ΤΟΥΡΚΙΚΑ ΤΕΘΩΡΑΚΙΣΜΕΝΑ ΣΤΟ ΙΝΤΛΙΜΠ ΓΙΑ ΤΑ....ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ
Η εικόνα των τηλεοπτικών δικτύων ερμηνεύτηκε από τα ίδια ως η απαρχή της νέας στρατιωτικής επιχείρησης της Τουρκίας στη Συρία
Η τελευταία εβδομάδα του Φεβρουαρίου στην Τουρκία άρχισε με κυρίαρχο θέμα στην επικαιρότητα το θέμα του Ιντλίμπ και με… βιντεοσκοπημένες υπόνοιες ότι η Τουρκία ετοιμάζεται για νέα στρατιωτική επιχείρηση στη Συρία.
Χωρίς καμία επίσημη ανακοίνωση από το τουρκικό υπουργείο Άμυνας, τα τουρκικά ΜΜΕ μετέδωσαν τη Δευτέρα το πρωί 24 Φεβρουαρίου ότι 50 τουρκικά τεθωρακισμένα οχήματα μπήκαν στην πόλη του Ιντλίμπ. Η εικόνα των τηλεοπτικών δικτύων ερμηνεύτηκε από τα ίδια ως η απαρχή της νέας στρατιωτικής επιχείρησης της Τουρκίας στη Συρία. Άλλωστε το είχε προαναγγείλει και ο Τούρκος πρόεδρος, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, λέγοντας ότι «ένα βράδυ θα έρθουμε ξαφνικά» στο Ιντλίμπ μετά το θάνατο δεκάδων στρατιωτών του μέσα στο Φεβρουάριο από πυρά του συριακού στρατού. Μία ατάκα –να σημειώσουμε- που χρησιμοποιεί για όλες σχεδόν τις επιχειρήσεις στη Συρία και έλκει την «καταγωγή» της από την εισβολή στην Κύπρο, όπου τα μεγάφωνα έπαιζαν τραγούδι με το συγκεκριμένο ρεφραίν.
Επίδειξη ισχύος Τουρκίας στη Ρωσία
Λίγες ώρες μετά και χωρίς να έχει δοθεί καμία επίσημη εξήγηση της προέλασης των τουρκικών τεθωρακισμένων μέσα στη Συρία, οι παρακολουθούντες στενά τις εξελίξεις στο μέτωπο της Συρίας άρχισαν να αμφισβητούν ότι οι τουρκικές ένοπλες δυνάμεις, που αναπτύχθηκαν στο Ιντλίμπ, είναι έτοιμες και για πολεμική δράση. Με βάση τα δεδομένα που υπάρχουν μέχρι στιγμής, η ανάπτυξή τους αποτελεί μόνο μία επίδειξη ισχύος προς τη Ρωσία και μία στρατηγική κίνηση να μετρήσουν αντιδράσεις. Μια επίδειξη χωρίς πρόθεση χρήσης αυτής της ισχύος και χωρίς ύπαρξη ενός καν καλο-μελετημένου σχεδίου.
Το παρασκήνιο των συνομιλιών στη Μόσχα
Στις συνομιλίες που διεξήχθησαν στα μέσα Φεβρουαρίου στη Μόσχα μεταξύ τουρκικής και ρωσικής στρατιωτικής αντιπροσωπείας με θέμα το Ιντλίμπ, οι δύο πλευρές ανακοίνωσαν ότι συμφώνησαν σε ένα πράγμα: Στο ότι διαφωνούν.
Αυτό που έγινε γνωστό είναι ότι η Ρωσία πρότεινε κάποια πράγματα στην Τουρκία, τα οποία όμως η Άγκυρα δεν ήταν δυνατόν να αποδεχθεί.
Το άγνωστο παρασκήνιο των συνομιλιών διέρρευσε στα τουρκικά μέσα λίγες ημέρες μετά τις συναντήσεις και, σύμφωνα με τις τουρκικές πληροφορίες:
- Η Ρωσία πρότεινε στην Τουρκία να περιπολεί με το στρατό της μία λωρίδα στην αποστρατικοποιημένη ζώνη του Ιντλίμπ μήκους 15 χιλιομέτρων κατά μήκος των τουρκο-συριακών συνόρων, εκεί όπου βρίσκονται αυτή τη στιγμή οι προσφυγικοί καταυλισμοί για τους Σύρους. Ο τουρκικός στρατός αυτή τη στιγμή περιπολεί μία ζώνη 20-35 χιλιομέτρων.
- Η Μόσχα πρότεινε επίσης την ανάπτυξη και Ρώσων στρατιωτών για κοινή περιπολία με τους Τούρκους στις περιοχές που πρότεινε στην Άγκυρα.
- Τέλος, η πρόταση προέβλεπε οι αυτοκινητόδρομοι γύρω από το Ιντλίμπ Μ4 και Μ5, αφού περιέλθουν πλήρως στα χέρια του Άσαντ να δοθούν πάλι στην κυκλοφορία και να περιπολούνται από ρωσο-τουρκικές δυνάμεις ασφαλείας.
Η Τουρκία απέρριψε το σχέδιο, επιμένοντας στην πλήρη αποχώρηση των συριακών δυνάμεων από την αποστρατικοποιημένη ζώνη του Ιντλίμπ, δηλ. να περιοριστεί στη ζώνη που προέβλεπε η συμφωνία του Σότσι πριν από 2.5 χρόνια και ήταν αρκετά πίσω από τα εδάφη που έχει καταλάβει μέχρι σήμερα.
«Τα παρατηρητήριά μας τοποθετήθηκαν σε εφαρμογή της συμφωνίας και δεν πρόκειται να τα αποσύρουμε», δήλωσε ο εκπρόσωπος της τουρκικής προεδρίας, Ιμπραχίμ Καλίν, μετά τη συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου την περασμένη Τρίτη.
Ο σιωπηρός συμβιβασμός Τουρκίας - Ρωσίας
Παρά την απουσία συμφωνίας στις συνομιλίες, στο παρασκήνιο ωστόσο φαίνεται ότι Άγκυρα και Μόσχα κατέληξαν σε έναν σιωπηρό, άτυπο συμβιβασμό και οι δύο χώρες ήδη άρχισαν να συντονίζουν τα βήματά τους στο Ιντλίμπ. Η ανάπτυξη των τουρκικών στρατευμάτων στο Ιντλίμπ σήμερα και τις προηγούμενες ημέρες θεωρείται μέρος αυτού του συμβιβασμού, όπως επίσης και οι παράλληλες επιχειρήσεις από τις δυνάμεις του Μπασάρ αλ Άσαντ, χωρίς να πειράξουν πάλι τους Τούρκους.
Με άλλα λόγια, η Ρωσία φαίνεται να συμφώνησε σιωπηρώς να κάνει τα… στραβά μάτια σε κάποιες de facto κινήσεις της Τουρκίας και του Άσαντ αντίστοιχα.
Η Τουρκία θα αφήσει τον Άσαντ να προχωρήσει
Μετά την ανακατάληψη των περιχώρων του Χαλεπίου από τον Άσαντ και τη δημιουργία μίας ζώνης ασφαλείας κοντά στον αυτοκινητόδρομο Μ5, ο στρατός του Σύρου προέδρου θα προχωρήσει να ανακαταλάβει και τον Μ4, που συνδέει το Χαλέπι με τη Λατάκεια.
Ο τουρκικός στρατός είχε επιτρέψει άλλωστε στον Άσαντ να εξαπολύσει μία επίθεση εκεί. Όταν ο Άσαντ αποκτήσει τον πλήρη έλεγχο και στους δύο αυτοκινητόδρομους Μ4 και Μ5 που διασχίζουν το Ιντλίμπ, τότε θα ακολουθήσει μία… νηνεμία στο Ιντλίμπ.
Η Ρωσία, βέβαια, δεν πρόκειται να «χαρίσει» στην Τουρκία καθεστώς «τουρκικής ζώνης ασφαλείας» σε εδάφη του Ιντλίμπ που δεν έχουν ακόμη καταληφθεί από τον Άσαντ. Αυτό το άτυπο καθεστώς μπορεί να έχει ήδη δοθεί στην Άγκυρα στις περιοχές που πραγματοποίησε τις επιχειρήσεις Ασπίδα του Ευφράτη, Κλάδος Ελαίας και Πηγή της Ειρήνης, αλλά όχι στο Ιντλίμπ.
Η Άγκυρα από την πλευρά της έχει θέσει ως όριο στον Πούτιν-Άσαντ να σταματήσει μέχρι ένα σημείο. Ο Ερντογάν δεν θέλει να αφήσει το Σύρο πρόεδρο να αποκτήσει τον πλήρη έλεγχο του Ιντλίμπ και να αποκλείσει τα υφιστάμενα τουρκικά παρατηρητήρια. Ένα τέτοιο σενάριο θα ήταν μεγάλη ήττα για τον Ερντογάν και θεωρείται απίθανο να το επιτρέψει.
Όπως επίσης, θεωρείται απίθανο ο συριακός στρατός να μπορέσει να μπλοκάρει τα τουρκικά στρατεύματα στην περιοχή που υπολογίζονται στα 7.000-9.000 γύρω από το Ιντλίμπ.
Διαμοιρασμός του Ιντλίμπ σε σφαίρες επιρροής Τουρκίας - Συρίας
Το ιδανικό ρεαλιστικό σενάριο για Τουρκία και Ρωσία, αλλά όχι για Άσαντ, είναι το Ιντλίμπ να χωριστεί σε σφαίρες επιρροής. Δηλαδή ο έλεγχος της επαρχίας να μοιραστεί ανάμεσα σε συριακό και τουρκικό στρατό. Με έναν τέτοιο de facto διαμοιρασμό, Ρωσία και Τουρκία θα μπορούσαν να προχωρήσουν σε μία νέα συμφωνία, βασισμένη στις νέες πραγματικότητες στην περιοχή. Όλα, ωστόσο, εξαρτώνται από τη στάση της Τουρκίας και την ετοιμότητά της ακόμη και για επώδυνες πράξεις κι όχι δηλώσεις.
Μόσχα και Άγκυρα θέλουν λύση, όχι σύγκρουση
Σε κάθε περίπτωση, Μόσχα και Άγκυρα δεν θέλουν να κόψουν τους δεσμούς τους και προτιμούν να συνεχίσουν να ψάχνουν για λύσεις στην εξίσωση του Ιντλίμπ. Ακόμη και η απαίτηση της Τουρκίας για απόσυρση των συριακών στρατευμάτων πίσω από τη γραμμή που ορίζει η συμφωνία του Σότσι, δεν συνεπάγεται την επιστροφή των δυνάμεων της συριακής αντιπολίτευσης (την οποία στηρίζει η Τουρκία) σε εκείνες τις περιοχές.
Η Μόσχα προκρίνει οι περιοχές που έχουν καταληφθεί από τον Άσαντ στο Ιντλίμπ να ελέγχονται από τη ρωσική στρατο-χωροφυλακή και το 5ο σώμα στρατού της. Αυτό θα έκανε την Τουρκία να είναι λιγότερο επιθετική στο Ιντλίμπ, εφόσον δεν θα είχε απέναντί της δυνάμεις του Άσαντ, κι έτσι να καταλήξει σε έναν βιώσιμο συμβιβασμό, μία χρυσή τομή, που θα αποδέχονταν όλες οι πλευρές.
Ο ρόλος των ΗΠΑ στο Ιντλίμπ
Σύμφωνα με αμερικανικές πηγές, που επικαλείται ο γνωστός και έγκυρος Τούρκος δημοσιογράφος, Μουράτ Γετκίν σε άρθρο του στο προσωπικό του blog στις 18 Φεβρουαρίου, οι ΗΠΑ κατέστησαν σαφές στους Κούρδους της Συρίας (YPG) ότι δεν θα παράσχουν καμία υποστήριξη σε περίπτωση που έρθουν αντιμέτωποι με τον τουρκικό στρατό.
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, οι ΗΠΑ αυτή τη στιγμή επιθυμούν να υπάρχει μία τουρκική στρατιωτική παρουσία στη βόρεια Συρία, θεωρώντας την πλέον σημαντική για τις εξελίξεις στη Συρία (σ.σ. σε σχέση με τη Ρωσία). Άρα τώρα, δεν θέλουν μία αντιπαράθεση Τουρκίας και Κούρδων, ώστε να αναγκαστούν να πάρουν θέση ανάμεσα σε δύο συμμάχους τους στην περιοχή, δύο συμμάχους που εξυπηρετούν βέβαια διαφορετικά συμφέροντα ο καθένας τους.
Οι Κούρδοι διαψεύδουν ότι έχουν λάβει ένα τέτοιο μήνυμα από τις ΗΠΑ σε περίπτωση που έρθουν αντιμέτωποι με την Τουρκία στη Συρία, αλλά δεν αποκλείουν κιόλας μία τέτοια πιθανότητα.
Η σημερινή κατάσταση των Κούρδων στη Συρία
Οι Κούρδοι γνωρίζουν ωστόσο καλά ότι οι ΗΠΑ είναι εναντίον μία συνεργασίας Κούρδων και Δαμασκού. Σε γενικές γραμμές, η θέση των Κούρδων της Συρίας αυτή τη στιγμή συνοψίζεται ως εξής:
Οι Κούρδοι θεωρούν ακόμη τις ΗΠΑ συμμάχους τους στο πεδίο της μάχης, συνεχίζουν να θεωρούν την τουρκική στρατιωτική παρουσία στη Συρία ως απειλή, αλλά βλέπουν και τη Ρωσία ως εγγυητή των όποιων διαπραγματεύσεών τους με τη Δαμασκό, έχοντας βέβαια πάντα στην άκρη του μυαλού τους ότι τα ρωσικά στρατηγικά συμφέροντα μπορεί να οδηγήσουν το Κρεμλίνο να προσφέρει διευκολύνσεις στην Τουρκία, όπως έκανε και το 2018 όταν την άφησε να καταλάβει το Αφρίν.
Η Ρωσία θα τιθασεύσει Άσαντ και Ερντογάν;
Η κατάσταση στο μέτωπο της Συρίας είναι ακόμη αρκετά ρευστή για όλους τους «παίκτες». Ταυτόχρονα λαμβάνουν χώρα συνεργασίες, αντιπαραθέσεις και συγκρούσεις μεταξύ ΗΠΑ και Τουρκίας, μεταξύ Τουρκίας και Ρωσίας και μεταξύ Ρωσίας και ΗΠΑ. Άρα είναι αδύνατη ακόμη η όποια άσκηση συγκεκριμένης πολιτικής από οποιονδήποτε. Το μόνο σίγουρο είναι και το γνωρίζουν όλοι ότι ο ρόλος της Ρωσίας ως ενδιάμεσος και ως εγγυητής είναι δεδομένος, αλλά η επιτυχία του ρόλου αυτού εξαρτάται κατά πολύ από το… θυμικό των Μεσόγειων παικτών από κάτω της: του Άσαντ και του Ερντογάν.
Μέχρι που η καρδιά της σταμάτησε να χτυπά, η κορυφαία Ελληνίδα ποιήτρια δεν έπαψε να αγωνιά και να ελπίζει, να παλεύει με τις λέξεις, δίνοντας νόημα στα ασήμαντα της καθημερινής ζωής, εμβαθύνοντας στη φθορά, τη λήθη, την απώλεια, τον έρωτα. Διαβάστηκε, αναγνωρίστηκε, αγαπήθηκε ακόμα και από τη γενιά του ίντερνετ. O θάνατος της Δημουλά έγινε είδηση και στα γαλλικά ΜΜΕ («Le Monde», «Le Figaro», franceinfo κ.ά.)
Ευγενική, διακριτική στην προσωπική της ζωή, μα με μια μοναδική γλωσσική τόλμη κι αμεσότητα που συμπαρασύρουν και όσους δεν είναι εξοικειωμένοι με την ποίηση. Με το σθένος της ψυχής και τη δύναμη των λέξεων έπλασε καινούργιους κόσμους, αγγίζοντας τις πιο ευαίσθητες χορδές. «Ο λόγος που δείχνω τόσο σεβασμό στις λέξεις είναι γιατί κάθε ποίημα, ακόμα και κάθε στίχος, ένα σύμπαν είναι. Το σύμπαν της δημιουργού στιγμής», είχε πει η Κική Δημουλά.
«Ο,τι είμαστε κι ό,τι αισθανθήκαμε το αισθάνθηκαν πρώτα οι λέξεις». «Χρονικογράφος του εφήμερου», όπως τη χαρακτήρισε εύστοχα ο Κ.Γ. Παπαγεωργίου, έδωσε νόημα στα μικρά και ασήμαντα της καθημερινής ζωής, στα άψυχα και αμελητέα που μας περιτριγυρίζουν, στις φευγαλέες στιγμές, εμβάθυνε με τους στίχους της στη φθορά και τη λήθη, την εγκατάλειψη, την απώλεια, αλλά και στον έρωτα και στην έμπνευση.
Η ανυπέρβλητη Κική Δημουλά, η κορυφαία σύγχρονη Ελληνίδα ποιήτρια, έφυγε από τη ζωή το απόγευμα του Σαββάτου, έπειτα από σύντομη νοσηλεία στο θεραπευτήριο «Υγεία». Η καρδιά της σταμάτησε να χτυπά σε ηλικία 89 ετών. Η αθανασία όμως της ανήκει, με τα ποιήματά της να αναγνωρίζονται από το ιδιαίτερο ύφος, να διαβάζονται, να συναρπάζουν και να συγκινούν όλες τις γενιές. Ακόμα κι αυτήν του ίντερνετ, που τώρα γράφει στα social media πόσο αδικήθηκε η Δημουλά που δεν βραβεύτηκε με Νόμπελ Λογοτεχνίας...
Η Κική Δημουλά διαβάζει ποιήματά της, Θεσσαλονίκη, 2007
EUROKINISSI / ΜΩΥΣΙΑΔΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ
Η ίδια πιθανότατα θα ευχόταν τα ποιήματά της πάντα να στηρίζουν, με τον τρόπο τους: «Πιστεύω ότι η ποίηση βοηθάει όσο το κερί που ανάβουμε μπαίνοντας σε ένα έρημο, καταργημένο ξωκκλήσι, με φευγάτους όλους τους αγίους», είχε πει κατά την υποδοχή της στην Ακαδημία Αθηνών, τον Νοέμβριος του 2003 (ήταν μόλις η τρίτη γυναίκα ακαδημαϊκός). «Ωφελεί όσους την αγαπούν, επειδή βρίσκουν εντός της μικρά κομματάκια από σκισμένες φωτογραφίες του ψυχισμού τους. Περισσότερο και πιο σωστά ωφελεί εκείνους που πιστεύουν στη μαγεία της.
Που δεν θέλουν να θέσουν τον δάκτυλό τους επί τον τύπον της κατανόησής της. Ωφελεί τη γλώσσα. Την περισυλλέγει από τους μεγάλους κάδους της βιασύνης και τη μεταγγίζει με σέβας στο τόσο δα μπουκαλάκι του αγιασμού, μια γουλιά, όσο ακριβώς χρειάζεται να πιει η ουσία. Τέλος ωφελεί όσο μια παυσίπονη σταγόνα η ποίηση, σε έναν ωκεανό λύπης. Δεν είναι λίγο».
Η Κική Δημουλά γεννήθηκε στις 6 Ιουνίου του 1931 στην Αθήνα και ήταν μόνιμη κάτοικος της πολυαγαπημένης της Κυψέλης. Το πατρικό της όνομα ήταν Βασιλική Ράδου. Μοιράστηκε τη ζωή της από το 1952 με τον ποιητή και πολιτικό μηχανικό Αθω Δημουλά με τον οποίο απέκτησε δυο παιδιά, τον Δημήτρη (1956) και την Ελση (1957). Για πολλά χρόνια εργάστηκε ως υπάλληλος στην Τράπεζα της Ελλάδος, από το 1949 έως και το 1973. Οπως έχει πει η ίδια, επέλεξε να αφοσιωθεί στην οικογένειά της –αν και δεν έλειψαν οι πρώτες ποιητικές συλλογές «Ερεβος» το 1956, «Ερήμην» το 1958.
«Το λίγο του κόσμου», το 1971, κ.ά.–, ωστόσο το «μεγάλο μπουμ» έγινε μετά τον θάνατο του συζύγου της, το 1985, οπότε άρχισε να ανοίγεται στη δημοσιότητα. Η ίδια διέψευδε τον μύθο της βαριάς σκιάς του Δημουλά επάνω της. Οπως είχε πει στην Ολγα Μπακομάρου, στην «Ελευθεροτυπία» (Μάρτιος 2002): «Αυτό είναι ένα μεγάλο λάθος. Αντιθέτως, μου έδωσε την πολύ δύσκολη έγκρισή του στα πράγματα που με βοήθησαν να ζήσω και μετά τον θάνατό του. Εκείνος ήταν ο ελέγχων τις ποιότητές μου, πάνω στο θέμα της ποιήσεως τουλάχιστον. Φεύγοντας, μου άφησε τις τελειότητές του. Οι ατέλειες ξεχάστηκαν. Και την ποίηση, βεβαίως, όπου είχα πλέον μπει σαν σε καταφύγιο. Εκείνος με ωθούσε συνεχώς προς τα εκεί, διότι εγώ ήμουν ένας άνθρωπος τεμπέλης από τη φύση μου».
Στην ίδια συνέντευξη είχε εξομολογηθεί πως είχε υποστεί «μια δίωξη τρομακτική επί δικτατορίας. Πραγματικά χωρίς λόγο. Επειδή ήμουν στο περιοδικό της τράπεζας “Κύκλος”, το οποίο θεωρήθηκε ως αναρχοκομμουνιστικό. Ούτε κομμουνίστρια ήμουν όμως, ούτε μη κομμουνίστρια. Ημουν απλά ένας άνθρωπος που αγαπάει πάρα πολύ την ελευθερία και τη δημοκρατία. Δεν έκανα όμως τίποτα εναντίον της χούντας, γιατί είχα οικογένεια, παιδιά, όλα αυτά τα κακομοίρικα, αν θέλετε. Αλλά και δεν πούλησα ποτέ ηρωισμό, όπως έκαναν άλλοι».
Πολυμεταφρασμένη (αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, ιταλικά, πολωνικά, βουλγαρικά, γερμανικά, σουηδικά), αλλά και πολυβραβευμένη: τιμήθηκε το 1972 με το Β’ Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή «Το λίγο του κόσμου», το 1989 με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή «Χαίρε ποτέ» και το 1995 με το Βραβείο Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών για την «Εφηβεία της λήθης». Το 2001 βραβεύτηκε με το Αριστείο των Γραμμάτων της Ακαδημίας Αθηνών για το σύνολο του έργου της και το 2010 με το Μεγάλο Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας. Παρ’ όλες, όμως τις διακρίσεις, διαρκώς αμφέβαλλε.
Οπως έγραψε αυτοβιογραφούμενη όταν της δόθηκε το Ευρωπαϊκό Βραβείο Λογοτεχνίας (2009): «Δεν νιώθω δημιουργός. Πιστεύω ότι είμαι ένας έμπιστος στενογράφος μιας πολύ βιαστικής πάντα ανησυχίας, που κατά καιρούς με καλεί και μου υπαγορεύει κρυμμένη στο ημίφως ενός παραληρήματος, ψιθυριστά, ασύντακτα και συγκεκομμένα, τις ακολασίες της με έναν άγνωστο τρόπο ζωής. Οταν μετά αρχίζω να καθαρογράφω, τότε μόνον, παρεμβαίνω κατ’ ανάγκην: όπου λείπουν λέξεις, φράσεις ολόκληρες συχνά και το νόημα του οργίου, προσθέτω εκεί δικές μου λέξεις, δικές μου φράσεις, το δικό μου όργιο στο νόημα, ό,τι τέλος πάντων έχει περισσέψει από δικές μου ακολασίες με έναν άλλον, άγνωστο τρόπο ζωής».
Με αβεβαιότητα στεκόταν απέναντι στην ποίηση και είχε εξομολογηθεί στον Γιώργο Αρχιμανδρίτη («Κ» Καθημερινής, Νοέμβριος 2016): «Εγώ δεν αισθάνθηκα ποτέ βέβαιη για τίποτα. Ποτέ. Μόνο για το ότι θα πεθάνω. Και την ποίηση τη θεωρώ εξαιρετικά ύπουλη κατάσταση και θανατηφόρα. Δεν σου λέει ότι την πάτησες. Δεν σου λέει ότι αυτό το έχεις ξαναπεί. Δεν σου λέει ότι επαναλαμβάνεσαι. Τίποτα. Σε παρασύρει, σε βάζει σε μια παγίδα και εσύ νομίζεις ότι αυτή τη φορά το είπες κάπως αλλιώς απ’ την προηγούμενη, ενώ το έχεις πει έτσι».
Εξίσου αμήχανα αισθανόταν όταν την αποκαλούσαν «ποιήτρια». Οπως είχε πει σε συνέντευξή της στον Γιάννη Χατζηγεωργίου (Lifo, Ιανουάριος 2018): «...εκείνο που με ενοχλεί είναι η ανακρίβεια, η υπερβολή αυτού του χαρακτηρισμού, διότι δεν υπάρχει κανείς που να είναι μόνο και συνεχώς ποιητής. Είναι ένας επίμονα κοινός άνθρωπος, στον οποίο απλώς δόθηκε, χωρίς συμβόλαιο μονιμότητας, η δυνατότητα να επιχειρεί να αποτινάξει τη φθαρτότητά του».
Εκφραζόταν με ευθύτητα και ειλικρίνεια η Κική Δημουλά, με διάθεση αυτοκριτικής, ενώ συχνά γινόταν σκληρή με τον εαυτό της. Και δεν έκρυβε πως διάλεξε έναν μοναχικό δρόμο, χωρίς πολλές κοινωνικές συναναστροφές, χωρίς να πάει κόντρα στις συμβάσεις. «Η σταθερά στη ζωή μου ήταν δειλία», έλεγε στην ίδια συνέντευξη. «Απέναντι στο να φτιάξω δικό μου πράγμα, στο να το κάνω καλύτερο. Απέναντι στο να δημιουργήσω στον άλλον την εντύπωση ότι μπορεί να είμαι επιθετική και επιβλαβής. Εχω ερμηνεύσει τελικά την ευγένειά μου ως μια δειλία με προσωπείο.
Οι αρετές δεν έχουνε μία πλευρά, έχουν και ένα κρυφό πρόσωπο. Μπορεί να είναι ατέλειες. Εκτιμώ πάρα πολύ την ευγένεια, αλλά υποπτεύομαι ότι δεν είναι αμιγής αρετή – έχει πίσω της και μια έλλειψη επιθετικότητας. Φοβάμαι πάρα πολύ να δυσαρεστήσω ανθρώπους, φοβάμαι πάρα πολύ να πω “όχι”. Εκεί το επιχείρημά μου είναι “θα τον προσβάλω αν πω όχι”, “θα κάνω διάκριση αν στον άλλον έχω πει ναι”. Θέλω να είμαι ευγενής, θέλω να είμαι δίκαιη ή δεν θέλω τους πολέμους; Διότι μία διάκριση σημαίνει κήρυξη πολέμου από τον αδικημένο... Η δειλία πάντως καθόρισε τη ζωή μου. Η οποία θα μπορούσε να είναι πολύ ωραιότερη, αν ήμουνα λίγο πιο τολμηρή».
Ως την τελευταία στιγμή η Κική Δημουλά δεν έπαψε να υποκύπτει στη βάσανο των λέξεων, να ζει με την αγωνία της γραφής. Επιδιώκοντας μέσω της δημιουργίας την ευτυχία, μάλλον τη χαρά της στιγμής, καθώς πίστευε πως «ευτυχής και ποιητής» δεν υπάρχει.
«Μια Βαβέλ είναι και η ποίηση διαφορετικών οραμάτων και διαλέκτων, η μια λέξη παρανοεί την άλλη, οι ξένοιαστες λέξεις δεν θέλουν να ζήσουν τον κίνδυνο της εμβάθυνσης· τελικά, δύσκολο να επιβάλεις την αγιότητα της αλληλεγγύης. Αλλωστε τα μεγάλα βάσανα του ανθρώπου ξένες γλώσσες δεν γνωρίζουν, μια δυο λέξεις όλες κι όλες μιλούν: την ιώβεια υπομονή», είχε πει κατά την αναγόρευσή της σε επίτιμη διδάκτορα της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ, το 2015.
Με τον Μάνο Ελευθερίου
EUROKINISSI / ΚΑΤΩΜΕΡΗΣ ΚΩΣΤΑΣ
«Εχει άραγε τη δύναμη η ποίηση να διακρίνει ποιες από τις προσφερόμενες να την υπηρετήσουν λέξεις πάσχουν από μια θνητή επιφανειακότητα και ποιες είναι προικισμένες με αλλεπάλληλες στρώσεις λανθάνοντος νοήματος; Οι λέξεις είναι αυτές που γράφουν ή δεν γράφουν το ποίημα. Κι αυτή η δικτάτορας έμπνευση, την ευρηματικότητα των λέξεων οικειοποιείται. Στην παντοδύναμη σκέψη η εξουσία που της απομένει είναι να ονειρεύεται το ποίημα αυθημερόν... και να προσεύχεται στο Αγιο τυχαίο. Αυτό που πέφτει ως μάννα εξ ουρανού και τρέφει τα πεινασμένα αδιέξοδα του ποιήματος».
Κάπως αργά, στις 16 Ιανουαρίου 2020, η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη απέστειλε επιστολή προς την Επιτροπή Νόμπελ της Σουηδικής Ακαδημίας, με την οποία πρότεινε την υποψηφιότητα της Κικής Δημουλά για το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας. Πάντως, ως ελάχιστος φόρος τιμής, η κηδεία της κορυφαίας ποιήτριας θα γίνει δημοσία δαπάνη, όπως ανακοίνωσε η υπουργός, ενώ θα ακολουθήσει σειρά εκδηλώσεων για να τιμηθεί η μνήμη της και το έργο της.
H εξόδιος ακολουθία θα τελεστεί αύριο Τρίτη στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών στις 16.00. Παράκληση της οικογένειας, αντί στεφάνων, όσοι επιθυμούν, να ενισχύσουν:
Στέγη Γερόντων, Αγιος Νεκτάριος, Αγία Παρασκευή / Εθνική Τράπεζα: GR 6801 10 18 000000 180 5580 2856 και την ΕΛΠΙΔΑ-Σύλλογος φίλων Παιδιών με Καρκίνο / Alpha Bank: GR26 0140 1520 1520 0200 2000 515
ΟΙ ΟΜΟΤΕΧΝΟΙ ΤΗΝ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΟΥΝ
«Η τελευταία λαϊκή της νεωτερικής μας ποίησης»
Δημοφιλής όσο σπάνια γίνεται ένας ποιητής, αλλά και συχνά αμφισβητούμενη, ακόμα και σκληρά λοιδορούμενη για παρεξηγημένες δηλώσεις της, όπως τότε με την ομιλία της για την Κυψέλη και τους μετανάστες της, που θεωρήθηκε «ρατσιστική», η Κική Δημουλά αποχαιρέτησε τον κόσμο μέσα στην πιο πλατιά και ειλικρινή συγκίνηση και αγάπη.
Η εμβέλειά της, για μια φορά τουλάχιστον, δεν κρίθηκε αρνητικά, αλλά αναγνωρίστηκε γι’ αυτό που ήταν. Εγραψε χαρακτηριστικά ο Νικόλας Σεβαστάκης στο facebook: «Η τελευταία λαϊκότητα της νεωτερικής μας ποίησης. Κατόρθωμα σημαντικό της Κικής Δημουλά, που έφερε σε επαφή το υψηλό με τη σφαίρα της ανάγκης και της τριβής. Κάποτε, πρέπει να αναγνωριστεί και η συμβολή της ποίησης στη δημοκρατία ή αλλιώς στα κοινά πράγματα του βίου μας».
Από κοντά και ο ποιητής Χάρης Βλαβιανός, που τη χαρακτήρισε «κορυφαία ποιήτρια». «Αφήνει πίσω της μερικά από τα σημαντικότερα ποιήματα που γράφτηκαν τα τελευταία πενήντα χρόνια», έγραψε. «Ο ποιητής είναι το ύφος του, η γλώσσα του, ο περίτεχνος τρόπος που μεταμορφώνει απλές, καθημερινές λέξεις σε τέχνη. Και η Δημουλά έφτιαξε μια δική της, αναγνωρίσιμη γλώσσα, κατάφερε να “εκδημοκρατικοποιήσει” την ποίηση, κατάφερε να τη διαβάζουν, να την απολαμβάνουν και όσοι δεν έχουν μια στενή, θερμή σχέση με τη λογοτεχνία. Τώρα που έφυγε θα τη συναντά ο καθένας μας στα ποιήματά της, θα συνεχίσει να συνομιλεί μαζί της και να αναγνωρίζει τον εαυτό του μέσα στις λέξεις της. Λέω “έφυγε”, όμως η Δημουλά θα είναι αιωνίως παρούσα – όπως άλλωστε κάθε μεγάλη ποιήτρια. Σήμερα μπορεί να πενθούν όσοι την αγάπησαν και συνδέθηκαν μαζί της, αλλά η Ποίηση χαμογελάει με ικανοποίηση, αφού η Δημουλά την τίμησε με το παραπάνω. Και εμείς, όπως κι αυτή, την ευγνωμονούμε».
Ο Γιάννης Δούκας, της νεότερης γενιάς της ελληνικής ποίησης, την αποχαιρέτησε τρυφερά και προσωπικά. «Η Κική Δημουλά υπήρξε η γιαγιά όλων, ακόμη κι εκείνων που δυσκολεύονταν να της συγχωρήσουν την εμβέλεια της φωνής της και την παραπλανητική, δραστική της απλότητα. Θα τη μνημονεύουμε, θα τη θυμόμαστε, θα τη διαβάζουμε».
Και η Ρέα Γαλανάκη θυμήθηκε την Κική Δημουλά των πρώτων δημοσιεύσεών της, στις εκδόσεις «Στιγμή». «Σε είχα γνωρίσει, κι είχαμε πιει τα ούζα μας καπνίζοντας αρχαία τσιγάρα στις εκδόσεις “Στιγμή”, κάτι Σάββατα, παρέα εγκάρδια με τον Μαρωνίτη, τον Αναγνωστάκη, τον Παυλόπουλο, τον Βαγενά – αυτοί ανεβαίνουν τώρα παρακάμπτοντας το σκαλωμένο δάκρυ. Εκεί, πριν από τον φίλτατο “Ικαρο”, αγαπηθήκαμε. Ακατάλυτα, κι ας λύει ο θάνατος το σώμα».
Έφυγε σήμερα από τη ζωή ο Κώστας Βουτσάς, σε ηλικία 88 ετών. Ο αγαπημένος ηθοποιός τις τελευταίες εβδομάδες είχε εισαχθεί στην καρδιολογική κλινική του νοσοκομείου Αττικόν, μετά από καρδιακό επεισόδιο, και νοσηλευόταν στη ΜΕΘ με λοίμωξη του αναπνευστικού.
Γοητευτικός, πληθωρικός, στόφα μεγάλου ηθοποιού, ο Κώστας Βουτσάς διέγραψε τεράστια, επιτυχημένη καριέρα 70 ετών. Ήταν από τους σταρ που σημάδεψαν τον ελληνικό κινηματογράφο.
Σπουδαίος κωμικός, άφησε ανεξίτηλο στίγμα στο ρόλο του αγαθού Κωνσταντινουπολίτη με «Το Ανθρωπάκι» (1969) ενώ το αυθόρμητο επιφώνημα του «Φσστ μποινγκ», στο μιούζικαλ «Κάτι να καίει» (1964), έγραψε ιστορία στον εγχώριο κινηματογράφο.Σθεναρός υποστηρικτής του, εξαρχής, υπήρξε ο σκηνοθέτης Γιάννης Δαλιανίδης, με τον οποίο τον συνέδεε μακρόχρονη φιλία κι εκτίμηση.
Ήταν το 1961, όταν με την εμφάνιση του στον «Κατήφορο» απόκτησε ευρεία αναγνωρισιμότητα για να απογειωθεί στη συνέχεια ως ο απόλυτος πρωταγωνιστής σε ταινίες που έφταναν να κόβουν έως και 650 χιλιάδες εισιτήρια την δεκαετία 60 και 70. Κι ήταν το 1984 που ο νέος ελληνικός κινηματογράφος βρήκε στο πρόσωπο του Κώστα Βουτσά τον ιδανικό ερμηνευτή που θα ενσάρκωνε τα όνειρα και τις επιθυμίες ενός καθημερινού ανθρώπου(«Ο έρωτας του Οδυσσέα», του Βασίλη Βαφέα).
Ο Κώστας Βουτσάς (Σαββόπουλος ήταν το οικογενειακό του όνομα) γεννήθηκε τον Δεκέμβριο του 1931 στην Αθήνα, σε προσφυγική οικογένεια με καταγωγή από τους Επιβάτες της Ανατολικής Θράκης, που σήμερα ανήκουν στο έδαφος της Τουρκίας.Μεγάλωσε στην Θεσσαλονίκη, όπου εγκαταστάθηκε η οικογένεια του. Ο πατέρας του εργάστηκε ως εργάτης οδοποιΐας κι ο μικρός Κώστας επινόησε διάφορες δουλειές του ποδαριού για επιβίωση. Στα χρόνια της Κατοχής μοίραζε προκηρύξεις στους κινηματογράφους μαζί με άλλα «Αετόπουλα» της ΕΠΟΝ.
Μετά τον πόλεμο, ασχολήθηκε με διάφορες μορφές αθλητισμού, όπως στίβο, κωπηλασία, βόλεϊ και μπάσκετ. Η πρώτη του θεατρική εμπειρία, όπως έχει πει, ήταν στα σχολικά του χρόνια όταν ο προπονητής του τον είχε στείλει για προπόνηση στη Μηχανιώνα κι έλαβε μέρος στην παράσταση της καστασκήνωσης. Έκανε ένα αρνητικό σχόλιο για το παιδί που υποδύονταν τον μεθυσμένο κι όταν ο υπεύθυνος του θεατρικού τον προκάλεσε αν μπορεί να το κάνει καλύτερα βρέθηκε τελικά με τον ρόλο.
Σε ηλικία 18 ετών σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Μακεδονικού Ωδείου, συμμετείχε σε επιθεωρήσεις στο Στρατιωτικό Θέατρο Θεσσαλονίκης κι αφού περιπλανήθηκε με τα μπουλούκια δύο χρόνια σε χωριά και κωμοπόλεις της Μακεδονίας « η Καλή Καλό (καλλιτεχνικό ψευδώνυμο της θεατρίνας Καλλιόπης Δαμβέργη) τον κατέβασε Αθήνα» έχει πει ο ίδιος. Έδωσε εξετάσεις για να πάρει την άδεια ασκήσεως επαγγέλματος, την οποία τελικά του έδωσαν στην τρίτη προσπάθεια αφού η επιτροπή τον είχε απορρίψει δύο φορές, επειδή δεν «έκανε για ηθοποιός» όπως του είχαν πει.
Η πρώτη ταινία που συμμετείχε, ως κομπάρσος, ήταν στην κωμωδία «Ο μπαμπάς εκπαιδεύεται» (1953, του Γιώργου Λαζαρίδη).Ακολούθησε η συμμετοχή του στην ταινία του Αλέκου Σακελλάριου «Η κυρά μας η μαμή» (1958) με την οποία μπήκε πρώτη φορά στα στούντιο της Φίνος Φιλμ, «Για την αγάπη της βοσκοπούλας» του Φρίξου Ηλιάδη (1959), η «Αλίκη στο Ναυτικό»(1960, Αλέκος Σακελλάριος), «Κατήφορος» (1961, Γιάννης Δαλιανίδης), «Ο φίλος μου ο Λευτεράκης» (1962, Αλέκος Σακελλάριος ) κ.ά. Συνολικά 70 ταινίες,
Στη μικρή οθόνη πρωτοεμφανίστηκε το 1973 στο σίριαλ «Βαριετέ« της τότε ΥΕΝΕΔ.Ε για να ακολουθήσουν πολλές εμφανίσεις σε τηλεοπτικές σειρές όπως «Ο Ανδροκλής και τα λιοντάρια του», «Για μια θέση στον ήλιο», «Γιούγκερμαν», «Δέκα Μικροί Μήτσοι»,«Επτά θανάσιμες πεθερές», «Η πολυκατοικία» κ.ά.
Η Έρρικα Μπρόγιερ με τον Κώστα Βουτσά και την αδελφή της
Ο Κώστας Βουτσάς έχει τρεις κόρες- τη Σάντρα από τον γάμο του με την Έρρικα Μπρόγιερ, την ηθοποιό Θεοδώρα και τη Νικολέττα από τον γάμο του με την Θεανώ Παπασπύρου και έναν γιό, τον τετράχρονο Φοίβο, από τον γάμο του το 2016 με την ηθοποιό Αλίκη Κατσαβού.
Η Έρρικα Μπρόγιερ με τον Κώστα Βουτσά
Ο Κώστας Βουτσάς και η Αλίκη Κατσαβού γνωρίστηκαν το 2013 στην παράσταση «Ένα παιδί μετράει τα άστρα» του Μενέλαου Λουντέμη στο Μέγαρο Μουσικής. Η Αλίκη έκανε τη γυναίκα του Κώστα. Ήταν τόσο έντονα μακιγιαρισμένη για να ανταποκριθεί στο ρόλο της 70χρονης γριάς, που το κοινό δεν την αναγνώριζε όταν έβγαινε στο τέλος, χωρίς μεϊκάπ, για την υπόκλιση. Η ίδια δηλώνει ότι ο Κώστας Βουτσάς ήταν ο αγαπημένος της ηθοποιός όταν ήταν μικρή -«όντως τον λάτρευα, δεν το λέω τώρα που τον παντρεύτηκα»- και αγαπημένη της ταινία «Ο γόης».
Παρέμεινε ενεργός και δραστήριος μέχρι τέλους, απολαμβάνοντας την αγάπη του κόσμου που παρέμεινε πιστό σε όλες του τις παραστάσεις, με πιο πρόσφατες την «Σμύρνη μου αγαπημένη» της Μιμής Ντενίση έως την τελευταία, την παιδική «Σταχτοπούτα» του Σαρλ Περώ, στο θέατρο Broadway.
Κι άλλες φορές έχουμε φιλοξενήσει στο ιστολόγιο διηγήματα του φίλου μας του Τζι. Το τελευταίο ήταν πέρσι τον Νοέμβριο, και εκεί θα βρείτε λινκ προς τα προηγούμενα. Στο σημερινό διήγημα η δράση εκτυλίσσεται στη δεκαετία του 1970, οπότε έτσι εξηγείται που η ηρωίδα επιμένει να απαντά «Νίτσα με λένε» -σήμερα, όλα αυτά τα γυναικεία υποκοριστικά, τα θεωρούμενα λαϊκά, όπως Λίτσα, Νίτσα, Ρούλα και τα λοιπά έχουν υποχωρήσει αισθητά.
Επίσης, επειδή λεξιλογούμε, να πω ότι το λουλούδι εγώ το ξέρω μανόλια, έστω κι αν το διεθνές του όνομα είναι magnolia (από τον βοτανολόγο Pierre Magnol). Αλλά, a rose by any other name…
Το όνομά της ήταν Νίτσα χωρίς να διευκρινισθεί η προέλευσή του. Το Ελένη και Ουρανία ήταν τα πιο πιθανά αλλά σε κάθε ερώτηση των νεαρών αξιωματικών η απάντηση ήταν κοφτή «Νίτσα με λένε».
Ηταν κάθε μέρα καθισμένη μπροστά στη γραφομηχανή της, μέσα στο άσπρο κεντητό πουκάμισό της, με τον κλασσικό κότσο στα μαλλιά και τον χρυσό σταυρό να κρέμεται στο στήθος της, που φυσικά «νικούσε κι όλα τα κακά σκορπούσε». Φούστα φαρδειά και μακριά, τσάντα μεγάλη κι ούτε κραγιόν από καλλυντικά. Υφος ψυχρό κι ενοχλημένο, βλέμμα απόμακρο αλλά με κάποιες σπιθίτσες αμφιβολίας για τους προσεκτικούς παρατηρητές. Η μιλιά της, τυπική.
Μοιραζότανε με τους τρεις νεοφερμένους αξιωματικούς θητείας, την αίθουσα καθηγητών της σχολής που ήταν φανερά διακοσμημένη στο γούστο της, με εικόνες του Χριστού και αγίων και σεμνά αγριολούλουδα στα βάζα. Το κέντρο εκπαίδευσης μονίμων υπαξιωματικών ναυτικού χρησιμοποιούσε για τα μαθήματα κλασσικής παιδείας στρατεύσιμους πτυχιούχους, κατα προτίμηση βαθμοφόρους γιατί οι μαθητές, οι ναυτόπαιδες, ήταν ζόρικοι. Ενα μεγάλο ποσοστό από αυτούς ήταν ανεπιθύμητα παιδιά από διαλυμένες οικογένειες που τα «παρκάρανε» δωρεάν στις στρατιωτικές σχολές. Το καταλάβαινε κάποιος όταν είχαν εξόδου κι έβλεπε πολλά παιδιά να μην βγαίνουν γιατί δεν είχαν πού να πάνε. Τον καθηγητή δεν τον φοβότουσαν αλλά τους βαθμοφόρους τούς έτρεμαν μην τους ρίξουν φυλακή. Ενας φρέσκος στρατεύσιμος αξιωματικός κάποτε ρώτησε ένα από αυτά τα παιδιά:
– Εχεις μητέρα ;
– Οχι, απάντησε το παιδί, έχει πεθάνει.
– Κι ο πατέρας σου ; ξαναρώτησε.
– Είναι φυλακή.
– Γιατί ;
– Γιατί σκότωσε τη μάνα μου !
Οι τρεις διδάσκοντες στρατεύσιμοι αξιωματικοί είχαν τα γραφεία τους μαζί με την δακτυλογράφο, οι διδάσκοντες στρατεύσιμοι υπαξιωματικοί και ναύτες δεν είχαν τέτοιες πολυτέλειες, ανήκαν αλλού.
Η Νίτσα κοκκίνιζε μέχρι τ’ αυτιά της όταν οι νεαροί μιλώντες ελεύθερα χρησιμοποιούσαν τις καθημερινές «κακές» λέξεις όπως διάολε, μαλάκα, γαμώτο και σταματούσε το κτύπημα στη μηχανή της. Η Νίτσα δεν είχε συναντήσει ποτέ αυτές τις λέξεις στην Καινή Διαθήκη και διαμαρτυρήθηκε στον Διευθυντή Σπουδών (Δ.Σ.). Ο Δ.Σ. , πρώην δάσκαλος που προτίμησε την σιγουριά του στρατού από τις μεταθέσεις και το καθημερινό μάθημα στα δημοτικά, φώναξε τους νεαρούς στο γραφείο του :
– Ρε παιδιά, μην την τσιγκλάτε την αραχνιασμένη και μας κάνει καμιά κασκαρίκα. Υπάρχει καλύτερο βόλεμα από δω ; Δευτέρα στις 11 έρχεστε, Παρασκευή στις 11 φεύγετε, 12 διδακτικές ώρες όλες κι όλες, κάθε μέρα εξόδου κι ο μισθός να πέφτει, σε σχολείο διπλάσια θα δουλεύατε και δεν θάχατε το Σάββατο ελεύθερο ! Κάντε μια προσπάθεια να μην την ενοχλείτε, μη μας καρφώσει και χάσουμε την βολή μας.
Η στρατιωτική σχολή ήταν μέσα στην νησιώτικη πόλη. Εποχές προ έητζ, με τριακόσους ενεργούς άντρες και χίλιες πεντακόσιες τουρίστριες να αλλάζουν κάθε Πέμπτη στη σεζόν που άνοιγε τον Μάρτη κι έκλεινε τον Δεκέμβρη. Ολη η πόλη επαγγελματικά είχε προσαρμοσθεί σ’ αυτήν την κατάσταση, ο τουρισμός είχε χαλάσει τα πατροπαράδοτα αρβανίτικα ήθη. Οι έχοντες την οικονομική άνεση έστελναν τα κορίτσια σχολείο στην Αθήνα. Η θέση της ντόπιας γυναίκας ήταν εξαιρετικά δύσκολη γιατί γινότανε άμεση σύγκριση με τις ξένες που ερχότουσαν για την «εβδομάδα του σεξ». Επρεπε ή να λειτουργήσουν σαν τις ξένες ή να σηκώσουν απόρθητα τείχη σαν την Νίτσα, η εκκλησία ήταν απαραίτητο βοήθημα στην δεύτερη επιλογή.
Από τους τρεις νεαρούς μόνο ο ένας κατάφερνε να μην λέει τις λέξεις που ενοχλούσαν την Νίτσα κι έτσι σιγά-σιγά άρχισε να τον ξεχωρίζει. Αυτός προσπαθούσε να δικαιολογήσει τους συναδέλφους του λέγοντας πως ναι μεν είναι κακές λέξεις αλλά δεν τις εννοούν, όταν κάποιος λέει γαμώτο, δεν υπονοεί την σεξουαλική πράξη και τέτοια. Μετά προθυμοποιήθηκε να της υπαγορεύει τα κείμενα που αντέγραφε για να τελειώνει πιο γρήγορα την δουλειά της. Αρχισε έτσι να κερδίζει την εμπιστοσύνη της, στο λέγε-λέγε ο νεαρός την είδε να κρυφοχαμογελά μια φορά που του ξέφυγε ένα γαμώτο και την άλλη μέρα του πρόσφερε ένα λουλούδι μανιόλιας !!
Εντυπωσιάσθηκε ο νεαρός, δεν είχε ξαναδεί ούτε ξαναμυρίσει τόσο μεγάλο και τόσο ωραίο λουλούδι. Το δούλεμα από τους άλλους δυο νεαρούς πήγαινε σύννεφο αλλά τότε ήταν που είδαν το πρώτο σημάδι της μεταμόρφωσης της Νίτσας. Ηταν ένα πρωΐ που η Νίτσα έλειπε κι ένας νεαρός αξιωματικός είχε την φαεινή ιδέα να πάρει τηλέφωνο από το γραφείο του την Γενική Επιστασία και να ρωτήσει με άγριο ύφος :
– Ηρθαν οι ναυτοπρόσκοποι ;
Φυσικά το έκλεισε αμέσως σκασμένος στα γέλια που πάγωσαν όταν είδε την Νίτσα στην πόρτα μ’ ένα ερωτηματικό στο βλέμμα. Εν τω μεταξύ ένας χαμός επικρατούσε στο στρατόπεδο που έπρεπε να ευπρεπισθεί στα γρήγορα, να αγορασθούν αναψυκτικά για το κέρασμα και να βρεθούν στρατεύσιμοι ομιλούντες την γαλλικήν γιατί μέσα στο χαμό κάποιος είπε κάτι για γάλλους ναυτοπρόσκοπους και έγινε πιστευτός. Έκείνη την ώρα κανένας δεν έψαχνε ποιός έκανε το πρώτο τηλεφώνημα αλλά μετά από δυο ώρες που κατάλαβαν πως δεν θα ερχότουσαν οι ναυτοπρόσκοποι άρχισε το ψάξιμο. Οταν το τηλέφωνο κτύπησε στο γραφείο καθηγητών το σήκωσε η Νίτσα και κοιτάζοντας έντονα στα μάτια τον νεαρό σημαιοφόρο, διαβεβαίωσε τον διοικητή πως κανένας δεν τηλεφώνησε από εκεί. Μετά από αυτό, κι αφού ο δράστης ενημέρωσε τους άλλους δυο για την γενναία πράξη της Νίτσας, οι τέσσερις τους γίνανε μια παρέα στο γραφείο κι όταν ο Δ.Σ. άκουσε την Νίτσα να λέει «ασ’το διάλο» σταυροκοπήθηκε και ρώτησε με τρόπο αν την είχανε μεθύσει.
Η Νίτσα, σαν αγαθή και φιλεύσπλαχνη χριστιανή, προθυμοποίηθηκε να πλένει και να σιδερώνει την στολή του «δικού της» αξιωματικού, γιατί «στο στεγνοκαθαριστήριο δεν κάνουνε σωστή δουλειά» ενώ σε καθημερινή βάση στο διάλειμμα, κατά τις 10, έβγαζε ένα ταπεράκι με πίτες και μεζεδάκια για …μπρέκφαστ, κι από τότε που προσκλήθηκε κι ο Δ.Σ., φιλοτιμήθηκε να φέρνει αυτός το κρασί ή το τσίπουρο. Οι συζητήσεις είχαν ανοίξει αρκετά πλέον, σε θέματα αδιανόητα πριν λίγους μήνες, εκείνο που δεν άνοιξε ποτέ ήταν το πρώτο κουμπί του πουκαμίσου που της ζητούσε ο Δ.Σ. Το οχυρό του κότσου είχε πέσει όταν της το ζήτησε ο νεαρός που ξεκίνησε την μεταμόρφωσή της πάνω στο τσούγγρισμα των ποτηριών. Το όνομά της το ψιθύρισε στο αυτί του κι αυτός, τάφος σκέτος, δεν το μοιράστηκε ποτέ του με κανένα από τους συμπότες του.
Οταν τελείωσε την θητεία του η Νίτσα του είπε πως θα του κάνει ένα δώρο. Το δώρο ήταν μια τσάντα χόρτα που τα μάζεψε η ίδια ακολουθώντας μια παμπάλαια μυστική συνταγή. Δεν ήταν από ένα είδος, ήταν από πολλά είδη αλλά σε ορισμένη αναλογία το καθένα. Τα έβρασε η μάνα του που κι αυτή έμεινε έκπληκτη από το αποτέλεσμα, δεν είχε φάει ποτέ νοστιμότερα χόρτα. Το ίδιο κι ο κάποτε αξιωματικός που δεν θυμότανε πια ούτε το πρόσωπο ούτε το όνομα της δακτυλογράφου, αλλά τα χόρτα της δεν τα ξέχασε ποτέ. Αγόρασε όμως ένα δενδρύλιο μανιόλιας και τόβαλε στον κήπο του νάχει τα άνθη της στις αρχές του Ιούνη, να τα μυρίζει και να τα θαυμάζει.
Οδικό ταξίδι στο Μπιχάρ της Ινδίας είναι αυτό που αποφασίσαμε να κάνουμε για τις διακοπές μου αυτή τη φορά. Σκεφτήκαμε, καλύτερα να αρχίσουμε όσο το δυνατόν νωρίτερα. Ήταν σκοτάδι όταν φύγαμε από το σπίτι και καθώς βγαίναμε από την πόλη της Patna, η ομίχλη άρχιζε να ανασηκώνεται και η πορτοκαλί απόχρωση άρχισε να εξαπλώνεται στον ορίζοντα και τελικά ο πολύ ισχυρός ήλιος άρχισε να ανεβαίνει. Ήταν όμορφο. Υπήρχε τόσο μεγάλη ευτυχία που ήρθε με αυτή την υπέροχη και συναρπαστική μαλακή πορτοκαλί μπάλα πολύ μακριά.
Οδός Dhaba
Ο Ντάμπα έχει γύρω του ένα ρομαντισμό που είναι δύσκολο να περιγραφεί. Το τσάι Masala με παραγεμισμένο paratha ήταν το πρωινό μας στο cafe / dhaba. Το τσάι φτιάχνεται πρόσφατα με κάρδαμο. Σε ένα κρύο πρωινό στον ήλιο που έχει chai είναι καθαρή ευδαιμονία. Πρέπει να το δοκιμάσετε όταν βρίσκεστε εδώ σε κάποιο αυθεντικό δρόμο dhaba. Η τήρηση των προσδοκιών σε ένα χαμηλό επίπεδο είναι αυτό που θα ήθελα να απολαύσω την αυθεντικότητα της Ινδίας.
Η μητέρα μου η καλύτερη συμβουλή για μακριές διαδρομές είναι ότι δεν πίνετε πολύ υγρό. Ναι βεβαίως οι τουαλέτες εξακολουθούν να είναι ένα ζήτημα, αλλά πολύ καλύτερα. Ήταν ακριβώς αρκετά καθαρό. Το flush εργάστηκε. Επομένως, δεν παραπονιέμαι πραγματικά, αλλά απλά σας λέω το ένα θέμα που αισθανόμασταν.
Τα χωριά με σανό και λοφώδεις καλύβες φαίνονται τόσο φιλικά προς το κλίμα. Ήθελα να σταματήσω σε ένα από αυτά και να κοιτάξω μέσα, αλλά κράτησα την επιθυμία μου για άλλη ευκαιρία. Οι αντλίες νερού, οι άνδρες που κουβεντιάζονταν σε ομάδες ενώ βουνούσαν τα δόντια τους, οι γυναίκες που δούλευαν στα σπίτια, οι αγελάδες και τα παιδιά παντού με ασφάλεια στα χέρια των Θεών - ήταν σαν να παρακολουθούσε ένα ζωντανό ντοκιμαντέρ του BBC καθώς το αυτοκίνητό μας συνεχίζονταν αργά μέσα από αυτά τα μικρά χωριουδάκια. Είκοσι πρώτο αιώνα με μια πραγματική συστροφή.
Μερικές όμορφες απόψεις - αυτό είναι φράγμα Tilaiya. Βρίσκεται στο γειτονικό κράτος Jharkhand. Αν αυτό το μέρος ήταν σε μια ανεπτυγμένη χώρα, θα είχε σίγουρα ένα θέρετρο γύρω του και κάποια ξενοδοχεία. Είμαι βέβαιος ότι θα χτίσει κάποιες εδώ πάρα πολύ σύντομα. Αυτή τη στιγμή και όλα τα πάντα είναι καθαρά και παρθένα.
Το Bihar εξακολουθεί να παραμένει ένα από τα φτωχότερα κράτη της Ινδίας, αλλά με αυτό έρχεται το γεγονός ότι είναι ανέγγιχτο. Τα λατρεύω όλα.