Ο δικτυωμένος άνθρωπος,μόνος με τα δίχτυα του
Δικτυωμένοι αδιάκοπα, παγιδευτήκαμε στα ίδια μας τα δίχτυα. Ζωές «συνδεδεμένες» με το κοινό τους, λεπτό προς λεπτό, σε όλα τα μέσα: facebook, twitter, instagram, snapchat, pinterest και ο κατάλογος τελειωμό δεν έχει, ένα προς ένα και όλα μαζί ταυτόχρονα.Είναι πλέον οι ζωές μας μόνο μια σειρά αψεγάδιαστων και φιλτραρισμένων φωτογραφιών, αστείων βίντεo και ίνστα στόρις; Ζούμε με τη δικτύωσή μας ή ζούμε για την δικτύωσή μας;
Ερχόμαστε πιο κοντά στον εαυτό μας, ή απομακρυνόμαστε από αυτόν;Μας γνωρίζουν καλύτερα οι άλλοι ή κοροϊδευόμαστε μεταξύ μας; Ο καθρέφτης αυτός του ναρκισσισμού μας, μήπως γίνεται σιγά σιγά λίμνη και μας καταπίνει; Έχουμε όντως τον έλεγχο όλης αυτής της υπερέκθεσης και της δημοσιοποίησης της προσωπικής μας ζωής;
Πόσο μοναχικοί είμαστε, πόσο ανασφαλείς και πόση επιβεβαίωση αναμένουμε από τις οθόνες μας; Τόσο μεγάλο θέμα η έξωθεν επιβεβαίωση. Και ναι, είναι θέμα διαχρονικό, το αίσθημα του ανήκειν. Δικαιολογημένη η ανάγκη για αποδοχή, και επιβράβευση, είναι όμως η διαδικτυακή κατάταξη των λάϊκς, των προβολών και των ακολούθων ένα υγιές περιβάλλον για να εναποθέσει κανείς τον εαυτό του προς κρίση;
Έγινε η διαδικτυακή απήχηση, κάποιο είδους μέτρου αξιολόγησης προσωπικοτήτων; Και ποιους βάλαμε κριτές; Γίναμε όλοι κριτές όλων; Με ποια κριτήρια γίνεται η κατάταξη; Εμείς θέσαμε κάποιο όριο σ’αυτό το παιχνίδι ή αποδεχτήκαμε απλά τους κανόνες του παιχνιδιού; Έγινε το μέσον υποκείμενο; Έγινε το μέσον αυτοσκοπός; Το χρησιμοποιούμε ή μας χρησιμοποιεί;
Που είναι ο άνθρωπος πίσω από όλα αυτά; Όντως αντικαταστάθηκαν η αγκαλιά με λαϊκ, η συνάντηση με ίνμποξ, η αγάπη με προβολές;
Μπα. Η ουσία η ανθρώπινη δε χάνεται. Η αγάπη, η αγκαλιά, το φιλί, το βλέμμα δεν αντιγράφεται, δεν αντικαθιστάται. Ώρα να τα ζη(τή)σουμε , όπως τα ξέραμε.
