Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τρίτη 8 Απριλίου 2025

ΑΤΟΣΣΑ

 

Διήγημα: “Ατόσσα”

Του Μανώλη Αλυγιζάκη //

 

 

 

 

Ατόσσα

 

Ο γιγάντιος σταθμός τρένων ΑΤΟΣΣΑ, μόλις εκατό μέτρα μακριά, στέκονταν στον καυτερό ήλιο σαν μυθολογικός ήρωας που αμύνονταν τα πιο σοβαρά και βαθιά μυστικά μας. Επιβλητικό και άξιο θαυμασμού κτήριο με τις ατέλειωτες περιπέτειες χαραγμένες ένα γύρο στην περίμετρο του, σαν το κάθε τούβλο που αποτελούσε τον εξωτερικό του τοίχο ήταν χαραγμένο κι ένα μυστικό ταξίδι που ο παντοδύναμος του είχε χαρίσει, όπως και τον παντοδύναμο σταθμάρχη που διεύθυνε όλα τα τρένα, τις σκέψεις των ανθρώπων και τα όνειρα μερικών, ειδικά όταν έπεφταν σε ονειρική εγρήγορση καθώς ταξίδευαν σ’ ένα από τ’ αναρίθμητα βαγόνια που έρχονταν κι έφευγαν απ’ αυτό το γιγαντιαίο σταθμό.

      Σταθμός με εκατομμύρια μυστικά χιλιάδων ανθρώπων που περνούν απ’ το σταθμό καθημερινά, κοντοί άνθρωποι και ψηλοί, λευκοί και μαύροι, παντρεμένα ζευγάρια κι ανύπαντροι άντρες και γυναίκες, κάθε ηλικίας παιδιά απ’ τα μικρά που κρατούν το χέρι της μαμάς ή του μπαμπά σ’ εφήβους μα τις πονηριές τους, νεαρούς και νεαρές έτοιμους να ακολουθήσουν το δικό τους μονοπάτι και να βρούν τη θέση τους στη ζωή της μεγαλούπολης, της Μαδρίτης, όλοι αυτοί και πολλοί άλλοι που περνούσαν το σταθμό Ατόσσα, τον τόπο που έγινε μια τρομοκρατική επίθεση μερικά χρόνια πίσω από μια ομάδα νέων ανθρώπων που ένιωσαν ότι ήταν καθήκον τους να κάνουν κακό σε μερικούς με σκοπό να εκδικηθούν για τον πόνο που άλλοι είχαν δημιουργήσει στους ανθρώπους τους και τα τρένα συνέχιζαν να ταξιδεύουν απ’ την Ατόσσα προς σ’ όλες τις κατευθύνσεις της Ισπανίας, τρένα με βαγόνια γεμάτα και καρδιές γεμάτες και σκέψεις των επιβατών που ταξίδευαν γιατί έπρεπε να συναντήσουν κάποιον για μια χαρά ή ένα πανηγύρι, γι άλλους που ήταν να σκοτώσουν κάποιον που μισούσαν ή να πάνε κάπου να κάνουν έρωτα στην ερωμένη τους η τον εραστή που ζούσε μακριά, άλλοι είχαν να πάνε να επισκεφθούν την άρρωστη μητέρα τους που ήταν στα τελευταία της, που έπαιρνε τις τελευταίες της ανάσες στον ξινισμένο αέρα του δωματίου κάποιου νοσοκομείου, ξαπλωμένη στ’ ασιδέρωτα λευκά σεντόνια ενός κρεβατιού, με τους λευκούς τοίχους, σαν στο Πουργατόριο, καθαροί, αποστειρωμένοι τοίχοι που συγχωρούσαν την κάθε αμαρτία, κι άλλοι που είχαν να πάνε στα σύνορα, εκεί που οι ψυχές προσπαθούν να βρουν το λόγο για την τρέλα που δέρνει τον κόσμο που πρώτα αρπάζουν το ντουφέκι και πυροβολούν και μετά σκέφτονται ότι ίσως θα μπορούσαν τα κουβεντιάσουν μ’ αυτούς τους αλλόπιστους στην άλλη μεριά των συνόρων, κι όμως αυτός ήταν ο τρόπος που όλα γίνονταν αυτόν τον καιρό, κι όλα ήταν μέσα στα όρια και τις συνθήκες της σύγχρονης ζωής στη μεγάλη χώρα την Ισπανία και στη μεγάλη πόλη, τη Μαδρίτη, καθώς τούτο το απόγευμα εγώ κι η σύζυγος μου κάτσαμε σ’ ένα μικρό καφέ με τραπεζάκια στο πεζοδρόμιο να φάμε το κολατσιό μας και ν’ απολαύσουμε εγώ μια δροσερή μπύρα κι η σύζυγος ένα ποτήρι κόκκινο κρασί που συνηθίζαμε πάντα, όταν σήκωσα τα μάτια απ’ τον τιμοκατάλογο, και κοίταξα τον μεγαλοπρεπή Σταθμό Ατόσσα που μου θύμισε εκείνη την ξανθιά επιβάτισσα απέναντι μου χθες που γυρίζαμε στη Μαδρίτη απ’ τη Βαλένσια, εκείνη την όμορφη ξανθιά γυναίκα που συνεχώς με σκούνταγε με το πόδι της κάτω απ’ το τραπέζι που βρίσκονταν ανάμεσα μας, σαν να ήθελε να μου πει ότι ήταν κι αυτή εκεί απέναντι μου κι ίσως να ήταν ένα σημαντικό μέρος της μέρας μου και που έδωσα την κατάλληλη προσοχή όσο μου επέτρεπαν οι περιστάσεις καθώς ταξιδεύαμε με ταχύτητα 310 χιλιομέτρων την ώρα στο τρένο βέλος ΑΒΛΟ της μεγάλης Ισπανικής εταιρείας τρένων ΡΕΝΦΕ.    

