Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2020

ΤΡΕΙΣ ΣΚΗΝΕΣ ΑΠΟ ΤΗ "ΒΑΓΥΛΩΝΙΑ"

ΤΡΕΙΣ ΣΚΗΝΕΣ ΑΠΟ ΤΗ "ΒΑΓΥΛΩΝΙΑ"



 Από το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου "Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία"

Σύμφωνα με τον Σπύρο Ευαγγελάτο, η Βαβυλωνία έχει στην ιστορία του θεάτρου μας την αντίστοιχη θέση που έχει ο Μακρυγιάννης για την πεζογραφία μας. Ίσως υπερβολικό, πάντως το θεατρικό έργο του Δ. Βυζάντιου, από το 1836 που ανέβηκε πρώτη φορά μέχρι σήμερα έχει συνεχή παρουσία στις θεατρικές σκηνές, έχει γίνει κινηματογραφική ταινία, είναι οικείο σε πολύ κόσμο (έστω κι αν δεν το έχουν όλοι δει, πάντως ξέρουν μέσες άκρες σε τι αναφέρεται), ενώ έχει δώσει ακόμα και παροιμιώδεις εκφράσεις, όπως το «μπαμπά σου γλώσσα γιατί δεν μιλείς;» που χρησιμοποιούμε και στο ιστολόγιο -και πράγματι, ένα ιστολόγιο σαν το δικό μας είναι περίεργο που δεν είχε αφιερώσει νωρίτερα άρθρο στη Βαβυλωνία.

Θα παρουσιάσω σήμερα τρεις σκηνές από τη Βαβυλωνία, τον Αστυνόμο να ανακρίνει στη σειρά τρεις από τους πρωταγωνιστές του έργου. Όπως είδατε, θεώρησα δεδομένο ότι ξέρετε την υπόθεση του έργου, επειδή όμως μπορεί να μας διαβάζει και κανένας αλλοδαπός, ας δώσω την υπόθεση πολύ συνοπτικά:

Σε μια λοκάντα, πανδοχείο, στο Ναύπλιο, το 1827, οι θαμώνες πληροφορούνται τα χαρμόσυνα νέα της ναυμαχίας του Ναυαρίνου και αποφασίζουν να γιορτάσουν με ένα τσιμπούσι την ελευθερία που ανατέλλει για την Ελλάδα. Ο καθένας προέρχεται από διαφορετικό μέρος του ελληνόφωνου χώρου και μιλά διαφορετική διάλεκτο: ένας Ανατολίτης, ένας Πελοποννήσιος, ένας Χιώτης, ένας Κρητικός, ένας Αλβανός, ένας Κύπριος, ενώ υπάρχει κι ένας Λογιώτατος που μιλάει σε αρχαΐζουσα (ή μάλλον αρχαία) γλώσσα. Ο συγγραφέας από την αρχή εκμεταλλεύεται τις διαφορετικές γλωσσικές ποικιλίες για κωμικό αποτελεσμα, αλλά και η κορύφωση του δράματος σε γλωσσική παρεξήγηση οφείλεται, όταν ο Κρητικός λέει στον Αλβανό ότι «ήρθατε στην Κρήτη και φάγατε τα κουράδια μας» εννοώντας πρόβατα -και ο Αλβανός καταλαβαίνει την πανελλήνια σημασία της λέξης, οργίζεται πάνω στο μεθύσι του, βγάζει την πιστόλα και τον τραυματίζει.

Έρχεται ο Αστυνόμος, που είναι Επτανήσιος και μιλάει σχεδόν ακατανόητα από τους πολλούς ιταλισμούς, τους ανακρίνει και τους βάζει όλους φυλακή. Εμφανίζονται μετά η ερωμένη του Κρητικού με την παραμάνα της και έναν γιατρό και τελικά τους αποφυλακίζει όλους και το έργο τελειώνει με καινούργιο τσιμπούσι. .

Η Βαβυλωνία έχει εκδοθεί πολλές φορές, αλλά σας συστήνω την έκδοση της Νέας Ελληνικής Βιβλιοθήκης (Ερμής, τώρα Εστία) σε εισαγωγή και επιμέλεια του Σπύρου Ευαγγελάτου, που έχει πολύ διαφωτιστική εισαγωγή από την οποία παραθέτω μερικά, όχι πολλά, πράγματα. Επίσης, η έκδοση αυτή έχει και τις δύο μορφές της Βαβυλωνίας, διότι μετά την πρώτη παράσταση του έργου οι ηθοποιοί πρότειναν στον Βυζάντιο πολλές αλλαγές, κι έτσι η δεύτερη μορφή, που είναι αυτή που ξέρουμε και που παίζεται, διαφέρει πολύ από την πρώτη στις λεπτομέρειες.

Ο συγγραφέας λεγόταν Δημήτριος Κωνσταντίνου Χατζηασλάνης, γεννήθηκε περί το 1790 στην Πόλη και το 1821 κατέβηκε στην Ελλάδα για να πάρει μέρος στον ξεσηκωμό (ήταν γλωσσομαθής, αφού πρωτύτερα ήταν διερμηνέας του Μπέη της Τύνιδας). Πήρε το ψευδώνυμο Βυζάντιος που δείχνει την καταγωγή του και υπηρέτησε σε διάφορες δημόσιες θέσεις στα χρόνια της επανάστασης και επί Καποδίστρια αλλά επί Αντιβασιλείας ψυχράνθηκε, αποσύρθηκε στην Πάτρα και βιοποριζόταν ως αγιογράφος. Πέθανε το 1853. Εκτός από τη Βαβυλωνία έγραψε και άλλα θεατρικά (Σινάνης, Γυναικοκρατία, Κόλακας) όπου επίσης παίζει με τη γλώσσα και εκμεταλλεύεται τις διαφορετικές διαλέκτους για κωμικό αποτέλεσμα.

Στην εισαγωγή του, ο Ευαγγελάτος συγκαταλέγει τη Βαβυλωνία στην πεντάδα των παλαιών «θεατρικών έργων που ακόμα ζουν», δηλ. που έχουν παρουσία στη σκηνή. Τα άλλα τέσσερα είναι η Ερωφίλη του Χορτάτση (π. 1600), ο Φορτουνάτος του Φόσκολου (1655), ο Χάσης του Γουζέλη (1790) και ο Βασιλικός του Μάτεση (1829). Βέβαια, αυτά τα έγραφε το 1972 -εικάζω πως αν τα έγραφε σήμερα, ή έστω δυο δεκαετίες αργότερα, θα περιλάμβανε περισσότερα έργα, ανάμεσά τους τις κωμωδίες του Χουρμούζη (Τυχοδιώκτης, Υπάλληλος, Λεπρέντης) που παίχτηκαν πολύ μετά τη μεταπολίτευση ή τον Κατζούρμπο και άλλα, που ο ίδιος τα γνώρισε στο ευρύ κοινό.

Αλλά το χαρακτηριστικό είναι ότι από αυτή την πεντάδα έργων, όλα τους ανέβηκαν στη σκηνή και τα γνώρισε το αθηναϊκό κοινό αιώνες μετά τη γραφή τους (η Ερωφίλη παίχτηκε στην Αθήνα 330 χρόνια μετά τη συγγραφή της, ο Βασιλικός περί τα 100) ενώ η Βαβυλωνία παίχτηκε τον επόμενο χρόνο, αμέσως δηλαδή -και ποτέ δεν έπαψε να παίζεται.

Γιατί έχει τόση γοητεία αυτό το πρωτόγονο δραματουργικά έργο; Ίσως επειδή αναφέρεται στο ιδρυτικό γεγονός του νεοελληνικού κράτους, ίσως από την αφέλεια και τη λαϊκότητά του, αλλά σίγουρα και επειδή αξιοποιεί το πλάτος και την ποικιλία που είχε τότε η ελληνική -όπως θα δούμε και παρακάτω. Βέβαια, ο Βυζάντιος υπερτονίζει τις διαφορές των διαλέκτων για να εκμεταλλευτεί τις παρεξηγήσεις -στην πράξη, ακόμη και το 1827 υπήρχε μια κοινή νεοελληνική -και στις σκηνές που θα δούμε αυτή εμφανίζεται και επιτρέπει τη συνεννόηση, ενώ η βασική παρεξήγηση, πέρα από τα κουράδια, είναι το περίφημο «κάζο πενσάτο» και «ατζιδέντε» του Επτανήσιου αστυνόμου, δηλαδή ένας όρος της ειδικής ορολογίας, που καθ’ υπερβολή χρησιμοποιεί ο αμαθής αστυνόμος -σε άλλο σημείο καταλαβαίνουμε πως ούτε να διαβάσει δεν μπορεί καλά καλά. Παρεμπιπτόντως, όχι μόνο ο αστυνόμος αλλά και οι άντρες του είναι Επτανήσιοι -δεν ξέρω αν αυτό αντικατοπτρίζει την κατάσταση που επικρατούσε τότε στο Ανάπλι.

