Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Κυριακή 18 Μαρτίου 2018

ΆΝΤΟΝ ΤΣΕΧΟΦ - ΤΑ ΠΡΟΙΚΙΑ -

Άντον Τσέχοφ – Τα προικιά.



ΕΙΔΑ ΠΟΛΛΑ σπίτια στη ζωή μου, μικρά και μεγάλα, πέτρινα και ξύλινα, παλιά και καινούρια, αλλά ένα σπίτι μου άφησε ιδιαίτερη εντύπωση. Άλλωστε, αυτό δεν ήταν σπίτι αλλά σπιτάκι. Ήτανε πολύ μικρό, μονώροφο, με τρία παράθυρα κι έμοιαζε τρομερά με μικρή καμπουριασμένη γριούλα με μια σκούφια στο κεφάλι…
Ήτανε ασπρισμένο, είχε κεραμίδια στη σκεπή με μια ξεχαρβαλωμένη καπνοδόχο, και βυθιζόταν ανάμεσα στην πρασινάδα – μέσα σε μουριές, ακακίες και λεύκες, που είχαν φυτέψει οι πάπποι και προπάπποι των σημερινών νοικοκυραίων.
Το έχανες πίσω από την πρασινάδα. Αλλά η πυκνή αυτή πρασινάδα δεν το εμποδίζει να είναι μέσα στο σχέδιο πόλεως. Η φαρδιά αυλή του στέκει δίπλα στις άλλες επίσης φαρδιές και καταπράσινες αυλές, και ανήκει στην οδό της Μόσχας. Κανείς ποτέ δεν περνά απ’ αυτόν το δρόμο με τροχοφόρο, ακόμη και οι πεζοί είναι πολύ σπάνιοι.
Τα παραθυρόφυλλα του σπιτιού πάντοτε είναι κλειστά, οι κάτοικοί του δεν χρειάζονται το φως. Τα παράθυρα δεν τ’ ανοίγουν ποτέ γιατί δεν αγαπούν τον καθαρό αέρα. Οι άνθρωποι που όλο τον καιρό ζουν ανάμεσα στις μουριές, στις ακακίες και την πρασινάδα, δεν ενδιαφέρονται για τη φύση. Μόνο στους παραθεριστές έδωσε ο Θεός την ικανότητα ν’ αντιλαμβάνονται τη φυσική ομορφιά της. Οι άλλοι μένουν τυφλοί και άξεστοι μπρος σ’ αυτές τις ομορφιές. Δεν εκτιμούν οι άνθρωποι το θησαυρό τους. Δεν ξέρουμε να φυλάμε εκείνο που έχουμε, ούτε και αγαπάμε εκείνο που έχουμε.
Γύρω από το σπιτάκι ήταν σωστός παράδεισος, όλα καταπράσινα, πουλιά εύθυμα – ενώ μέσα στο σπίτι, αλίμονο! Το καλοκαίρι σκας από τη ζέστη και το χειμώνα καίγεσαι επίσης σα να είσαι μέσα στο μπάνιο, σε πνίγει η μυρουδιά του καπνού και πλήττεις, πλήττεις…
Για πρώτη φορά επισκέφτηκα αυτό το σπίτι, είναι πολύς καιρός τώρα, κατά παραγγελία – έφερνα χαιρετίσματα του νοικοκύρη, του συνταγματάρχη Τσικαμάσωφ στη γυναίκα του και στην κόρη του. Αυτή ήταν η πρώτη μου επίσκεψη και τη θυμάμαι πολύ καλά. Και πώς να μην τη θυμάμαι!

Για φανταστείτε μια μικροκαμωμένη δύσκολη γυναικούλα γύρω στα σαράντα, που σας κοιτάζει με τρόμο και κατάπληξη, την ώρα που εσείς μπαίνετε από το χωλ στη αίθουσα. Είστε «ένας ξένος», «νεαρός» μουσαφίρης – και αυτό αρκεί για να προκαλέσει την έκπληξη και τον τρόμο. Δεν κρατάτε στο χέρι βούρδουλα, ούτε τσεκούρι ή περίστροφο, χαμογελάτε πολύ φιλικά, αλλά σας υποδέχονται ταραγμένοι.
–  Ποιον έχω την τιμή και την ευχαρίστηση να βλέπω; Σας ρωτά με τρεμάμενη φωνή η γυναίκα η οποία, όπως αντιλαμβάνεστε, είναι η κυρία Τσικαμάσωφ.
Λέτε ποιος είστε και ποιος ο σκοπός του ερχομού σας. Ο τρόμος και η πρώτη έκπληξη αμέσως μεταβάλλονται σ’ ένα διαπεραστικό χαρμόσυνο «αχ!» κι ένα παιχνίδισμα των ματιών. Αυτό το «αχ» σαν την ηχώ περνά από το χωλ στην αίθουσα, από την αίθουσα στο σαλόνι, από το σαλόνι στην κουζίνα… μέχρι και αυτής της αποθήκης. Σε λίγο όλο το σπίτι γεμίζει με τα χαρμόσυνα, ποικιλόχρωμα «αχ». Ύστερα από πέντε λεπτά κάθεστε στο σαλόνι, στο μεγάλο, μαλακό, φλογερό ντιβάνι και ακούτε πώς προφέρει αυτό το εγκάρδιο «αχ» όλη η οδός Μόσχας.


Ένιωσα τη μυρουδιά σκόνης για βότρυδες, και παπουτσιών από δέρμα κατσίκας, που έστεκαν δίπλα μου πάνω το τραπέζι, τυλιγμένα μέσα στο μαντήλι. Στα παράθυρα ήταν γλάστρες, γεράνια και κάτι μπερντεδάκια από μουσελίνα. Πάνω στα μπερντεδάκια κάθονταν καλοθρεμμένες μύγες. Στον τοίχο ήταν η προσωπογραφία κάποιου δεσπότη, λαδομπογιά, σκεπασμένη με γυαλί που ήταν σπασμένο σε μια γωνία. Μετά τον δεσπότη ακολουθούσαν διάφοροι πρόγονοι με κίτρινες σαν το λεμόνι τσιγγάνικες φυσιογνωμίες. Πάνω στο τραπέζι έστεκε μια δαχτυλήθρα, ένα καρούλι κλωστή, μια πεταγμένη κάλτσα, πάνω στο πάτωμα κάτι αχνάρια και μια μαύρη μπλούζα με τρυπώματα.
Στο διπλανό δωμάτιο δυο αναστατωμένες γριούλες αρπάζουν βιαστικά από το πάτωμα τ’ αχνάρια κι ένα κομμάτι ύφασμα…
—Να μας συγχωρείτε, βρισκόμαστε σε μεγάλη ακαταστασία! Είπε η Τσικαμάσοβα.
Η Τσικαμάσοβα μιλούσε μαζί μου και ντροπαλά κοίταζε προς το μέρος της πόρτας.
Και ακούστηκε πίσω από την πόρτα μια γυναικεία φωνή η οποία έλεγε γαλλικά με μερικά λάθη:
-Πού είναι ο γραβάτος μου (λάθος) τον οποίον μου έστειλε ο πατέρας μου από το Κιουρσκ;
-Αχ, Μαρία, απάντησε γαλλικά η κυρία, βρίσκεται εδώ ένας άνθρωπος πολύ ολίγον γνωστός… καλύτερα ρώτα τη Λουκέρια…
Και διάβασα στα μάτια της Τσικαμάσοβας που είχε κοκκινίσει από ευχαρίστηση: «Και όμως τι ωραία που τα μιλάμε εμείς τα γαλλικά!»
Σε λίγο άνοιξε η πόρτα, και είδα μια ψηλή ξερακιανή κόρη, ως δεκαεννιά χρονών, μ’ ένα μακρύ φουστάνι από μουσελίνα και χρυσή ζώνη όπου ήταν κρεμασμένο, το θυμάμαι, ένα ριπίδι από ελεφαντόδοντο. Μπήκε μέσα, κάθισε και κοκκίνισε.
Στην αρχή κοκκίνισε η μακριά μύτη της, πειραγμένη λίγο από την ευλογιά, ύστερα η κοκκινάδα ανέβηκε στα μάτια και στους κροτάφους.
-Η κόρη μου! Είπε με τραγουδιστή φωνή η Τσικαμάσοβα, και αυτός εδώ ο νεαρός είναι, Μάνετσκα, που…
Συοτήθηκα κι εξέφρασα την έκπληξή μου για τα πολλά αχνάρια. Η μητέρα και η κόρη κατέβασαν τα μάτια.
-Της Αναλήψεως είχαμε εμποροπανήγυρη, είπε η μητέρα. Εμείς πάντοτε στην εμποροπανήγυρη αγοράζουμε υφάσματα και ράβουμε ολόκληρη τη χρονιά, ως την ερχόμενη εμποροπανήγυρη. Ποτέ δεν δίνουμε έξω να μας ράψουν. Ο σύζυγός μου, ο Πιοτρ Στεπάνιτς, δεν κερδίζει και πολλά και δεν επιτρέπεται να κάνουμε λούσα. Αναγκαζόμαστε να τα ράβουμε μόνες μας.
-Αλλά ποιος τα φορεί τόσα πολλά; Εσείς είστε μόνο δύο.
-Αχ… μήπως είναι δυνατό να τα φορέσει κανείς όλα αυτά! Αυτά είναι για τα προικιά!
-Αχ, μαμά, τι λες; Είπε η κόρη και κοκκίνισε. Πράγματι μπορεί να το πιστέψει ο κύριος. Εγώ ποτέ μου δεν θα παντρευτώ! Ποτέ!
Το είπε, αλλά στη λέξη «παντρευτώ» άναψαν τα μάτια της. Σέρβιραν τσάι, παξιμάδια, γλυκό του κουταλιού, βούτυρο και ύστερα πρόσφεραν σμέουρα με καϊμάκι. Στις εφτά το βράδυ πρόσφεραν δείπνο από έξι φαγητά, και την ώρα του φαγητού άκουσα ένα πολύ δυνατό χασμουρητό. Κάποιος χασμουρήθηκε δυνατά από το γειτονικό δωμάτιο. Κατάπληκτος κοίταξα στην πόρτα: μόνον άντρα μπορεί να χασμουρηθεί έτσι.
-Είναι ο αδελφός του Πιότρ Σεμιόνιτς, ο Εγκόρ Σεμιόνιτς… εξήγησε η Τσικαμάσοβα όταν είδε την έκπληξή μου. Ζει μαζί μας από πέρσι. Να τον συγχωρέσετε που δεν παρουσιάστηκε. Είναι λίγο αγρίμι… ντρέπεται τους άλλους… Είναι για να μπει σε μοναστήρι… Τον αδίκησαν στην υπηρεσία… Και τώρα από το κακό του…
Μετά το δείπνο η Τσικαμάσοβα μου έδειξε το πετραχήλι που κέντησε με τα χέρια του ο Εγκόρ Σεμιόνιτς για να το δωρίσει στην εκκλησία. Η Μάνετσκα άφησε προς στιγμή τις ντροπές και μου έδειξε μια σακούλα, που μόνη της κέντησε για τον πατέρα. Όταν προσποιήθηκα πως μου έκανε εντύπωση η εργασία της, κοκκίνισε και κάτι ψιθύρισε στο αυτί της μητέρας της. Η μητέρα έλαμψε κι μου πρότεινε να πάμε στην αποθήκη. Εκεί είδα πέντε μεγάλα σεντούκια και πολλά άλλα μικρότερα σεντούκια και κιβώτια.
-Αυτά είναι τα προικιά! Μου ψιθύρισε η μητέρα. Τα ράψαμε μα τα χέρια μας.
Αφού είδα και αυτά τα σεντούκια, αποχαιρέτισα τους φιλόξενους οικοδεσπότες. Και τους έδωσα το λόγο μου, σύμφωνα με την επιθυμία τους, ότι θα ξανάρθω και άλλη φορά.
Αυτό το λόγο μου τον κράτησα ύστερα από εφτά χρόνια μετά την πρώτη μου επίσκεψη, όταν μ’ έστειλαν σε κείνη την κωμόπολη σαν εμπειρογνώμονα για κάποια δίκη. Όταν ξαναπήγα στο μικρό εκείνο σπιτάκι άκουσα πάλι τα ίδια αχ και βαχ… Με γνώρισαν… Αυτό μας έλειπε! Η πρώτη μου επίσκεψη ήταν αληθινό γεγονός στη ζωή τους και όταν τα γεγονότα είναι σπάνια δεν τα ξεχνά κανείς εύκολα, αλλά τα θυμάται επί πολύν καιρό.
Όταν μπήκα στο σαλόνι, είδα τη μητέρα που είχε παχύνει περισσότερο και τα μαλλιά της ήτανε πια γκρίζα, να σέρνεται στο πάτωμα για να κόψει κάποιο μπλε ύφασμα… Η κόρη καθότανε στο ντιβάνι και κεντούσε. Τα ίδια αχνάρια, η ίδια μυρουδιά της σκόνης για τις βότρυδες, το ίδιο πορτραίτο με το γυαλί το σπασμένο στην άκρη.
Υπήρξαν όμως και μερικές αλλαγές. Κοντά στην προσωπογραφία του δεσπότη κρεμόταν η προσωπογραφία του Πιοτρ Σεμιόνιτς και οι κυρίες φορούσαν πένθος. Ο Πιοτρ Σεμιόνιτς είχε πεθάνει μια βδομάδα μετά τον προβιβασμό του σε στρατηγό. Αρχισαν οι αναμνήσεις… Η στρατηγίνα έκλαψε λίγο.
-Μεγάλη η συμφορά μας! Είπε. Ο Πιοτρ Σεμιόνιτς που ξέρατε, δεν υπάρχει πλέον. Ορφανέψαμε εγώ και κείνη και πρέπει μόνες να φροντίζουμε για όλα. Ο Εγκόρ Σεμιόνιτς ζει, αλλά δεν μπορούμε να πούμε τίποτα καλό γι’ αυτόν. Στο μοναστήρι δεν τον δέχτηκαν εξαιτίας… εξαιτίας των οινοπνευματωδών ποτών που έπινε. Και τώρα πίνει ακόμη περισσότερο από τον καημό του.
Θέλω να πάω στον πρόεδρο του συλλόγου μας, των ευγενών, για να κάνω τα παράπονά μας. Για φανταστείτε, αρκετές φορές άνοιξε τα σεντούκια, πήρε διάφορα πράγματα από τα προικιά της Μάνετσκας και τα μοίρασε στους οδοιπόρους καλόγερους που γυρίζουν από μοναστήρι σε μοναστήρι. Δυο σεντούκια τ’ άδειασε ολωσδιόλου! Αν αυτό συνεχιστεί, η καλή μου Μάνετσκα θα μείνει χωρίς προίκα.
-Τι λέτε, μαμά; Είπε η Μάνετσκα και ντράπηκε. Ποιος ξέρει τι μπορεί να φανταστεί ο κύριος… Εγώ ποτέ μου, ποτέ μου δεν θα παντρευτώ!
Η Μάνετσκα με έκσταση κι ελπίδα κοίταζε στο ταβάνι και ήταν φανερό πως δεν πίστευε σε κείνα που έλεγε.
Στο χωλ πέρασε και χάθηκε μια μικρή ανδρική σιλουέτα, με μεγάλη φαλάκρα και με μια καφετιά ρεντιγκότα. Φορούσε γαλότσες αντί παπούτσια και στο πέρασμά του ακούστηκε ένα θρόισμα λες κι ήτανε ποντικός.
«Ασφαλώς θα είναι ο Εγκόρ Σεμιόνιτς», σκέφτηκα εγώ.
Κοίταζα τη μάνα και την κόρη: είχανε γεράσει και καταβληθεί και οι δυο. Το κεφάλι της μητέρας είχε ασπρίσει, και η κόρη είχε μαραθεί, χλώμιασε. Θα ‘λεγες πως η μητέρα περνούσε την κόρη μόλις πέντε χρόνια.
-Ετοιμάζομαι να πάω στον πρόεδρο, μου είπε η γριά ξεχνώντας πως μου είχε ξαναμιλήσει γι αυτό. Θέλω να διαμαρτυρηθώ! Ο Εγκόρ Σεμιόνιτς μας τα ξεσηκώνει όλα όσα ράβουμε, και κάπου τα χαρίζει για να σώσει την ψυχή του. Η Μάνετσκα έμεινε χωρίς προίκα!
Η Μάνετσκα κοκκίνισε αλλά δεν έβγαλε μιλιά.
-Θα αναγκαστούμε να τα ράψουμε όλα από την αρχή, και ο Θεός ξέρει πως δεν είμαστε πλούσιες! Είμαστε ορφανές και οι δυο!
-Είμαστε ορφανές! Επανέλαβε η Μάνετσκα.
Πέρυσι, έτσι τα ‘φερε η τύχη και ξαναπήγα στο γνωστό σπιτάκι. Μπαίνοντας στο σαλόνι, είδα τη γριά Τσικαμάσοβα. Ήταν ντυμένη στα μαύρα, με κρέπια, καθότανε στο ντιβάνι και κάτι έραβε. Δίπλα της καθόταν ένα γεροντάκι με καφετιά ρεντιγκότα κα αντί παπούτσια φορούσε γαλότσες. Αμα με είδε ο γέρος πετάχτηκε κι έφυγε τρεχάτος από το σαλόνι.
Απαντώντας στο χαιρετισμό μου η γριά χαμογέλασε και είπε γαλλικά:
-Είμαι γοητευμένη που σας ξαναβλέπω, κύριε.
-Τι ράβετε; τη ρώτησα σε λίγο.
-Ένα πουκαμισάκι, μου είπε ρωσικά. Θα το ράψω και θα το πάω στον ιερέα να το κρύψει, διαφορετικά θα μας το πάρει ο Εγκόρ Σεμιόνιτς. Τώρα εγώ όλα τα κρύβω στον παπά, μου είπε ψιθυρίζοντας.
Και ρίχνοντας μια ματιά στο πορτραίτο της κόρης, που έστεκε στο τραπέζι, αναστέναξε και είπε!
-Είμαστε πεντάρφανες!
Και πού είναι η κόρη; Που είναι η Μάνετσκα; Δε ρώτησα. Δεν ήθελα να ρωτήσω τη γριά που ήταν βουτηγμένη στο πένθος, και όλο τον καιρό που καθόμουν στο μικρό σπιτάκι ώσπου έφυγα, η Μάνετσκα δεν παρουσιάστηκε. Δεν άκουσα ούτε τη φωνή της ούτε τα ήσυχα δειλά της βήματα… Το πράγμα ήταν ολοφάνερο, και ήταν τόση η θλίψη που πίεζε την ψυχή μου.
by Αντικλείδι , http://antikleidi.com

http://grandmother50kalantzitasoula1.blogspot.gr/

Οι ημερομηνίες καταβολής των συντάξεων Απριλίου


Οι ημερομηνίες καταβολής των συντάξεων Απριλίου



Από την Πέμπτη 29 Μαρτίου μέχρι την Τρίτη 3 Απριλίου 2018 θα καταβληθούν οι συντάξεις του Απριλίου στους συνταξιούχους.


Συγκεκριμένα:

- Το Δημόσιο θα καταβάλλει τις συντάξεις στις 29 Μαρτίου 2018 ημέρα Πέμπτη.

- Το ΙΚΑ θα καταβάλλει τις συντάξεις στις 29 Μαρτίου 2018 ημέρα Πέμπτη.

- Ο ΟΑΕΕ θα καταβάλλει τις συντάξεις στις 02 Απριλίου 2018 ημέρα Δευτέρα.

- Ο ΟΓΑ θα καταβάλλει τις συντάξεις στις 02 Απριλίου 2018 ημέρα Δευτέρα.

- Το ΝΑΤ και ΚΕΑΝ θα καταβάλλουν τις συντάξεις στις 29 Μαρτίου 2018 ημέρα Πέμπτη.

- Το ΕΤΕΑΕΠ θα καταβάλλει τις επικουρικές συντάξεις στις 3 Απριλίου 2018 ημέρα Τρίτη.

- Τα υπόλοιπα Ταμεία του Υπουργείου Εργασίας θα καταβάλλουν τις συντάξεις στις 29 Μαρτίου 2018 ημέρα Πέμπτη.

- Οι προσωρινές συντάξεις Ενόπλων Δυνάμεων, Σωμάτων Ασφαλείας και Πυροσβεστικού Σώματος θα καταβληθούν στις 29 Μαρτίου 2018 ημέρα Πέμπτη.  

http://ameiniasopallineus.blogspot.gr/

Πώς γράφεται ένα μυθιστόρημα του Μ. Καραγάτση

Πώς γράφεται ένα μυθιστόρημα 

του Μ. Καραγάτση


Edited with Afterlight


Οι πιο πολλοί άνθρωποι νομίζουν πως το γράψιµο ενός µυθιστορήματος είναι εύκολη δουλειά. Το µόνο που τους κάνει εντύπωση είναι η ευχέρεια «ευρέσεως» του συγγραφέα, δηλαδή η φαντασία του να πλάσει μίαν υπόθεση: «Πού πάει και τα βρίσκει ο αθεόφοβος; » λένε και θαυµάζουν. Περιττό να σας πω, πως η «εύρεση» είναι σπουδαίο προτέρημα για τον μυθιστοριογράφο, όχι όµως το κυριώτερο, ούτε κι όλας το απαραίτητο. Με το δρόµο που παίρνει, μάλιστα η σηµερινή πεζογραφία, η υπόθεση ενός μυθιστορήµατος είναι δευτερεύουσα λεπτοµέρεια. Αλλού ρίχνει το βάρος του ο συγγραφέας.
Οι πιο πολλοί άνθρωποι, όσοι δηλαδή έχουν διαβάσει λίγα µυθιστορήµατα κι αυτά κατώτερης ποιότητος, έχουν την εντύπωση πως το µυθιστόρηµα είναι ένα παραµύθι. Σ’ ένα και μόνο σηµείο η εντύπωση τους δεν είναι σφαλερή: στο ότι το µυθιστόρηµα ξεκίνησε από το παραµύθι για να εξελιχθεί σιγά – σιγά και να φτάσει εκεί που έφτασε σήμερα: Δηλαδή, στο δυοκολώτερο και αρτιώτερο λογοτεχνικό είδος.
Θα µπορούσα να έκανα µιαν αναδρομική και κριτική ανάλυση της ιστορίας του µυθιστορήµατος, κι έτσι θα βλέπατε και θα καταλαβαίνατε πως το µυθιστόρηµα από την αρχική απλοϊκή και παραµυθένια µορφή του, έφτασε σήµερα στον περίτεχνο και πολύπλοκο δηµιουργικό συνθετισµό του. Γι’ αυτή όµως τη δουλειά δεν αρκούν οι ολίγες σελίδες που µου παραχωρήθησαν και εποµένως, επιτρέψετε µου να χειρισθώ το θέµα µε τρόπο στατικό. Θα πάρω δηλαδή τον μέσο νοητό τύπο του σηµερινού μυθιστοριογράφου, που αποτελεί µια ιδεατή συνισταµένη ανάμεσα στις αναρίθµητες σχολές και τεχνοτροπίες και θα προσπαθήσω να σας δείξω πως εργάζεται για να φτιάσει ένα µυθιστόρημα.
Το πρώτο µέληµα, του µυθιστοριογράφου, είναι να βρει ένα θέµα. Ο όρος «θέµα» είναι πολύ πλατύς και δεν εννοεί ούτε την υπόθεση ούτε το ηθικό συµπέρασµα των περιπετειών του µελλοντικού έργου» γου του. Λέγοντας «θέμα» εννοούµε µια πλατειά και γενικώτατη υποκειµενικήν αλήθεια (µιαν αλήθεια ζωική, ψυχολογική, κοινωνική, βιωτική, βιολογική, φιλοσοφική) στην οποίαν ο μυθιστοριογράφος πιστεύει, και που θέλει να την ζωντανέψει, να την δικαιολογήσει, να την κάνει ακαταμάχητη, κι έτσι να την µεταδώσει στους άλλους ανθρώπους.
Όπως είπαμε, το «θέµα», η υποκειµενική δηλαδή αλήθεια του μυθιστοριογράφου, είναι κάτι απεριόριστο, κι ο συγγραφέας μπορεί να τη βρει οπουδήποτε µες στην απέραντη πραγματικότητα και γνώση της ζωής. Θα σας φέρω µερικά κλασσικά παραδείγµατα: Το Θέµα του «µπάρµπα-Γκοριό» του Μπαλζάκ είναι η αλήθεια της απροσµέτρητης πατρικής αγάπης απέναντι στην αχαριστία των παιδιών. Ο Φλωµπέρ, στην «Κυρία Μποβαρύ», µελετάει την δραµατική ζωή μιας χωριατοπούλας που θέλει να παίξει το ρόλο της κυρίας του κόσµου. Στη «Γη» του, ο Ζολά προσπαθεί ν’ αποδείξει πως μπροστά στον κυρίαρχο δεσµό του χωριάτη µε τη γη της οικογένειάς του, δεν υπάρχει κανένα άλλο αίσθηµα. Ο Τολστόι, στην «Αννα Καρένινα», πιστεύει πως ο έρωτας είναι πολύ σχετική δύναµη απέναντι στον ατράνταχτο κολοσσό των κοινωνικών συµβατισµών.
Είναι πάλι, μυθιστορήµατα, που βασίζονται σε θέματα πλατύτατα και άπιαστα, όπως π.χ. οι «Αδελφοί Καραµάζωφ» του Ντοστογιέφσκυ, ο «Πόλεµος και Ειρήνη» του Τολστόι, η «Αναζήτηση του χαµένου καιρού» του Προυστ, ο «Μύθος των Φορσάιτ» του Γκωλσγουέρθυ. Σ’ αυτά ο συγγραφέας προσπαθεί να δώσει έναν τεράστιο πίνακα, είτε µιας κοινωνίας, είτε µιας εποχής, είτε κι αυτού ολόκληρου του εαυτού του. Αυτά τα έργα, όταν πετύχουν βέβαια, στην εκτέλεση και δεν απομείνουν μονάχα πρόθεση, αποτελούν τα αριστουργήματα της λογοτεχνίας, και είναι τα έπη του σημερινού ανθρώπου.
Άµα, λοιπόν, ο συγγραφέας εύρει το θέμα, αρχίζει να το προσαρµόζει στη µυθιστορηµατική μορφή, ή, όπως λέµε στην επαγγελµατική µας διάλεκτο, να το «σουλουπώνει». Αυτό το σουλούπωμα είναι απαραίτητο στοιχείο του µυθιστορήματος. Γιατί, αν ο συγγραφέας προσπαθούσε να χειριστεί το θέµα του απ’ ευθείας, με τα όπλα κι επιχειρήματα της κοινής λογικής, τότε θα έγραφε «δοκίµιο», δηλαδή μια ξερή επιστημονική μελέτη κι όχι μυθιστόρηµα.
Εποµένως, «το σουλούπωµα» συνίσταται στην τοποθέτηση του θέµατος µέσα σ’ ένα, έστω και υποτυπώδη, µύθο προσώπων και γεγονότων, που µε την οντότητα τους, τα πρόσωπα, και την εξέλιξή τους τα γεγονότα, θα μιλήσουν στον μέλλοντα αναγνώστη, θα ειπούν την αλήθεια που πιστεύει ο συγγραφέας και θα τον πείσουν.
Η προσαρµογή του θέµατος στη µυθιστορηµατική μορφή είναι ο βασικώτερος όρος του µυθιστορήματος. Δίχως αυτόν, μυθιστόρηµα δε γράφεται. Αλλά μολονότι είναι ο βασικώτερος όρος, δεν είναι και ο κυριώτερος για την επιτυχία του µυθιστορήµατος. Χωρίς άλλο, ο µυθιστοριογράφος που έπιασε ένα γερό θέμα και που κατόρθωσε να του δώσει µια πλήρη και δυνατή µυθιστορηματική µορφή, έχει δυο μεγάλες βάσεις για να προχωρήσει στην εκτέλεση. Και εκείνο που µετράει πολύ, εκείνο που δίνει τη σφραγίδα της αρτιότητας στο µυθιστόρηµα και την αναγνώριση της καθιέρωσης στον συγγραφέα, είναι η εκτέλεση. Το πώς, δηλαδή, θα πεις αυτά που έχεις να πεις.
Το βαθύ δράµα της δηµιουργίας των περισσοτέρων µυθιστοριογράφων βρίσκεται στο ότι δεν δύνανται να ισορροπήσουν τους τρεις παραπάνω μεγάλους παράγοντες του µυθιστορήµατος, δηλαδή α) θέµα, β) προσαρµογή του θέµατος στη µυθιστορηματική µορφή, και γ) εκτέλεση. Για να είναι ένα μυθιστόρημα άρτιο (αδιαφόρως της αξίας του) πρέπει οι τρεις αυτοί παράγοντες να είναι απόλυτα ισορροπημένοι. Για να είναι ένα µυθιστόρημα αριστουργηματικό, οι τρεις παράγοντες πρέπει να είναι στο ίδιο ύψος εµπνεύσεως και τεχνικής.
Όταν ο μυθιστοριογράφος είναι κατώτερης γενικά πνοής, η ανισότης των τριών παραγόντων χάνει το κακό μυθιστόρημα. Όταν όµως ο µυθιστοριογράφος είναι ανώτερης πνοής, τότε η ανισότης κάνει το γερό έργο μα που έχει ελαττώµατα.
Μπορώ να σας διαβεβαιώσω, πως αυτή την περίφημη ισορροπία την πετυχαίνουν ευκολώτερα οι μέτριας εμπνεύσεως µυθιστοριογράφοι, ενώ οι µεγάλοι δημιουργοί δεν την πετυχαίνουν ποτέ. Κι έτσι, υπάρχουν πολλά μυθιστορήµατα, άρτια τεχνικώς και απόλυτα ισορροπηµένα, που δεν λέγουν και σπουδαία πράµατα, ενώ στα αριστουργήµατα της πεζογραφίας, σ’ εκείνα τα έργα που συγκλονίζουν βαθύτατα τον αναγνώστη, υπάρχουν και αφέλειες, και παιδιαριωδείες, και απιθανότητες, και φλυαρίες, και ανοησίες, δηλαδή ένα σωρό ελαττώµατα, που σβύνουν µπροστά στην τεράστια δηµιουργική πνοή του συνόλου. Κι έτσι, για να έρθω ίσως σε αντίφαση µε ό,τι είπα παραπάνω, η εκτέλεση είναι ο μέγιστος παράγων του µυθιστορήματος, όχι όµως σε σηµείο που να εξουδετερώνει τους άλλους δυο, δηλαδή θέµα και προσαρµογή του θέματος στο μυθιστόρηµα.
Και αρχίζει η εκτέλεσις. Όλη η µεγάλη προσπάθεια του µυθιστοριογράφου είναι µήπως τυχόν η εκτέλεση είναι κατώτερη από τη σύλληψη, οπόταν η εύρεση του θέματος πάει χαµένη. Υπάρχουν και αντίθετες περιστάσεις, που αποτελούν, όµως, την εξαίρεση. Ένας δυνατός, παραδείγµατος χάριν, μυθιστοριογράφος που κατέχει απόλυτα την τεχνική του µυθιστορήµατος, βρίσκεται στην πρόσκαιρη αδυναµία να συλλάβει ένα γερό θέμα. Αντί να περιµένει να του έρθει η εύφορη στιγµή της εµπνεύσεως, κάνει το µέγα σφάλµα να γράφει µυθιστόρηµα πάνω σε θέμα φτηνό. Και τότε, παράγει ένα έργο εξαιρετικά καλογραµμένο, µα ρηχό και άδειο, σπουδαιολογώντας πάνω στο τίποτα, κεντώντας περίτεχνα με χρυσάφι πάνω σε λινάτσα τσουβαλιού.
Θλιβερή περίσταση, που συνήθως παρουσιάζεται στη γεροντική παρακµή του καλού μυθιστοριογράφου. Μα εµείς, µιλάµε για τον κανόνα κι όχι για την εξαίρεση.
Ο µυθιστοριογράφος αρχίζοντας την εκτέλεση του έργου του, ταξινοµεί τα στοιχεία που θα του επιτρέψουν την καλλίτερη δηµιουργία. Και πρώτα, καθορίζει το ύφος του. Έχουν γραφτεί πολλές μελέτες για το ύφος της πεζογραφίας. Στην Ελλάδα η έννοια του ύφους έχει παρεξηθεί τραγικά. Πολλοί από τους σοβαρωτέρους κριτικούς μας θαρρούν πως ύφος είναι η καλλιέπεια, το στρωτό γράψιµο, η διαλεγμένη έκφραση, η µπέλλα παρόλα. Χωρίς να θέλουµε ν’ ακριβολογήσουμε σ’ ένα ζήτηµα πολύ συζητούµενο και αμφισβητούµενο, µπορούµε να πούµε πως ύφος είναι ο ιδιαίτερος προσωπικός εκφραστικός τρόπος του συγγραφέα συνδυασμένος µε το θέµα. Κάθε καλός πεζογράφος έχει το ύφος του, που δεν είναι όμως στατικό, µα αλλάζει ανάλογα µε το θέµα. Μπορούµε να πούµε πως πολλές φορές το θέµα κανονίζει το ύφος του συγγραφέα. πάντοτε όµως µέσα στα όρια του προσωπικού του τρόπου εκφράσεως.
Κατόπιν έρχονται τα πρόσωπα. Σ’ ένα πραγµατικό μυθιστόρηµα της μεγάλης κι ορθόδοξης σχολής του ρομάντζου (κι ως την ώρα είναι η µόνη σχολή που έδωσε αξιόλογα έργα) τα πρόσωπα πρωτίστως και τα γεγονότα δευτερευόντως, είναι η βάσις της προσαρµογής του θέµατος στο µυθιστόρηµα. Τα πρόσωπα, τριγυρνώντας μες στα γεγονότα είναι νευρόσπαστα στα χέρια του συγγραφέα που θ’ αποδείξουν την υποκειµενικήν αλήθεια του στον αναγνώστη. Εδώ, όμως, χρειάζεται µεγάλη προσοχή. Τα πρόσωπα αυτά δεν πρέπει να είναι νευρόσπαστα άψυχα και συµβατικά, µα άνθρωποι ζωντανοί, άνθρωποι που να πείθουν απολύτως κάθε αναγνώστη• άνθρωποι σαν κι’ αυτούς που ζουν πάνω στη γης, άνθρωποι σαν τον συγγραφέα και σαν τον αναγνώστη. Με μια λέξη, «άνθρωποι».
Η δηµιουργία ζωντανών ανθρώπων είναι δυσκολώτατη επιχείρηση, κι αποτελεί τη λυδία λίθο της αξίας του µυθιστοριογράφου. Για να προχωρήσης στο πλάσιµο νέων ανθρώπων, σηµαίνει πως πρέπει όχι µόνο να έχεις γνωρίσει τον εαυτό σου, αλλά η κατανόηση του πλησίον σου να έχει φτάσει σε τέτοιο σηµείο, ώστε να δύνασαι να υποκαταστήσεις τον ίδιο τον εαυτό σου μέσα στην ψυχή του. ‘Η καλλίτερα, να µεταφυτέψεις όλη την ψυχική και σωµατική υπόσταση του κοντινού σου µέσα στο είναι σου. Να πάψεις να είσαι «εσύ» και να είσαι «αυτός》, και κάτι παραπάνω: Ν’ αποδώσεις µε την πέννα στο χαρτί το κρυφό δράµα, τα πάθη, τους καϋµούς, τη νοοτροπία. το χαρακτήρα του «άλλου».
Σε κάθε µυθιστόρημα, αυτός ο «άλλος» δεν είναι µόνο ένας, αλλά πολλοί, και όλοι τους βασικά διαφορετικοί, που συγκρούονται, παλεύουν, µοχθούν, καθένας µε την απόλυτη προσωπικότητά του, προς έναν ανώτερο σκοπό. Εποµένως η προσπάθεια του συγγραφέα να δηµιουργήσει όλους αυτούς τους ανθρώπους, να τους τοποθετήσει λογικά, να τους κινήσει προς τον πρωταρχικό βασικό σκοπό (δηλαδή την επαλήθευση του θέµατος), και να τους κινήσει με άνεση, με αλήθεια κι αληθοφάνεια, σαν πραγµατικούς πειστικούς ζωντανούς ανθρώπους, κι όχι συµβολικά ανδρείκελα, είναι τροµακτική. Μαζί με τις διανοητικές του δυνάµεις, ο συγγραφέας σπαταλάει αλόγιστα τις ψυχικές του δυνάµεις, ο συγγραφέας σπαταλάει αλόγιστα τον ψυχικό του κόσµο, µοιράζοντας τον στη δημιουργία των ηρώων του. Σας διαβεβαιώνω πως η κατασκευή µυθιστορήµατος είναι τρομακτικά δύσκολη, κοπιαστική, εκνευριστική, διανοητικά και ψυχικά, εξαντλητική δουλειά. Κι όταν λέµε «μυθιστόρηµα» εννοούµε το πραγµατικό κι άξιο δείγµα του είδους, κι όχι κάτι εγκεφαλικά, κρύα κι άψυχα κατασκευάσµατα που αντί γι’ ανθρώπους έχουν για ήρωας κακοκουρντισµένα ροµπότ.
Η δυσκολία στη δηµιουργία ανθρώπων έχει παραµερίσει πολλούς άξιους πεζογράφους από το µυθιστόρηµα σε άλλα παραπλήσια και δευτερώτερα είδη του πεζού λόγου. Αυτό όµως δεν μειώνει την αξία τους σαν πεζογράφους, µα τους εξουδετερώνει σχεδόν σαν µυθιστοριογράφους. Θα σας παρουσιάσω δύο χτυπητά παραδείγµατα: Πρώτον, ο Ανατόλ Φρανς, που µη µπορώντας να δηµιουργήσει ανθρώπους, έβαλε ήρωας στα βιβλία του τις ιδέες και τις φιλοσοφικές θεωρίες. Και δεύτερον, ο Πιερ Λοτί, που για τον ίδιο λόγο στα οιονεί µυθιστορήµατά του έχει έναν και µόνον ήρωα. τον εαυτό του. Καθένας, όταν µιλάει για τον εαυτό του, κάτι ενδιαφέρον θα βρει να πει. Το δύσκολο είναι να µιλήσεις για λογαριασµό του πλαϊνού σου, του άλλου, όλων των άπειρων ανθρώπων της Οικουµένης.
Αφού ζωντανέψει τους ανθρώπους του, ο µυθιστοριογράφος έχει να προσέξει χίλιες άλλες λεπτοµέρειες. Και πρώτα, πρέπει να φτιάσει την γενικώτερη ψυχικήν ατμόσφαιρα παράλληλα µε τη φυσικήν ατµόσφαιρα, που µέσα της κινούνται και ζουν οι άνθρωποί του. Δύσκολο εγχείρημα, γιατί η φυσική ατµόσφαιρα επηρεάζει την ψυχική, κι η εναλλαγή των τόπων, των εποχών, των καιρικών καταστάσεων, πρέπει να έχει αντίχτυπο στον ψυχικό κόσμο των ηρώων. Άλλα συναισθήματα έχει κανείς σε μιαν καλοκαιριάτικη νησιώτικη ακρογιαλιά κι άλλα σ’ ένα χειµωνιάτικο οµιχλιασµένο βουνό. Όλες αυτές τις µεταβολές και µεταπτώσεις πρέπει να τις προσέξει και να τις αποδώσει τεχνικά ο µυθιστοριογράφος.
Από κει, είναι άλλο σοβαρό ζήτημα: Ο γενικότερος καλλιτεχνικός παλμός του έργου, εκείνο το συγκρατητά συγκινηµένο γράψιµο, που µεταδίνει τη συγκίνηση στον αναγνώστη. Και, ακριβώς σ’ αυτά τα δυο στοιχεία συνίσταται η καλλιτεχνικότητα ενός έργου: Στην ακατανίκητη εντύπωση ζωής που βγαίνει από µέσα του, και στη συνεχή και ποικίλλη συγκίνηση που δίνει στον αναγνώστη. Όταν δεν υπάρχουν τα δυο αυτά γνωρίσµατα, δεν υπάρχει και έργο τέχνης.
Αυτός ο καλλιτεχνικός παλµός πρέπει να προχωρεί αυξανόµενος εις το τέλος, ώστε ο αναγνώστης διαβάζοντας την τελευταία σελίδα να βρίσκεται στο µέγιστο του συγκλονισµού του. Κι ύστερα ο αναγνώστης πρέπει να στοχασθεί. Αυτός είναι ίσως ο µέγιστος σκοπός του συγγραφέα: Να βάλλει σ’ ενέργεια το διανοητικό και ψυχικό στοχασµό του αναγνώστη. Δύσκολο πράγμα, γιατί ο ικανός συγγραφέας δεν πρέπει να επιβάλλει καθαρά τη φιλοσοφία του, µα να την υποβάλλει ανάµεσα απ’ τα πρόσωπα και τα γεγονότα. Και τούτο. γιατί µέσ’ απ’ το θέμα του µυθιστορήµατος, µέσ’ από την προσαρµογή του θέµατος στη µυθιστορηµατική μορφή, μέσ’ απ’ τα παλαίοντα και ζωντανά πρόσωπα, μέσ’ από τα τόσα γεγονότα προβάλλει σιγαλά, αδιόρατα, µα σταθερά και κυριαρχικά η προσωπικότητα του συγγραφέα, µε το δικό του στοχασµό και τη φιλοσοφία του.
Υπάρχουν κι άλλα πολλά, πάρα πολλά πράματα που πρέπει να προσέξει ο µυθιστοριογράφος. Μα δεν έχουµε καιρό να κάνουµε λόγο γι’ αυτά.
Ήθελα µόνο να σας µιλήσω και να σας πω τι δύσκολο πράµα είναι να γράφει κανείς µυθιστόρηµα. Τι ατέλειωτους κόπους απαιτεί, τι φοβερή σπατάλη διανοητικών και ψυχικών δυνάμεων προκαλεί στον συγγραφέα. Μα και τι ικανοποίηση, όταν υπογράφοντας την τελευταία σελίδα έχει τη συναίσθηση πως εδηµιούργησε ένα έργο τέχνης.
– Ικανοποίηση; Είπα πολύ µεγάλο λόγο.
Ο πραγµατικός δηµιουργός, ο ανήσυχος καλλιτέχνης, δεν είναι ποτέ υποκειµενικά ευχαριστηµένος από τη δημιουργία του. Ρίχνει το έργο του στα τυπογραφικά πιεστήρια, βορά στον αχόρταγο Λεβιάθαν του κοινού, κι αυτός, πάλι σκυμµένος στο γραφείο του, αρχίζει το καινούργιο βιβλίο, µε την πρόθεση, τη βεβαιότητα πώς θα ξεπεράσει το παλιό.
Όσο για το παλιό, αυτό το κρίνουν οι κ.κ. Κριτικοί µε μεγάλη αυστηρότητα. Ξέρουν αυτοί, τι δύσκολο πράμα είναι να γράψει κανείς µυθιστόρημα. Επεχείρησαν κι αυτοί κάποτε να γράφουν και δεν τα κατάφεραν.
Γι’ αυτό κι έγιναν κριτικοί.
Πρώτη δηµοσίευση
Ελληνικόν Ηµερολόγιον «ΟΡΙΖΟΝΤΕΣ», 1943. Β’ τόμος
Διευθυντής Μάριος Βαϊάνος
(Η εξωμολόγησις ενός συγγραφέα)

Το παραπάνω απόσπασμα προέρχεται από το βιβλίο Πως γράφεται ένα μυθιστόρημα, μια ειδική έκδοση για την εφημερίδα τα Νέα(Σάββατο 10/3/2018).
https://stylerivegauche.wordpress.com/

Η ΚΑΛΟΣΥΝΗ ΕΙΝΑΙ ΔΩΡΕΑΝ


Η ΚΑΛΟΣΥΝΗ ΕΙΝΑΙ ΔΩΡΕΑΝ

"Η επιθυμία μου για σας είναι να συνεχίσετε.Συνεχίστε να είστε ποιος και πώς είστε, να εκπλήσσετε έναν μέσο κόσμο με τις πράξεις σας καλοσύνης Συνεχίστε να επιτρέπετε στο χιούμορ να ελαφρύνει το βάρος της καρδιάς σας ." ~ Μάγια Αγγέλου
Πόσο τέλειες είναι αυτές οι λέξεις για τόσες πολλές στιγμές στη ζωή?😊
Τι θα κάνατε εάν ανακαλύψατε ότι είχατε μόνο 3 μήνες για να ζήσετε και ότι δεν υπήρξε γνωστή θεραπεία Θα φωνάξετε? Θα καταρρεύσει στο πάτωμα, θα σπάσει και θα κλαίει? Μήπως οι λέξεις θα είναι αρκετές για να προσφέρουν ακόμα και το μικρότερο παρηγοριά Καθημερινά, οι άνθρωποι σε όλο τον κόσμο μάχονται μάχες για τις οποίες δεν γνωρίζουμε τίποτα , παρά το πάθος τους, όλη τους την οργή, τη θλίψη και το φόβο, σηκώνονται και κατά κάποιον τρόπο αντιμετωπίζουν την ημέρα. Αυτό είναι ένα ιδιαίτερο είδος γενναιότητας, και στα βιβλία μου, ένα ιδιαίτερο είδος ηρωισμού.
Για όσους από εμάς είναι ίσως λίγο πιο ήσυχοι , η καλοσύνη και η αγάπη μας είναι πραγματικά σημαντικές ιδιότητες και πρέπει να αγαπάμε τα πιο μαλακά μέρη της ψυχής μας , καθώς μας βοηθούν να συνδεθούμε με άλλους ανθρώπους. Για όσους από εσάς γνωρίζετε ευτυχία και πόνο, ο καθένας από εσάς έχει τη δική σας μοναδική ιστορία για να μοιραστείτε Ιστορίες που μπορεί, αν ακούμε, απλώς ότι λίγο πιο προσεκτικά, να μας βοηθήσουν να τους καταλάβουμε λίγο καλύτερα.
{Ό, τι χρειάζεστε είναι μέσα} Κάθε μέρα, κάθε ανάσα είναι ένα δώρο από τον Θεό. Έχετε ακριβώς αυτό που χρειάζεστε αυτή τη στιγμή. Μια στιγμή της ενδοσκόπησης, την ευγνωμοσύνη και την ικανοποίηση να είστε αυτοί που είστε. Αν δείτε κάτι όμορφο σε κάποιον, μιλούν IT. Μιλήστε με ευγένεια και ευγνωμοσύνη. Καλοσύνη εάν δωρεάν! Να θυμάστε ότι ο καθένας που συναντάτε είναι φοβάται κάτι, αγάπη κάτι και έχει χάσει κάτι. Εμείς ποτέ δεν ξέρεις πραγματικά τι κάποιος περνάει και οι μάχες που αντιμετωπίζουν. Έτσι είναι το είδος. Πάντα. Και μην αφήνετε την υπερηφάνειά σας πάρει την καλύτερη των καταστάσεων.
Ίσως να νομίζετε ότι δεν έχουν σημασία, αλλά επειδή κάποιος έχει ένα αγαπημένο κουτάλι για να πιει το καφέ τους κάθε πρωί που το αγόρασε. Κάποιος ακούει ένα τραγούδι στο ραδιόφωνο και να τους θυμάται εσύ. Κάποιος έχει διαβάσει ένα βιβλίο που συνιστάται σε αυτούς και χάθηκε στις σελίδες του. Κάποιος θυμήθηκε μια αστεία που είπε και χαμογούλασε στον εαυτό τους. Κάποιος προσπάθησε για ένα νέο κορυφή και ένιωσα όμορφα, γιατί τα συγχαρητήρια για αυτό. Κάποιος έχει μια μνήμη που κάνει τους να χαμογελών που αφορούν σας. Κάποιος θέλει τώρα τον εαυτό τους λίγο περισσότερο, επειδή κάνατε ένα πέρασμα σχόλιο που έκανε να νιώσω καλά.
Μην νομίζετε ότι δεν έχουν επιπτώσεις στους ανθρώπους, τα δακτυλικά σας αποτυπώματα δεν μπορούν να σβήνουν από τα μικρά σημάδια της ευδαιμονίας που έμεινε πίσω του.
«Αν δεν πάρεις ένα θαύμα, γίνονται ένα.» ~ Nick Vujicic
Ευλογίες και αγάπη ...
https://gcdiaries.wordpress.com/

ΠΑΤΑΤΟΣΑΛΑΤΑ

ΠΑΤΑΤΟΣΑΛΑΤΑ

Καλημέρα σε όλο τον κόσμο, σήμερα θα προτείνω μια σαλάτα που έφτιαξα στο σπίτι, γρήγορα και εύκολα, μια καλή σαλάτα patatas. Παίρνει λίγο χρόνο για να προετοιμαστούν τα υλικά, έχει χαμηλό κόστος και μπορεί να γίνει σε οποιαδήποτε ημέρα .
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ:
  1. χαμηλή δυσκολία
  2. Συνολικός χρόνος προετοιμασίας 45 λεπτά
  3. Δόση για 6 άτομα
  4. χαμηλού κόστους
ΣΥΣΤΑΤΙΚΑ:
  1. 7 πατάτες
  2. 2 κρεμμύδια κομμένα ψιλοκόβετε
  3. 6 αυγά
  4. 3 ντομάτες ωριμάζουν παιχνίδια σε λωρίδες
  5. 200 Πράσινη gr.aceituna
  6. 100 gr. μανιτάρι
  7. 200 gr. κοτόπουλο στήθος
  8. 40 gr. βούτυρο
  9. 100 gr. jamon Υόρκη
  10. 100 ml. έξτρα παρθένο ελαιόλαδο
  11. πρόστιμο αλάτι και μαύρο πιπέρι είναι απαραίτητη
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ:
Ξεκινήσαμε με βραστές πατάτες και τα αυγά από τη στιγμή που θα γίνει έξω από το νερό αφήνοντας να κρυώσει.
Αν και αναμένουμε οι πατάτες γίνει, κόψτε το φιλέτο σε λωρίδες, στη συνέχεια, μαγειρέψτε σε ένα Sarte με το βούτυρο και το λάδι, τη στιγμή που θα χάσετε όλα σας νερό, προσθέτουμε τα μανιτάρια, παρατάσσονται πρόστιμο αλάτι και μαύρο πιπέρι, σοτάρετε, μετά την 1η Ιουλίου -8 λεπτά σβήνουμε τη φωτιά.
Λοιπόν μια φορά αυτό οι πατάτες και τα αυγά μαγειρεμένα, αφαιρέστε το δέρμα για να καταργήσετε τις πατάτες φλούδα και τα αυγά.
Συνεχίζουμε την κοπή τις πατάτες ανάλογα με το γούστο μας, αφήνουμε τα αυγά σε 4, τώρα βάλτε τις πατάτες σε μια πλάκα βάσης, γύρω θέσει τα μέρη ντομάτας, πάνω βάζουμε σε περισσότερα, το ζαμπόν, αυγά, ελιές, κρεμμύδι, κοτόπουλο με μανιτάρια ο τελευταίος μπορεί να τεθεί είτε ζεστό κρύο.
Έτοιμος να τρώνε, να δούμε πιο υπέροχο να έρθει στο σπίτι, ENJOY YOUR γεύμα, μπορείτε επίσης να ακολουθήσετε μου στο νέο μου website http://www.cocinaitaly.es χαιρετισμούς σε όλους μέχρι την επόμενη συνταγή.

Τέλεια η Αθήνα χωρίς τους Αθηναίους, σύμφωνα με έρευνα5

  Τέλεια η Αθήνα χωρίς τους Αθηναίους, σύμφωνα με έρευνα Φανταστική είναι η Αθήνα αρκεί να μην έχει Αθηναίους, όπως προκύπτει από έρευνα που...