      Τότε το ανεπάντεχο συνέβη όταν η πανάρχαια θεά της ομορφιάς εμφανίστηκε, η ξαναγεννημένη Αριάδνη, με τα μαύρα μακριά μαλλιά της που έπεφταν ως τους ώμους της, με το μελαψό δέρμα, τα Μεσογειακά χαρακτηριστικά, τα μαύρα μάτια της και τα πλούσια χείλη που μου φέραν μια ευχάριστη  ανατριχίλα και περνώντας δίπλα απ’ τη σύζυγο μου και βηματίζοντας με τον πιο αισθησιακό τρόπο πήγε και κάθισε στο τραπέζι απέναντι μας, μόλις τρία μέτρα μακριά και προς την κατεύθυνση του γιγαντιαίου σταθμού Ατόσσα. Μετρίου ύψους, περίπου σαράντα χρονών, καλλίγραμο σώμα που ολοφάνερα είχε απολαύσει όλες τις δυνατές, πιθανές και απίθανες ερωτικές απολαύσεις απ’ τις απαλές στις πιο άγριες με τις ονειρικές απογειώσεις τους, απ’ τις αργές και μεθοδικές ερωτικές στιγμές στις βίαιες και δραματικές ξεπέτες που αφήνουν υπέροχες εμπειρίες στο σώμα μιας γυναίκας, αυτοί ήταν οι υπολογισμοί μου αντικρίζοντας αυτή τη Μινωϊκής εποχής καλλονή που έκατσε στο τραπέζι μόλις τρία μέτρα μακριά μου, κι αμέσως σαν να είχε κιόλας καταλάβει ότι φανταζόμουν σχετικά με το κορμί της με κοίταξε κι ένα απαλό χαμόγελο φάνηκε στα χείλη της, σημάδι πως το πράσινοι φως είχε κιόλας ανάψει, σαν το πράσινο φως που τα τρένα ΑΒΛΟ περίμεναν προτού ξεκινούσαν σαν βέλη από τόξο κατά μήκος των απέραντων χωραφιών της Ισπανίας φυτεμένα με ελαιόδεντρα, με ηλιοτρόπια, και τότε ξαφνικά οι Πύλες του Παραδείσου είχαν ανοίξει, κι εγώ σαν αμαρτωλός που μου αναμένονταν να μπω, σαν να περίμενα κάποια άδεια πριν κάνω την κίνηση μου, κάτι που ποτέ δεν μ’ είχε σταματήσει από το να θαυμάσω οπτικά και με τη φαντασία μου ν’ αγγίξω το απαλό δέρμα αυτής της ωραιότατης γυναίκας.

      Ναι, αυτή η Μινωϊκή ομορφιά μου έφερε αξέχαστες αναμνήσεις στο νου, αξέχαστες εικόνες των νέων, αρρένων και θηλέων που μαζί παίρναμε μέρος στα φημισμένα Ταυροκαθάψια μπροστά στο μεγάλο προπάτορα μας Μίνωα, ναι αυτή η αψεγάδιαστη σωσίας της Αριάδνης τρία μέτρα απέναντι μου, η Αριάδνη με τα υπέροχα στήθη, όπως μας τα παρουσιάζουν οι εξαιρετικές τοιχογραφίες της Κνωσσού, η Ισπανίδα με τα μακριά σγουρά μαλλιά και το λευκό σορτσάκι της που υπογράμμιζε την υπέροχη μέση της και το θεσπέσιο σώμα και που πραγματικά φανταζόμουν να την έχω αγκαλιά, πάνω στο απαλό γρασίδι, σε κάποιο απόμερο δασύλλιο με τους μυστήριους ψιθύρους από οξιές και αγριοκαστανιές που έγερναν από πάνω μας και με παρότρυναν να κατακτήσω το κορμί αυτό, ν’ απολαύσω τις εξαίρετες καμπύλες του σε σημείο που ένιωσα τόσο υποχρεωμένος στη φαντασίωση μου που δεν μπορούσα καν να πω όχι.

       Εκεί κάθονταν λοιπόν απέναντι μου και ξαφνικά σαν να κατάλαβε πως την κοιτούσα γύρισε και οι ματιές μας συναντήθηκαν για μερικά δευτερόλεπτα που ήταν αρκετά για να μας ενώσουν αυτό το καυτό απόγευμα, στο καφέ που βρισκόμασταν στο πεζοδρόμιο όπου θέλαμε να φάμε κάτι. Εγώ κι η σύζυγος, μόλις ήρθε ο σερβιτόρος, παραγγείλαμε το φαγητό μας και σύντομα η μπύρα μου και το κρασί της συζύγου παρουσιάστηκαν στο τραπέζι μας. Έπιασα το ποτήρι μου κι αφού τσούγκρισα στην υγειά μας, κίνηση που παρακολούθησε η μελαχρινή ομορφιά απέναντι μου, που με κοίταξε και χαρίζοντας μου το πιο γλυκό της χαμόγελο ενέκρινε την κίνηση μου κι εγώ ανταποκρίθηκα με τον ίδιο τρόπο που τόσο τη γοήτευσε που διέκρινα τα χείλη της που άνοιξαν και μια υπέροχη σειρά λευκών δοντιών φάνηκε. Δίχως καν να το καταλάβω, εντελώς ασυναίσθητα τ’ ορκίζομαι, τα χείλη μου έκαναν μια κίνηση εντελώς αυθόρμητη προς την υπέροχη σαραντάρα που έπιασε την κίνηση αυτή και με κοίταξε επίμονα, θα έλεγα για τουλάχιστον δέκα δευτερόλεπτα, αρκετά για να κλειστεί η συμφωνία ανάμεσα μας πως το παιγνίδι του έρωτα είχε κιόλας αρχίζει να εξελίσσεται εκεί στο πεζοδρόμιο, τούτο τ’ ολόκαυτο απόγευμα, κι απέναντι από το μεγαλοπρεπή Σταθμό Ατόσσα.

       Το παιγνίδι του έρωτα που μόλις χθες ήταν τόσο εύκολο, όπως έλεγε και το γνωστό τραγούδι, όταν δύο εντελώς τυχαίοι άνθρωποι αποφασίζουν να προκαλέσουν ο ένας τον άλλο, μέσα στην όλη κίνηση της πολυάσχολης πόλης με την κίνηση στο κορύφωμα της, με αναρίθμητους ανθρώπους που περνούσαν πέρα-δώθε και που μερικοί απ’ αυτούς έδιναν προσοχή στο τί συνέβαινε ένα γύρω κι άλλοι εντελώς απορροφημένοι στα δικά τους βάδιζαν με το κεφάλι σκυφτό, έτσι εξελίσσονταν η μέρα στη Μαδρίτη σαν όλες τις άλλες μεγάλες πόλεις ανά τον κόσμο που οι άνθρωποι ανέπνεαν τον βρώμικο αέρα των καυσαερίων κι όλων των άλλων οσμών, και τότε ρώτησα τον εαυτό μου πόσο μακριά θα μπορούσε να πάει η εναλλαγή μου με την πεντάμορφη Ισπανίδα που μου θύμιζε Μινωϊκή ημίθεη και που ήταν μόλις τρία μέτρα μακριά μου και που πρόσεχε να δει ποια θα ήταν η επόμενη μου κίνηση, κι εγώ δίχως να διστάσω στιγμή έγειρα λίγο το κεφάλι μου προς τ’ αριστερά κι άφησα τη ματιά μου να πέσει στα καλλίγραμμα πόδια της κάτω απ’ το τραπέζι, ματιά που πρόσεξε και τα μάτια της αναρωτήθηκαν τί ήθελα, που εγώ σήκωσα το κεφάλι και προσποιούμενος πως αντίκρυζα αδιάφορα το μεγάλο σταθμό Ατόσσα, σχημάτισα με τα χείλη μου τη λέξη, άνοιξε. Κατάλαβε τί πεθυμούσα κι όταν ο σερβιτόρος πήγε να πάρει την παραγγελία της άνοιξε λίγο τα πόδια της κάτω απ’ το τραπέζι κι απ’ το στενό άνοιγμα ανάμεσα στο σορτσάκι και στο μπούτι της διέκρινα ολοκάθαρα το μαύρο μεταξωτό της εσώρουχο.

      Θεέ μου, τί ομορφιά, και τί χαρά, και τί υπέροχη κίνηση, και τότε ήθελα ακόμα περισσότερο, ήθελα τόσο πολύ να δω το γυμνό της δέρμα, εδώ στο πεζοδρόμιο, στο καφέ που έτρωγα το κολατσιό μου, εδώ που αναρίθμητοι άνθρωποι πήγαιναν πέρα δώθε, ήταν τόση η ένταση που ένιωσα, ακριβώς όπως είναι τη στιγμή που κάνεις έρωτα, μετά από τα φιλιά και τα χάδια, εκείνη η στιγμή που εισέρχεσαι στον γυναικείο κόλπο κι ο πόθος μαστιγώνει κάθε εκατοστό του κορμιού σου. Έπιασα το ποτήρι με την μπύρα μου και ανασχημάτισα τη λέξη άνοιξε που η αψεγάδιαστη σωσίας της Αριάδνης κατάλαβε κι αφού έριξε μια ματιά ένα γύρω να δει αν κανείς την πρόσεχε, κινήθηκε λίγο προς τα μπρος στην καρέκλα της και βάζοντας το χέρι της κάτω απ’ το τραπέζι, τράβηξε το εσώρουχο της λίγο στο πλάι δείχνοντας μου το υπέροχο θέαμα του κορμιού της, εκεί ανάμεσα στα πόδια που το αιδοίο της δέσποζε κριτής των ζωντανών μα και των νεκρών, και τότε ήταν που πραγματικά άνοιξαν οι ουρανοί κι οι εννιά Μούσες κατήλθαν εκεί στο πεζοδρόμιο και σχηματίζοντας κύκλο γύρω απ’ την ελκυστική Ισπανίδα άρχισαν τον υπέροχο χορό του υμέναιου κι εγώ απολάμβανα το κάθε τι, την  αναμφισβήτητη γυναικεία ομορφιά τούτο το ολόκαυτο απόγευμα του Ιουλίου. Αληθινά, η στιγμή αυτή ήταν τόσο έντονη που απόμεινα μ’ ένα αδιάφορο χαμόγελο στα χείλη κι η σωσίας της Αριάδνης τραβήχτηκε προς τα πίσω στο κάθισμα της κι αφού ένωσε τις γάμπες της όπως κάθονταν πάντα ήταν σαν να μου έλεγε πως το θέαμα είχε τελειώσει, κι όμως ήταν το πιο υπέροχο θέαμα που είχα απολαύσει, άσχετα πόσο σύντομο χρονικά ήταν, και που απόλαυσα στην ντάλα της μέρας.

      Τότε η σύζυγος μου που πρόσεξε το αόριστο μου χαμόγελο με ρώτησε γιατί χαμογελούσα, κι απάντησα “έ, δεν ξέρεις, ποιήματα, τί άλλο…” κι η σύζυγος ξέροντας πως εκεί έτρεχε ο νους μου πάντα είπε, “εσύ και τα ποιήματα σου” και μάλιστα με κάποιο τρόπο που δεν ακούστηκε σαν κομπλιμέντο, κι έτσι έκλεισε τη συνομιλία μας που μου έδωσε χαρά κι έστρεψα την προσοχή μου στο σάντουιτς και συγχρόνως γύρισα τη ματιά μου προς τα εκεί που κάθονταν το μέλι απέναντι μου. Σίγουρα απολάμβανε κι εκείνη το σάντουιτς της καθώς χαμογελούσε αδιάφορα στους περαστικούς και καθώς γνώριζε ότι με είχε προκαλέσει με έναν ανεπανάληπτο τρόπο, ίσως και να ήταν η πρώτη φορά στη ζωή της που είχε κάνει τέτοιες κινήσεις ίσως και να της άρεσαν οι μεγαλύτεροι της άντρες, ίσως και να την έλκυσε η ένταση που δημιουργούσε με τον τρόπο αυτό και ίσως να είχε απολαύσει το παιγνίδι μας, αλλά μου είχε φτιάξει τη μέρα και της είχα δώσει την ευκαιρία να ξεπεράσει τη ρουτίνα της και να εκθέσει τη γυναικότητα της εδώ μπροστά στον κόσμο που περνούσε το πεζοδρόμιο στη μέση της Μαδρίτης.

       Δάγκωσα μια μπουκιά απ’ το σάντουιτς μου κι άρχισα να τη μασώ αργά αργά καθώς η προσοχή μου είχε πάλι στραφεί προς την εξαίσια μυθολογική Θεά που με παρατηρούσε κι αφού μάσησα τη μπουκιά μου καλά κι αφού κατάπια, και καθώς η σύζυγος μου έπινε μια γουλιά κρασί απ’ το ποτήρι της, με μια ανεπαίσθητη κίνηση των χειλιών μου έστειλα ένα φιλί στην αψεγάδιαστη σωσία της Αριάδνης που μου το ανταπέδωσε κι η συμφωνία μας είχε κλείσει με την ομορφιά στην οποία η μέχρι τώρα ανιαρή μου μέρα είχε μετατραπεί και που μου έφερε ξανά σκέψεις για τον μεγαλοπρεπή σταθμό Ατόσσα, γεμάτο από ανθρώπους που βημάτιζαν στα έγκατα της γης από ένα σημείο στο άλλο κι όλους που ταξίδευαν σήμερα όπως και την ξανθιά χθες που κάθονταν απέναντι μου και που έπαιζε με το πόδι της το παιγνίδι της προσοχής και ποιος άραγε να ήταν ο εραστής της ή ο άντρα της που σήμερα, αυτή τη στιγμή ακριβώς ίσως και ν’ απολάμβανε τη στύση του, ή και το κορμί της Λέσβιας ερωμένης της, καθώς η μαυρομάτα Ισπανίδα απέναντι μου είχε κιόλας τελειώσει το κολατσιό της κι αφού πλήρωσε τον σερβιτόρο της σηκώθηκε να φύγει μα περνώντας δίπλα μας κοίταξε τη σύζυγο μου και ρώτησε, “τουρίστες;” κι η σύζυγος απάντησε, “ναι”, “περνάτε καλά στη Μαδρίτη;” ξαναρώτησε η αναγεννημένη Αριάδνη, “ναι όλα καλά” απάντησε η σύζυγος μου, “πόσες μέρες θα μείνετε;”, “Μια βδομάδα, αλλά αύριο γυρίζουμε στη βάση μας” είπε η σύζυγος μου, “καλά να περνάτε πάντα και καλό ταξίδι στην επιστροφή σας” είπε η μελαψή Ισπανίδα, “και πού είναι η βάση σας;” ξαναρώτησε, “Το Βανκούβερ, στον Καναδά”, “καλό σας ταξίδι αύριο λοιπόν” συμπλήρωσε η ομορφιά “ευχαριστώ” είπαμε κι οι δυο μαζί, καθώς η νέα γυναίκα με τα μαύρα μάτια και μαλλιά γύρισε κι απομακρύνθηκε επιδεικνύοντας τους σειόμενους γλουτούς της, γνωρίζοντας καλά ότι θα τους έδινα την προσοχή μου καθώς βλέποντας την να φεύγει θυμήθηκα τις υπέροχες εικόνες που μου χάρισε και που θα τις θυμόμουν για τις υπόλοιπο ης ζωής μου.


https://www.fractalart.gr/

https://vequinox.wordpress.com/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Τέλεια η Αθήνα χωρίς τους Αθηναίους, σύμφωνα με έρευνα5

  Τέλεια η Αθήνα χωρίς τους Αθηναίους, σύμφωνα με έρευνα Φανταστική είναι η Αθήνα αρκεί να μην έχει Αθηναίους, όπως προκύπτει από έρευνα που...