Στο παρελθόν η Βαβυλωνία χρησιμοποιήθηκε από τους αντιπάλους της δημοτικής, για να στηρίξει το επιχείρημα ότι τάχα η πανσπερμία των διαλέκτων της ελληνικής επιβάλλει τη χρήση της καθαρεύουσας αλλιώς η συνεννόηση είναι αδύνατη. Επιχείρημα που μάλλον δεν ίσχυε ούτε την εποχή του Βυζάντιου αλλά που σίγουρα ήταν έωλο όταν προβλήθηκε, πενήντα και βάλε χρόνια αργότερα -όταν ο κάθε διαλεκτόφωνος που ερχόταν στην Αθήνα ήξερε σίγουρα και την κοινή ελληνική λέξη, αλλά όχι απαραίτητα την καθαρευουσιάνικη (το λέει κάπου ο Τριανταφυλλίδης ότι ο Κεφαλονίτης που ερχόταν στην Αθήνα μετά την ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα έμαθε πολύ γρήγορα ότι τα κιάκια που είχε στην τσέπη του λέγονταν σπίρτα, αλλά άργησε να μάθει τα πυρεία.)

Παραθέτω λοιπόν την 3η, την 4η και την 6η σκηνή της 2ης πράξης του έργου, όπου ο Αστυνόμος εξετάζει, κατά σειρά, τον Ανατολίτη, τον Λογιώτατο και τον Πελοποννήσιο. Αυτή η διαδοχή «αναμετρήσεων» είναι χαρακτηριστική του λαϊκού θεάτρου και του Καραγκιόζη, ενώ και η αυτοπαρουσίαση του Πελοποννήσιου με τα λαγοτόμαρα και τους τραχανάδες θυμίζει ανάλογους μονόλογους του μπαρμπα-Γιώργου στον Καραγκιόζη.

Ο Ανατολίτης και ο Λογιώτατος άλλωστε ειναι οι δυο πρωταγωνιστές του έργου και βγάζουν το περισσότερο γέλιο, μαζί με τον Αστυνόμο ενώ εικάζω ότι ο συγγραφέας θα ταυτίζεται άλλοτε με τον Ανατολίτη και άλλοτε με τον Γραμματικό, που επίσης εμφανίζεται στις σκηνές που θα διαβάσουμε. Να προσέξουμε ότι ο Ανατολίτης χρησιμοποιεί τους κανόνες ευφωνίας της τουρκικής, δεν λέει τα διπλά σύμφωνα στην αρχή της λέξης (Κηρτικός και φιράγκικα). Να αναφέρω επίσης ότι πρώτος διδάξας τον ρόλο του Ανατολίτη ήταν ο Θεόδωρος Ορφανίδης, ο πολυτάλαντος λόγιος και βοτανολόγος, που τον έχουμε παρουσιάσει εδώ παλιότερα.

Το κείμενο το πήρα από τον Μικρό Απόπλου, τον εξαιρετικό ιστότοπο που είχε φτιάξει από την προηγούμενη χιλιετία ο παλιός φίλος Άγγελος Περδικούρης.

Στο τέλος βάζω μερικές λεξιλογικές σημειώσεις.

ΣΚΗΝΗ Γ’

