Νίκος Κατσαλίδας: Ἀπαραμύθητο βουνό

Νίκος Κατσαλίδας
Ἀπαραμύθητο βουνό
Η ΒΛΕΠΕΙΣ ΤΗ ΜΟΥΡΓΚΑΝΑ τὴ μαγκούφα ὅπου κάνει δῆθεν πὼς κοιμᾶται καὶ μᾶς γύρισε ἡ μουχρωμένη τοὺς γλουτοὺς καὶ τοὺς γοφοὺς καὶ τὶς φαρδιές της ὠμοπλάτες τὶς ἀνταριασμένες; Τὸ ἀναγνωρίζεις τοῦτο τὸ γρουσούζικο κατσικοπόδαρο βουνὸ ποὺ δὲν σαλεύει κὰν ἀπὸ τὴ θέση του καὶ κάνει δῆθεν πῶς κοιμᾶται; Καὶ ὅταν παχνιάζει καὶ παχαίνει καὶ στοιχειώνει ἀπὸ τὶς χιονοθύελλες καὶ ἀπὸ τὶς χιονοστιβάδες καὶ ἀχνίζει ἀπὸ ψυχρὲς κι ἄχαρες ἡλιαχτίδες προσποιεῖται ἀσάλευτο θηρίο, ἕνα ἀγρίμι ἀπολιθωμένο καὶ οὔτε γυρίζει νὰ μᾶς δεῖ καὶ δὲν ἀνοίγει μάτι; Ἄντε στὰ τσακίδια καὶ ἐσὺ μωρὲ κατσικοπόδαρο βουνό, ποὺ κάθε μέρα σὲ κοιτῶ μαραζιασμένη μὲ τὸ καρφωμένο βλέμμα πάνω σου, μπὰς καὶ συνέλθεις, μπὰς καὶ βρυχηθεῖς, μπὰς καὶ μουγκρίσεις καὶ ξαναγυρίσεις νὰ μὲ δεῖς νὰ μὲ προσέξεις νὰ μὲ σφίξεις καὶ νὰ μ’ ἀγκαλιάσεις. Ἄντε στὸ καλὸ κι ἐσὺ μωρὲ ἀγέρωχο βουνό, ὅπου τροχίζεις τὰ ἀστροπελέκια πάνω σου καὶ κάνεις τὸ χατίρι τοῦ χιονιὰ καὶ τῆς πηχτῆς ἀντάρας, δὲν περίμενα ὅτι κι ἐσὺ θὰ μᾶς ξεχνοῦσες κάποια μέρα, θὰ μᾶς γύριζες τὶς πλάτες, σὰν νὰ μ’ ἤμασταν κι ἐμεῖς ρωμιοὶ μὲ λάδι βαφτισμένοι, σὰν νὰ ἤμασταν γιὰ σένα ξένοι, ἔλεγε κι ἐπαναλάμβανε ἡ γιαγιὰ κατὰ καιροὺς θωρώντας τὸ ἀκαπίστρωτο βουνὸ ποὺ σφύριζαν ἀπάνω του σὰν τέρατα οἱ βοριάδες κι ἔβλεπε νὰ βγαίνει ἀπαραμύθητος πηχτὸς καπνὸς ἀπὸ φωτιὲς σβησμένες ποὺ ἀκόμα σπινθηρίζανε ἐδῶ κι ἐκεῖ τὶς νύχτες κι ἔφταναν οἱ σπίθες τους στὰ μαντριά μας καὶ μὲ ἔσφιγγε στὴν ἀγκαλιά της.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου