Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Κυριακή 10 Δεκεμβρίου 2023

Λύθηκε έπειτα από έξι μήνες το μυστήριο με τα σκασμένα ελαστικά στα αυτοκίνητα – Ούτε οι γείτονες, ούτε η Μαφία οι δράστες

 Λύθηκε έπειτα από έξι μήνες το μυστήριο με τα σκασμένα ελαστικά στα αυτοκίνητα – 

Ούτε οι γείτονες, ούτε η Μαφία οι δράστες

21:43, Σάββατο 09 Δεκεμβρίου 2023

Οι κάτοικοι του Vastogirardi, μιας μικρής πόλης  στη νότια Ιταλία, έλυσαν τελικά έπειτα από έξι μήνες το μυστήριο με τα σκασμένα ελαστικά στα αυτοκίνητά τους.

ADVERTISEMENT

Όλα ξεκίνησαν τον Ιούλιο , όταν η ήσυχη πόλη Vastogirardi ήρθε αντιμέτωπη με την πρώτη περίπτωση σκόπιμης διάτρησης ελαστικού εδώ και πολλά χρόνια. Ο ιδιοκτήτης ενός αυτοκινήτου που είχε αφήσει σταθμευμένο στην Piazza Giusto Girardi το βρήκε με σκασμένο λάστιχο και κάλεσε την αστυνομία, αλλά μετά από επιθεώρηση της γύρω περιοχής και σύντομη έρευνα δεν εντοπίστηκαν ύποπτοι. Μέχρι τα τέλη Οκτωβρίου, είχαν καταγραφεί αρκετές παρόμοιες καταγγελίες για τρύπημα ελαστικών, οι οποίες σημειώθηκαν όλες στην πλατεία της πόλης. Φήμες για καυγάδες μεταξύ γειτόνων, ακόμη και για απόπειρες εκφοβισμού από τη Μαφία άρχισαν να κυκλοφορούν, αλλά τελικά η πραγματική αιτία των τρυπημάτων αποδείχθηκε ακόμη πιο παράξενη.

Το μυστήριο των διάτρητων ελαστικών έγινε τόσο μεγάλη υπόθεση στο Vastogirardi που η Διοίκηση του λόχου των Καραμπινιέρων του Agnone άρχισε να οργανώνει υπηρεσίες παρακολούθησης με προσωπικό με πολιτικά ρούχα στην Piazza Giusto Girardi, ελπίζοντας να πιάσει τον ένοχο επ’ αυτοφώρω. Ωστόσο, η προσπάθειά τους να λύσουν το μυστήριο απέβη άκαρπη, καθώς δεν αναφέρθηκαν άλλα σκασμένα ελαστικά.

Η μονάδα ερευνών των καραμπινιέρων της Isernia ήρθε σε βοήθεια των τοπικών συναδέλφων τους και εγκατέστησε κάμερες παρακολούθησης στην πλατεία Vastogirardi. Χρειάστηκαν μόνο λίγες ημέρες για να πιάσουν τελικά τον ένοχο επ’ αυτοφώρω, αλλά δεν ήταν αυτός που ή αυτό που περίμεναν. Αποδείχθηκε ότι τα σκασμένα λάστιχα ήταν έργο του Bily, ενός μεγαλόσωμου σκύλου.

Ο σκύλος καταγράφηκε από την κάμερα να ροκανίζει το λάστιχο και τον μπροστινό προφυλακτήρα ενός αυτοκινήτου και η ιδιοκτήτριά του παραδέχτηκε ότι πάσχει από ουλίτιδα εδώ και αρκετό καιρό, προσθέτοντας ότι δεν γνώριζε για τις νυχτερινές του περιπέτειες. Όπως και να έχει, η γυναίκα θα πρέπει τώρα να αποζημιώσει τους άλλους οδηγούς για τις ζημιές που προκάλεσε ο Bily.

https://www.enikos.gr/

Αρνάκι στο φούρνο με πατάτες..!!!

 Αρνάκι στο φούρνο με πατάτες..!!!


Αρνάκι στο φούρνο με πατάτες..!!!


Έβαλα το αρνάκι στο ταψί, καθάρισα πατάτες έκοψα λίγο σκόρδο αλάτι ρίγανη και θυμάρι ανακάτεψα ολα αυτά μαζί με λεμόνι λίγο ελαιόλαδο και έβαλα νερο  μέχρι τη μέση ...
 Εψησα το φαγητό σε αντιστάσεις στους 220 βαθμούς...!!!!


Posted on 3:25 π.μ.by 

Σάββατο 9 Δεκεμβρίου 2023

Η ΦΟΝΙΣΣΑ ( 1ο και 3ο ΚΕΦΑΛΑΙΟ ) Από το ιστολόγιο του Ν. Σαραντάκου.

 

Η Φόνισσα (1ο και 3ο κεφάλαιο)


Από το ιστολόγιο του Ν. Σαραντάκου. " Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία "

Η Φόνισσα του Παπαδιαμάντη έχει έρθει στην επικαιρότητα με την ομώνυμη ταινία της Εύας Νάθενα που παίζεται αυτές τις μέρες με μεγάλη επιτυχία στους κινηματογράφους. Την είδα την ταινία και νομίζω ότι είναι πιστή στο πνεύμα του Παπαδιαμάντη, αν και όχι στο γράμμα του -άλλωστε είναι «εμπνευσμένη  από…». Η ταινία θέτει απερίφραστα αυτό που ο Παπαδιαμάντης μόνο υπαινικτικά έθιξε, το διαχρονικό έγκλημα της θηλεοκτονίας, που συνεχίζεται κυρίως στην  Ασία και που ήταν μια πραγματικότητα στην Ελλάδα του 19ου αιώνα.

Η σκηνοθέτρια ίσως είναι υπερβολικά επηρεασμένη από κάποιες «μοντέρνες» αναγνώσεις της Φόνισσας, όπως του Γκι Σονιέ, που βγάζει από τη μύγα ξίγκι προσπαθώντας να βρει νόημα ακόμα και στην επιλογή των ονομάτων των ηρώων, ωστόσο συνολικά πιστεύω ότι δεν προδίδει, αλλά αντίθετα υπηρετεί το πνεύμα του μέγιστου φεμινιστή συγγραφέα μας -ναι, για τον Παπαδιαμάντη λέω.

Η Φόνισσα, με τον υπότιτλο Κοινωνικόν μυθιστόρημα, δημοσιεύτηκε στο πρωτοποριακό περιοδικό Παναθήναια του Κ. Μιχαηλίδη από τον Ιανουάριο ως τον Ιούνιο του 1903. Με τα σημερινά κριτήρια θα τη  λέγαμε μάλλον νουβέλα. Διάλεξα να παραθέσω σήμερα δύο από τα 18 κεφάλαια της νουβέλας, το πρώτο και το τρίτο. Παίρνω το κείμενο από την έκδοση του Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλου που υπάρχει στον ιστότοπο papadiamantis.net. Λυπάμαι επειδή δεν έχω πρόχειρο μια καταπληκτική έκδοση  της Φόνισσας, από τις εκδόσεις Πατάκη, με εξαντλητικό σχολιασμό από τον Κώστα Σταμάτη (πιο πολλές σελίδες τα σχόλια από το έργο) Το βιβλίο αυτό το έχω (στο άλλο σπίτι όμως) και ήθελα να το παρουσιάσω διότι είναι μια αξιόλογη πρόταση για το πώς μπορούν να εκδίδονται παλιότερα σημαντικά έργα. Κρίμα που δεν το  έχω μαζί μου διότι δεν θυμάμαι αν και πώς ερμηνεύει κάποιες παροιμιακές εκφράσεις που ακούγονται -και που με έχουν προβληματίσει.

(Με αστερίσκο οι λέξεις που εξηγούνται στο Γλωσσάρι των Απάντων. Λέω μερικά στο τέλος)

Α’

Μισοπλαγιασμένη κοντὰ εἰς τὴν ἑστίαν, μὲ σφαλιστὰ τὰ ὄμματα, τὴν κεφαλὴν ἀκουμβῶσα εἰς τὸ κράσπεδον τῆς ἑστίας, τὸ λεγόμενον «φουγοπόδαρο»*, ἡ θεια-Χαδούλα, ἡ κοινῶς καλουμένη Γιαννοὺ ἡ Φράγκισσα, δὲν ἐκοιμᾶτο, ἀλλ᾽ ἐθυσίαζε τὸν ὕπνον πλησίον εἰς τὸ λίκνον τῆς ἀσθενούσης μικρᾶς ἐγγονῆς της. Ὅσον διὰ τὴν λεχώ, τὴν μητέρα τοῦ πάσχοντος βρέφους, αὕτη πρὸ ὀλίγου εἶχεν ἀποκοιμηθῆ ἐπὶ τῆς χθαμαλῆς, πενιχρᾶς κλίνης της.

Ὁ μικρὸς λύχνος, κρεμαστός, ἐτρεμόσβηνε κάτω τοῦ φατνώματος τῆς ἑστίας. Ἔρριπτε σκιὰν ἀντὶ φωτὸς εἰς τὰ ὀλίγα πενιχρὰ ἔπιπλα, τὰ ὁποῖα ἐφαίνοντο καθαριώτερα καὶ κοσμιώτερα τὴν νύκτα. Οἱ τρεῖς μισοκαυμένοι δαυλοί, καὶ τὸ μέγα ὀρθὸν κούτσουρον τῆς ἑστίας, ἔρριπτον πολλὴν στάκτην, ὀλίγην ἀνθρακιὰν καὶ σπανίως βρέμουσαν φλόγα, κάμνουσαν τὴν γραῖαν νὰ ἐνθυμῆται μέσα εἰς τὴν νύσταν της τὴν ἀποῦσαν μικροτέραν κόρην της, τὴν Κρινιώ, ἥτις ἂν εὑρίσκετο τώρα ἐντὸς τοῦ δωματίου, θὰ ὑπεψιθύριζε μὲ τόνον λογαοιδικόν: «Ἂν εἶναι φίλος, νὰ χαρῇ, ἂν εἶν᾽ ἐχθρός, νὰ σκάσῃ…»

Ἡ Χαδούλα, ἡ λεγομένη Φράγκισσα, ἢ ἄλλως Φραγκογιαννού, ἦτο γυνὴ σχεδὸν ἑξηκοντοῦτις, καλοκαμωμένη, μὲ ἁδροὺς χαρακτῆρας, μὲ ἦθος ἀνδρικόν, καὶ μὲ δύο μικρὰς ἄκρας μύστακος ἄνω τῶν χειλέων της. Εἰς τοὺς λογισμούς της, συγκεφαλαιοῦσα ὅλην τὴν ζωήν της, ἔβλεπεν ὅτι ποτὲ δὲν εἶχε κάμει ἄλλο τίποτε εἰμὴ νὰ ὑπηρετῇ τοὺς ἄλλους. Ὅταν ἦτο παιδίσκη, ὑπηρέτει τοὺς γονεῖς της. Ὅταν ὑπανδρεύθη, ἔγινε σκλάβα τοῦ συζύγου της ― καὶ ὅμως, ὡς ἐκ τοῦ χαρακτῆρός της καὶ τῆς ἀδυναμίας ἐκείνου, ἦτο συγχρόνως καὶ κηδεμὼν αὐτοῦ· ὅταν ἀπέκτησε τέκνα, ἔγινε δούλα τῶν τέκνων της· ὅταν τὰ τέκνα της ἀπέκτησαν τέκνα, ἔγινε πάλιν δουλεύτρια τῶν ἐγγόνων της.

Τὸ νεογνὸν εἶχε γεννηθῆ πρὸ δύο ἑβδομάδων. Ἡ μητέρα του εἶχε κάμει βαριὰ λεχωσιά. Ἦτο αὕτη ἡ κοιμωμένη ἐπὶ τῆς κλίνης, ἡ πρωτότοκος κόρη τῆς Φραγκογιαννοῦς, ἡ Δελχαρὼ ἡ Τραχήλαινα. Εἶχαν βιασθῆ νὰ τὸ βαπτίσουν τὴν δεκάτην ἡμέραν ἐπειδὴ ἔπασχε δεινῶς· εἶχε κακὸν βῆχα, κοκκίτην, συνοδευόμενον μὲ σπασμωδικὰ σχεδὸν συμπτώματα. Καθὼς ἐβαπτίσθη, τὸ νήπιον ἐφάνη νὰ καλυτερεύῃ ὀλίγον, τὴν πρώτην βραδιάν, καὶ ὁ βήχας ἐκόπασεν ἐπ᾽ ὀλίγον. Ἐπὶ πολλὰς νύκτας, ἡ Φραγκογιαννοὺ δὲν εἶχε δώσει ὕπνον εἰς τοὺς ὀφθαλμούς της, οὐδὲ εἰς τὰ βλέφαρά της νυσταγμόν, ἀγρυπνοῦσα πλησίον τοῦ μικροῦ πλάσματος, τὸ ὁποῖον οὐδ᾽ ἐφαντάζετο ποίους κόπους ἐπροξένει εἰς τοὺς ἄλλους, οὐδὲ πόσα βάσανα ἔμελλε νὰ ὑποφέρῃ, ἐὰν ἐπέζη, καὶ αὐτό. Καὶ δὲν ἦτο ἱκανὸν νὰ αἰσθανθῇ κἂν τὴν ἀπορίαν, τὴν ὁποίαν μόνη ἡ μάμμη, διετύπωνε κρυφίως μέσα της: «Θέ μου, γιατί νὰ ἔλθῃ στὸν κόσμον κι αὐτό;»

Ἡ γραῖα τὸ ἐνανούριζε, καὶ θὰ ἦτον ἱκανὴ νὰ εἴπῃ «τὰ πάθη της τραγούδια» ἀποπάνω ἀπὸ τὴν κούνιαν τοῦ μικροῦ. Κατὰ τὰς προλαβούσας νύκτας, πράγματι, εἶχε «παραλογίσει»* ἀναπολοῦσα ὅλ᾽ αὐτὰ τὰ πάθη της εἰς τὸ πεζόν. Εἰς εἰκόνας, εἰς σκηνὰς καὶ εἰς ὁράματα, τῆς εἶχεν ἐπανέλθει εἰς τὸν νοῦν ὅλος ὁ βίος της, ὁ ἀνωφελὴς καὶ μάταιος καὶ βαρύς.

Ὁ πατήρ της ἦτον οἰκονόμος καὶ ἐργατικὸς καὶ φρόνιμος. Ἡ μάννα της ἦτον κακή, βλάσφημος καὶ φθονερά. Ἦτον μία ἀπὸ τὰς στρίγλας τῆς ἐποχῆς της. Ἤξευρε μάγια. Τὴν εἶχαν κυνηγήσει δύο-τρεῖς φορὰς οἱ κλέφτες, τὰ παλληκάρια τοῦ Καρατάσου καὶ τοῦ Γάτσου καὶ τῶν ἄλλων ὁπλαρχηγῶν τῆς Μακεδονίας. Ἔπραξαν τοῦτο διὰ νὰ τὴν ἐκδικηθοῦν, ἐπειδὴ τοὺς εἶχε κάμει μάγια, καὶ δὲν ἐπήγαιναν καλὰ οἱ δουλειές των. Ἐπὶ τρεῖς μῆνας ἐσχόλαζον ἐν ἀργίᾳ, καὶ δὲν ἠμπόρεσαν νὰ κάμουν τίποτε πλιάτσικο, οὔτε ἀπὸ Τούρκους, οὔτε ἀπὸ χριστιανούς. Οὔτε ἡ Κυβέρνησις τῆς Κορίνθου τοὺς εἶχε στείλει κανὲν βοήθημα.

Τὴν εἶχαν κυνηγήσει τὸν κατήφορον, ἀπὸ τὴν κορυφὴν τ᾽ Ἁι-Θανασοῦ, εἰς τὸ ὀροπέδιον τοῦ Προφήτου Ἠλία, μὲ τὰς πελωρίας πλατάνους καὶ τὴν πλουσίαν βρύσιν, κ᾽ ἐκεῖθεν εἰς τὸ Μεροβίλι, στὸ πλάγι τοῦ βουνοῦ, ἀνάμεσα εἰς τὰ ὀρμάνια καὶ τοὺς λόγγους. Αὐτὴ ἐδοκίμασε νὰ κρυφθῇ εἰς μίαν λόχμην βαθεῖαν, πλὴν ἐκεῖνοι δὲν ἐγελάσθησαν. Ὁ θροῦς τῶν φύλλων καὶ τῶν κλάδων, ὁ ἴδιος τρόμος της, ὅστις μετέδιδε τρομώδη κίνησιν εἰς κλῶνας καὶ θάμνους, τὴν ἐπρόδωκεν. Ἤκουσε τότε ἀγρίαν φωνήν:

―Ἄχ! μωρὴ τσούπα*, καὶ σ᾽ ἐπιάσαμε!

Αὐτὴ ἀνεπήδησε τότε μέσ᾽ ἀπὸ τοὺς θάμνους, κ᾽ ἔτρεξεν ὡς φοβισμένη τρυγὼν μὲ τὸ πτερύγισμα τῶν λευκῶν πλατειῶν χειρίδων της. Δὲν ἦτο πλέον ἐλπὶς νὰ γλυτώσῃ. Ἄλλοτε, τὴν πρώτην φορὰν ὅτε τὴν εἶχον κυνηγήσει, εἶχε κατορθώσει νὰ κρυφθῇ, κάτω εἰς τὸ Πυργί, ἐπειδὴ τὸ μέρος ἐκεῖνο εἶχε πολλὰ μονοπάτια. Ἐδῶ, στὸ Μεροβίλι, δὲν ὑπῆρχον δρομίσκοι καὶ λαβύρινθοι, ἀλλὰ μόνον συστάδες δένδρων καὶ λόχμαι ἀπάτητοι. Ἡ τότε νεαρὰ Δελχαρώ, ἡ μήτηρ τῆς Φραγκογιαννοῦς, ἐπήδα ὡς δορκὰς ἀπὸ θάμνου εἰς θάμνον, ἀνυπόδητος, ἐπειδὴ πρὸ πολλοῦ εἶχε πετάξει τὰς ἐμβάδας της ἀπὸ τοὺς πόδας, ὄπισθέν της, ―τὴν μίαν τῶν ὁποίων εἶχεν ἀναλάβει ὡς λάφυρον ὁ εἷς ἐκ τῶν διωκτῶν― καὶ τ᾽ ἀγκάθια ἐχώνοντο εἰς τὰς πτέρνας της, τῆς ἔσχιζον κ᾽ αἱμάτωνον τοὺς ἀστραγάλους καὶ ταρσούς. Τότε, ἐν τῇ ἀπελπισίᾳ, τῆς ἦλθε μία ἔμπνευσις.

Ἐκεῖθεν τοῦ λόγγου, εἰς τὸ πλάγι τοῦ βουνοῦ, ἦτον εἷς καὶ μόνος καλλιεργημένος ἐλαιών, καλούμενος ὁ Πεῦκος τοῦ Μωραΐτη. Ὁ γερο-Μωραΐτης, ὁ πάππος τοῦ κτήτορος, εἶχε μεταναστεύσει ἀπὸ τὸν Μιστρᾶν εἰς τὸν τόπον αὐτόν, περὶ τὰ τέλη τοῦ ἄλλου αἰῶνος ― κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς Αἰκατερίνης καὶ τοῦ Ὀρλώφ. Ὁ φημισμένος πεῦκος ἵστατο εἰς τὸ μέσον τῶν ἐλαιῶν, ὡς γίγας μεταξὺ νάνων. Τὸ χιλιετὲς δένδρον ἦτον σκαφιδιασμένον κοντὰ εἰς τὴν ρίζαν, κάτω, εἰς τὸν γιγαντιαῖον κορμόν, τὸν ὁποῖον δὲν ἠμποροῦσαν ν᾽ ἀγκαλιάσουν πέντε ἄνδρες. Οἱ βοσκοὶ καὶ οἱ ἁλιεῖς τὸν εἶχαν σκαφιδιάσει, τοῦ εἶχαν σκάψει τὴν καρδίαν, τοῦ εἶχαν κοιλάνει τὰ ἔγκατα, διὰ νὰ λάβωσιν ἐκεῖθεν ἄφθονον δᾷδα. Καὶ μὲ τὴν φοβερὰν πληγὴν εἰς τὰς ἶνας, εἰς τὰ σπλάγχνα του, ὁ πεῦκος ἐπέζησεν ἄλλα τρία τέταρτα αἰῶνος, μέχρι τοῦ 1871. Κατὰ Ἰούλιον τοῦ ἔτους ἐκείνου, μέγαν τοπικὸν σεισμὸν ᾐσθάνθησαν οἱ κατοικοῦντες, εἰς ἀπόστασιν μιλίων, κάτω εἰς τὴν παραθαλασσίαν. Τὴν νύκτα ἐκείνην κατέρρευσεν ὁ γίγας.

Εἰς τὸ κοίλωμα ἐκεῖνο, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἠδύναντο νὰ καθίσωσιν ἀνέτως δύο ἄνθρωποι, ἔτρεξε νὰ κρυβῇ ἡ τότε νεόνυμφος Δελχαρώ, ἡ μήτηρ τῆς σημερινῆς Φραγκογιαννοῦς. Τὸ μέσον ἦτο ἄπελπι, καὶ σχεδὸν παιδαριῶδες. Ἐκεῖ δὲν ἐκρύπτετο ἄλλως, εἰμὴ κατὰ φαντασίαν, μὲ παιδικὸν τρόπον, ὅπως παίζουσι τὸν κρυφτόν. Οἱ διῶκται βεβαίως θὰ τὴν ἔβλεπον, θ᾽ ἀνεκάλυπτον τὸ καταφύγιόν της. Μόνον ἐκ τῶν νώτων ἦτο ἀόρατος, ἀλλ᾽ ὄχι κατὰ πρόσωπον. Ἅμα οἱ τρεῖς κλέφται ἔφθανον πέραν τοῦ πεύκου, θὰ τὴν ἔβλεπον ὡς καρφωμένην ἐκεῖ.

Οἱ τρεῖς ἄνδρες ἔτρεξαν, τὸ ἐπροσπέρασαν, κ᾽ ἐξηκολούθησαν νὰ τρέχουν. Οἱ δύο ἐξ αὐτῶν οὐδ᾽ ἐστράφησαν ὀπίσω νὰ ἰδοῦν. Ἐφαντάζοντο ὅτι ἡ «τσούπα» ἔτρεχεν ἐμπρός. Μόνον τὴν τελευταίαν στιγμήν, ὁ τρίτος ἐστράφη, ὁπωσοῦν σκοτισμένος, πρὸς τὰ ὀπίσω, καὶ ἐκοίταξε παντοῦ ἀλλοῦ, ὄχι ὅμως εἰς τὸν κορμὸν τοῦ πεύκου. Ἔβλεπε καὶ τὸν πεῦκον συλλήβδην, μὲ τ᾽ ἄλλ᾽ ἀντικείμενα, χωρὶς νὰ φαντάζεται ὅτι ὁ κορμός του εἶχε κοιλίαν, καὶ ὅτι ἐντὸς τῆς κοιλίας ἐκρύπτετο ἄνθρωπος. Καὶ ἂν ἐγνώριζε, καὶ ἂν ἠγνόει τὸ κοίλωμα τοῦ γιγαντιαίου κορμοῦ, ἐκείνην τὴν στιγμὴν δὲν ἐπέρασεν ἀπὸ τὸν νοῦν του. Ἐκοίταζε νὰ ἰδῇ μὴ ἀνακαλύψῃ που τὸ χάσμα τῆς γῆς, τὸ ὁποῖον θὰ τὴν εἶχε καταπίει ἐξ ἅπαντος ― διότι καμμία πτυχὴ γῆς ὁρατὴ δὲν ὑπῆρχεν ὅπου νὰ κρυβῇ τις. Αἱ Δρυάδες, αἱ νύμφαι τῶν δασῶν, τὰς ὁποίας αὐτὴ ἴσως ἐπεκαλεῖτο εἰς τὰς μαγείας της, τὴν ἐπροστάτευσαν, ἐτύφλωσαν τοὺς διώκτας της, ἔρριψαν πρασινωπὴν ἀχλύν, χλοερὸν σκότος, εἰς τοὺς ὀφθαλμούς των ― καὶ δὲν τὴν εἶδον.

Ἡ νεαρὰ γυνὴ ἐσώθη ἀπὸ τοὺς ὄνυχάς των. Καὶ ὅλον τὸν καιρὸν ὕστερον ἐξηκολούθησε νὰ κάμνῃ μάγια, μάγια ἐναντίον τῶν κλεφτῶν, καὶ νὰ φέρνῃ εἰς αὐτοὺς πολλὰ «κεσάτια», ὥστε πουθενὰ πλέον δὲν ὑπῆρχε πλιάτσικο ― ἑωσότου, ἔδωκεν ὁ Θεὸς καὶ ἡσύχασαν τὰ πράγματα, καὶ ὁ Σουλτάνος Μαχμοὺτ ἐχάρισε, καθὼς λέγουν, τὰ «Διαβολονήσια» εἰς τὴν Ἑλλάδα, κ᾽ ἔκτοτε ἔπαυσαν νὰ εἶναι ἀσύδοτα. Τὴν πλιατσικολογίαν διεδέχθη ἡ φορολογία, καὶ ἔκτοτε ὅλος ὁ περιούσιος λαὸς ἐξακολουθεῖ νὰ δουλεύῃ διὰ τὴν μεγάλην κεντρικὴν γαστέρα, τὴν «ὦτα οὐκ ἔχουσαν».

*
* *

Ἡ Χαδούλα ἡ Φράγκισσα, ἂν καὶ πολὺ μικρά, ἦτον γεννημένη τότε, καὶ τὰ ἐνθυμεῖτο ὅλ᾽ αὐτά, τὰ ὁποῖα διηγεῖτο ἀργότερα ἡ μάννα της. Ὕστερον, ὅταν ἐμεγάλωσε, κ᾽ ἔγινε δεκαεπτὰ χρόνων, καὶ εἰρήνευσαν ὁπωσοῦν τὰ πράγματα, κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ Κυβερνήτου, τὴν ὑπάνδρευσαν οἱ γονεῖς της, καὶ τῆς ἔδωκαν ἄνδρα τὸν Γιάννην τὸν Φράγκον, ἐκεῖνον τὸν ὁποῖον ἡ σύζυγός του ἐπωνόμασεν ἀργότερον «τὸν Σκοῦφον» καὶ «τὸν Λογαριασμόν».