Ο Αστυνόμος, ο Ανατολίτης και οι στρατιώται

ΑΣΤ.Π’ ούναι, μουρέ, εκειός ο Λιάπης;
ΑΝΑΤ.Λάπη ποιο είναι; σακίν Λάπη Αρβανίτη είναι; εκείνο υρεύεις; Πάει…· χου…· π’ ούντο τώρα Αρβανίτη;… αν το πιάσης…
ΑΣΤ.(Προς τον Ανατολίτην) Έλα δω εσύ γιαμά…
ΑΝΑΤ.Ιστέ, ήρτα…· τι τέλεις εμένα;
ΑΣΤ.Πινομή σου;
ΑΝΑΤ.Τι τα πη πινομή σου;
ΑΣΤ.Τ’ όνομα σου, μουρέ;
ΑΝΑΤ.Α… όνομα μου; όνομα μου, Χατζή Σάββα, ντούλο σας.
ΑΣΤ.Η πατρίδα σου;
ΑΝΑΤ.Πατέρα μου; πατέρα μου Χατζή Μουράτη λέανε…· εκείνο πετάνε, τι το τελείς τώρα;
ΑΣΤ.Οχι, μουρέ, ο τόπος σου.
ΑΝΑΤ.Α, βιλαέτι μου; βιλαέτι μου Καΐσερλη είναι.
ΑΣΤ.Και π’ ούν’ αυτό το Καΐσερλη;
ΑΝΑΤ.Άι Βασίλη τόπο είναι, Γκαισαρείας, Γκαπαπντοκίας. Ντε ξέρεις εσύ;
ΑΣΤ.Κι είσαι γιαμά απ’ τ’ Άι Βασιλειού τον τόπο; για δ’ αύτο είσαι και χαντζής…· ν’ άμπ’ ο διάολος μεσ’ στην καβούκα σου… Και πες μου μουρέ εσύ, πώς εγίνηκε ο λαβωμός του Κρητικού;
ΑΝΑΤ.Να, ιστέ, τρώγανε, πίνανε…· Αρβανίτη μέτυσε φορτώτηκε Κηρτικό…· Κηρτικό είπε αρβανίτη (ντρέπουμε να πω, τιμή στα μούτσουνά σου) κουράδια είπε. Αρβανίτη είπε, να φας εσύ· σάνκιμ, Κηρτικό να φάη, κατάλαβες;… Κουράδια μουράδια λέοντας, καυγκαλαστίσανε….· καυγκαλαστίσανε, Αρβανίτη τράβηξε πιστόλα, μάνι-μάνι έσφιξε Κηρτικό απάνου, γιαραλάντισε κομματάκι χέρι του…· ούλο ούλο καυγκά ιστέ, αυτό είναι….
ΑΣΤ.Να με πάρουν οι διαόλλοι κι αν κατάλαβα τίποτσι… · (προς τον Ανατολίτην) Και πώς, μουρέ, και πώς; μπα κι ήτανε α κάζο πενσάτο;
ΑΝΑΤ.Αρτίκ πινσάτο-μινσάτο, εγώ ντε ξέρω· Αρβανίτη χτύ­πησε Κηρτικό, βέσσελαμ.
ΑΣΤ.(Με θυμόν) Και μίλλειε, μουρέ, ρωμαίκα, παλιότουρκα!!!
ΑΝΑΤ.Ει….· εσύ γιατί μιλάς φιράγκικα για; σάντο μάντο, φόρτο φούρτο; ιξέρω εγώ φιράγκικα; εγώ ρωμαίικα λέω, ντεν καταλαβαίνεις, εγώ φιράγκικα ντε ξέρω, πώς να γένη για; τι να γένη, α τζάνουμ…· εσύ εύρε το κολάι του πγια, να καταλάβης…· εγώ σάστισα κι απόμεινα… Αλλο τίποτα εγώ ντε ξέρω.
ΑΣΤ.Πες μου, μουρέ, καλά την εζάμινά σου, γιατί κακόρικε, θα πας α ρέστο.
ΑΝΑΤ.Αν μπορής, κατάλαβε τώρα. (Προς τον Αστυνόμον) Άνταμ…· εγώ σε είπα…· ζάμινα μάμινα, ρέστο μέστο, φόρτο φούρτο, σάντο μάντο, κουκούτσι, ντεν καταλαβαί­νω τι τα πή… Ούλο ούλο καυγκά τι ήτανε, είπα…· πάει λέοντας…· άκουσες τώρα; ιστέ, ρωμαίκα το είπα αρτίκ, και τώρα ντεν κατάλαβες; ποτέ σου ντε τα καταλάβης…
ΑΣΤ.(Με θυμόν) Α ρέστο κανάγια, α ρέστο…(προς τους στρατιώτας) Πάρτε τον αυτόνε α ρέστο…
ΑΝΑΤ.Ιστέκα να ντγιούμε…· τι τα πη α ρέστο;
ΑΣΤ.Στη φυλακή θα πας.
ΑΝΑΤ.Χάψι;
ΣΤΡ.Ναι.
ΑΝΑΤ.Έι, ύστερα; εγώ τι έκαμα, άνταμ, να πάγω χάψι; εγώ ντεν χτύπησα Κηρτικό, εγώ πιστόλα μιστόλα ντεν έχω, εγώ ντουλειά μου κύτταζα, τσουμπούσι έκα­μνα…· να, πγιάσε Αρβανίτη, κρέμασ’ το μπιλέμ όχι βάνεις εμένα χάψι…· ταμάμ…
ΑΣΤ.Εσύ θα πας α ρέστο, γιαγουρτοβαφτισμένε, παλιό-τουρκα.
ΑΝΑΤ.Ταμάμ Αστρονόμο…· άφεριμ…· βρίζει κιόλας… Εγώ Τούρκο ντεν είμαι· χριστιανό ορτόντοξο είμαι…· χατζή άντρωπο είμαι· ιψέματα ποτές μου ντε λέω…· χιτς ποτές άντρωπο βαφτίζουνε με γιογούρτι; τόσω χρονώ γένηκα, ακόμα ντεν άκουσα που βαφτίζουνε με γιογούρτι…· Άιντε να ντγιούμε τι τα πης ακόμα…· αγάλια, αγάλια τα πης αύριο με μποζά βαφτίζουνε…·
ΑΣΤ.(Με θυμόν). Α ρέστο, α ρέστο…
ΣΤΡ.(τον παίρνουν).

ΣΚΗΝΗ Δ’

(Ο Αστυνόμος εξετάζει τον Λογιώτατον)
Αστυνόμος, Λογιώτατος, Γραμματεύς της Αστυνομίας, στρατιώται

ΑΣΤ.(Προς τους στρατιώτας) Φέρτε μου, μουρέ, εκειόνε με την σκούφια… (τον φέρνουν προς τον Λογιώτατον) Πινομή σου;
ΛΟΓ.Επώνυμον μεν φέρω Κωνωπίδης, κέκλημαι δε Κλειτομένης.
ΑΣΤ.Όρσε ονόματα…· και πού να θυμάται κανείς, καλό­τυχε, τέτγοια ονόματα που βγάλανε τώρα… (Προςτον Λογιώτατο) Και πούθε είσαι γιαμά;
ΛΟΓ.Κώος.
ΑΣΤ.Και πού στο διάβολο είν’ αυτό το Κώος;
ΛΟΓ.Το τουρκιστί Στάνκιοϊ λεγόμενον.
ΑΣΤ.Και πες δα π’ ούσ’ απέ την Κω, ξαφνικό να σ’ ούρθη…· και τι τέχνη κάμεις;
ΛΟΓ.Τέχνην μεν ουδαμώς· επιστήμων δε μάλα.
ΑΣΤ.Ας είν’ κι επιστήμη· μπα κι είσαι γιατρός;
ΛΟΓ.Ούμενουν, αλλά ρήτωρ, Λογικός, Γραμματικός, Μαθηματικός, και τα λοιπά και τα λοιπά…
ΑΣΤ.Μαρ’ μπα κι είσαι Λογιώτατος;
ΛΟΓ.Ναι μην….· και εκ των ως επί το πολύ λεγομένων ενδοξοτέρων λογίων.
ΑΣΤ.Μουρέ γεια σου Λογιώτατε!!! Και πες μου δα γιαμά, εσύ που ξέρεις τσι ελληνικούρες, πώς εγίνηκε ο λαβωμός του Κρητικού;
ΛΟΓ.Ουχ εκών μεν, είπω δε…Ετύγχαναν τήμερον πεινών την εσχάτην πείναν και δη έδοξέ μοι πορευθήναι εν τω εδωδιμολεσχοοικητηρίω και κορεσθήναι… Απελθών ουν, εύρον και συνδαιτυμόνας πλείστους αυτόθι συνευωχουμένους…· και δη τοίνυν έδοξεν αυτοίς, την εφημερίδα αναγνούσιν, ευθυμητέον είναι την της Ελλάδος παλιγγενεσΐαν… Τοιγαρούν εσθιόντων, πινόντων, αδόντων, υμνούντων και ορχουμενο-ευφραινομένων…
ΓΡΑΜ.Επύκνωσες, Λογιώτατε, την ατμοσφαίραν από γενικάς απολύτους.
ΛΟΓ.Άφνω ο Αλβανός μετά του Κρητός εμαχεσάτην.
ΓΡΑΜ.Να δα κι ένας δυϊκός αριθμός!!!
ΑΣΤ.Να, ν’ άμπ’ ο διάολλος μέσ’ στσι ελληνικούρες σου, παλιολογιώτατε… ανάθεμα κι αν κατάλαβα τι μου λες, μα την πίστι μου… (προς τον Γραμματέα) Γράφε τα εσύ, μουρέ, καλά ετούτα ούλα που λέγει, κακόρικε, (;) γιατί θα τα στείλουμε στην Ακαντέμια τση Μπάντοβας να μας τα ξηγήσουνε οι προφεσσόροι, μα τσ’ άγιους Πάντες… (προς τον Λογιώτατον) Και λέγε δα, λέγε, συφορά στην καλλαμάρα σου.
ΛΟΓ.Και δη ο μεν Κρης τους οίας, κουράδια καλών, ο δ’ Αλβανός τούμπαλιν το σκωρ ενενόει, αναστάς ο Αλβανός κάκτανε τον Κρήτα.
ΓΡΑΜ.Εσολοίκισες.
ΛΟΓ.(Προς τον Γραμματέα) Τι δη καινόν ή ξένον είγε σεσολοίκηκα; και γαρ και Δημοσθένης, άλλοι τε πολλοί ξυγγραφείς εστίν ότε τω σολοικισμώ χρώνται ευφρα­δείας χάριν.
ΑΣΤ.(Προς τον Γραμματέα) Κι άφ’ τόνε το χριστιανό να πη γιαμά την εζάμινά του… Λέγε συφορέλλια σου, λέγε.
ΛΟΓ.Και δη, σου μεν εξετάζοντος μαθείν την αλήθειαν, εγώ σοι ταύτα πάντα αληθώς φράζω, ίνα ποίησης ο βούλεσαι.
ΓΡΑΜ.Εβαρβάρισες.
ΑΣΤ.Και δεν κατάλαβες αν ήτανε κάζο πενσάτο;
ΛΟΓ.Ουκ οίδα την των Ιταλών διάλεκτον… · τούτο δη μόνον γινώσκω, ότι η λέξις κουράδια παράγεται εκ του κείρω, καρώ, κέκαρκα, κέκαρμαι ο μέσος παρακείμενος· γίνεται καρμάδιον, και τροπή του α εις ε ψιλόν, γίνεται κερμάδιον προσθέσει δε του ιώτα, κειρμάδιαν, και αφαιρέσει του μ, κειράδιον, τροπή δε του ε εις ο και του ι εις υ ψιλόν, γίνεται κουράδιον, δι’ ου οι Κρήτες καλούσι τα πρόβατα, ή τας αγέλας, εκ του κείρεσθαι αυτά παρα­γομένης της λέξεως… Και δη έγνως νυνί;
ΑΣΤ.Μουρ’ εγώ δε σ’ αρωτώ τη Γραμμάτικα, και με λες τσι αόριστους, τσι περσυντέλικους, και ούλα τα τέμπα…· ω συφορά μου! σ’ αρωτώ να με πης, αν ήτανε κάζο πενσά­το ο λαβωμός του Κρητικού…· ορίστε τώρα· τι να βγάλω απέ τούτην την εζάμινα; μηδέ το έψιλό σου κατάλαβα, μηδέ το ύψιλό σου. (προς τον χορόν) Αυτός μάτια μου, είν’ απ’ εκειούς τσι λογιωτάτους που ξηγούνε τσι μηναίοι και τσι ψαρμοί του Δαβί, κι οπού ξέρουνε ποτές είναι τση άγιας Άγκατας, και τ’ άι Κούκου, και δεν γλέπεις άλλο σε δ’ αύτους, μόνε μια καλλαμάρα σαν πιθάρι, και μια πένα σαν ντούμπανο. Και τ’ είν’ αυτός; Λογιώτατος…· ω ντζόγια μου!!! γιατί ξέρει γιαμά να ξηγάη τσι συναξαριστάδες…· ναι, ναι, στη μπίστι μου δε σας μπαρτζολετάρω. (προς τον Λογιώτατον) Και πες μου δα, που να κάτσουν ούλοι οι διαόλλοι στη σκούφγια σου…· ήτανε κάζο πενσάτο; (ευθύς προς τον Γραμματέα) Ξηγά το συ, μουρέ διάολλε, ρωμαίκα (;) να το καταλάβη…
ΓΡΑΜ.Εκ προμελέτης.
ΑΣΤ.Κι άμα για να ξέρη κανείς ετούτες ούλες τσι λέξες, πρέ­πει να έχη εκειό το μεγάλο βοκαβολλάριο τση Κρούσκας, οπού είναι σα μια κασσέλλα, και να προβατή μέσ’ τσι πιάτσες τση Ελλάδας, ν’ άχη κι ένα βαστάζο κοντά, για να ξηγάη ούλα ετούτα τα τέρμινα… (προς τον Λογιώτατον) Εκατάλαβες τώρα, μουρέ διαόλλου σκολλάρο, τι θα πη κάζο πενσάτο;
ΛΟΓ.Νυν έγνων εξεικασάμενος εκ της λέξεως το πράγ­μα…· και δη σε πληροφορώ ότι ουκ ην εκ προμελέ­της το δράμα, αιφνίδιον δε μάλλον, και πείσθητι τοις εμοίς λόγοις.
ΑΣΤ.Α ρέστο και συ, μπιρμπάντε, που μας εσεκάρισες με τσι μετοχές σου, και με τα απαρέμφατά σου… (προς τους στρατιώτας) Πάρτε τόνε μουρέ, κι αυτόνε α ρέστο.
ΣΤΡ.(τον παίρνουν.)

Μεσολαβεί ένας σύντομος μονόλογος του Αστυνόμου, και…

ΣΚΗΝΗ ΣΤ’

(Ο Αστυνόμος εξετάζει τον Πελοποννήσιον)
Αστυνόμος, Πελοποννήσιος, Γραμματεύς, στρατιώται

ΑΣΤ.(Προς τους στρατιώτας) Φέρτε, μουρέ, εκειόνε το Μουραΐτη… (τον φέρνουν· προς τον Πελοποννήσιον) Πινομή σου;
ΠΕΛ.Πούλος Πουλόπουλος.
ΑΣΤ.Και πούθε είσαι γιαμά;
ΠΕΛ.Απ’ την Πελοπόννησος.
ΑΣΤ.Και πες δα κακόρικε π’ ούσαι απέ το Μουρία… Και τι τέχνη κάμεις;
ΠΕΛ.Έμπορος.
ΑΣΤ.Και τι θα πη, μουρέ, έμπορος;
ΠΕΛ.Πραματευτής.
ΑΣΤ.Όρσε κ’ εσύ διάολλε…· έμαθες και συ τσι ελληνικούρες.
ΠΕΛ.Τήρα δω, κυρ Αστρονόμο, είμαι Έλληνας, ακούς με, και πρέπει να μιλώ με μάθησις.
ΑΣΤ.Και πώς εγίνηκε ο λαβωμός του Κρητικού;
ΠΕΛ.Να σ’ ορίσω, κυρ Αστρονόμο μου, δε ξέρω, εγώ έφερα να πουλήσω καμπόσα λαγοτόμαρα, καμπόσ’ αλούπια, τυριά, βούτυρα, και τραχανά· είχα στείλει και τον παραγυιό μου με κάμποσες γίδες στέρφες π’ ούχα στην παλιόστανή μου, και τα πούλησα όλα, κι έκαμνα το λογαρισμό μου… Σα με τσούκλωσε η πείνα, ήρθα να την τυλώσω στη λοκάντα, ηύρα και την αφεντιά τους εδώ, κι είπαμε να κάμουμ’ ένα γλέ­ντι…· και να σ’ ορίσω, γλεντάγαμε όμορφα και καλά -σα θε ν’ άρθη το μαγκούφι, έρχεται- ο Αρβανίτης τ’ όβαλε στη μπουρίνα, πγια θα το φέρ’ ο διάτανος, και στα καλά καθούμενα, τσακωθήκανε με τον Κρητικό… Το τσάκωμά τους τι ήτουνα, να σ’ ορίσω, δε ξέρω τι ήτουνα…· δεν έβαν’ αυτί ν’ αγκρουμαστώ καλά καλά… Εγώ, ακούς με, τόσο τόσο δε συλλογιούμαι για ξένες έννοιες…· τήρα δω, το νιτερέσο μου κυττάζω, κι άρα πάρα, ήλιος…
ΑΣΤ.Μωρ’ εγώ δεν εκατάλαβα τίποτσι απ’ αυτήν την ιστο­ρία που με είπες, μα τη Φανερωμένη.,
ΠΕΛ.Εγώ, κυρ Αστρονόμο μου, σε τα κουβέντιασα τα πάσα πάντα της υπόθεσις…· τους είδα που τσακωθήκανε, μα δεν είχα τόσο το νου μου σε δ’ αυτούς… · φωτιά να τους κάψη κι εκείνους και τα μάγγανά τους.
ΑΣΤ.Ω διάολλε και συ με τα ιντρέσσα σου…· οι άνθρω­ποι γιαμά σκοτωνούτανε, και συ συλλογιούσουνε το νιαούρτι σου, τον ταρνανά σου, το γάλα σου, τσι αλεπούδες, και τσι γίδες σου… Και δε με λες γιαμά, π’ ούσαι πλιο ραφινάτος απέ τσι άλλους, αν ήτανε κάζο πενσάτο;
ΠΕΛ.Για κάζο, ήτουνα, και μεγάλο κάζο…· μα δε ξέρω, πεντσάτο ήτουνα, τι ήτουνα.
ΑΣΤ.Το καταλαβαίνω, μουρέ, που ήτανε κάζο, και το γλέπω, διάολλ’ έπαρέ σε κι εσένα.. .· μα άλλο είναι το κάζο ατσιντέντε, κι άλλο είναι το κάζο πενσάτο… Ετούτο τι ήτανε; ετούτο θέλω να με περσουαδέρης.
ΠΕΛ.Ατσιντέντε.
ΑΣΤ.Και τι θα πη ατσιντέντε;
ΠΕΛ.Ξέρω γω; να, άξαφνο θα πη, στοχάζουμαι· δεν είν’ έτσι;
ΑΣΤ.Ναι, μουρέ, γεια σου κακόρικε…· εσύ καταλαβαίνεις γλέπω τον κόσμο…· μουρέ γεια σου Μουραΐτη!!… Και πες με τώρα, σα ξέρης το ατσιντέντε, θα ξέρης και το πενσάτο…· νον ζε δούπιο.
ΠΕΛ.Αυτούνο δεν το ξέρω.
ΑΣΤ.(Προς τον Γραμματέα) Πώς του τ’ ώπες εού τ’ αλλου­νού, μωρέ;
ΓΡΑΜ.Εκ προμελέτης.
ΠΕΛ.Αυτούνο είναι βαθύ ελληνικό, και δεν το πεικάζω.
ΓΡΑΜ.Προμελετημένον.
ΠΕΛ.Τίποτες…· μηδ’ αυτούνο.
ΓΡΑΜ.Αν το είχεν εις τον νουν του πρωτύτερα να το κάμη ο Αρβανίτης.
ΠΕΛ.Τήρα δω, μηδέ στο μυαλό του μέσα ήμουνα, μηδέ τον αρώτησα… Ποιος τους ξέρει πάλ’ αν ήντουσάνε οχτρεμένοι απέ μπροστύτερα.
ΑΣΤ.(Καθ’ εαυτόν) Ω διάολλε ρισπόστα!!! (προς τον Πελοποννήσιον). Και δεν ξέρεις άλλο τίποτσι;
ΠΕΛ.Όσκε…· όλη μου η κουβέντα αυτούνη είναι· τούτο ξέρω μοναχά, οπ’ όσμιξα κι εγώ μ’ ένα σωρό μαγκούφηδες.
ΑΣΤ.Α ρέστο και συ, μισότουρκα, με τσι γίδες σου, με τσι αλεπούδες σου, και με τσι ταρνανάδες σου.
ΠΕΛ.(Με θυμόν) Δεν πάγω.
ΑΣΤ.Και γιατί, μουρέ; δεν ατζιτάρεις γιαμά να πας α ρέστο, γιατ’ είσαι λογοθέτης; ξαφνικό να σ’ ούρτη!!!
ΠΕΛ.Αγκρουμάσου κυρ Αστρονόμο· έχω υπόληψις και φιλοτιμίγια κ’ είμαι Έλληνας ελεύθερος· κι ακούς με, όφκολα όφκολα δε με φυλακώνεις, γιατί κάμω μια διαμαρτύρησι στη Διοίκησις και στο Βουλεπτικό, να ξέρης…· ακούς με;… Κρίνε με πρώτα, κι ανισωστάς κι έχω φταίξιμο, τότες βάλε με και στη φούρκα..
ΑΣΤ.Α ρέστο κανάγια!!! (προς τους στρατιώτας) Πάρτε τόνε κι αυτόνε γιαμά μαζί με τσι άλλους.
ΣΤΡ.(Τον παίρνουν).
ΠΕΛ.Όπ’ ανακατώνεται με τα πίτουρα, τον τρων οι κόττες.

Λεξιλόγιο:

  • σακίν: μήπως
  • γιαμά: λοιπόν
  • σάνκιμ: τάχα
  • γιαραλάδισε: τον τραυμάτισε (γιαράς το τραύμα)
  • αρτίκ: πλέον
  • βέσσελαμ: τετέλεσται
  • μπαρτζολετάρω: αστειεύομαι
  • μας εσεκάρισες: μας έπρηξες, μας σκότισες
  • δούπιο, νον ζε δούπιο: χωρίς αμφιβολία
 Από το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου "Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Τέλεια η Αθήνα χωρίς τους Αθηναίους, σύμφωνα με έρευνα5

  Τέλεια η Αθήνα χωρίς τους Αθηναίους, σύμφωνα με έρευνα Φανταστική είναι η Αθήνα αρκεί να μην έχει Αθηναίους, όπως προκύπτει από έρευνα που...