνικό ημερολόγιο: Κομμουνιστές, σοσιαλιστές και βασιλόφρονες
Εντμουντ Γουίλσον
20 Οκτώβρη, 1945
Όσο βρισκόμουνα στην Αθήνα πήρα συνεντεύξεις από δύο πολύ αξιόλογους καθηγητές πανεπιστημίου οι οποίοι έχουν εξελιχθεί σε πολιτικά πρόσωπα : τον Γιώργο Γεωργαλά και τον Αλέξανδρο Σβώλο.
Είναι και οι δύο μέσης ήλικίας, κορυφαίοι στον τομέα τους και αποτελούν τυπικό παράδειγμα του Έλληνα διανοούμενου ο οποίος έχει οδηγηθεί, λόγω της κατάστασης στην οποία βρέθηκε η χώρα, να ενταχθεί στο ΕΑΜ, το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο, το οποίο οργάνωσε την αντίσταση κατά των Γερμανών και το οποίο είχε υπό τον έλεγχό του το μεγαλύτερο κομμάτι της ελληνικής επαρχίας προτού η κυβέρνηση Παπανδρέου, δημιούργημα των Εγγλέζων, αναλάβει την εξουσία. Οι δύο αυτοί άνθρωποι αποτελούν την καλύτερη απόδειξη ότι το ΕΑΜ ως κίνημα δεν ήταν δημιούργημα επαγγελματιών επαναστατών ή αδίστακτων ανταρτών. Ο Σβώλος, αυθεντία στο συνταγματικό δίκαιο, ήταν πρόεδρος και εκπρόσωπος του ΕΑΜ καθ’ όλη την δραματική περίοδο του περασμένου χειμώνα· ο Γεωργαλάς, πρώην επικεφαλής της Γεωλογικής Υπηρεσίας, είναι τώρα ο επικεφαλής της ΕΠΟΝ η οποία αποτελεί το νεανικό τμήμα του ΕΑΜ. [Για τον καθηγητή Γεώργιο Γεωργαλά, διαβάζετε εδώ]
Τον Γεωργαλά τον συνάντησα στο γραφείο του, δίπλα από την τάξη στην οποία δίδασκε γεωλογία, στο Πολυτεχνείο. Μου έδειξε τα στατιστικά στοιχεία για την εκπαίδευση στην Ελλάδα με τον ενθουσιασμό και την ενέργεια ενός ανθρώπου που πάλευε για μεταρρυθμίσεις οι οποίες προφανώς χρειαζόντουσαν και αναπόφευκτα θα γινόντουσαν : τα στοιχειώδη για μια δημοκρατική κατάρτιση. Η κατάσταση της ελληνικής εκπαίδευσης φαίνεται αδιανόητη σε έναν Αμερικάνο. Τα νούμερα για το ακαδημαϊκό έτος 1937-38 δείχνουν πόσο άσχημα ήταν τα πράγματα πριν από τον πόλεμο. Στην αρχή αυτού του έτους, από έναν πληθυσμό 7.5 εκατομμυρίων, 987.000 παιδιά πήγαιναν στο δημοτικό και πριν ολοκληρωθεί το έτος τα 80.000 είχαν εγκαταλείψει. Από τα 231.000 παιδιά που ξεκίνησαν την πρώτη τάξη σε αυτά τα σχολεία μόλις 82.000 έφταναν μέχρι την έκτη, πράγμα που σημαίνει πως μόνο το ένα τρίτο του μέσου Ελληνα (που δεν έστελνε τα παιδιά του σε ιδιωτικό σχολείο) ολοκλήρωνε την πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Αλλά και η διδασκαλία ήταν ανεπαρκής : ένας δάσκαλος μπορεί να είχε ακόμα και 100 μαθητές. Το 1937, 3.700 χωριά δεν είχαν κανενός είδους σχολείο. Το ίδιο αυτό έτος, αποφοίτησαν από το γυμνάσιο μόλις 94.920 μαθητές. Από αυτά τα γυμνάσια, υπήρχαν 500 για να μορφώσουν κάτω από το 9 τοις εκατό του πληθυσμού που πήγαινε προς τη θεωρητική κατεύθυνση και μόνο δύο που να προσφέρουν αγροτική εκπαίδευση για το 58 τοις εκατό που ασχολιόταν με την αγροτική καλλιέργεια. Η εκπαίδευση στο γυμνάσιο βασιζόταν κυρίως στην ανάγνωση των αρχαίων συγγραφέων, υπό ένα αυστηρά φιλολογικό πρίσμα και την μελέτη των φυσικών επιστημών σε καθαρά θεωρητικό επίπεδο, δίχως καμία επαφή με τη φύση. “Ενώ εσείς οι Αμερικάνοι”, είπε ο Γεωργαλάς, “αναπτύσσετε την ατομική βόμβα, οι δικοί μας φυσικοί στην Ελλάδα πασχίζουν να λύσουν βασικά πρακτικά προβλήματα!”. Μεταξύ των αποφοίτων των δύο πανεπιστημίων, της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης, κατά το έτος 1937-38, 45 τοις εκατό έγιναν δικηγόροι, 33 τοις εκατό γιατροί, 7 τοις εκατό φιλόλογοι, 5 τοις εκατό χημικοί, και από το υπόλοιπο 10 τοις εκατό το 8 είχε πάρει κατεύθυνση προς τις φυσικές επιστήμες. Όσοι άνθρωποι πήραν κλασική παιδεία από αυτά τα σχολεία και τις σχολές δεν ήθελαν να επιστρέψουν στις πόλεις και τα χωριά τους και σχεδόν όλοι παρέμειναν στην Αθήνα προκειμένου να ψάξουν ή να βρουν δουλειές στο δημόσιο και να ζουν “παρασιτικά από την αστική τάξη.” Υπήρχαν, το 1937-38, 11.140 απόφοιτοι των κανονικών πανεπιστημίων, ενώ από τις δύο μικρές γεωργικές σχολές αποφοίτησαν 19 άτομα εκ των οποίων μόνο τα δύο προερχόντουσαν από την εργατική τάξη. Η Ανωτέρα Γεωπονική Σχολή, η οποία δημιουργήθηκε το 1920 και η οποία το 1939 είχε κλείσει από τον Μεταξά[1] και αναγκάστηκε να μεταφερθεί στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης, όπου φοιτητές και καθηγητές δούλευαν χωρίς καθόλου εργαστήρια.
Στόχος του Ε.Α.Μ. ήταν να προσφέρει εκπαίδευση για “αγροτική χημεία” και άλλα τεχνικά θέματα, κάτι που θα βοηθούσε τους αγρότες να βελτιώσουν την άγονη γη τους και να βελτιώσουν το πολύ χαμηλό βιωτικό τους επίπεδο. Οι αντιδραστικοί ποτέ δεν το θέλησαν αυτό, επειδή δεν ήθελαν να γίνουν καλύτερες οι συνθήκες για τον απλό λαό. Δεν μπορούσε να υπάρξει ουσιαστική παιδεία στην Ελλάδα, μέχρι να φύγουν οι βασιλόφρονες από την εξουσία.
Η ίδια η Ε.Π.Ο.Ν., μου είπε, είχε ως μέλη της παιδιά κάτω των 14 χρόνων από οικογένειες με διαφορετικές πολιτικές πεποιθήσεις και είχε φτάσει να έχει μέχρι και 500.000 μέλη. Είχε οργανώσει 200 “σταθμούς” όπου τα παιδιά έτρωγαν και έπαιζαν· όμως όλη αυτή η δουλειά “ακυρώθηκε” όταν οι δημόσιες δράσεις του Ε.Α.Μ. σταμάτησαν.
Με τον Σβώλο μίλησα κυρίως για πολιτική, και του έθεσα κάποια ερωτήματα για τα οποία πίστευα πως βρισκόταν σε θέση να γνωρίζει τις απαντήσεις. Είχα στο μυαλό μου μια σχετικά ξεκάθαρη εικόνα των γεγονότων που οδήγησαν στον Εμφύλιο. Οι Άγγλοι, πάνω στην αγωνία τους να φέρουν πίσω τον Βασιλιά και να καταστείλουν τη δράση των κομμουνιστών, είχαν τρομάξει από τις αριστερές τάσεις του Ε.Α.Μ., από τις εντυπωσιακές διαστάσεις που είχε πάρει, και προσπάθησαν να αφοπλίσουν τον στρατό του, τον Ε.Λ.Α.Σ.. Είχαν ανακοινώσει πως θα αφόπλιζαν τους πάντες, τόσο τις αριστερές ομάδες όσο και τις δεξιές προκειμένου να δημιουργήσουν έναν πραγματικά εθνικό στρατό· όταν όμως ο Ε.Λ.Α.Σ. σε ένδειξη καλής πίστης κατέθεσε τα όπλα, τα φιλοβασιλικά τμήματα, ο Ιερός Λόχος και η Ορεινή Ταξιαρχία κατάφεραν να κρατήσουν τα δικά τους. Στις 3 Δεκέμβρη του περασμένου έτους, το Ε.Α.Μ. κάλεσε σε συγκέντρωση στην Πλατεία Συντάγματος, στην Αθήνα, προκειμένου να διαμαρτυρηθεί ενάντια στην αγγλική πολιτική. Ο κόσμος που συμμετείχε ήταν άοπλος, ενώ πολλές γυναίκες είχαν φέρει και τα παιδιά τους μαζί. Οι Άγγλοι είχαν δώσει άδεια για τη συγκεκριμένη συγκέντρωση αλλά την ανακάλεσαν στις 3 τα ξημερώματα της ίδιας ημέρας έτσι ώστε να είναι αδύνατο να ακυρωθεί η συγκέντρωση. Είχα ακούσει τις πιο αντιφατικές ιστορίες για το πως ακριβώς ξεκίνησαν οι φασαρίες. Το να μπαίνουν οι γυναίκες και τα παιδιά μπροστά στις πορείες, όπως συνέβη σε αυτή την περίπτωση, είναι γνωστό κομουνιστικό κόλπο το οποίο καθιστά δυσκολότερη τη χρήση βίας κατά την προσπάθεια καταστολής ενώ έχει και πολύ χειρότερες συνέπειες όταν αυτό συμβαίνει. Σε κάθε περίπτωση οι Βασιλικοί ισχυρίστηκαν πως το πλήθος προσπαθούσε να επιτεθεί στη φρουρά που φύλαγε το αρχηγείο της κυβέρνησης στο ξενοδοχείο Μεγάλη Βρεταννία· δεν υπάρχει όμως αμφιβολία πως η μεγάλη πλειοψηφία του πλήθους συνέχισε να πορεύεται ειρηνικά όταν η βασιλική χωροφυλακή άρχισε να πυροβολεί εναντίον τους σκοτώνοντας και τραυματίζοντας περίπου 100 ανθρώπους. Οι κηδείες έγιναν την επομένη, και η πομπή διέσχισε τους δρόμους. Σε αυτή την πομπή επιτέθηκαν οι βασιλόφρονες, πυροβολώντας από τα παράθυρα ξενοδοχείων και σκότωσαν ή τραυμάτισαν μεταξύ 150 και 200 ανθρώπους.
Ρώτησα τον Σβώλο αν αληθεύει, όπως είχε ειπωθεί και όπως φαίνεται να υποδεικνύει η περίεργη ώρα ανάκλησης της άδειας για την συγκέντρωση από τους Άγγλους, ότι το όλο περιστατικό ήταν μια αγγλική προβοκάτσια που σκοπό είχε να τους δώσει την αφορμή να διαλύσουν το Ε.Α.Μ. πριν αυτό δυναμώσει ακόμα περισσότερο. Απάντησε πως δεν πιστεύει ότι ο ρόλος των Άγγλων ήταν τόσο απλός ή τόσο συνειδητός όσο υπονοεί αυτή η εξήγηση. Ίσως να μην είχαν προκαλέσει την εξέγερση που ακολούθησε την επίθεση των Βασιλικών, αλλά “δεν είχαν στεναχωρηθεί” κιόλας που συνέβη. Ήταν ένα τυπικό παράδειγμα της γνωστής αγγλικής πρακτικής του να μισό επιτρέπουν, να μισό ενθαρρύνουν καταστάσεις, οι οποίες αν και γινόντουσαν από άλλους, εξυπηρετούσαν τα βρετανικά συμφέροντα. Είπε πως ευθύνη είχαν, σε διαφορετικό βαθμό ο καθένας, και οι βασιλόφρονες, και οι Άγγλοι και οι κομμουνιστές. Ήταν αλήθεια, όπως μου είχε πει ένας Αμερικάνος ο οποίος ισχυριζόταν πως ήταν σε θέση να γνωρίζει πράγματα και καταστάσεις, ότι κατά την διάρκεια του Συνεδρίου του Λιβάνου, τον Μάιο του ’44, οργανωμένο από τους Άγγλους, όταν ο Σβώλος έστειλε τηλεγράφημα στο Ε.Α.