Τὰ δύο ταῦτα παραγκώμια δὲν τοῦ τὰ εἶχε δώσει ἄνευ λόγου ἡ σύζυγός του, ἡ Χαδούλα. Σκοῦφον τὸν εἶχεν ὀνομάσει, ἀκόμη πρὶν τὸν ὑπανδρευθῇ, ὅταν τὸν εἰρωνεύετο συνήθως, μὲ τὴν παρθενικὴν πονηρίαν της ―χωρὶς νὰ προγνωρίζῃ ὅτι αὐτὸς θὰ ἦτον ἡ τύχη της καὶ ὁ καλός της― ἐπειδή, ἀντὶ φεσίου, ἐφόρει εἶδος μακροῦ σκούφου, τεφροκοκκίνου, μὲ κοντὴν φούνταν. «Λογαριασμὸν» τὸν ὠνόμασεν ἀργότερα, ἀφοῦ τὸν ὑπανδρεύθη, ἐπειδὴ συνήθιζε πολλάκις τὴν φράσιν, «αὐτὸς εἶν᾽ ὁ λογαριασμός», καὶ διότι, ἄλλως, δὲν ἠδύνατο ὀρθῶς νὰ λογαριάσῃ οὔτε ποσὸν δι᾽ ὀλίγους παράδες, οὔτε δύο ἡμεροκάματα. Ἂν ἔλειπεν αὐτή, θὰ τὸν ἐγελοῦσαν καθημερινῶς· ποτὲ δὲν θὰ τοῦ ἔδιδαν σωστὸν τὸν κόπον του εἰς τὰ πλοῖα, εἰς τὸ καρινάγιο ἢ εἰς τὸν ἀρσανάν, ὅπου εἰργάζετο ὡς μαραγκὸς ἢ ὡς καλαφάτης.

Εἶχεν ὑπάρξει ἐπὶ μακρὸν χρόνον μαθητὴς καὶ κάλφας τοῦ πατρός της, ἐξασκοῦντος τὴν ἰδίαν τέχνην. Ὅταν τὸν εἶδεν ὁ γέρων τόσον ἁπλοϊκόν, ὀλιγαρκῆ καὶ μετριόφρονα, τὸν ἐξετίμησε, καὶ ἀπεφάσισε νὰ τὸν κάμῃ γαμβρόν. Ὡς προῖκα τοῦ ἔδωκε μίαν οἰκίαν ἔρημον, ἑτοιμόρροπον, εἰς τὸ παλαιὸν Κάστρον, ὅπου ἐκατοικοῦσαν ἕνα καιρὸν οἱ ἄνθρωποι, πρὸ τοῦ 21. Τοῦ ἔδωκε κ᾽ ἕνα ὀνόματι Μποστάνι, τὸ ὁποῖον εὑρίσκετο ἀκριβῶς ἔξω τοῦ ἐρήμου Κάστρου, ἐπί τινος κρημνώδους ἀκτῆς, καὶ ἀπεῖχε τρεῖς ὥρας ἀπὸ τὴν σημερινὴν πολίχνην. Ὁμοίως κ᾽ «ἕνα πινάκι* χωράφι», ἓν ἀγριοχώραφον, τὸ ὁποῖον ἀμφεσβήτει ὁ γείτονας ὡς ἰδικόν του· οἱ δὲ ἄλλοι γείτονες ἔλεγον ὅτι καὶ τὰ δύο χωράφια διὰ τὰ ὁποῖα ἐμάλωναν οἱ δύο ἦσαν καταπατημένα, καὶ ἦσαν «καλογερικά», ἀνήκοντα εἰς μίαν διαλυθεῖσαν Μονήν. Τοιαύτην προῖκα ἔδωκεν ὁ γερο-Σταθαρὸς εἰς τὴν θυγατέρα του. Ἄλλως αὕτη ἦτο μοναχοκόρη. Διὰ τὸν ἑαυτόν του, τὴν συμβίαν καὶ τὸν υἱόν του, εἶχε κρατήσει τὰς δύο νεοδμήτους οἰκίας εἰς τὴν νέαν πόλιν, τὰ δύο ἀμπέλια πλησίον ταύτης, δύο ἐλαιῶνας, καὶ ὀλίγα χωράφια ― καὶ ὅσα μετρητὰ εἶχεν.

*
* *

Ἕως ἐδῶ εἶχαν φθάσει αἱ ἀναμνήσεις τῆς Φραγκογιαννοῦς, τὴν νύκτα ἐκείνην. Ἦτον ἡ ἑνδεκάτη ἑσπέρα ἀπὸ τοῦ τοκετοῦ τῆς κόρης της. Τὸ θυγάτριον εἶχεν ὑποτροπιάσει πάλιν, κ᾽ ἔπασχε δεινῶς. Εἶχεν ἔλθει ἄρρωστον εἰς τὸν κόσμον. Ἀπὸ τὴν κοιλίαν τῆς μητρός του, ἡ φθορὰ τὸ εἶχε παρακολουθήσει… Τὴν στιγμὴν ἐκείνην, σπασμωδικὸς βήχας ἠκούσθη, καὶ τὰ ξυπνητὰ ὄνειρα, αἱ ἀναμνήσεις, διεκόπησαν. Ἐκινήθη ἐπὶ τῆς πενιχρᾶς στρωμνῆς, ὅπου ἦτο ἀνακεκλιμένη, ἔκυψεν ἐπὶ τοῦ παιδίου, κ᾽ ἐπροσπάθησε νὰ δώσῃ εἰς αὐτὸ πρόχειρον βοήθειαν. Ἐπλησίασεν εἰς τὸ φῶς τοῦ λύχνου μικρὰν φιάλην. Ἐδοκίμασε νὰ δώσῃ μίαν κουταλιάν, εἰς τὰ χείλη τοῦ μωροῦ. Τὸ μικρὸν ἐγεύθη τὸ ρευστόν, καὶ μετὰ μίαν στιγμὴν πάλιν τὸ ἐξέρασε.

Ἡ λεχώνα ἐκινήθη ἐπὶ τῆς χαμηλῆς καὶ στενῆς κλίνης. Φαίνεται ὅτι δὲν ἐκοιμᾶτο καλά. Ἦτο μόνον ναρκωμένη, καὶ εἶχε κλειστὰ τὰ βλέφαρα. Ἤνοιξε τὰ ὄμματα, ἀνεσηκώθη δύο ἢ τρεῖς δακτύλους ἄνω τοῦ προσκεφάλου, καὶ ἠρώτησε:

― Πῶς πάει, μάννα;

― Πῶς νὰ πάῃ!… εἶπεν αὐστηρῶς ἡ γραῖα· ἡσύχασε τώρα, καὶ σύ!… Τί θὰ κάμῃ!… δὲν θὰ βήξῃ;

― Πῶς τὸ βλέπεις, μάννα;

― Πῶς νὰ τὸ ἰδῶ;… Μωρὸ παιδὶ εἶναι… νά, ποὺ ἦρθε στὸν κόσμο κι αὐτό!… ἐπρόσθεσε μὲ στρυφνὸν καὶ ἀλλόκοτον ἦθος ἡ γραῖα.

Καὶ μετ᾽ ὀλίγον ἡ λεχώνα ἀπεκοιμήθη ἡσυχώτερα. Ἡ γραῖα μόλις ἔκλεισεν ὀλίγον τὰ ὄμματα τὴν ὥραν τοῦ ὄρθρου, μετὰ τὸ τρίτον λάλημα τοῦ πετεινοῦ. Ἐξύπνησεν ἀπὸ τὴν φωνὴν τῆς κόρης της, τῆς Ἀμέρσας, ἥτις ἦλθε λίαν πρωὶ ἀπὸ τὸν μικρὸν οἰκίσκον, τὸν γειτονικόν, ἀνυπομονοῦσα νὰ μάθῃ πῶς εἶναι ἡ λεχώνα καὶ τὸ μωρόν, καὶ πῶς εἶχε περάσει τὴν νύκτα ἡ μάννα της.

Ἡ Ἀμέρσα, ἡ δευτερότοκος, ἦτον ἀνύπανδρη, γεροντοκόρη ἤδη, ἀλλὰ προκομμένη πολύ, «μορφοδούλα»*, ὀνομαστὴ δὲ ὑφάντρια· ἦτον μελαψή, ὑψηλή, ἀνδρώδης, ― καὶ τὰ προικιά της καὶ τὰ στολίδια τὰ κεντητά, τὰ ὁποῖα μόνη της εἶχε κατασκευάσει, εὑρίσκοντο κλεισμένα ἀπὸ χρόνων πολλῶν εἰς μεγάλην ἄκομψον κασσέλαν, καὶ τὰ ἔτρωγεν ὁ σκόρος καὶ τὸ σαράκι.

― Καλημέρα!… Πῶς εἶστε;… Πῶς περάσατε;

―Ἐσύ ᾽σαι, Ἀμέρσα;… Νά, πέρασε κι αὐτὴ ἡ νύχτα.

Ἡ γραῖα μόλις εἶχεν ἐξυπνήσει, κ᾽ ἔτριβε τὰ ὄμματα τραυλίζουσα. Ἠκούσθη θόρυβος εἰς τὸ πλαγινὸν μικρὸν χώρισμα. Ἦτον ὁ Νταντὴς ὁ Τραχήλης, ὁ σύζυγος τῆς λεχώνας, ὅστις ἐκοιμᾶτο ἐκεῖθεν τοῦ λεπτοῦ ξυλοτοίχου, παραπλεύρως ἑνὸς ἄλλου κορασίου κ᾽ ἑνὸς παιδίου μικρᾶς ἡλικίας, καὶ εἶχεν ἐξυπνήσει τὴν στιγμὴν ἐκείνην. Ἐμάζευε τὰ ἐργαλεῖά του ― σκεπάρνια, πριόνια, ροκάνια, καὶ ἡτοιμάζετο νὰ ὑπάγῃ στὸν ταρσανάν, ν᾽ ἀρχίσῃ τὸ μεροκάματον.

―Ἀκοῦς, τί σαμαντὰ κάνει! εἶπεν ἡ γραῖα. Δὲν μπορεῖ νὰ μαζώξῃ τὰ σιδερικά του, χωρὶς ν᾽ ἀκουστῇ. Ὅποιος τὸν ἀκούει, θαρρεῖ τί γίνεται!…

― «Γύφτικο σπίτι καίεται», εἶπεν εἰρωνικῶς γελῶσα ἡ Ἀμέρσα.

Ὁ θόρυβος τῶν ἐργαλείων, τὰ ὁποῖα ὁ Νταντής, χωρὶς νὰ εἶναι ὁρατός, ὄπισθεν τοῦ ξυλοτοίχου, ἔρριπτεν ἀνὰ ἓν μέσα στὸ ζεμπίλι του ―σκεπάρνια, πριόνια, τριβέλια, κτλ.― ἐξύπνησε καὶ τὴν λεχώ, τὴν γυναῖκά του.

― Τ᾽ εἶναι μάννα;

― Τί νὰ εἶναι!… Ὁ Κωνσταντὴς ρίχνει τὰ σύνεργά του μὲς στὸ ζεμπίλι!… εἶπε μετὰ στεναγμοῦ ἡ γραῖα.

― «Καὶ βιὸ λογαριάζεις;»… συνεπλήρωσε τὴν παροιμίαν ἡ Ἀμέρσα.

Ἠκούσθη τότε ἡ φωνὴ τοῦ Κωνσταντῆ ὄπισθεν τοῦ μικροῦ διαφράγματος.

― Ξυπνήσατε, πεθερά;… ἔλεγε· πῶς περάσατε;

― Πῶς νὰ περάσωμε!… «Σὰν τὴν κόττα στὸ μύλο…» Ἔλα νὰ πιῇς τὸ ρακί σου.

Ὁ Νταντὴς ἐφάνη εἰς τὴν θύραν τοῦ χειμερινοῦ θαλάμου. Ἦτο εὐρύστερνος, μὲ ἄχαριν τὸν κορμόν, «ἀίσκιωτος»*, ὅπως ἔλεγεν ἡ γραῖα πενθερά του, καὶ σχεδὸν σπανός. Ἡ γραῖα ἔδειξεν εἰς τὴν Ἀμέρσαν τὴν μικρὰν φιάλην μὲ τὸ ρακί, εἰς τὸ μικρὸν ράφι ἄνωθεν τῆς ἑστίας, καὶ τῆς ἔνευσε νὰ βάλῃ στὸ ποτηράκι, διὰ νὰ πιῇ ὁ Κωνσταντής.

― Δὲν ἔχει κανένα σῦκο;… ἠρώτησε οὗτος, ἅμα ἔλαβε τὸ ρακοπότηρον ἀπὸ τὴν χεῖρα τῆς γυναικαδέλφης του.

― Ποῦ νὰ βρεθῇ τέτοιο πρᾶμα!… εἶπεν ἡ γραῖα Χαδούλα. «Σαράντα σταχτοκούλουρα» μᾶς χρειάζοντ᾽ ἐδῶ, ἐπρόσθεσεν, ἐννοοῦσα τὴν σπατάλην ἥτις συνήθως γίνεται κ᾽ εἰς τὰ πτωχότερα σπίτια, ἐν καιρῷ ἐνσκήψεως τοιούτου «αἰσίου γεγονότος», ὁποῖον εἶναι καὶ ἡ γέννησις κόρης.

― Θέλεις ἐσὺ γαμπρὸ μὲ μάτια; εἶπεν ἐνθυμηθεῖσα ἄλλην παροιμίαν ἡ γυναικαδέλφη του, ἡ Ἀμέρσα.

― Τουλόου σ᾽ μὴν τὸν θέλῃς τὸν σαστικό* σου νά ᾽ναι στραβός; εἶπε χωρὶς νὰ πειραχθῇ, ὁ Νταντής… Ἐβίβα! Καλὴ σαράντιση!

Κ᾽ ἔπιεν ἀπνευστὶ τὸ μικρὸν ποτήριον.

― Καλό σας βράδυ!

Ἐφορτώθη τὴν ζεμπίλαν, κ᾽ ἐπῆγε διὰ τὸν ταρσανάν.

 

Γ’

Οὕτω εἶχον διαρρεύσει πολλαὶ νύκτες ἀπὸ τοῦ τοκετοῦ τῆς Δελχαρῶς τῆς Τραχήλαινας. Ἀφοῦ τὸ μικρὸν ἐβαπτίσθη, καὶ ὠνομάσθη Χαδούλα, μὲ τ᾽ ὄνομα τῆς μάμμης του ―τὸ ὁποῖον ἔκαμεν ἐκείνην νὰ μορφάζῃ σείουσα τὴν κεφαλήν, καὶ νὰ ψιθυρίζῃ «μὴν τύχῃ καὶ χαθῇ τ᾽ ὄνομα!»― πάλιν ἡ γραῖα ἠγρύπνει, ἂν καὶ τὸ μωρὸν ἐφαίνετο νὰ εἶναι ὁπωσοῦν καλύτερα. Ἄλλως ἡ ἀγρυπνία ἦτο ἐν τῇ φύσει καὶ τῇ ἰδιοσυγκρασίᾳ τῆς Φραγκογιαννοῦς, ἥτις ἐσκέπτετο χίλια πράγματα, καὶ εἶχε τὸν ὕπνον δύσκολον. Οἱ λογισμοὶ καὶ αἱ ἀναμνήσεις της, ἀμαυραὶ εἰκόνες τοῦ παρελθόντος, ἤρχοντο ἀλλεπάλληλοι ὡς κύματα μέσα εἰς τὸν νοῦν της, πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν τῆς ψυχῆς της.

Εἶχε καρπογονήσει, λοιπόν, ἡ Χαδούλα τόσα τέκνα, καὶ εἶχε κτίσει μικρὸν ὀσπίτιον διὰ νὰ κατοικήσῃ. Ὅσον ηὔξανεν ἡ οἰκογένεια, τόσον ηὔξανον καὶ τὰ «φαρμάκια». Ναί, ἀπὸ τὰς ἰδίας οἰκονομίας της εἶχεν ἀποκτήσει τὴν μικρὰν οἰκίαν ἡ Γιαννού, καὶ ὄχι ἀπὸ τὰ περισσεύματα τοῦ συζύγου της. Ὁ μαστρο-Γιάννης ὁ Σκοῦφος, ἢ ὁ «Λογαριασμός», δὲν ἤξευρε, πράγματι, νὰ λογαριάσῃ καλὰ οὔτε πόσα μεροκάματα εἶχε δουλέψει, οὔτε πόσα κάνουν τέσσαρα ἢ πέντε ἢ ἓξ μεροκάματα τῆς ἑβδομάδος πρὸς μίαν καὶ 75 ἢ μίαν καὶ 80 ― διότι τόσα ἔπαιρνεν ὡς τρίτης τάξεως μαραγκός. Ὅταν ἐνίοτε, ὡς καλαφάτης, ἐπληρώνετο πρὸς 2.35 ἢ 2.40, πάλιν δὲν ἤξευρε νὰ τὰ λογαριάσῃ.

Μόνον τοῦ ἤρεσκε νὰ τὰ πίνῃ, σχεδὸν ὅλα, τὴν Κυριακήν. Πλὴν εὐτυχῶς ἡ σύζυγός του εἶχε λάβει τὰ μέτρα της, κ᾽ ἔπαιρνεν αὐτὴ τὰ λεπτὰ στὰ χέρια της τὸ Σάββατον τὸ βράδυ. Ἢ τὰ εἰσέπραττε κατ᾽ εὐθεῖαν ἀπὸ τὸν πρωτομάστορην, ὄχι ἄνευ ἔριδος καὶ δυσκολίας ― ἐπειδὴ ὁ πρωτομάστορης δὲν ἤθελε νὰ τῆς τὰ δώσῃ προτιμῶν νὰ τὰ ἐγχειρίσῃ εἰς τὸν μαστρο-Γιάννην τὸν ἴδιον, ἀπὸ τὸν ὁποῖον μάλιστα ἐκράτει, καθὼς καὶ ἀπ᾽ ὅλους τοὺς ἄλλους, δέκα ἢ δεκαπέντε λεπτὰ ὡς ἔκτακτα ποσοστά, λέγων «ἔχω κορίτσια, βρὲ ἀδερφέ, ἔχω κορίτσια!». Ἀλλ᾽ ἡ Φραγκογιαννοὺ ποῦ νὰ γελασθῇ! Αὐτὴ τοῦ ἔδιδε τὴν μόνην λογικὴν καὶ τὴν μόνην πρέπουσαν ἀπάντησιν: «Ἐσὺ μονάχα ἔχεις κορίτσια, μάστορη; Ὁ ἄλλος κόσμος δὲν ἔχουν;»

Ἤ, ἂν δὲν κατώρθωνε νὰ τὰ λάβῃ ἡ ἰδία ἀπὸ τὸν ἀρχιναυπηγόν, ἡ Γιαννοὺ τὰ ἥρπαζε, «σὰ χωρατά, σὰν ἀλήθεια», ἀπὸ τὰς χεῖρας τοῦ συζύγου της, ἀφοῦ ἐφρόντιζε πρῶτον νὰ τὸν «καλοκαρδίσῃ» καὶ νὰ τὸν φέρῃ εἰς τὴν κατάλληλον ψυχολογικὴν θέσιν. Ἤ, τέλος, τὸν ἄφηνε νὰ κοιμηθῇ μισοζαλισμένος, καὶ τὰ ἔκλεπτεν ἀπὸ τὰ φορέματά του, τὴν νύκτα τοῦ Σαββάτου. Μόνον, τὴν Κυριακὴν πρωί, τοῦ ἔδιδε διὰ «χαρτζιλίκι» 40 ἢ πενῆντα λεπτά.

Λοιπὸν εἶχε κτίσει τὸν οἰκίσκον ἀπὸ τὰς οἰκονομίας της, ἀλλὰ ποία ἦτο ἡ πρώτη βάσις τοῦ μικροῦ ἐκείνου κεφαλαίου; Τὴν ὥραν ταύτην, κατὰ τὴν νύκτα τῆς ἀγρυπνίας, διὰ πρώτην φορὰν τὸ ἐξωμολογεῖτο καθ᾽ ἑαυτήν. Ποτὲ δὲν τὸ εἶχεν εἰπῆ οὔτε εἰς τὸν πνευματικόν της, εἰς τὸν ὁποῖον ἄλλως πολὺ μικρὰ πράγματα ἔλεγεν· ἀκριβῶς ἐκεῖνα μόνον τὰ συνήθη ἁμαρτήματα, ὅσα ἐκεῖνος ἤξευρε προτοῦ νὰ τὰ εἴπῃ αὐτή· δηλαδὴ κακολογίαν, θυμούς, γυναικείας κατάρας καὶ τὰ τοιαῦτα. Ποτὲ δὲν τὸ εἶχεν ὁμολογήσει εἰς τὴν μητέρα της, ἐφ᾽ ὅσον ἔζη ἐκείνη ― ἥτις ἄλλως ἦτο ἡ μόνη ποὺ τὸ ὑπώπτευε καὶ τὸ ἤξευρε χωρὶς νὰ τῆς τὰ εἴπῃ αὐτή. Ναί, εἶναι ἀληθές, ὅτι ἐμελέτα καὶ εἶχεν ἀπόφασιν νὰ τῆς τὰ εἴπῃ κατὰ τὰς τελευταίας στιγμάς της. Πλὴν δυστυχῶς ἡ γραῖα, πρὶν ἀποθάνῃ, συνέβη νὰ βωβαθῇ καὶ νὰ κωφαθῇ καὶ νὰ μείνῃ ἀναίσθητη «σὰν πρᾶμα», ὅπως περιέγραφε τὴν κατάστασιν ταύτην ἡ κόρη της, κ᾽ ἔτσι δὲν ἐδόθη εὐκαιρία νὰ τῆς ὁμολογήσῃ τὸ πταῖσμά της.

Ἀκόμη ὀλιγώτερον, δὲν τὸ εἶπε ποτὲ εἰς τὸν πατέρα της, οὔτε εἰς τὸν σύζυγόν της. Ἰδοὺ ποῖον ἦτο τὸ μυστικὸν τοῦτο.

Πρὸ τοῦ γάμου της ἡ Χαδούλα εἶχεν ἀρχίσει νὰ κλέπτῃ ἀπ᾽ ὀλίγα ὀλίγα ἐκ τῶν χρημάτων τοῦ πατρός της, ἀπ᾽ ὀλίγους παράδες, ἀπὸ μισὸν γρόσι. Τόσον ὀλίγα, ὥστε σχεδὸν δὲν τὸ ᾐσθάνθη, οὔτε τὸ ὑπώπτευσεν ἐκεῖνος. Μόνον δύο φορὰς εἶχεν ἐννοήσει ὁ ἴδιος ὅτι εἶχε κάμει ἐσφαλμένον τὸν λογαριασμὸν τοῦ μικροῦ θησαυροῦ του. Τὸν θησαυρὸν τοῦτον ἀπέθετεν εἰς μίαν κρύπτην, τὴν ὁποίαν πρὸ πολλοῦ εἶχεν ἀνακαλύψει ἡ γραῖα, μετὰ χρόνον δὲ ἀνεκάλυψε καὶ ἡ κόρη. Τότε πρὸς καιρόν, ἡ Χαδούλα διέκοψε τὰς κλοπάς, διὰ νὰ μὴ δώσῃ λαβὴν μεγαλυτέρας ὑπονοίας εἰς τὸν πατέρα της. Ἀργότερα, πάλιν ἐξανάρχισε νὰ κλέπτῃ περισσότερα, ἀλλὰ δὲν «ἔπιανε χαρτωσιὰ» ἐμπρὸς εἰς τὰς κλοπὰς τῆς μητρός της.

Αὕτη εἶχε κλέψει πολλά, ἀλλὰ μὲ τέχνην καὶ μέθοδον. Ἔκλεπτε τὰ περισσότερα ἀπὸ τὰς ἄλλας ἐπιχειρήσεις, εἰς τὰς ὁποίας εἶχε κατὰ μέγα μέρος τὴν διαχείρισιν, καθὼς ἀπὸ πώλησιν ἐλαίου καὶ οἴνου, προϊόντων τῶν κτημάτων τῆς οἰκογενείας, καὶ ὀλίγα, σχεδὸν ὅσα καὶ ἡ κόρη τους, ἀπὸ τὰ μεροκάματα τοῦ γέρου. Μετὰ χρόνους, ὅταν ἄνοιξαν οἱ δουλειές, κι ὁ γερο-Στάθης ἔγινε μικρο-αρχιναυπηγός ―ἐσκάρωνε βάρκες καὶ καΐκια μοναχός του, βοηθούμενος ἀπὸ τὸν υἱὸν καὶ ἀπὸ τὸν παραγυιόν του, εἰς τὸ προαύλιον της οἰκίας― τότε ἡ γραῖα ἠμπόρεσε νὰ κλέψῃ ἀρκετὰ καὶ ἀπὸ τὰ κέρδη τῆς ναυπηγικῆς τέχνης.

Τελευταῖον, ὀλίγους μῆνας πρὸ τοῦ γάμου της, ἡ Χαδούλα εἶχε κατορθώσει ν᾽ ἀνακαλύψῃ τὴν κρύπτην ὅπου εἶχε τὸ κομπόδεμα ἡ μητέρα της. Εἰς μίαν ὀπὴν τοῦ κατωγείου, ἀνάμεσα εἰς τὰ πιθάρια τὰ μισογεμᾶτα καὶ τὰ βαρέλια τ᾽ ἀδειανά, εὑρίσκετο μία πλατεῖα καὶ μακρὰ λωρὶς μαύρης μανδήλας, ὅπου ἡ γραῖα εἶχε δεμένα «σὰν σκυλιὰ» ἑκατὸν ἑβδομῆντα τόσα ἀργυρᾶ τάλληρα, ἄλλα κολωνᾶτα, ἄλλα ρηγῖνες, καὶ ἄλλα τουρκικά, ὅλα κλεμμένα ἀπὸ τὰ κέρδη τοῦ γέρου καὶ τὰ προϊόντα τῶν κτημάτων. Ἡ κόρη μὲ φαιδρὰν ἔκπληξιν, καὶ μὲ συγκίνησιν τρομώδη, ἐμέτρησε τὰ τάλληρα, τὰ σκυλοδεμένα, καὶ εἶτα τὰ ἔβαλε πάλιν εἰς τὴν ὀπήν των, χωρὶς νὰ τολμήσῃ νὰ τὰ πειράξῃ.

Ἀλλὰ τὴν παραμονὴν τοῦ γάμου, τὸ βράδυ, τὴν ὥραν ποὺ ἐνύχτωνεν ―ὅταν εἶδε τὴν ἐπιμονὴν τῶν γονέων της, νὰ μὴ θέλουν νὰ τῆς δώσουν ἀρκετὴν προῖκα, καὶ εἶδε τὴν ἀπονιὰν τῆς μητρός της― παραφυλάξασα τὴν ὥραν ὁπότε ἡ γραῖα ἐξῆλθε πρὸς στιγμὴν ἀπὸ τὴν οἰκίαν δι᾽ ἓν θέλημα, κατέβη μὲ παλμὸν καρδίας κρυφὰ στὸ κατώγι· ἔψαξε καὶ ἀνεῦρε τὸ κομπόδεμα, τὸ σκυλοδεμένο, καὶ τὸ ἔλυσεν. Αὐτὴν τὴν φορὰν τῆς ἐφάνησαν ὡσὰν ὀλίγα. Καιρὸν δὲν εἶχε νὰ τὰ μετρήσῃ. Ἴσως ἡ γραῖα νὰ εἶχεν ἀφαιρέσει μερικὰ ἐκ τῶν ταλλήρων, καὶ εἶχε κάμει χρῆσιν δι᾽ ἀγνώστους σκοπούς. Τῆς ἦλθεν ἡ ἰδέα νὰ πάρῃ τὸ κομπόδεμα ὅλον, αὐτούσιον μαζὶ μὲ τὴν λωρίδα τῆς παλαιᾶς μανδήλας τῆς μητρός της, ἀλλ᾽ ἐφοβήθη· ἔλαβε μόνον ὀκτὼ ἢ ἐννέα τάλληρα, καταρχάς ― τόσα, ὅσα ἐφαντάζετο ὅτι ἡ ἀπουσία των δὲν θὰ ἐπέφερε μεγάλην διαφορὰν εἰς τὸν ὄγκον καὶ δὲν θὰ ἦτο ἀμέσως ἐπαισθητή, εἶτα ἔκαμε νὰ τὸ δέσῃ· ἀκολούθως πάλιν τὸ ἤνοιξε, ἔλαβεν ἄλλα πέντε ἢ ἕξ, τὸ ὅλον δεκαπέντε. Κατόπιν πάλιν, ἐνῷ τὸ ἔδενε, ἐκ νέου ἔκαμε κίνημα νὰ τὸ λύσῃ, μὲ σκοπὸν νὰ πάρῃ ἄλλα δύο ἢ τρία ἀκόμη. Αἴφνης τότε ἤκουσε τὸ βῆμα τῆς μητρός της ἔξω. Βιαστικὰ ἔδεσε τὸ κομπόδεμα, καὶ τὸ ἔβαλεν εἰς τὴν θέσιν του.

Ὀλίγας ἡμέρας μετὰ τὸν γάμον, ἡ γραῖα ἀνεκάλυψε τὴν κλοπήν. Ἀλλὰ δὲν ἠθέλησε νὰ εἴπῃ τίποτε εἰς τὴν κόρην της. Ἔμεινεν εὐχαριστημένη διότι ἐκείνη δὲν τὰ ἐπῆρεν ὅλα. «Στραβωμάρα εἶχεν!» εἶπε μεταξὺ τῶν ὀδόντων της.

Τὸ ποσὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἡ Χαδούλα εἶχε κλέψει κατὰ καιροὺς ἀπὸ τοὺς γονεῖς της, ἀνερχόμενον περίπου εἰς τετρακόσια γρόσια, τὸ νόμισμα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἔκρυπτεν ἐπὶ τόσα ἔτη ἐπιμελῶς. Ἀλλὰ διὰ νὰ κτίσῃ τὴν οἰκίαν, τὸ ηὔξησε μὲ τὴν ἱκανότητά της. Ἦτον βεβαίως ἐργατικὴ καὶ ἐπιδεξία. Ὅσον τῆς ἐπέτρεπον αἱ μέριμναι τῆς ἀνατροφῆς τόσων ἀλλεπαλλήλων τέκνων, ἐξενοδούλευε. Πλήν, εἰς τοὺς μικροὺς τόπους «δὲν ὑπάρχουσιν εἰδικοί, ἀλλὰ πολυτεχνῖται» καὶ ὅπως ἕνας μπακάλης κωμοπόλεως εἶναι συγχρόνως καὶ ἔμπορος ψιλικῶν, καὶ φαρμακοπώλης, ἀλλὰ καὶ τοκογλύφος, οὕτω καὶ μία καλὴ ὑφάντρια, ὁποία ἦτο ἡ Φραγκογιαννού, οὐδὲν ἐκώλυε νὰ κάμνῃ συγχρόνως καὶ τὴν μαμμὴν ἢ τὴν ψευδογιάτρισσαν, καὶ ἄλλα ἐπαγγέλματα ἀκόμη νὰ ἐξασκῇ, ἤρκει νὰ εἶναι ἐπιτηδεία. Καὶ ἡ Φραγκογιαννοὺ ἦτο ἐπιτηδειοτάτη μεταξὺ ὅλων τῶν γυναικῶν.

Ἔδιδε βότανα, ἔκαμνε κηραλοιφάς*, ἐξετέλει ἐντριβάς, ἐθεράπευε τὴν βασκανίαν, παρεσκεύαζε φάρμακα διὰ τὰς πασχούσας, διὰ τὰς χλωρωτικὰς καὶ ἀναιμικὰς κόρας, διὰ τὰς ἐγκύους καὶ τὰς λεχούς, καὶ τὰς ἐκ μητρικῶν ἀλγηδόνων πασχούσας. Μὲ τὸ καλάθιον ὑπὸ τὸν ἀγκῶνα τῆς ἀριστερᾶς χειρός, ἀκολουθουμένη ἀπὸ τὰ δύο τελευταῖα τέκνα της, τὸν Δημητράκην, ὀκτὼ ἐτῶν, καὶ τὴν Κρινιώ, ἑξαέτιδα, ἐξήρχετο εἰς τοὺς ἀγρούς, ἀνέβαινεν εἰς τὰ ὄρη, διέτρεχε φάραγγας, κοιλάδας καὶ ρεύματα, ἔψαχνε νὰ εὕρῃ τὰ βότανα, ὅσα αὐτὴ ἐγνώριζε ―τὴν ἀγριοκρομμύδα, τὴν δρακοντιά*, τὸ τρίμερο*, καὶ ἄλλ᾽ ἀκόμη― τὰ ἔκοπτεν ἢ τὰ ἐξερρίζωνεν, ἐγέμιζε τὸ καλάθιόν της, κ᾽ ἐπέστρεφε τὸ βράδυ εἰς τὴν οἰκίαν.

Μὲ αὐτὰ τὰ βότανα κατεσκεύαζε διάφορα μαντζούνια, τὰ ὁποῖα ἐσύσταινεν ὡς ἀλάνθαστα ἰατρικὰ κατὰ τῶν χρονίων πόνων, τοῦ στήθους, τῆς κοιλίας, τῶν ἐντέρων κτλ. Τῇ βοηθείᾳ ὅλων αὐτῶν τῶν μέσων, ὀλίγα κερδίζουσα, ἀλλ᾽ οἰκονόμος, κατώρθωσε, μὲ τὸν καιρόν, νὰ κτίσῃ τὴν μικρὰν φωλεάν της. Ἀλλ᾽ οἱ νεοσσοὶ εἶχαν ἀρχίσει νὰ ξεπετοῦν ἤδη, νὰ φεύγουν εἰς τὰ ξένα!

Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ὁ πρῶτος υἱός της, εἰκοσαέτης ἤδη, ὁ Σταθαρός, εἶχε ξενιτευθῆ εἰς τὴν Ἀμερικήν, ἀφοῦ δὲ ἔστειλεν ἓν ἢ δύο γράμματα, ἐσιώπησε, καὶ ἔκτοτε δὲν εἶχε δώσει σημεῖον ζωῆς. Μετὰ τρία ἔτη, ὁ δεύτερος υἱός της, ὁ Γιαλής, εἶχε μεγαλώσει κι αὐτός, κ᾽ ἐμβαρκαρίσθη.

Καὶ οἱ δύο, εἰς τὰ μικρά των χρόνια, εἶχον δοκιμάσει τὴν τέχνην τοῦ πατρός των, ἀλλ᾽ οὔτε ὁ εἷς οὔτε ὁ ἄλλος ἐπρόκοψαν πολύ, οὐδὲ ἠρκέσθησαν εἰς αὐτήν. Ὁ Γιαλής, ὡς φιλόστοργος υἱὸς καὶ ἀδελφός, ἔγραψε πρὸς τὴν μητέρα του ἐκ Μασσαλίας, ὅπου εἶχεν ὑπάγει μ᾽ ἕνα πατριώτικον καράβι, ὅτι ἀπεφάσισε κι αὐτὸς νὰ ὑπάγῃ στὴν Ἀμερικήν, νὰ ἰδῇ τί γίνεται ὁ μεγάλος ἀδελφός του ἴσως τὸν ἀνακαλύψῃ κάπου. Ἀλλὰ παρῆλθον καιροὶ καὶ χρόνοι ἔκτοτε καὶ οὔτε ὁ εἷς οὔτε ὁ ἄλλος ἠκούσθησαν πλέον.

Τότε ἔλαβεν ἀφορμὴν ἡ μητέρα των νὰ ἐνθυμηθῇ ἕνα παραμύθι τοῦ λαοῦ ἐκ τῶν ἀστειοτέρων, ἐν ᾧ γίνεται λόγος περὶ στρώματος ἀπὸ μέλι, εἰς τὸ ὁποῖον ἐκόλλησαν διαδοχικῶς καὶ ὁ πρῶτος ἀποσταλεὶς υἱὸς τῆς Γριᾶς, διὰ νὰ συλλέξῃ καὶ φέρῃ ἐκεῖθεν τὸ μέλι, καὶ ὁ δεύτερος υἱός, ὅστις εἶχε σταλῆ διὰ νὰ ξεκολλήσῃ τὸν πρῶτον, καὶ ὁ τρίτος, ὅστις ἐστάλη διὰ νὰ φέρῃ ὀπίσω καὶ τοὺς δύο, καὶ ὁ Γέρος, ὅστις ἐπῆγε νὰ ἰδῇ τί γίνονται οἱ υἱοί του· τέλος, αὐτὴ ἡ Γριά, ἡ ὁποία εἰς τὸ ὕστερον ἀπεφάσισε νὰ ὑπάγῃ νὰ ἰδῇ, μακρόθεν ὅμως ―διότι, ὡς γριά, εἶχε τόσην πονηρίαν― τί ἔγιναν ὁ Γέρος καὶ τὰ παιδιὰ καὶ δὲν ἐγύρισαν ὀπίσω ἀπὸ τὸ «θέλημα», εἰς τὸ ὁποῖον τοὺς εἶχε στείλει, μόλις αὐτὴ ἐγλύτωσε καὶ δὲν ἐκόλλησε. Τότε στραφεῖσα πρὸς τοὺς τέσσαρας, κολλημένους τοὺς εἶπεν: «Ἄ! αὐτὸ σᾶς μέλει; Ἐμένα δὲν μὲ μέλει!»

Ἐν τῷ μεταξύ, ἐνῷ ὁ Σταθαρὸς κι ὁ Γιαλὴς εἶχαν ξενιτευθῆ εἰς τὴν Ἀμερικήν, καὶ εἶχαν φάγει λωτόν, ἢ εἶχαν πίει τὴν Λήθην, ἡ Δελχαρώ, ἡ πρώτη κόρη, πρωτότοκος μετὰ τοὺς ξενιτευμένους ἀδελφούς της, ἐμεγάλωνεν, ὁλονὲν ἐμεγάλωνε. Κ᾽ ἡ Ἀμέρσα, σχεδὸν τέσσαρα ἔτη μικροτέρα τῆς ἀδελφῆς της, ἐμεγάλωνε κι αὐτὴ ἐναμίλλως μὲ τὴν Δελχαρώ, κι «ἔρριχνε μπόι»· ἐγίνετο ἀνδρώδης, μελαψὴ καὶ ζωηρά, κ᾽ οἱ γειτόνισσες τὴν ὠνόμαζον «τὸ σερνικοθήλυκο». Κ᾽ ἐκείνη ἡ μικρά, τὸ Κρινάκι, ἥτις δὲν εἶχε φεῦ! τοῦ κρίνου τὸ χρῶμα, ἂν καὶ φυσικὰ ἰσχνή, ἐδείκνυεν ἤδη συμπτώματα ἀναπτύξεως.

Πῶς μεγαλώνουν, Θεέ μου! ἐσκέπτετο ἡ Φραγκογιαννού. Ποῖος κῆπος, ποῖον λιβάδι, ποία ἄνοιξις παράγει αὐτὸ τὸ φυτόν! Καὶ πῶς βλαστάνει καὶ θάλλει καὶ φυλλομανεῖ καὶ φουντώνει! Καὶ ὅλοι αὐτοὶ οἱ βλαστοί, ὅλα τὰ νεόφυτα, θὰ γίνουν μίαν ἡμέραν πρασιαί, λόχμαι, κῆποι; Καὶ οὕτω θὰ ἐξακολουθῇ; Καὶ πᾶσα οἰκογένεια εἰς τὴν γειτονιάν, καὶ εἰς τὴν συνοικίαν καὶ εἰς τὴν πόλιν εἶχαν ἀπὸ δύο ἕως τρία κοράσια. Μερικαὶ εἶχον τέσσαρα, ἄλλαι πέντε. Μία μητέρα εἶχεν ἓξ θυγατέρας χωρὶς κανένα υἱόν, ἄλλη μία εἶχεν ἑπτὰ κ᾽ ἕνα υἱόν, ὁ ὁποῖος ἐφαίνετο προωρισμένος νὰ φανῇ ἄχρηστος.

Λοιπὸν ὅλοι αὐτοὶ οἱ γονεῖς, ὅλα τὰ ἀνδρόγυνα, ὅλαι αἱ χῆραι, ἀνάγκη πᾶσα καὶ χρέος ἀπαραίτητον, νὰ ὑπανδρεύσουν ὅλας αὐτὰς τὰς κόρας ― καὶ τὰς πέντε, καὶ τὰς ἕξ, καὶ τὰς ἑπτά! Καὶ νὰ δώσουν εἰς ὅλας προῖκα. Πᾶσα πτωχὴ οἰκογένεια, πᾶσα μήτηρ χήρα, μὲ δύο στρέμματα ἀγρούς, μ᾽ ἕνα πενιχρὸν οἰκίσκον, ταλαιπωρουμένη, ξενοδουλεύουσα ―εἴτε κολλήγισα ἄλλων εὐπορωτέρων οἰκογενειῶν εἰς τὰ κτήματα, εἰς τὰς συκᾶς καὶ τὰς μορέας― συλλέγουσα φύλλα, παράγουσα ὀλίγην μέταξαν ― ἢ τρέφουσα δύο ἢ τρεῖς αἶγας ἢ ἀμνάδας ― γινομένη κακὴ μὲ ὅλους τοὺς γείτονας, πληρώνουσα πρόστιμα διὰ μικρὰς ζημίας ― φορολογουμένη ἀσπλάγχνως, τρώγουσα κρίθινον ἄρτον ποτισμένον μὲ ἱδρῶτα ἁλμυρόν ― ὤφειλεν ἐξ ἅπαντος «ν᾽ ἀποκαταστήσῃ» ὅλα τὰ θήλεα ταῦτα, καὶ νὰ δώσῃ πέντε, ἕξ, ἢ ἑπτὰ προῖκας! Ὦ Θεέ μου!

Καὶ ὁποίας προῖκας, κατὰ τὰ νησιωτικὰ ἔθιμα. «Σπίτι στὰ Κοτρώνια, ἀμπέλι στὴν Ἀμμουδιά, ἐλιώνα στὸ Λεχούνι, χωράφι στὸ Στροφλιά». Ἀλλὰ κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους, περὶ τὰ μέσα τοῦ αἰῶνος, εἶχε κολλήσει καὶ ἄλλη ψώρα. Τὸ «μέτρημα», ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἰς Κωνσταντινούπολιν ὠνομάζετο «τράχωμα»*, συνήθειαν τὴν ὁποίαν, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, εἶχεν ἀφορίσει ἡ Μεγάλη Ἐκκλησία. Ὤφειλεν ἕκαστος νὰ δώσῃ καὶ μετρητὴν προῖκα. Δισχιλίας, χιλίας, πεντακοσίας, ἀδιάφορον. Ἄλλως, ἂς εἶχε τὰς κόρας του νὰ τὰς καμαρώνῃ. Ἂς τὰς ἔβαζε στὸ ράφι. Ἂς τὰς ἔκλειε στὸ δουλάπι. Ἂς τὰς ἔστελνε στὸ Μουσεῖον.

 

ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ

παραλογίζω: χάνω  το μυαλό μου

σαστικός: ο αρραβωνιαστικός

τρίμερο: το κυκλάμινο

φουγοπόδαρο: η άκρη του τζακιού

Όσο για την έκφραση «τα περάσαμε σαν  την κότα στο μύλο», στο τέλος του Α’ κεφαλαίου, ο Γ. Ρήγας λέει ότι σημαίνει «τα περάσαμε άσκημα», ίσως επειδή επηρεάζεται από τον Παπαδιαμάντη. Όμως εδώ η Φραγκογιαννού το λέει ειρωνικά, με αντίφραση. Σε άλλες φρασεολογικές συλλογές όπως του Δημητρίου από τη Σάμο βρίσκω ότι σημαίνει «περνάω πολυ καλά», που είναι και λογικό διότι η κότα όταν πηγαίνει στο μύλο βρίσκει άφθονα σπειριά για να τσιμπολογάει. Και η αείμνηστη Ηλέκτρα Κλέιμανς, που ήταν από τη Γλώσσα, μου είχε επιβεβαιώσει ότι σημαίνει «καλοπερνάω». 

Μα πού εξαφανίστηκαν; 10 μυστήρια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου: Διάσημοι άνθρωποι και εμβληματικά αντικείμενα, που άνοιξε η γη και τα κατάπιε

Μα πού εξαφανίστηκαν; 10 μυστήρια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου: Διάσημοι άνθρωποι και εμβληματικά αντικείμενα, που άνοιξε η γη και τα κατάπιε

Μια από τις πανάκκριβες Υδρογείους του Χίτλερ, έπεσε στα χέρια των Σοβιετικών· η εμβληματική του Γραφέιου του αναζητείται ακόμα...
Μια από τις πανάκκριβες Υδρογείους του Χίτλερ, έπεσε στα χέρια των Σοβιετικών· η εμβληματική του Γραφέιου του αναζητείται ακόμα...

Διαβάζεις και σου ξεφεύγει αβίαστα μια φράση: «μα πού εξαφανίστηκαν;»... Διάσημοι άνθρωποι και εμβληματικά αντικείμενα, χάθηκαν μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο μυστηριωδώς και κάποιοι ψάχνουν ακόμα!

Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος τρόχισε το δρεπάνι του Χάρου κι εκατομμύρια ψυχές σύρθηκαν στον άλλο κόσμο· πόλεις ερήμωσαν, κτήρια γκρεμίστηκαν, χωριά κάηκαν και η Γη, για χρόνια πολλά, περιστρεφόταν γύρω από τη δίνη του ολέθρου. Και δεν ήταν μόνο αυτά… Πολλοί διάσημοι άνθρωποι, μετά το τέλος του Πολέμου χάθηκαν και δεν τους ξαναείδε ανθρώπου μάτι και αντικείμενα με ξεχωριστή σημασία, κάπου παράπεσαν στις... ρωγμές που προκάλεσε η καταστροφή και εξαφανίστηκαν… Μα που πήγαν, θα αναρωτηθεί κάποιος. Η απάντηση; Έλα ντε…

Πού χάθηκε η διάσημη ξύλινη υδρόγειος σφαίρα που στόλιζε το Γραφείο του Χίτλερ; Τι απέγινε ο Ραούλ Βάλενμπεργκ, ο Σουηδός διπλωμάτης που έσωσε χιλιάδες Εβραίους από τον θάνατο; Ο Μάρτιν Μπόρμαν, ο «αντ’ αυτού» του Φίρερ; Άνοιξε η γη και τον κατάπιε; Φράσεις με ερωτηματικά, που παραμένουν αναπάντητες. Για να θυμηθούμε κάποια απολεσθέντα αντικείμενα και ανθρώπους που πέρασαν, πρωταγωνίστησαν κι έφυγαν από την… πίσω πόρτα προς τη σκοτεινή ανωνυμία…

Οι Σοβιετικοί βρήκαν μια υδρόγειο σφαίρα, αλλά...
Οι Σοβιετικοί βρήκαν μια υδρόγειο σφαίρα, αλλά...

1. Η ξύλινη υδρόγειος σφαίρα του Χίτλερ... έκανε φτερά

Η τεράστια ξύλινη υδρόγειος σφαίρα που ανήκε στον Αδόλφο Χίτλερ έγινε διάσημη από την ταινία του Τσάρλι Τσάπλιν ο «Μεγάλος Δικτάτωρ». Αυτό το υπερμέγεθες εμβληματικό αντικείμενο, ωστόσο, εξαφανίστηκε μετά τον Πόλεμο. Η ξύλινη υδρόγειος είχε χαραγμένο σε μεταλλική πλάκα: «Columbus Globe for State and Industry Leaders of the Fuhrer Globe» και είχε σχεδιαστεί και κατασκευαστεί ειδικά για τον Χίτλερ, που μάλιστα τη θεωρούσε ως ένα από τα ανεκτίμητα υλικά αγαθά της ζωής του. Ο Χίτλερ είχε δύο υδρογείους σφαίρες, οι οποίες είχαν ξύλινες βάσεις, κατασκευασμένες από το εργοστάσιο Columbus· εκείνη που βρισκόταν στα Γραφείο στην Καγκελαρία του Ράιχ, που δεν εντοπίστηκε ποτέ από τους Συμμάχους και ουδείς γνωρίζει πού βρίσκεται.

Ο Λαβρέντι Μπέρια, ο σοβιετικός (τότε) υπουργός Εσωτερικών, ήταν ο πρώτος που μπήκε στην Καγκελαρία μετά την κατάληψη του Βερολίνου από τον Κόκκινο Στρατό· πιστεύεται ότι θα μπορούσε να είχε πάει την υδρόγειο στα κεντρικά γραφεία της Lubyanka, αλλά ουδέποτε επιβεβαιώθηκε ή διαψεύστηκε αυτή η φήμη. Ένας αμερικανός στρατιώτης βρήκε μια υδρόγειο σφαίρα που ανήκε στον Χίτλερ, στη Φωλιά του Αετού κοντά στις Βαυαρικές Άλπεις, αλλά ήταν πολύ μικρή για να είναι η διάσημη «Fuhrer Globe».
Εκείνη η υδρόγειος σφαίρα που πήρε ο αμερικανός στρατιώτης πουλήθηκε σε τιμή 100.000 δολαρίων το 2007· η υδρόγειος σφαίρα του Χίτλερ παραμένει άφαντη.

Ο Ραούλ Βάλενμπεργκ έκανε το καλό, αλλά τον βρήκε το κακό...
Ο Ραούλ Βάλενμπεργκ έκανε το καλό, αλλά τον βρήκε το κακό...
2. Ο Σουηδός «Σίντλερ» Ραούλ Βάλενμπεργκ ακόμα αναζητείται

Ο Ραούλ Βάλενμπεργκ, ένας Σουηδός επιχειρηματίας, θεωρήθηκε ανθρωπιστής - ήρωας που φρόντισε για την απελευθέρωση Εβραίων κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου· συνελήφθη από τους Σοβιετικούς το 1945 και από τότε αγνοείται η τύχη του. Ο Βάλενμπεργκ διέσωσε έως και 60.000 Εβραίους στην Ουγγαρία παρέχοντας τους καταφύγιο και πλαστά διαβατήρια. Όταν οι Σοβιετικοί προέλαυναν στην Ανατολική Ευρώπη ο Βάλενμπεργκ, συνελήφθη στην Βουδαπέστη από τον Κόκκινο Στρατό ως ύποπτος για κατασκοπεία· φέρεται να πέθανε στη φυλακή Lubyanka το 1947. Σύμφωνα με σοβιετικές πηγές, η εξήγησή ήταν η εξής:
«Ο Βάλενμπεργκ πέθανε ξαφνικά στο κελί του πιθανότατα από καρδιακή προσβολή».

Ουδείς θεωρεί αληθή αυτή την εξήγηση. Η ρωσική κυβέρνηση ζήτησε το 1991 να ερευνηθεί ο θάνατος του Βάλενμπεργκ. Η έρευνά διαπίστωσε ότι ο επιχειρηματίας πιθανότατα εκτελέστηκε με χορήγηση δηλητηρίου C-2 στη φυλακή το 1947. Έχουν ακουστεί πολλά:
κάποιοι λένε ότι πυροβολήθηκε το 1947, άλλοι ισχυρίζονται ότι δηλητηριάστηκε και άλλοι ότι τον ξυλοκόπησαν μέχρι θανάτου. Κάποιοι κρατούμενοι, ωστόσο, μέχρι το 1987 ισχυρίζονται ότι μίλησαν με τον Βάλενμπεργκ· αυτοί διατείνονται ότι παρέμεινε έγκλειστος επί 40 χρόνια. Ουδείς από αυτούς τους ισχυρισμούς αποκαλύπτει το τι ακριβώς συνέβη στον Σουηδό.

