Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Κυριακή 26 Σεπτεμβρίου 2021

ΠΡΩΤΟ ΝΟΥΜΕΡΟ ΤΟ ΚΑΛΟ --- ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΟΥ ΑΓΓΕΛΟΥ ΑΡΟΡΑ

ΠΡΩΤΟ ΝΟΥΜΕΡΟ ΤΟ ΚΑΛΟ   ---   

ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΟΥ ΑΓΓΕΛΟΥ ΑΡΟΡΑ



(Από το ιστολογιο του Ν. Σαραντάκου, οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορια)

Το σημερινό διήγημα μού το έστειλε ο φίλος του ιστολογίου Άγγελος Αρόρα, που μας παρακολουθεί εδώ και 3-4 χρόνια και έχει σχολιάσει ελάχιστες φορές χρησιμοποιώντας ένα ψευδώνυμο αντλημένο από τον Μπόρχες. Είναι, όπως θα καταλάβατε μάλλον από τον τίτλο, διήγημα εμπνευσμένο από τα χρόνια του στρατού -στο τρίγωνο Καστελόριζο, Ρω, Στρογγύλη όπως λέει ο φίλος μας.

Μια και έχω κι εγώ γράψει διηγήματα για την εποχή που ήμουν φαντάρος, είχα έναν παραπάνω λόγο για να με ενδιαφέρει το διήγημα του Άγγελου. Το πρώτο νούμερο στη σκοπιά ήταν καλό και στα χρόνια μου.

Βέβαια, στη δική μου εποχή δεν υπήρχαν «επόπια» (δηλαδή ΕΠΟΠ, οι οπλίτες πενταετούς θητείας) -όσο για την έκφραση «φάγαμε μπιφτέκι» δεν την είχαμε μεν, αλλά τυχαίνει να την έχω μάθει. Λέγεται (ή λεγόταν, τέλος πάντων) για τον σκοπό που αργεί να έρθει ο επόμενος σκοπός, που θα τον αλλάξει.

Πρώτο νούμερο το καλό

Σ’ αυτό το μπουρδέλο δεν παλιώνεις ποτέ. Ποτέ. Δέκα ΕΣΣΟ να περάσουν κι ακόμη θα είσαι νέος. Στα μάτια τους ένα στραβάδι, κεφάλι γυμνό κουρεμένο κοντό, άσχημο, που θα εξέχουν τ’ αυτιά του και δεν θα χωρούν κάτω απ’ το τζόκεϊ. Δεν παλιώνεις ποτέ. Τα πόδια σου βγάζουν κάλους κι όλη η πατούσα έχει πάρει χρώμα λευκοκόκκινο απ’ το κάψιμο της αρβύλας. Κάθε βήμα σου κι ένα βάσανο. Όταν είσαι τυχερός δεν σε χτυπάνε στο γόνατο, όταν είσαι τυχερός φοράς ήδη τις κάλτσες και πηδάς από το κρεβάτι να τις βάλεις γρήγορα, να τις δέσεις καλά, μην βγεις συναγερμό τελευταίος και φάτε καμπάνα ή περιμετρικό. Η εξάρτυση κρέμεται στο δεξί σίδερο του κρεβατιού. Το κράνος σαν κατσαρόλα μεσαίου μεγέθους καπακώνει το μι-εβδομηνταένα. Και γρήγορες κινήσεις, ακούς, γρήγορες κινήσεις, κλειδιά στο χιτώνιο, όπλο και γραμμή έξω, παράταξη. Μηχανικές κινήσεις, όλα θα πάνε καλά, τις κάνεις μήνες τώρα. Το ποίημα το θυμάσαι. Προσοχή δυνατή. Στρατιώτης Πεζικού (όνομα), τυφεκιοφόρος, σε περίπτωση συναγερμού παραλαμβάνω…Θα το θυμηθείς, θα το πεις χωρίς να κομπλάρεις, δεν είσαι μαλάκας εσύ σαν τους άλλους να βγαίνουν αναφορά και να τραυλίζουν.

“Δυνατά με φωνή ακούτε; Το Σαββατοκύριακο ο Διοικητής έρχεται στο γραφείο του κανονικά κι ακούει, κι αν θέλετε να πάρετε καμιά άδεια, δυνατά, και σαββατοκύριακα γιατί η θέση του στρατοπέδου βλέπετε, δυνατά– μετά το εμβατήριο που είναι το αγαπημένο του”. Του κάθε της εχθρού ο σκληρός τιμωρός. Θα φανούν γενναία τα ηρωικά μας νιάτα και φέτος.

 

Όλα αυτά γυρνάνε στο μυαλό σου. Η καναδέζα βογκά σε δρόμους κακούς· κάθε λακκούβα τη νιώθεις διπλά, διπλά στα γόνατα και στη μέση που τραντάζονται. Σαν την πρώτη φρικτή μέρα, μέρα φρικτή. Σαν να σε πηγαίνουν στο εκτελεστικό απόσπασμα. Και ξέρεις ότι είναι πρώτη μέρα και βουρκώνεις και φρικάρεις. Να ’σαι υγιής και άνδρας. Εδώ ρε, θέλουμε λεβέντες, δεν θέλουμε τίποτα μίζερους να κοιτάνε κάτω και να μπερδεύουν τη γλώσσα τους. Η πατρίδα σε χρειάζεται, χρειάζεται παλικάρια, να σκοτωθούν στο τάδε ή εκείνο το ύψωμα. Καθόλου εύψυχον το ελεύθερον.

Εβδομήντα πέντε μέρες εγκλεισμός. Εβδομήντα πέντε μέρες χωρίς άδεια, έξοδο, Πάσχα μέσα. Δεν ξέρεις τι θα γίνει. Δεν σου λένε. Εβδομήντα πέντε μέρες σύνταγμα, χώρια οι μέρες στον βράχο. Σκέφτεσαι τα ίδια και τα ίδια. Στα τηλέφωνα σού λένε τα παρήγορα–  καλά είσαι εκεί, κάνε υπομονή, έλα και έφαγες τη θητεία, πέρασαν οι μέρες. Είσαι όμως ακόμη στα μισά. Κι εδώ δεν παλιώνεις ποτέ. Τα σύνορα είναι σύνορα. Εδώ θέλουμε άνδρες λεβέντες με τη σημαία στο μυαλό. Είναι απογεύματα που θες να τσακωθείς, τα λόγια φεύγουν δεξιά και αριστερά. Γλιστράνε στις πλαγιές του Αγίου Στεφάνου. Σκοπιά εξωτερική. Πρώτο νούμερο το καλό, χωρίς ξενύχτι και πολύ κρύο. Δύο με δέκα. Πρώτο νούμερο το καλό. Εδώ όμως δεν παλιώνεις ποτέ. Κοιτάς στο καθρεφτάκι το πρόσωπό σου. Ξυρισμένο με ωραίες γωνίες χαμογελαστό. Τα μάτια βαθουλωτά με μαύρους κύκλους. Σου αρέσει η σκοπιά στον Άγιο Στέφανο.

Οι κραδασμοί στα γόνατα σε πεθαίνουν. Όλες οι μέρες εδώ είναι σαν την πρώτη. Μπορεί και όχι, υπερβολή. Διπλή μαχαιριά πάντως. Πας Άγιο Στέφανο, καλή σκοπιά, το νούμερο καλό. Σου αρέσει ο Άγιος Στέφανος. Και λες στον μαλάκα που γκρινιάζει “βρε μαλάκα παρακαλάω να κάνω σκοπιά Άγιο Στέφανο, παρακαλάω μαλάκα να μην είμαι εκεί το μεσημέρι, να εξαφανίζομαι μακριά από αυτό το μπουρδέλο, μακριά από τις απογευματινές και τις φρουρές. Εκεί που σου πρήζουν τ’ αρχίδια μες τον ήλιο”. Κάθε μέρα τα ίδια και τα ίδια. Οι αστεράτοι, πιτσιρικάδες και δεινόσαυροι της ΣΜΥ, να κάνουν το κομμάτι τους κι εσύ να νιώθεις άβολα για τις καθημερινές έξωθεν απειλές· τους απέναντι, τους αναρχικούς που σου πετάνε μολότοφ, τους μπαχαλάκηδες.

“Μακάρι να υπήρχε και τρόπος να γλιτώνεις και την πρωινή αναφορά βρε παλιομαλάκα”Θυμάσαι που είσαι όργανο του Λόχου και βγήκες αναφορά τη Δευτέρα και τα ’κανες όλα πουτάνα. Κόμπλαρες στο ποίημα, είσαι και παλιός τρομάρα σου. Σε ρεζίλεψε ο λοχαγός. Λόχος ογδόντα άτομα γελάν μαζί σου κι αυτός συνεχίζει να σου λέει πως κρατάς το όπλο σαν την Αλίκη στο Ναυτικό. Παρασκευή σήμερα κι ευτυχώς που δεν έχουμε πόλεμο γιατί με σένα θα έφταναν στη Λαμία μέχρι να αναφέρεις κανονικά το γαμοποίημα. Έτσι είπε, έτσι θα ’ναι. Μη σε δει ο λοχαγός. Βουρκώνεις στη διαδρομή. Είναι η δικιά σου έξοδος. Σου αρέσει ο Άγιος Στέφανος.

Σε κάθε απότομη στροφή χοροπηδούν τα φασόλια και ο παρασκευιάτικος ταραμάς. Δεν πρόλαβες χαλβά. Έχεις βαρεθεί τα εστιατόρια με το χαλασμένο μπιλιάρδο και το καψιμί. Έχεις βαρεθεί τα ίδια πρόσωπα. Τον θάλαμο που μυρίζει ποδαρίλα, γεμάτος ακατάστατους σάκους και μπουκάλια νερό, άδεια· μισογεμάτα νερό και αποτσίγαρα. Μούχλα κίτρινο νερό. Περνάτε τώρα τις αποθήκες. Τραβερσάρετε δίπλα στον γκρεμό για να βγείτε πάνω από τον λιμνιώνα και από κει ξεκινά το κακοτράχαλο γλείψιμο του βορινού ακρωτηρίου. Ήλιος σκληρός, μπροστά θάλασσα και δεξιά οι αποθήκες. Πιο κάτω διακόσια βαρέλια άδεια από πετρέλαιο όμορφα στοιβαγμένα σε μια ευκαιρία για απογευματινή εκπαίδευση.

Όλα αυτά τώρα θέλουν τη δική τους περιποίηση και φροντίδα. Το τσιτάτο ήρθε από νωρίς στα γραφεία, το πρωί ο επιλοχάς το είπε ξεκάθαρα. “Μάγκες προβλέπεται τρελή εμπλοκή για όλο τον μήνα. Πήραν από Μεραρχία έρχεται ο Γενικός Επιθεωρητής από το Επιτελείο. Την πουτσίσαμε κανονικά. Θα πήξουμε τα πρωινά και στις απογευματινές. Καθισιό βαριά μόνο καμιά Κυριακή”. Δεν παλιώνεις ποτέ εδώ μέσα γαμώ τον σταυρό τους. Μόνο να χώνεις τουαλέτες κανά καινούργιο. Πάλι εντολές, πάλι κουβαλήματα. Σήκωσε το τάδε κιβώτιο, πήγαινε το εκεί, όχι φέρε το εδώ, να είναι στοιβαγμένα όμορφα. Θα τα δει ο Συνταγματάρχης. Όχι όχι πρέπει να τα βγάλουμε όλα ξανά έξω να τα μετρήσουμε και να μπουν διαφορετικά σε περίπτωση πολέμου. Περνάτε τα βαρέλια με το πετρέλαιο και δεν πάει μήνας που ξεφορτώνατε όλο το βράδυ από το καράβι καμιά διακοσαριά βαρέλια. Εμείς οι εθνικές καθαρίστριες λες στον συνάδελφο και εκείνος κοιμάται επάνω στην τσάντα του. Εμείς οι εθνικοί καθαριστές για τους θαλάμους, για το καψιμί, για τα εστιατόρια και έξω· χόρτα, γούρνες, το εκκλησάκι της Αγίας Βαρβάρας. Από πίσω ο όρχος με τα οχήματα. Τσάπες φτυάρια σκούπες, όλα έξω. Έτοιμοι για τη μεγάλη μάχη με τον Επιθεωρητή που θα δει πως όλα πάνε τέλεια.

“Εδώ είναι διαφορετικά, η θέση του στρατοπέδου, βλέπετε. Οι απέναντι. Εδώ δεν επιτρέπεται να είστε χύμα. Κάθε ευρώ του φορολογούμενου πολίτη και των γονιών σας πρέπει να αξιοποιείται”. Έξω τα πινέλα, οι μπογιές, τα πιεστικά. Θα βαφτούν θα γυαλιστούν όλα. Θα γίνουν τέλεια. Το απόγευμα έξω τα όπλα. Λάδι μπόλικο να γυαλίζουν, πολύ λάδι. Βράδυ υπηρεσία. Έρχονται και προαγωγές στο τέλος του μήνα, να πει καλή κουβέντα ο Επιθεωρητής στο Επιτελείο κι αν δεν στείλει λεφτά δεν πειράζει, έχουμε νιάτα. Τα νιάτα μας πιστοί φιλότιμοι στρατιώτες μέχρι την τελευταία σταγόνα του ιδρώτα τους. Μπόλικες ελιές, ντομάτα, κονσέρβες μισοτιμής για τους φαντάρους μας. Τα λατρευτά μας νιάτα στα νησιά και στην επαρχία. Στην Αθήνα ένας φίλος βγήκε Πατησίων με στρατιωτικά και τον μπερδέψανε για μονιμά και την πάτησε.

Όταν όλοι μετράνε ημέρες δεν δίνεις σημασία. Δεν θες να σκέφτεσαι τον χρόνο γιατί εσύ μόνο έτσι τον καταργείς. Μετράς μόνο Δευτέρες, Τρίτες, Τετάρτες και ονειρεύεσαι τις Κυριακές. Μόνο στις εικοσιδυό του μήνα αφήνεσαι λίγο να σκεφτείς την πρώτη μέρα και την τελευταία σου. Επιτρέπεις στον εαυτό σου μία κόκα κόλα. Σήμερα είναι δεκαοκτώ, ακόμη δεκαοκτώ και βλαστημάς. Από τις δεκαπέντε του Μάη σού φαίνεται μια αιωνιότητα. Μέρα τη μέρα, αναφορά την αναφορά, υπηρεσία την υπηρεσία θα περάσει.

Πέρα απέναντι βλέπεις το μονοπάτι, τον Άη Γιώργη. Πίσω από εκεί το πεδίο βολής. Πρέπει να είστε στο δεκάλεπτο απ’ τον Άγιο Στέφανο. Καταλαβαίνεις πως το κεφάλι σου έχει βαρύνει. Είναι από εκείνες τις μέρες που το μυαλό πλημμυρίζει αχόρταγα από μνήμες και σκέψεις μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα. Ξέρεις πως πρέπει να το σταματήσεις· μα αυτές επανέρχονται, κυλάνε, γλιστράνε χωρίς να το καταλαβαίνεις μέσα στο κεφάλι και την καρδιά σου. Ακόμη κι αν σου κάνει κακό κυλάς. Ξαναπάς σε εκείνες τις μέρες. Μονοπάτι, Άη Γιώργης, πίσω το πεδίο βολής. Εκπαίδευση. Πορείες ατέλειωτες μες τον καυτό ήλιο με όλο τον στρατιωτικό φόρτο στο σώμα. Κάτω στη λάσπη, βουτιές, κάλυψη απόκρυψη. Βολές, χειροβομβίδες και χριστοπαναγίες βροχή. “Απλά πέτα τες απέναντι ηλίθιε να τελειώνουμε, δεν πετυχαίνεις Χριστό, άχρηστε, ναι το κράνος φταίει παλιομαλάκα χέστη”, σου λένε. Μέρες ατελείωτες που κρατάνε μια ζωή, βασανιστικές. Αναρωτιέσαι τι κάνεις εσύ εικοσιπέντε χρονών εδώ. Δεν αντέχεις την καφρίλα. Το βράδυ αποκαμωμένος από την κούραση, μισοτρώς για να πας να ξεραθείς. Ακούς τους πιτσιρικάδες καυλωμένους από τις βολές. Όλοι δέκα στα δέκα τις παίξανε. Όλοι βαρέσανε αλφάδι στόχο. Θέλουν έτσι τη θητεία. Μάχιμη λένε. Να σε μάθει να πυροβολάς, να γαμήσεις τον απέναντι στα πιστολίδια. Κοιτάς αηδιασμένος. Σηκώνεσαι σαραπέντε λεπτά πριν το εγερτήριο να κάνεις μπάνιο, να ξυριστείς, να ντυθείς πένα και να στρώσεις κρεβάτι. Οι άλλοι δεν προλαβαίνουν να φάνε πρωινό.

Επιτέλους φτάνετε στον Άγιο Στέφανο. Τα φασόλια παραλίγο να χυθούν έξω από το τάπερ. Σαράντα λεπτά στροφιλίκια επάνω στο βουνό. Σαράντα λεπτά σκέψης και ακατάσχετης μνημορραγίας. Επιτέλους φτάνετε Άγιο Στέφανο. Οι πρωινοί φάγανε μπιφτέκι μιας ώρας σχεδόν, σύνηθες φαινόμενο για εδώ. “Ρε μαλάκες μας γαμήσατε, τρελό μπιφτέκι”, χαμογελούν. “Γυρίσανε οι άλλοι από τον βράχο; Έγινε η αλλαγή; Τον Βασίλη έχουμε να τον δούμε είκοσι μέρες, μαύρα μάτια κάναμε να τον δούμε, χαθήκαμε, θα κατέβει και μετά πάλι βράχο, πιο πολύ βράχο κάνει παρά νησί”.

Γνέφεις αρνητικά- “πέσανε σε καιρό, αφού ξέρεις πως η προβλήτα δεν είναι σίγουρη ρε μαλάκα. Είναι πιο ήρεμα εκεί.  Μα τον θεό άμα έρθει ο Γενικός, θα πω στον Λοχαγό να με στείλει και μένα πάνω. Δεν παλεύεται στο σύνταγμα”. Σου λέει ο μονιμάς να μετρήσεις σφαίρες, να ελέγξεις μπάουφεν κιάλια, να μαζέψεις σκουπίδια. Ξεστομίζεις από μέσα σου σχεδόν γαμώ τα επόπια.

Αφού απομακρύνεται αρκετά η επιφυλακή φωνάζεις, γαμώωωω τα επόπια! Κοιτάς στον καθρέφτη της παρατημένης καναδέζας το πρόσωπό σου. Ξυρισμένο με ωραίες γωνίες χαμογελαστό. Τα μάτια βαθουλωτά με μαύρους κύκλους, λυπημένα. Σου αρέσει η σκοπιά στον Άγιο Στέφανο. Σκοπιά εξωτερική, πρώτο νούμερο το καλό. Δύο – δέκα. Κοιτάς το ρολόι και έχεις δύο – δυόμισι ώρες να σκάσει καμιά εξωτερική, άμα λάχει. Τρεις ώρες να σε πάρει η μάνα σου για τον καθημερινό καθησυχασμό. Και αυτηνής και δικό σου. Όλα πάνε καλά, καλά είσαι εκεί και έχεις φάει τη μισή θητεία. Είσαι όμως ακόμη στα μισά και σου φαίνεται πώς αυτό τον μήνα ο δείκτης αρνείται να πάει στις εικοσιδυό. Αρνείται πεισματικά.

Βάζεις τα φασόλια και τον ταραμά, μαζί με το φρούτο, κάτω από το κάθισμα. Να μην τα βλέπει ο ήλιος. Σου αρέσει ο Άγιος Στέφανος. Εδώ δεν σου αρέσει να κάθεσαι μέσα στην καναδέζα. Σ’ αρέσει να περπατάς τριγύρω στη φύση. Πηγαίνεις κάτω κοντά στη θάλασσα, στις βραχώδεις ακτές όπου τα βράδια καμιά φορά περνάνε τουρίστες. Δεξιά το μικρό χαριτωμένο εκκλησάκι του Αγίου Στεφάνου, όπως πάντα κλειστό. Μόνιμη μουσική το τινκ τανκ της σημαίας που χτυπιέται από τους αέρηδες. Οι άλλοι εκνευρίζονται, εσύ ηρεμείς. Μπροστά απλώνεται θάλασσα και η χερσόνησος. Με τα κιάλια βλέπεις απέναντι σημαίες μεγάλες, κρεμασμένες στα κτήρια, αλλιώτικα ραμμένες. Σε λίγο ακούγεται η γλυκιά φωνή του μουεζίνη. Ο αέρας τον φέρνει γραμμή στο βόρειο ακρωτήρι.

“Πάμε παγκάκι να αράξουμε ρε μαλάκα”. Γραμμή παγκάκι ξεζώνεσαι όπλο, το παρατάς δεξιά μαζί με τη λυμένη εξάρτυση. Το καπέλο μέσα στο κράνος. Δεν σε νοιάζει αν σε δουν απέναντι πως είσαι χύμα, πως είσαι μπουρδέλο. Βγάζεις αρβύλες· τα πόδια σου είναι σκατά από το κάψιμο. “Βρε μαλάκα έχεις λαλήσει εδώ μέσα. Μας έχουνε τρελάνει αλήθεια μας έχουνε τρελάνει”. Λέει ο συνάδελφος. Χαμογελάς. Βάζεις στο μπάουφεν ράδιο. Ελαφρολαϊκά πένα. Νιώθεις ξαφνικά ελαφρύς, τα μάτια ξεβάρυναν μόνα τους και το μυαλό αδειάζει. Το σώμα ελαφρύ κι αυτό. Σου αρέσει ο Άγιος Στέφανος. Να μην είσαι μέσα στο μπουρδέλο. Να είσαι όσο πιο μακριά μπορείς. Πρώτο νούμερο, το καλό, σκοπιά εξωτερική, δύο – δέκα, πάει και αυτό. Έσβησες μια μέρα.

Στις πλαγιές εδώ γλιστράνε όλα πιο εύκολα. Τα λόγια, τα μίση– κοιτάς με τις ώρες τη θάλασσα και τη χερσόνησο. Ανεβαίνεις στο παγκάκι και κανείς κωλοδάχτυλο στους καταδρομείς επάνω στο βουνό. Δεν ξέρεις αν σε βλέπουν. “Τον παίρνετε μαλάκες”, φωνάζεις. Γυρνάς προς  τη χερσόνησο και τη θάλασσα. Σαν πράσινο φίδι που έχει πετάξει το δέρμα του, πράσινο φίδι, φανέλα-παντελόνι-κάλτσα, αρχίζεις και χορεύεις. Χορεύεις σαν χανούμισσα τσιφτετέλι τρελό. Χορεύεις με κέφι και χαμόγελο. Τινκ τανκ, το μπάουφεν, η γλυκιά φωνή του μουεζίνη και εσύ–  που έχει πάντα συννεφιά συννεφιάαααα χριστέεεε και πααααα χριστέ και παναγιάαα μου.


(Από το ιστολογιο του Ν. Σαραντάκου, οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορια)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Τέλεια η Αθήνα χωρίς τους Αθηναίους, σύμφωνα με έρευνα5

  Τέλεια η Αθήνα χωρίς τους Αθηναίους, σύμφωνα με έρευνα Φανταστική είναι η Αθήνα αρκεί να μην έχει Αθηναίους, όπως προκύπτει από έρευνα που...