Μ. για συμβουλή σχετικά με την στάση που έπρεπε να τηρήσει απέναντι στο προτεινόμενο πρόγραμμα για “Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας” και το Ε.Α.Μ. τον είχε κατευθύνει να κρατήσει κάποιες επιφυλάξεις, το τηλεγράφημα με την απάντηση του Ε.Α.Μ. το είχε αποκρύψει ο Άγγλος πρέσβης Leeper; Απάντησε πως ήταν αδύνατο να γνωρίζει αν όντως το έκρυψαν οι Άγγλοι, αλλά αυτό που ήταν βέβαιο ήταν πως το τηλεγράφημα είχε σταλεί αλλά δεν είχε φτάσει ποτέ στον προορισμό του. Ήταν σωστή η εντύπωση που είχα αποκτήσει ότι κατά τη διάρκεια της κρίσης τον περασμένο χειμώνα, οι Έλληνες κομμουνιστές του Ε.Α.Μ. δρούσαν δίχως την έγκριση και την γνώση της Μόσχας –ίσως ο Στάλιν, να είχε συμφωνήσει στη Γιάλτα, με αντάλλαγμα την ελευθερία κινήσεων κάπου αλλού να μην ανακατευτεί με την αγγλική πολιτική στη Μεσόγειο· Ο Σβώλος είπε πως πίστευε ότι κάτι τέτοιο είχε συμβεί – οι Έλληνες κομμουνιστές έστειλαν μια αντιπροσωπεία στη Ρωσία αλλά η Μόσχα είχε αρνηθεί να τους συναντήσει και τους έστειλε πίσω στην Αθήνα, και πως, καθ όλη αυτή την περίοδο το ραδιόφωνο της Μόσχας δεν είχε κάνει την παραμικρή αναφορά στα γεγονότα στην Ελλάδα. Τον ρώτησα επίσης για τις φήμες που κυκλοφορούσαν, για θηριωδίες από την πλευρά του Ε.Α.Μ. – μαζικές εκτελέσεις αμάχων με μαχαίρια και τσεκούρια, άνδρες και γυναίκες όμηροι που βρέθηκαν να κάνουν ξυπόλητοι πεζοπορίες στο χιόνι για μέρες, ώσπου κάποιοι πέθαναν από εξάντληση – γεγονότα που ανέφερε εκτενώς ο Πρέσβης Leeper στις αναφορές του προς τον Αντονι Ήντεν. Ο Σβώλος δεν αρνήθηκε πως τέτοια περιστατικά συνέβησαν, αλλά ισχυρίστηκε πως δεν ήταν όπως παρουσιαζόντουσαν, ξαφνικές βιαιοπραγίες από άξεστους βουνίσιους, αλλά κομμάτι μια μακράς και πικρής ιστορίας προσωπικών αντιδικιών και πολιτικών αντιποίνων που ξεκινάνε από την περίοδο της δικτατορίας του Μεταξά και συνεχίζονται κατά την γερμανική Κατοχή, και μάλιστα κατά την διάρκεια και των δύο περιόδων τις περισσότερες φρικαλεότητες είχαν διαπράξει οι Έλληνες φασίστες. Μετά την απελευθέρωση, οι Βρετανοί, που είχαν υπό τον έλεγχο τους τις πληροφορίες που έβγαιναν από την Ελλάδα, είχαν καταφέρει να αποσιωπήσουν όλες τις αναφορές σχετικά με τα εγκλήματα των αντιδραστικών κατά των αριστερών. Όπως γνώριζαν οι πάντες, αυτή τη στιγμή οι φυλακές ήταν γεμάτες με πολιτικούς κρατούμενους και καθημερινά πράκτορες της κυβέρνησης συνέχιζαν να συλλαμβάνουν όλο και περισσότερους, δίχως εντάλματα, να πυροβολούν και να χτυπούν ανθρώπους στο δρόμο αλλά και να τους βασανίζουν προκειμένου να τους αποσπάσουν πληροφορίες. Φαινόταν να τον είχε ανησυχήσει η ομιλία του Bevin[2] σχετικά με την αγγλική πολιτική, ομιλία που είχε δώσει την προηγούμενη μέρα. Διατηρούσαν μια ελπίδα για γενική αμνηστία, αλλά τώρα ο Bevin, όπως φαίνεται, είχε ανακοινώσει πως κάτι τέτοιο θα ήταν δύσκολο αφού “βίαοι εγκληματίες” είχαν ανακατευτεί με τους πολιτικούς κρατούμενους και η διαλογή θα ήταν ιδιαίτερα δύσκολη.
Ρώτησα τον Σβώλο ποια πίστευε πως θα ήταν τα ποσοστά του Ε.Α.Μ. αν τους επέτρεπαν να λειτουργήσουν ελεύθερα σαν πολιτικό κόμμα. Φαίνεται να είναι κοινώς αποδεκτό πως κατά την διάρκεια του εμφυλίου το στήριζε κοντά το 80 τοις εκατό των Ελλήνων. Απάντησε πως οι Σοσιαλιστές είχαν πλέον αποχωρήσει από το Ε.Α.Μ., αλλά παρόλα αυτά, πίστευε πως Σοσιαλιστές και Κομμουνιστές μαζί θα μπορούσαν να φτάσουν κοντά στο 75 τοις εκατό. Μου επισήμανε πως όταν κάποιοι αριστεροί ζήτησαν από τους Άγγλους να επιτρέψουν στους Έλληνες να σχηματίσουν κάτι που χαρακτηριζόταν ως “μία αντιπροσωπευτική κυβέρνηση”, εκείνοι είχαν προτείνει έναν συνδυασμό ο οποίος σε καμία περίπτωση δεν αντανακλούσε αυτά τα ποσοστά αλλά αντιθέτως έδινε αδικαιολόγητη δύναμη στη Δεξιά – η φόρμουλα ήταν ένα τρίτο Βασιλικοί, ένα τρίτο δημοκρατικοί και κεντρώοι και μόλις ένα τρίτο Σοσιαλιστές και Κομμουνιστές.
Τον ρώτησα γιατί τα “έσπασε” με τους Κομμουνιστές. Επειδή βρίσκω τις μεθόδους τους ανήθικες, μου απάντησε. Κανείς δεν μπορεί να συνεργάζεται με ανθρώπους που έχουν πάγια τακτική τα πισώπλατα μαχαιρώματα, αλλά ούτε και να πετύχουν τους σκοπούς τους δεν μπορούν με αυτόν τον τρόπο. Εκείνος ήταν πάντα Σοσιαλιστής – είχε εκδιωχθεί από την πανεπιστημιακή του έδρα από τον Μεταξά. Και τώρα, παίρνοντας αποστάσεις από το Ε.Α.Μ., είχε οργανώσει τον περασμένο Απρίλιο ένα νέο Σοσιαλιστικό Κόμμα με την συγχώνευση τριών μικρότερων. Ο Γεωργαλάς, μου είπε, ανήκε σε μία μικρή σοσιαλιστική ομάδα η οποία είχε παραμείνει στο Ε.Α.Μ. και η οποία πίστευε πως το αποτελούσαν “συγκαλυμμένοι κομμουνιστές”. Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης μου με τον Γεωργαλά, είχα μια πολύ έντονη αίσθηση πως μιλούσα με έναν “συνοδοιπόρο” και με ενδιέφερε η γνώμη του Σβώλου επ’ αυτού. Αργότερα προσπάθησα να εντοπίσω τους λόγους για τους οποίους είχα αυτή την αίσθηση. Μου φαινόταν πως μπορούσα να τους εντοπίσω σε έναν άκρατο ενθουσιασμό και μια σιγουριά με την οποία μίλαγε για τα πάντα. Ο μεσοαστός μέλος ή συνοδοιπόρος του Κ.Κ. μεταφέρεται σε ένα είδος υποστρώματος όπου, όπως ο πιλότος που πετάει υπερβολικά ψηλά, πέφτει ο ίδιος θύμα μιας δόλιας ευφορίας. Δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία ότι έχει ήδη επιλέξει τους νικητές και είναι έτοιμος να εξαργυρώσει αυτό το “στοίχημα” και δεν υπάρχει καμία ανάγκη να επιχειρηματολογήσει παραπάνω από έναν Ροδόσταυρο που πρέπει να υπερασπιστεί το απόκρυφο δόγμα του. Ο Γεωργαλάς, δίχως αμφιβολία ένας από ιδιοσυγκρασία αισιόδοξος και γεμάτος αυτοπεποίθηση άνθρωπος, είχε υποκύψει εν μέρει , ένιωθα, σε αυτή την τάση “κομμουνιστικής ευδαιμονίας”, πράγμα διόλου καθησυχαστικό. Μου είχε μιλήσει για ώρες και με πάθος για τον σχολαστικό τρόπο με τον οποίο διδάσκονταν οι αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς και ο οποίος σου κατέστρεφε την ψυχή: “Το γιατί αγαπάμε τον Όμηρο και τον Σοφοκλή”, είπε, “δεν θα το μάθουν ποτέ από τους δασκάλους τους! Μια ανηψούλα μου ήταν πάρα πολύ περήφανη επειδή γνώριζε έναν τύπο ρήματος ο οποίος απαντάται μόνο μία φορά σε ολόκληρη την αρχαιοελληνική γραμματεία και τον οποίο, όπως της είπα, αγνοούσα παντελώς παρόλο που δίδασκα ελληνικά για πολλά χρόνια. Αλλά αυτός ήταν ο στόχος του εκπαιδευτικού μας συστήματος.” Αντέτεινα πως αυτό ίσως να μην είναι αποκλειστικά ευθύνη των αντιδραστικών δυνάμεων που επέβλεπαν την εκπαίδευση στην Ελλάδα. Πως ακόμα και στην δημοκρατική Αμερική, ο Σαίξπηρ συχνά διδάσκονταν ακριβώς έτσι – αυτή ήταν η τάση του ακαδημαϊκού επαγγέλματος παντού και πάντα. Χαμογέλασε κουνώντας το κεφάλι του, αγνόησε την παρέμβασή μου και συνέχισε. Εμένα μου φάνηκε πως μέσα στην μαρξιστική του αισιοδοξία, ήταν βέβαιος πως όλες αυτές οι παραφωνίες θα εξαφανιστούν με το που έρθουν οι κομμουνιστές στην εξουσία.
Με τον Σβώλο ήταν πολύ διαφορετικά. Μπορούσες να του μιλήσεις όπως θα μιλούσες σε οποιονδήποτε άλλο. Ήταν πολύ πιο κοντά στη δική μου οπτική. “Ζούσε” σε έναν κόσμο στον οποίο υπήρχαν δυσκολίες, αμφιβολίες, συγκεχυμένα ζητήματα, εσωτερικές διαμάχες μεταξύ σκοπιμότητας και ιδανικών. Μου θύμισε λίγο τον Σιλόνε, στη Ρώμη, ο οποίος είχε αφοσιωθεί σε ένα παρόμοιο έργο : την προσπάθεια να οικοδομηθεί, πατώντας πάνω στη σοσιαλιστική παράδοση και τους επιζώντες παλιών σοσιαλιστικών ομάδων, ένα κίνημα που να είναι αρκετά δυνατό ώστε να αντισταθεί στη Σοβιετική επιρροή και να αποφύγει το είδος της δικτατορίας που κάνει τα πάντα να παραλύουν και η οποία εμφανιζόταν όπου πήγαινε ο ρωσικός κομμουνισμός. Αυτού του είδους οι άνθρωποι είναι ανήσυχοι και προσηλωμένοι· δεν είναι ποτέ αφύσικα ευδιάθετοι. Τον Ιούλιο, λίγο πριν φύγω από τη Ρώμη και ενώ το Σοσιαλιστικό Συνέδριο βρισκόταν σε εξέλιξη, συνάντησα τυχαία στο δρόμο τον Σιλόνε, ο οποίος μου είπε, ενθουσιώδης και ακτινοβολώντας, πως ήταν βέβαιο ότι οι φιλοσταλινικοί Σοσιαλιστές θα καταψηφίζονταν στο θέμα της συγχώνευσης με τους Κομμουνιστές. Αλλά αυτή ήταν η μόνη φορά που είδα τον Σιλόνε να φαίνεται χαρούμενος. (Από την στιγμή που έγραψα το συγκεκριμένο άρθρο, έχω δεχθεί κριτικές ότι αποδέχτηκα με μεγάλη ευκολία τις δηλώσεις μελών και οπαδών του Ε.Α.Μ. Δεν αμφισβητώ ότι διεπράχθησαν αποκρουστικές βαρβαρότητες από τη μεριά του Ε.Α.Μ. ή ότι οι σταλινικοί σε κάθε ευκαιρία συνέχιζαν την γνωστή πρακτική τους να δολοφονούν και να φυλακίζουν αριστερούς που διαφωνούσαν μαζί τους σε θέματα πολιτικής. Αλλά δεν ήταν, στο βαθμό που μπορούσα να γνωρίζω, εκείνη την εποχή ζήτημα μεταξύ Σοβιετικής ή Αγγλικής κυριαρχίας. Το κίνημα του Ε.Α.Μ. θα μπορούσε, πιστεύω, να είχε αποδεσμευτεί από την κομμουνιστική επιρροή – από τη στιγμή που οι κομμουνιστές, αν και φυσικά πολύ δραστήριοι, δεν ήταν από την πλευρά των αριθμών αρκετά σημαντικοί – αν οι Αγγλοι είχαν επιλέξει να το στηρίξουν αντί να το καταστείλουν. Οι Έλληνες, σε αντίθεση με τους Ρώσους, είναι εκ φύσεως ανεξάρτητοι και είχαν μόλις περάσει, με τον Μεταξά και τους Ναζί, μια γερή δόση δικτατορίας. Οι ριζοσπάστες ηγέτες στην Ελλάδα ήταν ως επί το πλείστον πιστεύω ειλικρινείς σοσιαλιστές, γεμάτοι θέρμη για ένα εθνικό New Deal. Ακόμα και οι κομμουνιστές, όπως και στη Βόρεια Ιταλία, έμοιαζαν ιδεαλιστές που πίστευαν ακόμα ότι το Κρεμλίνο ήταν ο φορέας της σημαίας του Λένιν. Αν η Αγγλία πίστευε έστω και στο ελάχιστο στις Τέσσερις Ελευθερίες της Χάρτας του Ατλαντικού, θα είχε βοηθήσει τους ηγέτες του Ε.Α.Μ. να αποδεσμευτούν από τη σοβιετική εμπλοκή και να συγκρατήσουν τα πιο σκληρά μέλη τους των οποίων τη σφοδρότητα, στις μέρες της Αντίστασης, οι Βρετανοί είχαν πολύ πρόθυμα υποθάλψει. Όμως κάτι τέτοιο θα σήμαινε από την πλευρά των Ελλήνων, όπως θα πρέπει να σημαίνει κάθε εξέλιξη στην Ευρώπη, σαφή βήματα προς τον σοσιαλισμό, και τέτοια βήματα ήταν το τελευταίο πράγμα που ο Τσόρτσιλ επιθυμούσε να υποστηρίξει. Ούτε είναι εύκολο να φανταστούμε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες, με την παρούσα κυβέρνησή, θα συμπεριφερθούν πολύ πιο έξυπνα στην Ελλάδα)*.
