Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Δευτέρα 26 Ιουνίου 2023

Ἰωάννα Γαλανάκη: Πα­λά­τι ὁ­λό­αν­θου βυ­θοῦ

 Ἰωάννα Γαλανάκη: Πα­λά­τι ὁ­λό­αν­θου βυ­θοῦ

Ἰωάννα Γαλανάκη

Πα­λά­τι ὁ­λό­αν­θοῦ βυ­θοῦ*

ΡΟΝΙΑ, και­ρὸς πο­λὺς ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ἡ θεί­α της τὴν κοί­τα­ζε τὴν Πα­να­γιὰ Τα­ξι­δια­νή, πρω­ῒ-βρά­δι, τῆς ἄ­να­βε τὰ καν­τή­λια, τὴν εἶ­χε γει­τό­νισ­σα καὶ τῆς γυ­ά­λι­ζε τὰ φτω­χὰ μα­νουά­λια, τὴν κα­θά­ρι­ζε καὶ τὴ θυ­μι­ά­τι­ζε σ’ ὅ­λες τὶς γι­ορ­τές. Ἀ­πὸ τὴ θεί­α της τὰ ἔ­μα­θε ὅ­λα ἡ Ἀν­νι­ώ. Πῶς τὸ ἐκ­κλη­σά­κι ἐ­κεῖ­νο ἤ­τα­νε θαυ­μα­τουρ­γό, πῶς ἡ Πα­να­γί­α τοὺς φύ­λα­ε ὅ­λους τους στὸ νη­σὶ καὶ πῶς ἀ­νά­βουν μὲ τὶς μπιμ­πλῆ­θρες ἀν­τὶ γιὰ φυ­τι­λά­κια τὰ καν­τή­λια. Πῶς σὰν περ­πα­τᾶς στὸ σω­στὸ δρό­μο καὶ σοῦ τύ­χει μιὰ ὥ­ρα κα­κή, πάν­τα ἡ Πα­να­γί­α μα­ζὶ κι ὁ ἅ­γιος ἀ­π’ τὸ κον­τι­νὸ ξωκ­κλή­σι θὰ τρέ­ξουν νὰ σὲ βο­η­θή­σουν. Ἔ­τσι μὲ τὴ φρον­τί­δα γιὰ τὸ κά­θε τὶ ἔ­μα­θε νὰ τὴν νοι­ώ­θει ζων­τα­νὴ μέ­σα της τὴν Πα­να­γιά, νὰ τῆς μι­λᾶ σὰ σὲ δι­κό της ἄν­θρω­πο καὶ προ­παν­τὸς νὰ τὴν ἐμ­πι­στεύ­ε­ται. Στὸ χω­ριὸ τοῦ πα­τέ­ρα πά­λι, στὸ σπί­τι τους, τῆς ἄ­ρε­σε νὰ ὀ­νει­ρεύ­ε­ται ἀ­γναν­τεύ­ον­τας ἀ­πέ­ναν­τι τὴν Ἀ­ρα­σιά. Πά­γω­νε στὴν προ­σμο­νὴ ἐ­κεί­νης τῆς ὥ­ρας ποὺ θὰ ἀ­νέ­βαι­νε τὸ βου­νὸ κρα­τών­τας κι ἐ­κεί­νη τ’ ἀ­ναμ­μέ­νο της κε­ρὶ καὶ πα­ρα­κα­λών­τας Την. Ἀ­νέ­μι­ζε πά­νω στὰ με­λω­δι­κὰ λό­για ἡ σκέ­ψη της «Πα­να­γί­α Ἀ­ρασ­σια­νή, φέ­το ἦρ­θα μο­να­χή, καὶ τοῦ χρό­νου μὲ τὸ ταί­ρι».

       Μο­νά­χα ἕ­να πρά­μα ἦ­ταν ποὺ τῆς ἔ­σφιγ­γε τὴν ἀ­νά­σα. Ἔ­μοια­ζε πέ­τρι­νο ὅ­πως τὸ καλ­ντε­ρί­μι μὲ τὸν κου­φό του ἀν­τί­λα­λο καὶ κί­τρι­νο σὰν τὰ σβη­σμέ­να ἀ­πο­κέ­ρια. Ἕ­να ὄ­νει­ρο ποὺ τῆς μάγ­γω­νε τὰ χέ­ρια τὶς νύ­χτες, ἕ­νας ἐ­φιά­λτης ποὺ ἔ­βλε­πε καὶ ξα­νά­βλε­πε, μιὰ μορ­φὴ ἀλ­λό­κο­τη καὶ ξέ­νη. Ἕ­νας ἴ­σκιος βγαλ­μέ­νος ἀ­π’ τὴ σι­ω­πὴ καὶ τὴν ἐ­ρη­μιὰ τοῦ με­γά­λου βυ­θοῦ, ἀ­νά­με­σα στὰ δυ­ὸ νη­σιά, ἐ­κεῖ ποὺ κα­θὼς τῆς εἶ­χαν πεῖ στὸ σχο­λει­ὸ ὁ Πο­σει­δώ­νας εἶ­χε στ’ ἀρ­χαῖ­α χρό­νια τα πα­λά­τια του. Ὕ­στε­ρα ξύ­πνα­γε κι ἔ­κα­νε τὸ σταυ­ρό της, ἔ­λε­γε «πά, τί μ’ ἔ­πι­α­σε, ἡ Πα­να­γί­α μᾶς φυ­λᾶ ὅ­λους μας στὸ νη­σί». Καὶ ἔ­φερ­νε στὸ νοῦ της τὰ ἑ­κα­τον­τά­δες ἀ­κοί­μη­τα καν­τή­λια στὰ σπαρ­μέ­να μὲ κα­τά­νυ­ξη ξωκ­κλή­σια τοῦ νη­σιοῦ, ἕ­να δι­ά­φα­νο πέ­πλο κεν­τη­μέ­νο μὲ φῶ­τα, τὸ πέ­πλο τῆς Πα­να­γιᾶς. Καὶ τὶς ζω­ὲς τῶν ἀν­θρώ­πων του τό­σο δε­μέ­νες μὲ τὸ νη­σι­ώ­τι­κο κυμ­μα­τι­στὸ χῶ­μα, τὶς γι­ορ­τὲς τὰ βου­νὰ τοὺς βρά­χους τὶς κοι­λά­δες τὶς ἐ­λι­ὲς τ’ ἀμ­πέ­λια τοὺς μπαχ­τσέ­δες τὶς βρύ­σες τὰ πλα­τά­νια τὶς ἀ­σκα­μι­ὲς τὶς συ­κι­ὲς τὶς ἀ­μυ­γδα­λι­ές τὶς κοκ­κι­να­πι­δι­ὲς τὶς δα­μα­σκη­νι­ὲς τὶς ρο­δα­κι­νι­ὲς τὶς βυσ­σι­νι­ὲς τοὺς ὀν­τά­δες τὶς φι­ρι­κι­ὲς τὶς κον­το­πο­δα­ροῦ­σες τοὺς τρο­χά­λους τοὺς φρά­χτες τὶς ἐ­ξο­χὲς τ’ ἀ­γρι­ο­λού­λου­δα τοὺς νε­ρό­μυ­λους τὶς κα­ρυ­δι­ὲς τοὺς κα­ταρ­ρά­χτες τοὺς ἀ­νε­μό­μυ­λους τ’ ἁ­γι­ά­σμα­τα. Μιὰ εὐ­λά­βεια βα­θειὰ μέ­σα ἀ­π’ τὸ χῶ­μα κι ἀ­πὸ τ’ ἀρ­χαῖ­ο ἁ­λά­τι ποὺ κου­βα­λᾶ ὁ θα­λασ­σι­νὸς ἀ­γέ­ρας καὶ ποὺ θαρ­ροῦ­σε πὼς τὸ γεύ­ον­ταν πά­νω στὰ χεί­λη της σὰν περ­πα­τοῦ­σε κά­θε κα­λο­καί­ρι στὴν ξω­με­ριά τους, τὸν πιὸ ὄ­μορ­φο τό­πο τοῦ κό­σμου ὅ­λου. Καὶ ὕ­στε­ρα τρα­γου­δοῦ­σε ὥ­σπου νὰ πε­ρά­σει κεῖ­νος ὁ πό­νος στοὺς καρ­ποὺς τῶν χε­ρι­ῶν της, ὥ­ρα πολ­λὴ με­τά.

Τὴν νύ­φη μας τὴν εἴ­χα­με εἰς τὸ κου­τὶ βαλ­μέ­νη…

Γαμ­πρὸς εἶν’ τὸ ζιμ­πού­λι κι ἡ νύ­φη δι­α­σε­μί…

Ἀ­να­στε­νά­ζω θλι­βε­ρὰ καὶ κλαί­γω λυ­πη­μέ­να

Καὶ λέ­γω πὼς ἐ­χά­θη­κε ὁ κό­σμος πιὰ γιὰ μέ­να

 Ἀ­να­στε­νά­ζω δὲ μ’ ἀ­κοῦς, κλαί­γω δὲ μὲ λυ­πᾶ­σαι

Με­τὰ ποὺ χά­λα­σε ἡ κα­τά­στα­ση τὸ ὄ­νει­ρο πιὰ δὲν τὴν ἔ­με­λε. Ἀ­φοῦ νό­μι­σε πὼς ξε­δι­ά­λυ­νε σὰν ἄ­κου­σε μιὰ μέ­ρα τὸν πα­τέ­ρα της νὰ λέ­ει γιὰ κεί­νους τοὺς νε­ο­φερ­μέ­νους ἀλ­λό­κο­τους ἀν­θρώ­πους μὲ τὰ κί­τρι­να ροῦ­χα καὶ μὲ τοὺς σου­γιά­δες ποὺ ἔμ­παι­ναν σὲ κα­φε­νεῖ­α καὶ σὲ σπί­τια, ποὺ φο­βέ­ρι­ζαν τοὺς νη­σι­ῶ­τες, ποὺ ρή­μα­ζαν καὶ ἅρ­πα­ζαν, καὶ ποὺ ἀ­π’ τὸ πο­λύ τους μί­σος ξε­ρί­ζω­ναν βα­σι­λι­κὰ καὶ καν­τι­φέ­δες χω­ρὶς νὰ σκέ­φτον­ται Θε­ό. Εἶ­δε ἔ­πει­τα στὸν ὕ­πνο της μιὰ γυ­ναί­κα νὰ τὴν παίρ­νει στὴν ἀγ­κα­λιά της, νὰ τὴν τα­ξι­δεύ­ει ψη­λὰ πά­νω ἀ­π’ τὴ θά­λασ­σα πρὸς τὴ με­ριὰ τῆς Λή­μνου καὶ νὰ τῆς δεί­χνει κά­τω το βυ­θό. Τὸ νε­ρὸ ἦ­ταν δι­ά­φα­νο κι ἔ­τσι ἡ Ἀν­νι­ὼ μπο­ροῦ­σε νὰ βλέ­πει μέ­σα του κα­θα­ρά. Στὸν τό­πο ποὺ ὁ δά­σκα­λος τοὺς ἔ­λε­γε πὼς βρί­σκον­ταν τὰ βυ­θι­σμέ­να πα­λά­τια τοῦ Πο­σει­δώ­να ἕ­νας μπαχ­τσὲς μ’ ὅ­λα τα χρώ­μα­τα ποὺ στό­λι­ζαν κά­θε ἄ­νοι­ξη τοὺς ἐ­πι­τά­φιους στὸ νη­σί τους. Ξύ­πνη­σε χω­ρὶς τὸν συ­νη­θι­σμέ­νο πό­νο στοὺς καρ­ποὺς τῶν χε­ρι­ῶν της, χω­ρὶς ἀ­νάγ­κη γιὰ τρα­γού­δια.

       Τὴ βρή­κα­νε τὴν ἄλ­λη μέ­ρα μὲς στὰ αἵ­μα­τα, τὰ ροῦ­χα της σκι­σμέ­να, τὰ ξέ­πλε­κα μαλ­λιὰ τρυ­φε­ρὰ νὰ τῆς σκε­πά­ζουν τὸ πρό­σω­πο. Στὸ χέ­ρι της κρα­τοῦ­σε ἕ­να κε­ρί. Κι ἦ­ταν μι­σο­λι­ω­μέ­νο λὲς μό­λις εἶ­χε ἀ­πο­τε­λει­ώ­σει τὰ λό­για τῆς εὐ­χῆς «φέ­το ἦρ­θα μο­να­χή, καὶ τοῦ χρό­νου μὲ τὸ ταί­ρι». Τὸ βλέμ­μα τῆς λαμ­πρὸ λὲς εἶ­χε συ­ναν­τή­σει τὸν πο­θη­τό της νυμ­φί­ο.

Χρό­νια, και­ρὸς πο­λὺς ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ἡ θεί­α της τὴν ἔ­μα­θε νὰ κοι­τά­ζει τὴν Πα­να­γιὰ Τα­ξι­δια­νὴ κι Ἐ­κεί­νη ἀν­τα­πο­δί­δον­τας τὴν εἶ­χε τώ­ρα ἐ­πι­σκε­φθεῖ, προ­στά­της καὶ βο­η­θὸς στὸ τε­λευ­ταῖ­ο της τα­ξί­δι. Λί­γο προ­τοῦ πε­ρά­σουν ἀ­πέ­ναν­τι πρό­λα­βε κι­ό­λας νὰ τῆς δεί­ξει ἐ­κεῖ­νο τὸ ὁ­λό­αν­θο θα­λασ­σι­νὸ πα­λά­τι τοῦ βυ­θοῦ.

* Ὠδὴ στὴν Ἴμβρο.

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἰ­ω­άν­να Γα­λα­νά­κη. Γεν­νή­θη­κε καὶ με­γά­λω­σε σ’ ἕ­να μι­κρὸ χω­ριὸ κον­τὰ στὰ Χα­νιά. Σπού­δα­σε Ἱ­στο­ρί­α, Ἀρ­χαι­ο­λο­γί­α καὶ Ἱ­στο­ρί­α τῆς Τέ­χνης στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἐρ­γά­στη­κε ὡς ἀρ­χαι­ο­λό­γο­ς καὶ ἐ­ρευ­νή­τρια. Συ­νέ­χι­σε τὶς σπου­δές της μὲ ὑ­πο­τρο­φί­ες στὴν Ἀγ­γλί­α. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει μιὰ ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ (Ἀ­ρα­δήν). Ποι­ή­μα­τά της ἔ­χουν ἐ­πί­σης δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κό Νέα Εὐ­θύ­νη. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει καὶ δη­μο­σι­εύ­σει στὸ πε­ρι­ο­δι­κό Τὸ Δέν­τρο ποί­η­ση τῆς σύγ­χρο­νης Ἀ­με­ρι­κα­νί­δας ποι­ή­τρια­ς Jes­si­ca Green­ba­um. Μι­κρὰ δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι καὶ με­τα­φρα­σμέ­να στὰ ἀγ­γλι­κὰ στὸ πε­ρι­ο­δι­κό Two Words For. Κεί­με­νά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κά Li­foMo­nu­men­ta καὶ σε blogs. Αὐ­τὴν τὴν πε­ρί­ο­δο ζεῖ στὸ Σα­ου­θάμ­πτον τῆς Ἀγ­γλί­ας καὶ ἑ­τοι­μά­ζει μιὰ μι­κρὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των γιὰ δη­μο­σί­ευ­ση.


https://bonsaistoriesflashfiction.wordpress.com/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Τέλεια η Αθήνα χωρίς τους Αθηναίους, σύμφωνα με έρευνα5

  Τέλεια η Αθήνα χωρίς τους Αθηναίους, σύμφωνα με έρευνα Φανταστική είναι η Αθήνα αρκεί να μην έχει Αθηναίους, όπως προκύπτει από έρευνα που...