Και UFO στον Πόλεμο; Γιατί όχι;
Και UFO στον Πόλεμο; Γιατί όχι;
3. Τα Foo Fighters παρακολουθούσαν τον Πόλεμο

Ο όρος Foo Fighters χρησιμοποιήθηκε από τους πιλότους αεροσκαφών των Συμμάχων κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου για να περιγράψει άγνωστα ιπτάμενα αντικείμενα ή μυστηριώδη φαινόμενα που παρατηρούνταν στους ουρανούς τόσο πάνω από το θέατρο επιχειρήσεων της Ευρώπης όσο και του Ειρηνικού. Υπήρχαν Foo Fighters;
Ο όρος δεν αναφερόταν μόνο σε UFO που εντοπίστηκαν στα πεδία των μαχών, ίσχυε επίσης για εναέρια ασυνήθιστα φαινόμενα.
Οι Δυτικοί πίστευαν ότι τα Foo Fighters ήταν μυστικά κατασκοπευτικά όπλα των Ναζί. Η «Robertson Panel», μια επιστημονική ερευνητική ομάδα, συστήθηκε τον Ιανουάριο του 1953 για να προσδιορίσει το τι ακριβώς ήταν στην πραγματικότητα όλη αυτή η υπόθεση και παρόλο που κατατέθηκαν πολλές μαρτυρίες, δεν κατέληξαν σε καμιά πειστική απάντηση. Γενικά θεώρησαν τα Foo Fighters ως καιρικά φαινόμενα…

Η Χαμένη Πτήση
Η Χαμένη Πτήση
4. Πέντε αεροπλάνα πού να κρυφτούν πια;

Η ιστορία τους έχει τον τίτλο: Το Χαμένο Σμήνος. Ήταν 5 Δεκεμβρίου του 1945 όταν εξαφανίστηκαν πέντε μαχητικά αεροπλάνα του Πολεμικού Ναυτικού των ΗΠΑ στη θαλάσσια περιοχή ανατολικά των ακτών της Φλόριντα. Η αιτία της εξαφάνισης αποδόθηκε σε μηχανικά και ανθρώπινα λάθη. Σύμφωνα με το πόρισμα της έρευνας του Ναυτικού, οι ευθύνες βάρυναν τον επικεφαλής της «Πτήσης 19» υποπλοίαρχο Τέιλορ, ο οποίος έχασε τον προσανατολισμό του, με συνέπεια όλο το σμήνος να καταλήξει στα άγρια νερά του Ατλαντικού, ελλείψει καυσίμων.

Το Χαμένο Σμήνος είναι μια από τις πιο γνωστές ιστορίες μυστηρίου που έχει απασχολήσει επιστήμονες και μη μέχρι σήμερα. Μιάμιση ώρα μετά την απογείωση των αεροσκαφών, ο Τέιλορ επικοινώνησε μέσω ασυρμάτου με τον υποπλοίαρχο Ρόμπερτ Κοξ, που ήταν επικεφαλής ενός άλλου σμήνους και τον ενημέρωσε ότι αντιμετώπιζαν πρόβλημα με τις πυξίδες και στη συνέχεια του είπε ότι τελειώνουν τα καύσιμα και πέφτουν στη θάλασσα.
Επί πέντε ημέρες το αμερικανικό ναυτικό ερευνούσε τη θαλάσσια περιοχή για να εντοπίσει τα συντρίμμια των αεροσκαφών. Συνολικά 300 λέμβοι και αεροπλάνα αναζητούσαν τα ίχνη τους, ωστόσο δεν βρέθηκε το παραμικρό ίχνος.

Ο Χίτλερ με τη σημαία-σύμβολο
Ο Χίτλερ με τη σημαία-σύμβολο
5. Η σημαία-σύμβολο «Blutfahne» με την αιματοβαμμένη Σβάστικα

Ένα ιερό αντικείμενο που αγαπούσε ο Χίτλερ, ήταν η θρυλική αιματοβαμμένη ναζιστική σημαία «Blutfahne». Ο ίδιος ο Χίτλερ είχε σχεδιάσει τη σημαία με τη σβάστικα, που έγινε το σύμβολο των Ναζί. Η κόκκινη σημαία με τον λευκό κύκλο και τη σβάστικα στο κέντρο πρωτοεμφανίστηκε στη διάρκεια της απόπειρας του Πραξικοπήματος της Μπιραρίας στο Μόναχο το 1923, όπου ματώθηκε. Όταν η αστυνομία του Μονάχου άνοιξε πυρ εναντίον των Ναζί, ο σημαιοφόρος χτυπήθηκε και έπεσε με τη σημαία· ένας άλλος άνδρας των SA που στεκόταν πλάι στη σημαία χτυπήθηκε από σφαίρες και ξεψύχησε πάνω της αφήνοντας στη σημαία το αίμα του. Ο Χίτλερ κράτησε αργότερα τη σημαία ως κομμάτι μνήμης εκείνης της ημέρας.

Ο Χίτλερ κρατούσε την «ιερή σημαία» κάθε χρόνο στις συγκεντρώσεις του στη Νυρεμβέργη. Το Λάβαρο των Ναζί φυλασσόταν στο Μόναχο στο Brown House, που ήταν η έδρα του Ναζιστικού Κόμματος· τελευταία φορά εμφανίστηκε δημόσια στην τελετή εισαγωγής του Χάινριχ Χίμλερ στο Volkssturm τον Οκτώβριο του 1944. Οι Σύμμαχοι θεωρούν ότι η σημαία καταστράφηκε κατά τους βομβαρδισμούς του Μονάχου. Πολλοί όμως ισχυρίζονται ότι η σημαία υπάρχει και κάποιος την έχει φυλάξει. Τελικά, παντού υπάρχει ένας μύθος…

Χωρίς πιλότο; Ας το πιστέψουμε...
Χωρίς πιλότο; Ας το πιστέψουμε...
6. Το αεροπλάνο προσγειώθηκε στο Περλ Χάρμπορ χωρίς πιλότο!

Οι ιστορίες για αεροπλάνα-φαντάσματα είναι πολλές και οι περισσότερες σχετίζονται με τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Ένα αμερικανικό μαχητικό αεροσκάφος P-40 που απογειώθηκε για να αναχαιτίσει τους Ιάπωνες κατά τη διάρκεια του βομβαρδισμού του Περλ Χάρμπορ, προσγειώθηκε στις ΗΠΑ έναν ολόκληρο χρόνο μετά την επίθεση, αλλά μέσα δεν βρέθηκε πιλότος!

Στις 8 Δεκεμβρίου του 1942, ένα αγνώστου ταυτότητας αεροπλάνο, που κατευθυνόταν προς τις ΗΠΑ από την Ιαπωνία, εντοπίστηκε στα αμερικανικά ραντάρ. Δύο μαχητικά αεροσκάφη απογειώθηκαν για να αναχαιτίσουν το αεροπλάνο. Οι πιλότοι ανέφεραν ότι το αεροπλάνο ήταν ένα P-40 που είχε τρύπες από σφαίρες στο πλάι, το σύστημα προσγείωσης ήταν απενεργοποιημένο και ο πιλότος ήταν αιμόφυρτος σωριασμένος στο πιλοτήριο.
Οι πιλότοι είπαν επίσης ότι, ο πιλότος κάποια στιγμή σηκώθηκε και κούνησε το χέρι του, λίγες στιγμές πριν το αεροπλάνο προσγειωθεί. Στο έδαφος διαπιστώθηκε ότι πιλότος δεν υπήρχε και το ημερολόγιο του αεροπλάνου είχε καταγεγραμμένο ότι είχε φύγει από το Μιντανάο, ένα νησί 1.300 μίλια μακριά στον Ειρηνικό Ωκεανό. Το μυστήριο παραμένει άλυτο.

Πού χάθηκαν οι Βρετανοί του Άουσβιτς;
Πού χάθηκαν οι Βρετανοί του Άουσβιτς;
7. Η κρυμένη λίστα με τους 17 βρετανούς του Άουσβιτς

Έξι δεκαετίες μετά το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, ανακαλύφθηκε ένας κατάλογος που περιείχε τα ονόματα 17 βρετανών στρατιωτών που κρατούνταν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Άουσβιτς. Ο κατάλογος βρέθηκε κατά τη διάρκεια ανασκαφών το 2009. Το ερώτημα έγινε ποιοι ήταν οι στρατιώτες της λίστας. Όσο κι αν αναζητήθηκαν στοιχεία γι’ αυτούς δεν βρέθηκε το παραμικρό.
Ο κατάλογος με τα ονόματα είχε επίσης καταγεγραμμένες και γερμανικές λέξεις, όπως «ποτέ», «τώρα» και «από τότε», κάτι που έκανε πολλούς να πιστεύουν ότι οι στρατιώτες ήταν μέλη βρετανικής μεραρχίας SS που είχαν επανδρώσει οι Ναζί με Ιρλανδούς και Βρετανούς ακροδεξιούς, αλλά και αιχμαλώτους της Κοινοπολιτείας κατά τη διάρκεια του πολέμου.
Αν και ουδείς έχει πειστικές απαντήσεις για τη λίστα του Άουσβιτς, αυτή ήταν πολύ καλά κρυμμένη, γεγονός που υποδηλώνει ότι δεν έπρεπε να βρεθεί ποτέ.

Δωμάτιο με ιστορία
Δωμάτιο με ιστορία
8. Το Κεχριμπαρένιο Δωμάτιο της Μεγάλης Αικατερίνης

Οι Ναζί έκλεψαν το «όγδοο θαύμα» του κόσμου, όπως αποκαλείτο το ρωσικό «Amber Room» ή στα ελληνικά Κεχριμπαρένιο Δωμάτιο. Τι ήταν το «Amber Room»; Ένας θάλαμος στο παλάτι της τσαρίνας Μεγάλης Αικατερίνης, το Tsarskoye Selo στην Αγία Πετρούπολη, που είχε κατασκευαστεί τον 18ο αιώνα στην Πρωσία.
Το δωμάτιο είχε κεχριμπαρένιους τοίχους με καθρέφτες από φύλλα χρυσού και χρυσά ανάγλυφα. Μετά τη γερμανική εισβολή στη Σοβιετική Ένωση, οι Ρώσοι προσπάθησαν να αφαιρέσουν τους θησαυρούς τέχνης μέσα και γύρω από το Λένινγκραντ (σήμερα Αγία Πετρούπολη) για να τους ασφαλίσουν. Κατά τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας, επρόκειτο να αποσυναρμολογήσουν και το «Amber Room», αλλά τα κομμάτια του δωματίου είχαν χάσει την ελαστικότητά τους με τον καιρό και άρχισαν να καταρρέουν καθώς αφαιρούνταν.

Σε μια απέλπιδα προσπάθεια, οι Ρώσοι προσπάθησαν να το καμουφλάρουν τοποθετώντας ταπετσαρία πάνω στους πολύτιμους τοίχους, αλλά οι Γερμανοί το αντιλήφθηκαν αμέσως: υπό την επίβλεψη δύο ειδικών, στρατιώτες αποσυναρμολόγησαν το «Amber Room» μέσα σε 36 ώρες και στη συνέχεια το μετέφεραν στο Konigsberg στην Ανατολική Πρωσία. Τον Ιανουάριο του 1945, όταν ο Κόκκινος Στρατός πλησίαζε στο Konigsberg, ο Χίτλερ διέταξε την απομάκρυνση όλων των θησαυρών από την πόλη. Ωστόσο, κάποιος Έριχ Κοχ, ο υπεύθυνος στο Konigsberg εγκατέλειψε την περιοχή αφήνοντας πίσω του το «Amber Room».

Η πόλη βομβαρδίστηκε τον Αύγουστο του 1944 και ό,τι απέμεινε όρθιο ισοπεδώθηκε από τον Κόκκινο Στρατό τον Απρίλιο του 1945.
Είναι πιθανό ότι το «Amber Room» καταστράφηκε. Μετά τον Πόλεμο, υπήρξαν αρκετές αναφορές για ανθρώπους που κατείχαν κομμάτια του «Amber Room». Πολλοί μάρτυρες ισχυρίστηκαν ότι ολόκληρο το δωμάτιο φορτώθηκε στο «Wilhelm Gustloff», ένα γερμανικό επιβατηγό πλοίο, τον Ιανουάριο του 1945, το οποίο αργότερα βυθίστηκε από σοβιετικό υποβρύχιο.

Το 2004, δύο Βρετανοί δημοσιογράφοι-ερευνητές κατέληξαν στο ότι το «Amber Room» καταστράφηκε κατά τη διάρκεια των βομβαρδισμών. Το 1979, η Σοβιετική Ένωση ανέθεσε να κατασκευαστεί ένα αντίγραφο του «Amber Room» στο Tsarskoye Selo. Χρειάστηκαν 24 χρόνια για να ολοκληρωθεί και τώρα είναι επισκέψιμο από το κοινό. Επίσης μια μικρογραφία του Amber Room υπάρχει κοντά στο Βερολίνο.

Ο Μπόρμαν εξαφανίστηκε!
Ο Μπόρμαν εξαφανίστηκε!
9. Ο Νο2 Ναζί Μάρτιν Μπόρμαν εξαϋλώθηκε...

Τι απέγινε ο Μάρτιν Μπόρμαν; Ο Ναζί, επικεφαλής της Καγκελαρίας και εκπρόσωπος του Κόμματος, αλλά και προσωπικός γραμματέας του Αδόλφου Χίτλερ, μέχρι το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου ήταν ο ισχυρότερος άνδρας στο Γ’ Ράιχ, μετά τον Χίτλερ.
Ο Χίτλερ υπαγόρευσε την πολιτική του διαθήκη στον Μπόρμαν, την οποία προσυπέγραψε ο τελευταίος την άνοιξη του 1945 στο καταφύγιο, στο Βερολίνο. Ο Μπόρμαν επίσης επέβλεψε την καύση του Χίτλερ και της Εύας Μπράουν.
Γράφει ο καλός συνάδελφος Νίκος Μποζιονέλος στον ιστότοπό του nbozionelos.gr: «Οι απόψεις για το τέλος του Μπόρμαν είναι διχασμένες. Σύμφωνα με τον Άρτουρ Άξμαν, αρχηγό της χιτλερικής νεολαίας, που ήταν στην ίδια ομάδα με τον Μπόρμαν, στους δρόμους του Βερολίνου, προσπαθώντας να διαφύγουν, συνάντησαν μια μικρή ομάδα γερμανικών τεθωρακισμένων και έκτοτε χωρίστηκαν, αργότερα βρήκε τον Μπόρμαν νεκρό: είτε είχε πυροβοληθεί είτε είχε αυτοκτονήσει. Σύμφωνα με τον οδηγό του Χίτλερ, Έριχ Κέμπκα, ο Μπόρμαν σκοτώθηκε από έκρηξη του άρματος που ακολουθούσε και καλυπτόταν πίσω του, όταν αυτό χτυπήθηκε.

»Ο ίδιος ο Κέμπκα υπέστη προσωρινή τύφλωση από την έκρηξη και, όταν κατάφερε να ξαναδεί, διέκρινε το πτώμα του Μπόρμαν. Πολλοί, ωστόσο, πίστευαν ότι οι αυτόπτες μάρτυρες κατέθεταν ψευδώς, θέλοντας να καλύψουν τη διαφυγή του διαδόχου του Χίτλερ. Το 1946 αναφέρθηκε ότι ο Μάρτιν Μόρμαν είχε θεαθεί σε ένα μοναστήρι του Τιρόλο, άλλοι είπαν ότι είχε καταφέρει να διαφύγει στην Αργεντινή. Οι φήμες δεν επαληθεύτηκαν ποτέ. Η μη ανεύρεση του πτώματός του, ωστόσο, δεν εμπόδισε την ερήμην καταδίκη του σε θάνατο στη Δίκη της Νυρεμβέργης. Το 1963 ένας συνταξιούχος υπάλληλος του ταχυδρομείου, ο Άλμπερτ Κρούμνοφ, ανέφερε στην αστυνομία ότι περί τις 8 Μαΐου 1945 οι Σοβιετικοί είχαν διατάξει αυτόν και τους συναδέλφους του να θάψουν δύο πτώματα που είχαν βρεθεί κοντά στην σιδηροδρομική γέφυρα κοντά στο σταθμό Λέρτερ. Ένας από τους νεκρούς φορούσε στολή της Βέρμαχτ, και ο άλλος μόνο το εσώρουχό του. Η εκσκαφή στις 20-21 Ιουλίου του 1965 στο σημείο που είχαν υποδείξει ο Κρούμνοφ και ο Άξμαν, δεν απέδωσαν. Όμως, στις 7 Δεκεμβρίου 1972, εργάτες που δούλευαν κοντά στο σταθμό Λέρτερ στο Δυτικό Βερολίνο, μόλις 12 μέτρα από το σημείο που ο Κρούμνοφ είχε ισχυριστεί ότι είχε θάψει τα πτώματα, βρέθηκαν ανθρώπινα λείψανα. Κατά την αυτοψία, βρέθηκαν θραύσματα κρυστάλλων στα σαγόνια και των δύο σκελετών, κάτι που υποδήλωνε ότι τα άτομα εκείνα αυτοκτόνησαν με κάψουλα υδροκυανίου για την αποφυγή της σύλληψης.
»Τα οδοντιατρικά αρχεία που ανακατασκεύασε από μνήμης το 1945 ο Δρ. Ούγκο Μπλάτσκε αναγνώρισαν έναν από τους σκελετούς ως αυτόν του Μπόρμαν, ενώ μια εμφανής ζημιά στην κλείδα συμφωνούσε με τις αναφορές των γιων του για αυτοκινητιστικό ατύχημα που είχε το 1939.Τα υπολείμματα αναγνωρίστηκαν με βεβαιότητα ως αυτά του Μπόρμαν το 1998, όταν οι γερμανικές αρχές διέταξαν γενετική εξέταση θραυσμάτων του κρανίου».

Οι αμετανόητοι νοσταλγοί, όμως θέλουν τον Μάρτιν Μπόρμαν να έχει διαφύγει στην Νότια Αμερική έχοντας πλάι του έναν κυρτόσωμο τύπο με φρεσκοξυρισμένο μουστάκι… Τι, όχι;

Άντε να βρεις τα κρυμμένα της Αλεπούς της Ερήμου...
Άντε να βρεις τα κρυμμένα της Αλεπούς της Ερήμου...
10. Ο κρυμμένος θησαυρός του Στρατάρχη Έρβιν Ρόμελ

Οι κρυμμένοι θησαυροί είναι ένας θρύλος που ακολουθεί κάθε πόλεμο. Στην ελληνική επαρχία, για παράδειγμα, οι ντόπιοι κυνηγοί, στα βουνά που έδρασαν Αντάρτες, δεν κοιτάζουν τον ουρανό, αλλά στο έδαφος, αναζητώντας λίρες…

Λέγεται λοιπόν ότι, αμύθητοι θησαυροί είχαν κρυφτεί από τον Στρατάρχη Έρβιν Ρόμελ, την Αλεπού της Ερήμου σε μια υποβρύχια σπηλιά. Ένας από τους πιο προβεβλημένους και αγαπητούς στον Χίτλερ (μέχρι που κατηγορήθηκε ότι αποπειράθηκε να τον δολοφονήσει) γερμανούς αξιωματικούς, προσπάθησε να κρύψει θησαυρούς προβλέποντας το χειρότερο που κατέφθανε σαν τυφώνας το 1944.
Εικάζεται ότι, ο Ρόμελ έδωσε σε τέσσερις βατραχάνθρωπους των SS έξι μεγάλα χαλύβδινα κιβώτια από πυρομαχικά που περιείχαν χρυσό, ασήμι, έργα τέχνης, πολύτιμους λίθους και κοσμήματα που έπρεπε να κρύψουν κάπου κάτω από τη θάλασσα. Αν και κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος για το πού βρίσκεται, κάποιοι θεωρούν ότι θα μπορούσαν να έχουν κρυφτεί σε ένα από τα πολλά σπήλαια που βρίσκονται στα ανοιχτά της ανατολικής ακτής της Κορσικής.

Ο θησαυρός- λέγεται ότι- αποτιμάται σε πάνω από 20 εκατομμύρια λίρες Αγγλίας. Ερευνητές από τη Μεγάλη Βρετανία ισχυρίζονται ότι ανακάλυψαν μια φωτογραφία γερμανού στρατιώτη με τους γονείς του και είχε έναν κωδικό στο πίσω μέρος, που πιστεύουν ότι μπορεί να τους οδηγήσει στον χαμένο θησαυρό του Ρόμελ. Εικάζεται ότι οι συντεταγμένες δείχνουν ακριβώς έξω από την παραλία Marana, η οποία απέχει λιγότερο από ένα μίλι από το λιμάνι της Μπαστιά στην Κορσική.

Επίσης κάποιοι επιμένουν να ψάχνουν το Χρυσό Τρένο, το βαγόνι όπου φόρτωσαν οι Ναζί αμύθητης αξίας αντικείμενα Εβραίων, που τροχιοδρομεί στα βάθη της ομίχλης του θρύλου… Και στην Ελλάδα ακόμα κάποιοι ψάχνουν τη χρυσή «γουρούνα με τα γουρουνάκια» και τον θησαυρό του Αλή Πασά
Αυτά…

https://www.ethnos.gr/

Κολοσσιαία «τρύπα» στον Ήλιο απειλεί με γεωμαγνητικές καταιγίδες

 Κολοσσιαία «τρύπα» στον Ήλιο απειλεί με γεωμαγνητικές καταιγίδες

Σωματίδια υψηλής ενέργειας εκτοξεύονται προς τη Γη από μια πελώρια «στεμματική οπή»

Μια πελώρια σκοτεινή κηλίδα που εμφανίστηκε στην επιφάνεια του Ήλιου, 50 φορές πιο πλατιά από τη Γη, εκτοξεύει σωματίδια υψηλής ενέργειας κατευθείαν προς τον πλανήτη, όπου δεν αποκλείεται να σημειωθούν μπλακάουτ στις ραδιοεπικοινωνίες.

Ο γιγάντιος σχηματισμός, γνωστός ως στεμματική οπή, εμφανίστηκε κοντά στον ισημερινό του ‘Ηλιου στις 2 Δεκεμβρίου και μέσα σε 24 ώρες έφτασε σε πλάτος τα 800.000 χιλιόμετρα, ανέφερε το Spaceweather.com. Από τις 4 Δεκεμβρίου, η οπή κοιτά κατευθείαν προς τη Γη.

Σε γενικές γραμμές, τα σωματίδια που εκπέμπει ο Ήλιος, γνωστά ως ηλιακός άνεμος, χρειάζονται 2-3 μέρες να φτάσουν μέχρι τη Γη, ανάλογα με την ταχύτητά τους.

Σύμφωνα με το Space.com, η στεμματική οπή αναμενόταν να προκαλέσει μέτρια γεωμαγνητική καταιγίδα κατηγορίας G2, η οποία δυνητικά θα μπορούσε να προκαλέσει διακοπές στις ραδιοεπικοινωνίες και βλάβες σε δορυφόρους, πέρα από ένα ασυνήθιστα έντονο βόρειο και νότιο σέλας.

Φαίνεται όμως ότι η ριπή σωματιδίων ήταν λιγότερο ισχυρή από ό,τι είχε εκτιμηθεί αρχικά και μέχρι στιγμής έχουν σημειωθεί μόνο ήπιες γεωμαγνητικές καταιγίδες κατηγορίας G1.

Παραμένει άγνωστο πότε θα εξαφανιστεί η τρύπα, ωστόσο παρόμοιοι σχηματισμοί στο παρελθόν διατηρήθηκαν για περισσότερο από μια περιστροφή του Ήλιου, διάρκειας 27 ημερών.

Οι στεμματικές οπές εμφανίζονται όταν τα μαγνητικά πεδία του Ήλιου ανοίγουν και επιτρέπουν σε υλικό από την επιφάνεια του Ήλιου να διαρρεύσει απότομα στο Διάστημα. Εμφανίζονται ως σκούρες κηλίδες επειδή είναι λιγότερο πυκνές και θερμές σε σχέση με την υπόλοιπη επιφάνεια του Ήλιου.

Το ίδιο ισχύει για τις πιο γνωστές ηλιακές κηλίδες, με τη διαφορά ότι οι στεμματικές οπές δεν είναι διακρίνονται στο ορατό φάσμα, παρά μόνο στο υπεριώδες.

Η προηγούμενη στεμματική τρύπα που εμφανίστηκε στον Ήλιο τον Μάρτιο προκάλεσε τις ισχυρότερες γεωμαγνητικές καταιγίδες της τελευταίας εξαετίας.

Ο Ήλιος πλησιάζει αυτό το διάστημα το λεγόμενο ηλιακό μέγιστο, το αποκορύφωμα ενός κύκλου αυξομείωσης της ηλιακής δραστηριότητας που διαρκεί 11 χρόνια.

Οι στεμματικές τρύπες εμφανίζονται συχνότερα στη διάρκεια του ηλιακού ελάχιστου. Όταν εκδηλώνονται κοντά στο ηλιακό μέγιστο βρίσκονται συνήθως κοντά στους πόλους του άστρου, και όχι κοντά στον ισημερινό όπως συμβαίνει τώρα.

Το φαινόμενο είναι επομένως μάλλον ασυνήθιστο.

Στη διάρκεια του Νοεμβρίου σημειώθηκαν τουλάχιστον δύο γεωμαγνητικές καταιγίδες που έφεραν το βόρειο σέλας ασυνήθιστα νότια, ακόμα και μέχρι τη Βόρεια Ελλάδα.

Πηγή: in.gr

https://www.goodnet.gr/

Τέλεια η Αθήνα χωρίς τους Αθηναίους, σύμφωνα με έρευνα5

  Τέλεια η Αθήνα χωρίς τους Αθηναίους, σύμφωνα με έρευνα Φανταστική είναι η Αθήνα αρκεί να μην έχει Αθηναίους, όπως προκύπτει από έρευνα που...