Όταν επέστρεψα από το ταξίδι της U.N.R.R.A. (Οργανισμός Περιθάλψεως και Αποκαταστάσεως των Ηνωμένων Εθνών) στους Δελφούς, συνάντησα για λίγο την Ελένη και την οικογένειά της. Ανήκαν στην εύπορη ελληνική αστική τάξη -δηλαδή, κάποτε ήταν εύποροι, γιατί λίγοι άνθρωποι στην Ελλάδα έχουν πολλά χρήματα ή μπορούν να αγοράσουν πολλά με αυτά που έχουν. Οι Β. ζούσαν σε ένα καλά επιπλωμένο διαμέρισμα στην Οδό Βασιλίσσης Σοφίας, ανάμεσα στα παλάτια, τα ωραία σπίτια και τις πρεσβείες της μοντέρνας συνοικίας της Αθήνας- αλλά τρεις γενιές και δύο “παρακλάδια” της οικογένειας είχαν αναγκαστεί να μοιράζονται μισή ντουζίνα δωμάτια, με αποτέλεσμα η ζωή τους να είναι μάλλον δύσκολη και στενάχωρη. Ήταν η Ελένη και ο σύζυγός της, τα δύο παιδιά τους, η πεθερά της, ο γαμπρός της και η γυναίκα του γαμπρού της. Και νερό έπαιρναν μόνο, νομίζω, δύο φορές την εβδομάδα και έπρεπε να το αποθηκεύουν σε κουβάδες και να το ζεσταίνουν μόνοι τους.
Ωστόσο, αυτή ήταν γι’ αυτούς μια περίοδος σχετικής ασφάλειας. Ο σύζυγος της Ελένης είχε δουλέψει εναντίον των Γερμανών και αναγκάστηκε να διαφύγει στην Αίγυπτο, ενώ η Ελένη έπρεπε να περάσει μερικά χρόνια μόνη της με τα παιδιά στην Αθήνα. Η επιμονή τους μέσα σε όλα αυτά στις συνήθειες και τις συμπεριφορές των άνετων ανθρώπων προκαλούσε μάλλον περίεργη εντύπωση -ιδιαίτερα όταν θυμόταν κανείς το πόσο ολοκληρωτικά είχαν αποκοπεί από τους υπόλοιπους αστούς στην Ευρώπη. Ήταν σαν να είχαν διασώσει στο κενό μια αφηρημένη έννοια της αστικής τάξης, μια υπόσταση που δεν είχε ποτέ διαταραχθεί από τις κοινωνικές αναταραχές που συνέβαιναν στον κόσμο ή από τις δοκιμασίες της πατρίδας τους. Η κουλτούρα τους ήταν τουλάχιστον τόσο γαλλική όσο και ελληνική. Ο σύζυγος της Ελένης είχε σπουδάσει νομικά στο Παρίσι και η Ελένη μιλούσε γαλλικά με τα παιδιά της. Η μητέρα της και ο πατριός της, τους οποίους συνάντησα εκεί μια μέρα, μιλούσαν επίσης γαλλικά, όπως μου είπαν, ακόμη και μεταξύ τους. Αλλά το αποτέλεσμα δεν ήταν να τοποθετηθούν οι Β. σε έναν ευρύτερο διεθνή κόσμο: ήταν περισσότερο να φανεί η γαλλική γλώσσα σαν κάτι μη αγώγιμο και ανούσιο, ένα μέσο επικοινωνίας που δεν εμπεριείχε καμία πραγματική σχέση ούτε με την πραγματική σημερινή Αθήνα ούτε με το σημερινό μακρινό Παρίσι.
Με αφορμή μιας από τις επισκέψεις μου, βρήκα την πεθερά της Ελένης να διαβάζει ένα παλιό τεύχος του Les Œuvres Libres[3], και μου εξήγησε ότι στην Ελλάδα δεν είχαν καταφέρει να προμηθευτούν νέα γαλλικά βιβλία από πριν από τον πόλεμο. Πλησίασα στη μεγάλη βιβλιοθήκη με τις γυάλινες πόρτες και ξεφύλλισα κάποια από τα βιβλία, τα οποία έμοιαζαν να αποπνέουν μια ιδιότυπη παλαιότητα. Ήταν οι βιογραφίες, τα μυθιστορήματα και η ποίηση, συμπεριλαμβανομένων αρκετών δευτεροκλασάτων, των αρχών της δεκαετίας του ’90 και της δεκαετίας του ’20. Στην Ιταλία είχα ήδη διαπιστώσει το βαθμό στον οποίο ο πόλεμος και το Φασιστικό καθεστώς την είχαν κρατήσει πίσω από τις εξελίξεις· όμως μια σειρά από υπέροχα εξώφυλλα που είχαν κυκλοφορήσει την προηγούμενη άνοιξη, στις βιτρίνες και στα περίπτερα, σαν λουλούδια είχαν αναπληρώσει τον χαμένο χρόνο. Στην Ελλάδα δεν υπήρξε παρόμοια ανάκαμψη. Όταν έμπαινε κανείς στου Kauffman ένιωθε σαν να ψάχνει σε κάποιο πατάρι· ενώ στου Ελευθερουδάκη, κάτι σαν το αθηναϊκό Brentano’s[4], πάθαινε σοκ με το πόσο σπάνια και πόσο ακριβά είχαν γίνει τα σύγχρονα βιβλία για τεχνικά θέματα όπως η μηχανική και η ιατρική. Μια ματιά στη βιβλιοθήκη των Β. σε έφερνε σε επαφή, η οποία ξένιζε, με ένα πολιτισμικό παρελθόν το οποίο παρέμενε, με κάποιο τρόπο, κομμάτι του παρόντος κόσμου. Δίπλα από τη βιβλιοθήκη υπήρχε κρεμασμένη μια μικρή ελαιογραφία, η οποία ταίριαζε με τα βιβλία μιας και δεν απεικόνιζε κάποιο πρόσωπο ή τοπίο αλλά κάτι που έμοιαζε με αίθουσα μουσείου – ίσως μία από τις μεγάλες αίθουσες στο Βατικανό – με δυσδιάκριτους πίνακες ζωγραφικής στους τοίχους και κάτι σε μια θήκη που κανείς δεν μπορούσε να δει ξεκάθαρα. Μου φάνηκε πως ταίριαζε απόλυτα με τον χαρακτήρα του σπιτιού. Ο σύζυγος της Ελένης είχε τόσο βάθος όσο και εύρος γνώσεων στην Ιστορία και τον πολιτισμό της Ελλάδας, στην Ευρωπαϊκή φιλοσοφία και μουσική, καθώς και σχετικά με το επάγγελμά του, τα νομικά – και έγραφε λίγο πολύ για όλα αυτά τα θέματα· όμως οι απόψεις του (και δεν το λέω με πρόθεση να προσβάλω έναν τόσο ευχάριστο και μορφωμένο άνθρωπο) ήταν εξίσου “στεγνές” με τις θρυλικές μπριζόλες που υποτίθεται έκοψαν οι ρώσοι από το μαμούθ που βρέθηκε παγωμένο στη Σιβηρία. Ήταν βασιλόφρων, και, όπως συμβαίνει με όλους αυτούς τους ανθρώπους των οποίων η θέση είχε υποβαθμιστεί με αυτόν τον τρόπο, δεν μπορούσα παρά να αισθανθώ ότι οι πολιτικές του θέσεις βασίζονταν – όσο επιδέξια και αν τις δικαιολογούσε – στην ταύτιση των υπολειμμάτων της περιουσίας του και του κοινωνικού του κύρους με τα πολιτιστικά ενδιαφέροντα και τα πνευματικά πρότυπα που ήταν δίχως αμφιβολία αυτά που εκτιμούσε περισσότερο. Δεν θέλω να μειώσω αυτό που του συνέβη. Πόσοι άνθρωποι στην Αμερική, αν χάσουν την κοινωνική τους θέση και οικονομική ανεξαρτησία – που είναι αυτό με το οποίο απειλείται η ελληνική αστική τάξη όσο καμία αντίστοιχη στην Αμερική – είναι βέβαιοι πως είναι αρκετά δυνατοί ώστε να υποστηρίξουν ή να υπερασπιστούν τα ιδανικά τους ;
Η Ελένη, η οποία ήταν νεότερη από τον άντρα της, αν και παρέμενε πιστή στην Εκκλησία και τον Βασιλιά δεν διατηρούσε όλες τις αστικές προκαταλήψεις, μιας και μας είπε πως μια φίλη της θα την πήγαινε να συναντήσει τον πρέσβη της Σοβιετικής Ένωσης. Είχε αυτόν τον ιδιόμορφο τύπο κομψότητας και φινέτσας που δεν προκύπτει από τον πλούτο ή την αριστοκρατική καταγωγή με τον συνήθη ευρωπαϊκό τρόπο αλλά από μια παλαιού τύπου ευγένεια ταυτόχρονα πρωτόγονη και πολιτισμένη η οποία εξακολουθεί να ευδοκιμεί στα ελληνικά νησιά. Πηγαίναμε συχνά μαζί για μπάνιο τα απογεύματα στην πλαζ της Γλυφάδας, η οποία είχε υπάρξει, όπως μου είπανε, η πιο εύθυμη και κομψή της Αθήνας και μου προκαλούσε θλίψη η αντίθεση της με την παραλία που ήταν αποκλειστικά για Αμερικάνους στρατιώτες . Όσοι δουλεύαμε στον U.N.R.R.A., εξοδούχοι φαντάροι, μηχανικοί και πολεμικοί ανταποκριτές είχαμε στη διάθεσή μας μια σειρά από λαμπερά μικρά σπιτάκια τα οποία φαινόντουσαν νεόκτιστα, με διάφορες υπηρεσίες, όπως η γυναίκα που έπλενε με νερό τα πόδια σου για να φύγει η άμμος και το μπαρ όπου σου άνοιγαν την μπύρα εισαγωγής και σου έδιναν ποτήρια για να την πιεις. Όμως στη Γλυφάδα το παλιό καζίνο είχε διαλυθεί ολοκληρωτικά από τους Γερμανούς και το μόνο που έμενε ήταν ένα άθλιο μέρος στο οποίο περίμενες τη σειρά σου για να κάνεις μπάνιο νιώθοντας αναγούλα από τη μυρωδιά της βρεγμένης άμμου που κάλυπτε τα πατώματα και του τηγανητού ψαριού το οποίο μαγειρευόταν δίπλα στα κρεμασμένα μαγιό.
Σε αυτό το περιβάλλον η Ελένη, φορώντας ένα ροζ ξεθωριασμένο μαγιό που αναδείκνυε τόσο το μαύρισμα των άκρων της όσο και το λεπτό και καλλίγραμμο σώμα της τραβούσε όλο και περισσότερο την προσοχή με την φυσικότητα, την αυτοπεποίθηση και την χάρη της· δύο στιγμιότυπα έμειναν χαραγμένα στο μυαλό μου λες και τα είχα φέρει πίσω στην πατρίδα αποτυπωμένα πάνω σε μινωικές σφραγίδες : το ένα ήταν η φιγούρα της να ανεβαίνει σβέλτα τα σκαλιά πλαγίως ώστε να βλέπω το προφίλ της, πατώντας σταθερά αλλά ανάλαφρα σε κάθε της βήμα με τα μάλλον μακριά της πόδια, χωρίς ίχνος της αυταρέσκειας ή ματαιοδοξίας που εκπέμπουν οι όμορφες κοπέλες στην παραλία· και το άλλο της ίδιας μέσα στο νερό να παίζει με την κορούλα της, χαμογελώντας τόσο που τα μάτια της έμοιαζαν χαραμάδες και πλατσουρίζοντας με την παλάμη της, με κάθε κίνηση να προτάσσει το πρόσωπό της σφυρίζοντας, σαν να ήταν κάποιο μυθικό πλάσμα – μια σειρήνα που έμοιαζε με νερόφιδο. Όταν την ρώτησα ποιον ρόλο έπαιζε μου αποκρίθηκε πως δεν ήταν κάτι συγκεκριμένο.
Οι Β. με κάλεσαν για δείπνο ένα βράδυ για να γιορτάσουμε τα γενέθλια της Ελένης. Τότε γνώρισα τη μητέρα και τον πατριό της και εντυπωσιάστηκα με το πόσο νέα ήταν η μητέρα της ακριβώς όπως είχα εκπλαγεί όταν έμαθα πως η Ελένη είχε παιδιά ηλικίας 10 και 13 χρονών. Η Ελένη παντρεύτηκε στα 16 της και η μητέρα της σε παρόμοια περίπου ηλικία. Ο πατριός ήταν κοσμοπολίτης και ζήτησε αξιοπρεπώς συγνώμη για τους Έλληνες : είχαν προσφάτως παρασυρθεί σε άσχημες συμπεριφορές, από ξένα και χωρίς σεβασμό στο νόμο στοιχεία. Ήταν λυπηρό που αυτό έδινε στον κόσμο μια άσχημη εικόνα για τους κατοίκους της χώρας. Πήγαμε για φαΐ σε ένα από τα καλύτερα νυχτερινά μαγαζιά : ένα μέρος που από άποψη αίγλης και κεφιού δεν είχα ξαναδεί από τότε που ξεκίνησε ο πόλεμος ούτε καν στην Ευρώπη. Ήταν μάλιστα το πρώτο πλήρες γεύμα κάτω από απόλυτα καθαρές και ελκυστικές συνθήκες που έτρωγα από τότε που ήρθα στην Ελλάδα. Ακόμα και για τους Β., πιστεύω, ήταν κάτι το ιδιαίτερο. Είχαν πάνω κάτω τα ίδια πιάτα με αλλού : Ντομάτες σε φέτες, πιλάφι και ψάρι, αλλά σε ικανοποιητικές και όχι μικρές μερίδες. Το μέρος ήταν γεμάτο από καλοχτενισμένους Βρετανούς αξιωματικούς, κοπέλες της “καλής κοινωνίας” κάποιες απ’ τις οποίες είχαν δύο ξανθιές μπούκλες στους κροτάφους έτσι ώστε να μοιάζουν με τις κοπέλες στις κάρτες του Αγίου Βαλεντίνου. Η Ελένη και η μητέρα της διασκέδαζαν κουτσομπολεύοντας ανθρώπους που αναγνώριζαν. Μου είπαν πως κάποιες από τις Ελληνίδες που βρισκόντουσαν εκεί ήταν αρραβωνιασμένες με Άγγλους αξιωματικούς.
Είχαμε στην παρέα μας επίσης έναν σχετικά νέο δημοσιογράφο ο οποίος δούλευε για μια φιλοβασιλική εφημερίδα : ήταν ένας ψηλός, λιγνός άνδρας, κοσμοπολίτης, πολύ ζωηρός και κομψός με μουστάκι σε στυλ Γεωργίου του Β΄- και όπως μου είπε αργότερα η Ελένη “πάντα απολύτως ικανοποιημένος με τον εαυτό του”. Ήταν παλιός φίλος του άντρα της, με τον οποίον απολάμβανε πολιτικές συζητήσεις. Είχα την εντύπωση πως τα σχέδια και οι συνδυασμοί που συζητούσαν αυτοί οι δύο ήταν από τα λιγότερο ρεαλιστικά όλων των “σχολών” καφενειακής πολιτικής που αφθονούσαν στην Αθήνα· πρέπει όμως να παραδεχτώ πως εκείνο το βράδυ οι ελπίδες τους έβρισκαν απροσδόκητη επιβεβαίωση από την πιο ανέλπιστη πηγή. Ο δημοσιογράφος μόλις είχε ακούσει στο ραδιόφωνο για την ομιλία του Bevin σχετικά με την βρετανική εξωτερική πολιτική και ήταν γεμάτος χαρά και καμάρι για την “οδύνη” της αριστεράς: “ Είπε πως η κυβέρνηση των Εργατικών θα συνέχιζε την αγγλική πολιτική και δεν έβλεπε κάποιο λόγο για αλλαγή στην Ελλάδα πριν γίνουν εκλογές και θα έκανε ότι περνάει από το χέρι του για να τηρηθούν ο νόμος και η τάξη – μάλιστα θα έστελνε μια αστυνομική αποστολή.” Μας περιέγραψε επίσης μια επίσκεψή του στην Αγγλία από την οποία μόλις είχε επιστρέψει. Είχε απερίγραπτη ικανοποίηση όταν σε ένα πάρτι μια μοντέρνα Αγγλίδα αναγνώρισε με μια ματιά στα διακριτικά του έναν φίλο Έλληνα ο οποίος ήταν παρών ως αξιωματικός της Πολεμικής Αεροπορίας. Συνέχισε να μας διηγείται μια ιστορία για ένα άλλο πάρτι στο Λονδίνο στο οποίο είχε “κεραυνοβόλα επιτυχία με τρία κομπλιμέντα[5] – μόνο τρία αλλά πολύ μεσογειακά.” Το πρώτο δεν μπορώ να το θυμηθώ, αλλά το δεύτερο είχε “εκτοξευθεί” όταν έπαιζαν το παιχνίδι “Ποιο διάσημο πρόσωπο θα ήθελες να ήσουνα ;” Η κυρία που ήθελε να εντυπωσιάσει τον ρώτησε όταν ήταν η σειρά του και εκείνος απάντησε “Η Χιροσίμα”, “Γιατί;” Απάντησα πως “Θα ήθελα να ήμουν η Χιροσίμα ώστε να είστε η ατομική βόμβα που θα πέσει πάνω μου!” Αργότερα επέστρεψε και ρώτησε χαμογελώντας “Θυμίστε μου, ποιος θα θέλατε να είστε ;” Αυτή τη φορά της απάντησα – πάντα με μεσογειακό ταμπεραμέντο: “Θα ήθελα να είμαι ένα τσιγάρο.” Γιατί ; “Για να καίω ανάμεσα στα χείλη σας!” Το επόμενο απόγευμα μου τηλεφώνησε στις 5” κτλ”
Το σόου στην αίθουσα μου φαινόταν πραγματικά θαυμάσιο. Είχα ξεχάσει πόσο όμορφα αυτού του είδους τα θεάματα μπορούσαν να γίνουν και δεν είχα σχεδόν συνειδητοποιήσει πως συνεχιζόντουσαν. Μία κοπέλα χόρευε τον “χορό της κοιλιάς”· μία άλλη τραγουδούσε στα αγγλικά και στα ελληνικά· ένα ζευγάρι που χόρευε παραδοσιακούς νησιώτικους χορούς γεμάτο ζωντάνια· και το κυρίως θέαμα : μια διάσημη χορεύτρια και ερωτικός θρύλος. Είχα μάθει για εκείνη από την Ελένη και τη μητέρα της. Οι Γερμανοί την είχαν ανακρίνει εξαιτίας της γνωστής σχέσης της με τους Άγγλους, μου εξήγησε μια ηλικιωμένη αλλά σε καμία περίπτωση γηραιά κυρία. Αλλά εκείνη τους αντιμετώπισε με απόλυτη ψυχραιμία: “Τι κι αν είχα έναν Άγγλο εραστή – ή δύο, τρεις, τέσσερεις” υποτίθεται τους είχε απαντήσει, “τι σημαίνει αυτό ;”. Είχε και Γερμανούς εραστές, σκέφτηκε η Ελένη· είχε πάει με όλες τις εθνικότητες αλλά παρέμεινε ο εαυτός της και πρόσθεσε με θαυμασμό “Ψεύδεται με εντυπωσιακή ευκολία”. Κατάλαβα πως ο μύθος αυτής της σπουδαίας ερμηνεύτριας, της μεγάλης χορεύτριας που ήταν και σπουδαία ερωμένη, είχε πάρει μεγάλες διαστάσεις στην Αθήνα, όσο αυτή στερούταν τις πολυτέλειες και ήταν στο έλεος του πολέμου. Ήταν θιασώτης της τέχνης και του έρωτα που είχε αντέξει τις κακουχίες και τις διαμαχες, και αποτελούσε πλέον μια ιερή φιγούρα.