Η και όχι; Μήπως τα ανθρώπινα εξελίχτηκαν παράλληλα με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης , και δεν το πήραμε χαμπάρι; Μήπως πλέον μας είναι αρκετό το λάϊκ και το ίνμποξ; Μήπως βιώνουμε μια μετεξέλιξη των ανθρώπινων σχέσεων;
Πόσο μόνος στην οθόνη του ο σύγχρονος δικτυωμένος άνθρωπος. Πόσο μόνος του με το είδωλο του στα σόσιαλ μίντια. Κάθε πρωί το ακονίζει, και το βράδυ τον κόβουν οι ακανόνιστες πλευρές του. Το πρωί το ΄χτίζαν, το βράδυ γκρεμιζόταν. Το πρωί εξαφανίζει τα ψεγάδια, φιλτράρει τις ατέλειες, το απόγευμα βλέποντας το είδωλο του αρκετές φορές, αρχίζει να πιστεύει, ότι είναι όντως αληθινό. Βράδυ, η πραγματικότητα με πολλά ψεγάδια, χωρίς φίλτρα και με τις υπερδυνάμεις της εξαφανίζει το είδωλο, και παρουσιάζει τον αφόρητο εαυτό. Μόνος. Γυμνός από λάϊκ και προβολές. Αντικρίζει το αφιλτράριστο εγώ. Βλέπει τη μοναξιά του κατά πρόσωπο. Την αντιμετωπίζει ή της υπεκφεύγει;
Ποιος μπορεί να επαναστατήσει σε αυτή την νέα τάξη πραγμάτων; Και ποιο αντίκρισμα θα έχει αυτή η επανάσταση; Ποιος να πάει αντίθετα στο ρεύμα, να μη φωτογραφίσει, να μην κοινοποιήσει την παρουσία του, να μην τραβήξει βίντεο; Ποιος είναι τόσο γενναίος να ζήσει στα αλήθεια;Ποιος είναι τόσο γενναίος να ζήσει χωρίς τη ζητωκραυγή του πλήθους ή της ψευδαίσθησης της;
Σκηνοθεσία της ώρας, της μέρας της στιγμής, φτιάξαμε καρέ καρέ το άλμπουμ της ζωή μας και καθόμαστε και το κοιτάμε σαν να ήταν η ζωή κάποιου άλλου. Γίναμε θεατές της ίδιας μας της ύπαρξης. Γίναμε μόνιμοι θεατές των ζωών των άλλων. Καθημερινά χρυσές κορνίζες με τα καλύτερα στιγμιότυπα, επιτυχίες και κατορθώματα, χαρές και λύπες, ταξίδια και εμπειρίες. Προσεκτικά καδραρισμένες και δοσμένες στο κοινό τους. Απλά. Εύκολα. Γρήγορα. Αυθόρμητα και σχεδιασμένα την ίδια στιγμή.
Χωρίς φωτογραφία πλέον είναι σαν να μη ζούμε. Φωτογραφιζόμαστε, άρα υπάρχουμε.
Είναι όντως έτσι;
Απομονωθήκαμε και απομονώσαμε. Εξυψώσαμε τη φωτογραφική ομορφιά. Τονίσαμε την οπτική, και χάσαμε την προοπτική. Και η αληθινή ομορφιά που κανένας φακός δεν μπορεί να την καταγράψει, και μόνο μπορείς να τη ζήσεις,είναι εκεί και κάνει μόνη της αντιπολίτευση.
Μήπως μας φωνάζει, λοιπόν η πραγματικότητα, να ξεκολλήσουμε από τις εθιστικές οθόνες μας, που σαν άλλες σειρήνες μας κρατάνε μακριά από τα όμορφα, τα ουσιαστικά, τα ανθρώπινα.
Μήπως είναι η ώρα της νόστου μας στα ανθρώπινα, να κοιτάξουμε γύρω μας και όχι στην οθόνη μας, να κοιτάξουμε τα αγαπημένα μας πρόσωπα κατάματα, να ψάξουμε αγάπη και επιβράβευση στην αγκαλιά και στη στοργή των αγαπημένων.
Τι μας προσφέρουν στα αλήθεια οι διαδικτυακές ιαχές. Ποια ανασφάλεια ή ποια αδυναμία μας καλύπτουν.
Ερχόμαστε πιο κοντά στον εαυτό μας, ή απομακρυνόμαστε από αυτόν;Μας γνωρίζουν καλύτερα οι άλλοι ή κοροϊδευόμαστε μεταξύ μας; Ο καθρέφτης αυτός του ναρκισσισμού μας, μήπως γίνεται σιγά σιγά λίμνη και μας καταπίνει; Έχουμε όντως τον έλεγχο όλης αυτής της υπερέκθεσης και της δημοσιοποίησης της προσωπικής μας ζωής;
Πόσο μοναχικοί είμαστε, πόσο ανασφαλείς και πόση επιβεβαίωση αναμένουμε από τις οθόνες μας; Τόσο μεγάλο θέμα η έξωθεν επιβεβαίωση. Και ναι, είναι θέμα διαχρονικό, το αίσθημα του ανήκειν. Δικαιολογημένη η ανάγκη για αποδοχή, και επιβράβευση, είναι όμως η διαδικτυακή κατάταξη των λάϊκς, των προβολών και των ακολούθων ένα υγιές περιβάλλον για να εναποθέσει κανείς τον εαυτό του προς κρίση;
Έγινε η διαδικτυακή απήχηση, κάποιο είδους μέτρου αξιολόγησης προσωπικοτήτων; Και ποιους βάλαμε κριτές; Γίναμε όλοι κριτές όλων; Με ποια κριτήρια γίνεται η κατάταξη; Εμείς θέσαμε κάποιο όριο σ’αυτό το παιχνίδι ή αποδεχτήκαμε απλά τους κανόνες του παιχνιδιού; Έγινε το μέσον υποκείμενο; Έγινε το μέσον αυτοσκοπός; Το χρησιμοποιούμε ή μας χρησιμοποιεί;
Που είναι ο άνθρωπος πίσω από όλα αυτά; Όντως αντικαταστάθηκαν η αγκαλιά με λαϊκ, η συνάντηση με ίνμποξ, η αγάπη με προβολές;
Μπα. Η ουσία η ανθρώπινη δε χάνεται. Η αγάπη, η αγκαλιά, το φιλί, το βλέμμα δεν αντιγράφεται, δεν αντικαθιστάται. Ώρα να τα ζη(τή)σουμε , όπως τα ξέραμε.
Η και όχι; Μήπως τα ανθρώπινα εξελίχτηκαν παράλληλα με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης , και δεν το πήραμε χαμπάρι; Μήπως πλέον μας είναι αρκετό το λάϊκ και το ίνμποξ; Μήπως βιώνουμε μια μετεξέλιξη των ανθρώπινων σχέσεων;
Πόσο μόνος στην οθόνη του ο σύγχρονος δικτυωμένος άνθρωπος. Πόσο μόνος του με το είδωλο του στα σόσιαλ μίντια. Κάθε πρωί το ακονίζει, και το βράδυ τον κόβουν οι ακανόνιστες πλευρές του. Το πρωί το ΄χτίζαν, το βράδυ γκρεμιζόταν. Το πρωί εξαφανίζει τα ψεγάδια, φιλτράρει τις ατέλειες, το απόγευμα βλέποντας το είδωλο του αρκετές φορές, αρχίζει να πιστεύει, ότι είναι όντως αληθινό. Βράδυ, η πραγματικότητα με πολλά ψεγάδια, χωρίς φίλτρα και με τις υπερδυνάμεις της εξαφανίζει το είδωλο, και παρουσιάζει τον αφόρητο εαυτό. Μόνος. Γυμνός από λάϊκ και προβολές. Αντικρίζει το αφιλτράριστο εγώ. Βλέπει τη μοναξιά του κατά πρόσωπο. Την αντιμετωπίζει ή της υπεκφεύγει;
Ποιος μπορεί να επαναστατήσει σε αυτή την νέα τάξη πραγμάτων; Και ποιο αντίκρισμα θα έχει αυτή η επανάσταση; Ποιος να πάει αντίθετα στο ρεύμα, να μη φωτογραφίσει, να μην κοινοποιήσει την παρουσία του, να μην τραβήξει βίντεο; Ποιος είναι τόσο γενναίος να ζήσει στα αλήθεια;Ποιος είναι τόσο γενναίος να ζήσει χωρίς τη ζητωκραυγή του πλήθους ή της ψευδαίσθησης της;
Σκηνοθεσία της ώρας, της μέρας της στιγμής, φτιάξαμε καρέ καρέ το άλμπουμ της ζωή μας και καθόμαστε και το κοιτάμε σαν να ήταν η ζωή κάποιου άλλου. Γίναμε θεατές της ίδιας μας της ύπαρξης. Γίναμε μόνιμοι θεατές των ζωών των άλλων. Καθημερινά χρυσές κορνίζες με τα καλύτερα στιγμιότυπα, επιτυχίες και κατορθώματα, χαρές και λύπες, ταξίδια και εμπειρίες. Προσεκτικά καδραρισμένες και δοσμένες στο κοινό τους. Απλά. Εύκολα. Γρήγορα. Αυθόρμητα και σχεδιασμένα την ίδια στιγμή.
Χωρίς φωτογραφία πλέον είναι σαν να μη ζούμε. Φωτογραφιζόμαστε, άρα υπάρχουμε.
Είναι όντως έτσι;
Απομονωθήκαμε και απομονώσαμε. Εξυψώσαμε τη φωτογραφική ομορφιά. Τονίσαμε την οπτική, και χάσαμε την προοπτική. Και η αληθινή ομορφιά που κανένας φακός δεν μπορεί να την καταγράψει, και μόνο μπορείς να τη ζήσεις,είναι εκεί και κάνει μόνη της αντιπολίτευση.
Μήπως μας φωνάζει, λοιπόν η πραγματικότητα, να ξεκολλήσουμε από τις εθιστικές οθόνες μας, που σαν άλλες σειρήνες μας κρατάνε μακριά από τα όμορφα, τα ουσιαστικά, τα ανθρώπινα.
Μήπως είναι η ώρα της νόστου μας στα ανθρώπινα, να κοιτάξουμε γύρω μας και όχι στην οθόνη μας, να κοιτάξουμε τα αγαπημένα μας πρόσωπα κατάματα, να ψάξουμε αγάπη και επιβράβευση στην αγκαλιά και στη στοργή των αγαπημένων.
Τι μας προσφέρουν στα αλήθεια οι διαδικτυακές ιαχές. Ποια ανασφάλεια ή ποια αδυναμία μας καλύπτουν.
http://www.apenantioxthi.com/



Σάσεξ, Αγγλία. Ένας μεσήλικας επιστρέφει για μία κηδεία στο μέρος όπου ζούσε όταν ήταν παιδί. Παρόλο που το παλιό του σπίτι δεν υπάρχει πια, κάτι τον οδηγεί στο αγρόκτημα στο τέλος του δρόμου, όπου, όταν ήταν επτά ετών, συνάντησε ένα πολύ παράξενο κορίτσι, τη Λέτι Χέμπστοκ, τη μητέρα και τη γιαγιά της. Έχει χρόνια να σκεφτεί τη Λέτι, αλλά, καθώς κάθεται στη λιμνούλα (μια λιμνούλα που εκείνη έλεγε πως ήταν ωκεανός) πίσω απ’ την ετοιμόρροπη αγροικία, κατακλύζεται από ξεχασμένες αναμνήσεις. Και το παρελθόν παραείναι παράξενο, τρομακτικό και επικίνδυνο για να έχει συμβεί σε οποιονδήποτε, πόσο μάλλον σ’ ένα αγοράκι.
Ο Neil Gaiman γεννήθηκε στο Χάμσαϊρ της Αγγλίας τo 1960. Θεωρείται ένας από τους κορυφαίους μυθοπλάστες της εποχής μας. Έχει γράψει υπέροχα βιβλία για μεγάλους και παιδιά που έχουν αποσπάσει πολλά και σημαντικά βραβεία, όπως τα Nebula, Hugo, Bram Stoker και Locus. Στα πιο δημοφιλή έργα του συγκαταλέγεται η σειρά κόμικ The Sandman, με κεντρικό ήρωα τον Μορφέα, τον αινιγματικό άρχοντα του κόσμου των ονείρων, αλλά και το Ποτέ και πουθενά (Neverwhere) που μεταφέρθηκε στην μικρή οθόνη για το BBC ταυτόχρονα με την κυκλοφορία του βιβλίου. Το βιβλίο του Coraline: Το σπίτι στην ομίχλη, έγινε ταινία και ήταν υποψήφια για Όσκαρ καλύτερης ταινίας κινουμένων σχεδίων το 2010.
Το βιβλίο 