Ήταν πολύ καλή : πολύ όμορφη, σβέλτη, λαμπερή και τολμηρή ενώ είχε την ικανότητα να προσδίδει σε οτιδήποτε έκανε έναν χαρακτήρα γοητευτικής αυθάδειας. Πριν το καταλάβει κανείς, είχε ανέβει σε μια καρέκλα και έσκυβε για να φιλήσει ένα από τους θαμώνες για να τον χτυπήσει, αμέσως μετά, στο κεφάλι με το ντέφι που κρατούσε. Απέφευγα γενικά τέτοια μέρη της μαύρης αγοράς αλλά υπέκυψα στην αίγλη αυτού του κλαμπ και καθώς ήμουνα εκεί χωρίς τα γυαλιά πρεσβυωπίας και καθώς καθόμασταν σε μια γωνία στο πίσω μέρος του μαγαζιού, αποφάσισα να ξαναπάω προκειμένου να δω καλύτερα. Πήγα ξανά την επόμενη μόλις μέρα σε ένα πάρτι, με έναν άνδρα που γνώριζα από τον U.N.R.R.A. και δύο κοπέλες που δουλεύανε επίσης εκεί και αυτή τη φορά είχαμε ένα από τα καλύτερα τραπέζια, στη μέση του μαγαζιού και μπροστά ακριβώς στη σκηνή. Τα κορίτσια, τα οποία είχαν ξαναπάει εκεί, είπαν πως καθόμασταν στο κατάλληλο σημείο για να μας φιλήσουν. Αυτή τη φορά ορισμένα από τα νούμερα, με κανονική όραση, ήταν μάλλον απογοητευτικά· η μεγάλη σταρ όμως παρέμεινε μαγευτική. Η πρώτη της εμφάνιση ήταν ένα κομμάτι για αίθουσα χορού το οποίο κλιμακώθηκε πολύ επαγγελματικά – μια εκστατική αρχή και χαμόγελο καθώς ο παρτενέρ της γονατιστός φιλούσε την κοιλιά της – και το οποίο από άποψη τόλμης, στυλ, φυσικότητας και συγχρονισμού σου έκοβε την ανάσα. Όταν ξαναβγήκε για δεύτερη φορά, έμοιαζε με κάποια ιέρεια ή είδωλο – ίσως από την Ιάβα· και ενθουσιασμένος όπως ήμουν απ’ το κρασί – στη σωστή θερμοκρασία και όχι ρετσίνα – ήμουνα έτοιμος να την αφήσω να με μαγέψει όταν ξαφνικά αποχώρησε από τη σκηνή. Η μουσική συνέχισε αλλά εκείνη δεν επέστρεψε. “Μήπως είδατε τι συνέβη;” ο άνδρας ρώτησε τα κορίτσια. “Ναι: αυτό που κρατούσε το φόρεμα της στην πλάτη έσπασε”. “Σε κάποιον θα τα ψέλνουν στα παρασκήνια!” είπε. Αυτό συνέβη δύο μέρες πριν φύγω από την Αθήνα και η εικόνα έχει μείνει χαραγμένη στο μυαλό μου σας την τελευταία ανάμνηση και ενός είδους συμβολισμός, από τον κόσμο της ελληνικής μπουρζουαζίας.”
[1]
[1] Σ.σ. Η σχολή έκλεισε το 1937 από τον Μεταξά και όχι το 1939.
[2]
[2] Ernest Bevin, υπήρξε γενικός γραμματέας του μεγαλύτερου αγγλικού συνδικάτου του TGWU και Υπουργός Εξωτερικών της Αγγλίας στην μεταπολεμική κυβέρνηση των εργατικών. Ήταν έντονα αντικομουνιστής.
[3]
[3] Σ.τ.μ. Πρόκειται για γαλλική, μηνιαία λογοτεχνική επιθεώρηση.
[4]
[4] Σ.τ.μ. Ένα από τα αρχαιότερα και πιο ιστορικά βιβλιοπωλεία της Αμερικής.
[5]
[5] Γαλλικά στο πρωτότυπο
*
Παράρτημα : Επειδή την άποψή μου για την κατάσταση στην Ελλάδα δεν τη μοιράζονται πολλοί, είναι χαρά μου να παραθέσω μια επιστολή του Λοχαγού και βουλευτή Francis Noel-Baker η οποία δημοσιεύτηκε στους London Times, 24 Φεβρουαρίου, 1946
“Από το 1942 και μετά ήταν δύσκολο να εντοπίσει κανείς είτε αντικειμενικότητα είτε συνέπεια στην Αγγλική πολιτική έναντι της Ελλάδας και πιστεύω πως δεν είμαι ο μόνος που νιώθει ότι αυτή ακριβώς η πολιτική ήταν από τους βασικούς λόγους για τον εμφύλιο πόλεμο που ακολούθησε. Κατά τη γνώμη μου έγιναν δύο ολέθρια λάθη. Το πρώτο είναι αγνοώντας τη λαϊκή οργή απέναντι στην προπολεμική δικτατορία και στον Βασιλιά Γεώργιο εξαιτίας της ευθύνης του στην εγκαθίδρυση και διατήρησή της, η βρετανική κυβέρνηση επέμεινε μέχρι και την παραμονή της απελευθέρωσης να ελπίζει (και να εργάζεται προς αυτή την κατεύθυνση) στην αποκατάσταση του Βασιλιά. Και δεύτερο μέσα στη φοβία τους για την αριστερά (που στην Ελλάδα, όπως και στην υπόλοιπη Ευρώπη, αποτελούσε τον πυρήνα της αντίστασης), οι Βρετανικές αρχές δεν έκαναν το παραμικρό για να ενθαρρύνουν πιο μετριοπαθή άτομα να ενταχθούν στο Ε.Α.Μ. όσο ακόμα ήταν νωρίς και δεν κυριαρχούσαν οι κομμουνιστές, αλλά αντιθέτως προσπάθησαν να δημιουργήσουν ένα αντίβαρο δημιουργώντας εθνικιστικές ομάδες αποτελούμενες από τους ακραίους πολιτικούς αντίπαλους του Ε.Α.Μ. . Η τραγωδία αυτής της πολιτικής έγκειται στο ότι προκάλεσε ακριβώς αυτό που ήθελε να αποτρέψει. Σαστισμένο και εξοργισμένο από τα βρετανικά παιχνίδια το Ε.Α.Μ. έγινε ακόμα πιο ακραίο, πιο κομμουνιστικό και παθιασμένα εναντίoν των ‘Αγγλων ενώ το “εθνικό” μας ανάχωμα κατέρρευσε μετά από λίγο.
Από το ιστολόγιο του Ν. Σαραντάκου " Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία "
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου