Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2020

ΑΠΟ ΤΟ ΠΡΩΙ ΩΣ ΑΡΓΑ ΤΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑ ( ΤΡΕΙΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ DRYHAMMER )

 ΑΠΟ ΤΟ ΠΡΩΙ ΩΣ ΑΡΓΑ ΤΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑ 

( ΤΡΕΙΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ DRYHAMMER )


Από το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου " Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία )

Σήμερα κάνουμε ρελάνς, με τρεις ιστορίες, δυο σύντομες και μία μεγαλύτερη.

Έχει μια ακόμα πρωτοτυπία η σημερινή δημοσίευση. Οι δυο πρώτες ιστορίες έχουν αφιέρωση -σε τρεις καλούς φίλους/φίλες μας.

Ο λόγος στον Dryhammer:

 

ΑΠΟ ΤΟ ΠΡΩΙ ΩΣ ΑΡΓΑ ΤΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑ

 

Α) ΕΓΕΡΤΗΡΙΟ

Το φως της μέρας και κάποιοι πρωινοί θόρυβοι προσπαθούσαν να τον ξυπνήσουν. Εκείνος αρνιόταν. Ήθελε να κρατήσει αυτή τη γλυκιά χαύνωση, να βουλιάξει μέσα της πριν πάρει ο εγκέφαλος τα ηνία και, πού ξέρεις, να ξεκλέψει καμιά ωρίτσα πρωινό ακαμάτικο ύπνο.

Σιγόλιωνε πίσω απ’ τα κλεισμένα του βλέφαρα, όταν την ένιωσε ν’  απομακρύνει τα εμπόδια των ρούχων και να κάθεται μαλακά πάνω του. Δεν ήθελε να ανοίξει τα μάτια του ακόμα. Εκείνη στηρίχτηκε στις κλείδες του κι έσκυψε και τούδωσε ένα απαλό φιλάκι στα χείλη.

Επιτέλους μισάνοιξε τα μάτια, κι από τις χαραμάδες τους είδε τα μελιά της μάτια που περίμεναν διστακτικά. Όταν αυτή βεβαιώθηκε πως είναι ξυπνός, έσκυψε πάλι και συνέχισε να του δίνει πεταχτά φιλάκια στα ζυγωματικά, στο σαγόνι, στο λαιμό. Κάποια στιγμή βρέθηκαν να τρίβουν τις μύτες τους σαν τους Εσκιμώους.

Εκείνος εξακολουθούσε να μην ανοίγει τα μάτια, αλλά τώρα χαμογελούσε, κι εκείνη σα να γουργούρισε.

Τα χέρια του, οδηγημένα από τον ήχο της, άρχισαν να την χαϊδεύουν με τρυφεράδα και βία κάτω απ’ το σαγόνι, στα μάγουλα και μετά από το κεφάλι της να κατεβαίνουν στη ραχοκοκαλιά της μέχρι κάτω και πάλι πίσω και ξανά και ξανά. Εκείνη στριφογύριζε πάνω του κι έβγαζε μικρούς κοφτούς ευχαριστημένους ήχους και γουργουρητά, κι εκείνος ρουθούνιζε, όντες συνεπαρμένοι ο ένας από το ρυθμό του άλλου.

Κάποια στιγμή εκείνη απόδωκε και σηκώθηκε. Κατέβηκε από το κρεβάτι και βγήκε απ΄ το δωμάτιο.

Τώρα τα μάτια του ήταν ανοιχτά. Σηκώθηκε μ΄ έναν αναστεναγμό και ράθυμα τράβηξε για την κουζίνα.

Εκείνη τον περίμενε, με τα μελιά της μάτια καρφωμένα στα δικά του και σχεδόν χαϊδεύοντας την κάσα της πόρτας με το λαγόνι της. Όταν εκείνος μπήκε στην κουζίνα, εκείνη τρίφτηκε πάλι πάνω του με νάζι.

«Ά, πουτανίτσα! Όσα ξέρει ο κώλος σου δεν τα ξέρει ο κόσμος όλος» της μουρμούρισε τρυφερά, καθώς έσκυψε να της γεμίσει το μπολάκι με φαί. Εκείνη απάντησε μ΄ ένα ανυπόμονο νιαούρισμα κι έχωσε το κεφάλι στο μπολ αγνοώντας τον.

Εκείνος γύρισε στον πάγκο να φτιάξει καφέ.

[Για τη ΛΟΥ και τον ΤΖΗ]

Β) SHORT CIRCUIT

Κατηφόριζε προς το κέντρο. Ακόμα κι όταν το υψόμετρο της αφετηρίας του ήταν μικρότερο από του κέντρου, πάντα κατηφόριζε προς τα κει. Είθισται το σημείο σύγκλισης των διαδρομών να είναι κάτω, λες κι οι δρόμοι ήταν ρυάκια ανθρώπων που συγκέντρωναν εκεί τις ροές τους. Δεν βιαζόταν. Ακόμα ήταν νωρίς. Ο ήλιος μόλις που είχε ανέβει πάνω από τις μονοκατοικίες με τις αυλές και τα μικρά ή μεγαλύτερα κηπάκια. Όταν περνούσε έξω απ’  αυτές πήγαινε μια ιδέα πιο αργά, για να χαζεύει και να μυρίζει τα λουλούδια τους. Αντίθετα, τις πολυκατοικίες με το βαθύ και βαρύ ίσκιο, τις προσπερνούσε πιο βιαστικά λες και θα τον πλάκωναν έτσι που κρεμότανε από πάνω του.

Ήταν τρείς μονοκατοικίες στη σειρά. Δυό πάνω κάτω και μια με δυόμιση ορόφους, διαταγμένες σαν αλατιέρα με την ψηλότερη στη μέση. Κι οι τρείς με λουλούδια πίσω απ τα κάγκελα.  Άνοιξε τα ρουθούνια του να πιάσει καμιά μυρωδιά κι άργεψε κι άλλο το βήμα.

Εκεί, στο όριο δεύτερης και τρίτης όπως τις πέρναγε, σ’  ένα από τα κλαδάκια που έβγαιναν έξω από τα κάγκελα, μισάνοιγε τα χείλη του ένα τριαντάφυλλο από κείνα που απέξω είναι κόκκινο-κοραλλί κι από μέσα κιτρινίζουν. Το λιμπίστηκε. «Στο δρόμο είναι δημόσιο κτήμα», άρα καταπατήσιμο σκέφτηκε και πλησίασε για να το κόψει. Τι θα το έκανε δεν ήξερε. Θα το στριφογύριζε στα χέρια του μέχρι το πρώτο μαγαζί που θα έμπαινε, μπορεί να το μύριζε και λίγο, και στο τέλος ίσως το έδινε σε καμιά υπάλληλο κατά την παρόρμηση της στιγμής ή στη γκαρσόνα που θα του έφερνε τον καφέ στο τέλος της διαδρομής του. Το σίγουρο ήταν πως ήθελε να το κόψει, έστω και μόνο για τη ζημιά…

Εκεί που πήγαινε να το τσιμπήσει, με το νύχι του αντίχειρα αντί για ψαλίδι, τον έκοψε μια παιδική τσιρίδα από το ανοιχτό παράθυρο πίσω και πιο πάνω από το παρτέρι, που την ακολούθησε μια γυναικεία φωνή:

«Άει στο διάλο σκατόπραμα!» κι ένα πράμα συμπαγές, κρεμ χρώματος, έσκασε πάνω στο κάγκελο τραντάζοντάς το, παρόλο που το φρέναραν τα κλαδιά της τριανταφυλλιάς.

Ένα «Άχ!» του ξέφυγε, πιο πολύ από το ξάφνιασμα παρά από φόβο, κι ύστερα «Έ! Σιγά!».

Η πόρτα του σπιτιού άνοιξε. Μια γυναίκα γύρω στα τριανταπέντε, με τα μαλλιά πιασμένα πίσω με λαστιχάκι, κοντομάνικο μπλουζάκι που κάποτε κάτι έγραφε μπροστά, κι ένα πυτζαμοκολάν, βγήκε δυό βήματα και στάθηκε.

«Συγνώμη! Χτυπήσατε;» και μετά με φόρα και φωνή «Τα σκατοπράματα! Οι κωλοκινέζοι! Τονε χτύπησε το ρεύμα!».

Δυό αγοράκια (τεσσάρων με πέντε χρονών) με ύφος τρομαγμένο ήρθαν δίπλα στη μάνα τους. Το ένα το μικρότερο, με βρεμένο το φορμάκι του, είχε κλάψει αλλά τώρα η εικόνα του ‘ξένου αθρώπου’ του συγκράτησε τα δάκρυα. Κάτι η ντροπή, κάτι η περιέργεια είχε κιόλας ξεχάσει το συμβάν.

«Είσαστε ‘ντάξει; Μήπως χτυπήσατε;»

«Όχι καλέ, με γλίτωσαν τα κάγκελα. Ευτυχώς δηλαδή.»

«Ελάτε να πιείτε ένα νερό να σας φύγει η λαχτάρα.»

Άνοιξε την αυλόπορτα και μπήκε. Έριξε μια ματιά και είδε πως το βλήμα ήταν το μοτέρ από έναν πολυκόφτη. Βαρούτσικο. Έτσι και τον πετύχαινε θα του άφηνε τουλάχιστον μελανιά.

Ανέβηκε τα τρία τέσσερα σκαλοπάτια και μπήκε στο σπίτι. Τον έβαλαν να καθίσει και του έφεραν πορτοκαλάδα. Ύστερα άρχισαν όλοι μαζί να του εξηγούν, ανάμεσα σε συγνώμες και μαλώματα της μαμάς στα παιδιά και των παιδιών μεταξύ τους.

Κάτι έφτιαχνε η μαμά στο μούλτι, κι όταν το τέλειωσε το έβγαλε από την πρίζα. Ο μικρός  ‘ο νοικοκύρης μου’  πήρε να τυλίξει το καλώδιο για να βάλει το μοτέρ στη θέση του, κι όπως άγγιξε τους ακροδέκτες του φις, έκανε μια σπιθίτσα και του τίναξε το χέρι. (Κάποιο πυκνωτάκι ή κάτι παρόμοιο εκφορτίστηκε στα δάχτυλά του. Τίποτα το επικίνδυνο.) Ο μικρός κατατρόμαξε, κατουρήθηκε κιόλας κι η μαμά άρπαξε το μοτέρ και του ‘δωσε μια να φύγει απ’ το παράθυρο, ‘το σκατόπραμα’.

Εκείνος τους άκουγε με το μισό αφτί γιατί με τα μάτια σκανάριζε διακριτικά τη μαμά. Ίσως ήταν νεώτερη από την αρχική εντύπωση. Και σαφώς ωραιότερη. Ή έτσι του φαινόταν όπως την ακτινογραφούσε μέσα από τα ρούχα. Πριν γίνει ρεζίλι (όπως φοβήθηκε),  σηκώθηκε.

«Αφού δεν έγινε τίποτα, να πηγαίνω, να σας αφήσω στις δουλειές σας.»

«Και πάλι να με συγχωρείτε, αφού δεν σας σκότωσα… Η τρομάρα μου ξέρετε, όταν είδα το παιδάκι να τινάζεται… Οι κωλοκινέζοι! Θα πάρω ένα καλό, όχι να μας σκοτώσει κιόλας το σκατόπραμα!»

«Δεν πειράζει,  δεν πειράζει! Αφού δεν χτύπησε κανείς.»

« Ε, ναι. Να πάω και να τον αλλάξω, που μου κατατρόμαξε» γέλασε τρυφερά. Το τείχος των παιδιών ήταν απόρθητο.

Βγαίνοντας άκουσε το μεγάλο να συμβουλεύει το μικρό:

«Δεν σου είπαμε να μην τα πιάνεις με βρεμένα χέρια;  Αφού όταν βραχεί το κύκλωμα, γίνεται βραχυκύκλωμα… Δεν μας τόπε κι ο μπαμπάς;»

Γύρισε το κεφάλι μ΄ ένα πλατύ χαμόγελο. Η μαμά έσκυψε να σηκώσει τον μικρό να τον πάει μέσα, και του είπε:

«Τραβήξτε την πόρτα να κλείσει. Και την έξω! Και πάλι συγνώμη καλέ…»

«Γιώργος!»

«Πείτε γεια στον κύριο Γιώργο!»

Έκλεισε την πόρτα πίσω του και την αυλόπορτα παρακάτω.

Κατηφόριζε πάλι προς το κέντρο. Το τριαντάφυλλο το λιμπισιμιό τόχε ξεχάσει. Τώρα γύριζε μπροστά στα μάτια του η ιδρωμένη διχάλα στον κόρφο της μαμάς, όταν έσκυψε να σηκώσει το κατουρημένο της. Πάλι στη ζημιά ο νους του…

[Για τον ΓΟΥΣΟΥ]

 

Γ) ΦΙΛΟΜΟΥΣΟΣ ΕΥΕΡΓΕΤΗΣ

Η επιγραφή «Χρώματα – Εργαλεία – Σιδηρικά» ήταν σχεδόν κρυμμένη από τα φωτεινά διαφημιστικά από διάφορες φίρμες. Όταν μπήκε ο Νίκος στο μαγαζί, ετοιμαζόταν να κλείσουν. Ήδη, από τα εκθέματα στο πεζοδρόμιο,  πάνω από τα μισά είχαν μπει μέσα. Ο Γιώργος, το αφεντικό, κάτι σκάλιζε στο γραφείο-ταμείο δίπλα στην είσοδο κι ο Γιάννης ο υπάλληλος κάπου παραμέσα εξυπηρετούσε μια κοπελίτσα. Ο Νίκος έκανε πως κοίταζε κάτι αλυσοπρίονα.

«Τα πόδια σου θα κόψεις και βλέπεις τα πριόνια; Αφού ούτε γλάστρα δεν έχεις» του πέταξε γελώντας ο Γιώργος.

Πριν προλάβει να απαντήσει, ακούστηκε ο Γιάννης που έστειλε την κοπελίτσα «στον κύριο Γιώργο» και βγήκε να τελειώσει το μάζεμα.

Εκείνη στάθηκε μπροστά στο ταμείο του έδειξε ένα χαρτάκι με 4-5 καρφάκια και ρώτησε:

«Τι θέλετε γι αυτά κύριε Γιώργο;»

«Να πάς στο καλό!» της χαμογέλασε.

«Σας ευχαριστώ πολύ! Καλό μεσημέρι»

«Στο καλό! – Πιο πολύ είναι η φασαρία κι η απόδειξη, παρά η αξία τους» εξήγησε στο Νίκο.

«Μάλιστα κύριε Γιώργο» μιμήθηκε εκείνος τη φωνή της μικρής.

«Ξέρεις τι πούστης είναι;» φώναξε δείχνοντας με το κεφάλι το Γιάννη. «Άμα είναι καμιά πιτσιρίκα καληώρα, είμαι ο κύριος Γιώργος για να παίζει εκείνος το λυκόπουλο! Άμα έρθει καμιά μισότριβη, είμαι σκέτος Γιώργος για να φαινόμαστε ίδιοι – συνεταίροι! Τέτοιος είναι! – Θα τα πω ρε της γυναίκας σου! Όλα!»

Γέλασαν κι οι τρείς.

«Καλά, καλά» τον έκοψε ο Νίκος «Αλλά εκείνο το ούζο θα πάμε να το πιούμε;»

«Τι έγινε; Σού ‘δωσε άδεια ο διοικητής; Εσύ το μεσημέρι τρέχεις στο σπίτι λες και σε κυνηγάνε»

«Μπεκιάρεψα!  Έστειλα τα γυναικόπαιδα στης μάνας μου στο χωριό καμιά δεκαπενταριά μέρες…»

«…και είπες να χαρείς την ελευθερία! Κάτσε να κλείσω και πάμε!»

«Έχεις τίποτα στο μυαλό σου;»

«Λοιπόν… Δεν πάμε στου Μίρτη, που είναι και κοντά στα σπίτια μας να μην θέμε και μέσο, να πιούμε κι άφοβα;»

«Καλή ιδέα! Θ΄ αφήσουμε τα οχήματα στο σπίτι και… να βρεθούμε στη γωνιά πριν τη αγιά- Μαρίνα;»

«Ά μπράβο! Κι από τα στενάκια, σε τρία λεφτά είμαστε ‘κεί. Να πούμε σ΄ένα τέταρτο από τώρα;»

«Προλαβαίνεις με το μαγαζί;»

«Ρέ, εκεί θάμαι και θα σε περιμένω»

«Σωστά, εσύ πας με το μηχανάκι»

«Έφυγες, έφυγες!»

 

Στο τέταρτο απάνω, συναντήθηκαν. Ο Γιώργος είχε πράγματι πάει πρώτος και κάπνιζε περιμένοντας.

«Δεν άργησα»

«Τώρα ήρθα κι εγώ. Ίσα που τ’ άναψα»

«Εσύ που ξέρεις τις μεσαριές, οδήγα»

Έκοψαν από ένα παράδρομο, και συνέχισαν μέσα από δρόμους γειτονιάς με δέντρα στα πεζοδρόμια – για να βλαστημούν κάθε φθινόπωρο οι νοικοκυρές – και στενάκια ανάμεσα σε σπίτια με αυλές, άλλα παλιοκαιρίτικα (μικρό σπιτάκι  με μπόλικη αυλή) κι άλλα, ευτυχώς τα λιγότερα, νεώτερα με ίσα μια αυλίτσα–διάδρομο κι αυτή με πλακάκι. Σε κάποια είχε και κάνα δυο δέντρα –μια λεμονιά και κάτι άλλο.

Ο Νίκος κοίταζε τα σπίτια κι αναστέναζε. Έμενε σε πολυκατοικία. Ονειρευόταν, όταν μεγαλώσουν τα παιδιά και φύγουν, να βρει ένα μικρό με δυό τρία καμαράκια και αυλή – να μην έχει και λάτρα έλεγε στη γυναίκα του. Την αυλή ονειρευόταν, να πίνουν τον καφέ ανάμεσα στις γλάστρες και μια ξυλόσομπα μέσα. Ήθελε να γυρίσει σε εποχές που δεν είχε καν γεννηθεί, λες και έτσι θα ξαναγινόταν παιδάκι.

Ο Γιώργος σκεφτόταν τι καλό μεζέ είχε το μαγαζί – πεινούσε.

 

Τις σκέψεις τους διέκοψαν δυνατά γαβγίσματα. Περνούσαν από ένα σπίτι, ή μάλλον δυό μικρά ενωμένα, με ενωμένη αυλή με δυό δέντρα και κάμποσες γάτες, που μπροστά από το ένα μισό του σπιτιού, σ’ ένα χώρο ως 5 Χ 4 περιφραγμένο, ένας σκύλος είχε ανεβάσει τα μπροστινά του πόδια στα τέλια και γάβγιζε με μανία. Ήταν ένας όμορφος ασπρόμαυρος σκύλος, στειρωμένος αρσενικός, με μπόι σχεδόν μολοσσού και μεγάλες βούλες  κυνηγόσκυλου, που γάβγιζε δυνατά και κουνούσε και την ουρά του για να μην ξέρεις αν σε καλωσορίζει ή σε διώχνει.

«Ουούσστ, γαμώ την ψυχή σου μαλάκα σκύλε!» μια βραχνή φωνή ακούστηκε, κι από την ανοιχτή πόρτα βγήκε ένας τύπος καμιά εξηνταπενταριά και βάλε χρονώ, φαφούτης, αξύριστος με κόκκινα μάτια, μ’ ένα τρικό κι ένα σορτσάκι, με δυό τρείς γάτες ξοπίσω του. «Γιατί ρε βλάκα, φωνάζεις σ΄ όποιον περνά, έ;» και του κουνούσε το δάχτυλο «Θες να σου μετρήσω τα παΐδια;». Ο σκύλος οπισθοχώρησε σε κάτι μαξιλάρια από καναπέ πάνω σε μια παλέτα, και μπουτσόκλαιγε ώσπου ξάπλωσε και σταμάτησε. Ένα γατάκι πήγε και κουλουριάστηκε μπροστά στην κοιλιά του κι αυτός βάλθηκε να το παρατηρεί.

«Του παραβιάζετε τον εναέριο χώρο, του μαλάκα» γύρισε στο Γιώργο και το Νίκο που κοντοστάθηκαν παρακεί, έξω από τα νοητά όρια του σπιτιού.

«Καλός είναι, φύλακας. Αγαπά και τις γάτες!» είπε ο Νίκος.

«Φύλακας… Βλάκας είναι! Χαζός!»

«Και πως τον λένε, μάστορα;» ρώτησε ο Γιώργος.

«Αυγεία!»

«Αυγεία…» επανέλαβε ο Γιώργος μισογελώντας

«Ναι, Αυγεία! Γιατί είναι κόπρος!» μούγκρισε ο ιδιοκτήτης και ξαναχώθηκε μέσα με τις γάτες να τον ακολουθούν.

«Ο κόπρος ο Αυγείας! Για σκέψου…» μουρμούρισε ο Νίκος.

«Ναι, αλλά είδες πως τον έχει; Σε διπλή παλέτα πάνω το σπιτάκι για την υγρασία, κι είναι και καινούργιο και μεγάλο, άλλη παλέτα με μαξιλάρες να αράζει κάτω απ τον τσίγκο, τσιμεντάκι στρωμένο να ξεπλένεται εύκολα, το νερό του, το φαί του …και τα καντήλια του»

«Τονε βρίζει αλλά τονε καλόχει»

 

Δυό στροφές μετά βγήκανε σε μια πλατειούλα με τρία δέντρα και μια τέντα απλωμένη αποκάτω τους να δροσιάζει, και καμιά δεκαριά τραπεζάκια. Τα μισά ήταν άδεια. Βρήκαν ένα πιο στη μέση, να μην τους βρει ο ήλιος στο γύρισμα, και κάθισαν.

«Εσύ που είσαι πιο ταχτικός σ΄αυτά, κανόνισε το μενού» είπε ο Νίκος βγάζοντας την έννοια από πάνω του.

Ο Γιώργος, χωρισμένος από εικοσαετίας, ήταν πράγματι πιο ταχτικός στα μαγαζιά που μπορούσες να φας μεσημέρι, άμα βαριόταν να μαγειρέψει αποβραδίς. Συχνά καλούσε στο σπίτι για φαί, βασικά για την παρέα,  για να μη τρώει το ίδιο φαί τρείς μέρες –δε βάζεις τσουκάλι για μια μερίδα έλεγε, και για να βγάζει και το μεράκι του μαγειρέματος. Η χαρά των αδέσποτων της γειτονιάς.

Ήρθε και το γκαρσόνι, έστρωσε και περίμενε.

«Θα μας φέρεις από μια ρακή με καμιά ντοματίτσα, καμιά ελίτσα και λίγη λακέρδα για ορεκτικό, και θα μας αφήσεις τη λίστα να το σκεφτούμε ωστόσο. Ρώτα και το Μίρτη αν έχει τίποτα πιο… ξέρει εκείνος»

«Μάλιστα κύριε Γιώργο!»

«Άσε ρε τα κυριλίκια κατά μέρος. Δικός μας είναι, αλλά τον είχαν μέσα και γι αυτό δεν τον έβλεπες»

«Τι του λες, μωρέ παλαβέ του ανθρώπου» πετάχτηκε ο άλλος  «για να με κοιτάει και να δέχεται;»

«Είδες πως μαζεύτηκε μόλις του ‘πα πως ήσουνα μέσα; Μην ανησυχείς. Θα του τα εξηγήσει ο Μιλτιάδης»

«Για να βγω μαζί σου, γυρεύοντας πήγαινα… αλλά ρακές μεσημεριάτικα;»

«Αφέσου στα έμπειρα χέρια μου! Μία και μόνη για ‘ορντέβρ’ και μετά με τους κυρίως μεζέδες, καμιά ρετσίνα, κάνα κρασί, μπύρα, ανάλογα τα φαγώσιμα. Κάτσε να φέρει το ‘μενού’ πρώτα»

Έφτασαν τα ορντέβρ, ήρθε και το μενού γραμμένο με στυλό σε χαρτόνι από μπλοκ παραγγελίας, και με μολύβι κάτω κάτω τα ‘σπέσια’.

«Ουζάκια, ουζάκια;» μια γυναικεία φωνή από πάνω τους. «Ε, αφού βλέπω και το Νίκο να είναι έξω για μεσημέρι και μόνος του… Τι έγινε Νίκο, λείπει ο γάτος και χορεύουν τα ποντίκια;»

«Κάτι τέτοιο. Πώς από τα μέρη μας Βιβή;»

«Με πρήξανε όλη  μέρα στη δουλειά, κι είπα να πιώ μια μπύρα να χαλαρώσω. Έχουν έρθει τα παιδιά στο σπίτι με τα αμόρε τους, κι εγώ κοιτώ να λείπω μέχρι να φύγουν για μπάνιο»

«Καλά ρε Βιβή, ήρθανε τα παιδιά σου κι εσύ φροντίζεις να λείπεις απ’ το σπίτι;» ρώτησε ο Γιώργος

«Γιατί, για μένα ήρθανε; Για το τζάμπα ξενοδοχείο ήρθανε. Ή μάλλον τζάμπα Air BnB που λένε τώρα. Τους βλέπω το βραδάκι όταν γυρίζουν από τη θάλασσα, πριν βγούνε για βραδινή έξοδο. Μια στο έλα και μια στο φεύγα θα βγούμε κι όλοι μαζί για φαί, και καλά είναι. Εγώ τους τό ‘πα:  Μείνετε όσο θέλετε, νά τα κλειδιά του σπιτιού, νά και του αυτοκινήτου, αλλά τη λάτρα σας θα την κάνετε εσείς. Μιλημένα ξηγημένα!»

Η Βιβή, υπάλληλος σε κάποια υπηρεσία, ήταν κι αυτή από χρόνια χωρισμένη με δυό παιδιά, που όταν πήγαν Λύκειο έφυγαν στην Αθήνα στον πατέρα τους, ‘για τα καλά φροντιστήρια και τις σπουδές τους’ – για τη ζωή της πόλης στην πραγματικότητα, κι η Βιβή εργένισσα πια, έμαθε να ζει μόνη, έκανε τις παρέες της, συμμετείχε και σε διάφορα – σε δράσεις, έλεγε, να γεμίζει η ζωή της και της άρεσε έτσι. Με τα παιδιά της επικοινωνούσε ηλεκτρονικά, και όποτε ήθελαν διακοπές ερχότανε σ΄ εκείνη – συνήθως με την παρέα τους.

«Άμα όμως σου φέρουνε και κάνα εγγόνι μαζί, πάλι μιλημένα ξηγημένα;» της πέταξε ο Νίκος.

«Να σου πω, γιατί το σκέφτομαι κι εγώ. Τις πρώτες μέρες θα θέμε πάνες κι εγώ και τα μωρά. Όταν περάσουνε όμως καμιά βδομάδα, δέκα μέρες, θα νοσταλγώ την ησυχία και τις βολές μου» κι αλλάζοντας ύφος «Βρε, ας το κάνουνε και θα πηγαίνω κι εγώ να τους ξεβολεύω, αλλά πότε; Και με τι, όπως γίναμε – ή μάλλον όπως μας κάνανε…»

Πριν ξεστρατίσει η κουβέντα σε γκρίνια για την κατάσταση – σταθερή αξία, ή σε πολιτική κουβέντα με κίνδυνο τσακωμού – επίσης σταθερή καφενειακή αξία, μα κυρίως πριν μελαγχολήσουν ο καθένας για τους λόγους του – σταθερή προσωπική αξία, ο Γιώργος πρότεινε τον κατάλογο κι έπιασαν να διαλέγουν μεζέδες, το μεσημεριανό τους άλλωστε, συνοδεία μπύρας που έπινε κι η Βιβή.

 

Τσιμπολογούσανε, στην αρχή με βιάση σαν τα όρνια στο κουφάρι, μετά χαλάρωσαν βοηθούσης και της μπύρας – που φουσκώνει παρατήρησε ο Νίκος και συμφώνησαν στα μισά των συμπληρωματικών μεζέδων, τραβήξανε λίγο πιο πίσω τις καρέκλες, ανάψανε τσιγάρο και τότε θυμήθηκε ο Γιώργος τον τύπο με το σκύλο.

«Ά, το Ζάπα λες με ‘τον κόπρο τον Αυγεία’;» γέλασε η Βιβή και σηκώθηκε «Πάω μέσα και θα σας τα πω μετά»

«Αφού θα κάνεις τόπο, χωράει άλλη μια μπυρίτσα, έ;» ρώτησε ο Νίκος, περιμένοντας και παίρνοντας έγκριση με τα μάτια από τους άλλους.

«Ναι, μια για να ρευτούμε» μισογέλασε η Βιβή κι έγνεψε τρείς στο γκαρσόνι μπαίνοντας στο μαγαζί.

Στην επιστροφή της είχαν έρθει οι μπύρες, είχαν φύγει όσα πιάτα ήταν άδεια κι εκείνη ταχτοποιήθηκε στην καρέκλα κι άρχισε:

«Τον τύπο που λες, το Ζάπα, τον ξέρω από παλιά γιατί είχε το μαγαζί με τα διάφορα, εκεί στη γωνιά Πίνδου και Βενιζέλου και ψώνιζα όταν έμενα στο άλλο μου σπίτι λίγο παραπάνω. Ήταν στο δρόμο μου για χρόνια»

«Γιατί, τώρα πού μένεις;» την έκοψε ο Γιώργος.

«Τρείς δρόμους πάνω απ’ το δικό σου, στο αδιέξοδο δίπλα στο σχολείο»

«Ά, ά, γειτονέψαμε το λοιπόν. Έ, να…»

«Καλά το Ζάπας από πού;» επανέφερε ο Νίκος «Από τον ευεργέτη ή απ’ το μουσικό; Γιατί αλλιώς τον λένε…»

«Μακάρι και να ‘ξερα από που. Αλλά μ’ αυτό το παρατσούκλι τον ξέρουνε. Αυτός λοιπόν ήτανε παντρεμένος με την Έλλη, μια χρυσή κοπέλα. Παιδιά δεν κάνανε, αλλά η Έλλη είχε μεγάλη αγάπη στα ζώα. Πεντέξι γάτες μέσα στο σπίτι και δυό σκύλους στο πίσω μπαλκόνι το μεγάλο, κι άλλον ένα στην αυλή. Αυτός ήτανε κι ο μόνιμος τσακωμός τους. ‘Που μού ‘κανες το σπίτι στάβλο, που δε φεύγει η σκατίλα, που τα ρημάξανε όλα’. Μέσ’ τη γκρίνια ήτανε ο Ζάπας και άδεια ώρα άκουγες τις φωνές τους.»

«Εκείνος δεν τ’ αγαπούσε τα ζώα;» ρώτησε ο Νίκος.

«Τα ήθελε κι εκείνος, αλλά όχι τόσα. Σου λέει δυο γάτες κι ένα σκύλο, εντάξει. Αλλα, … στάσου να δεις πως το ‘λεγε… ‘Αυτή έχασε το μέτρο κι εγώ το μέτρημα’. Εκείνη εν τω μεταξύ, μά αδέσποτα απόξω, μά κουφά, μά τυφλά μά χτυπημένα, να τα μαζέψει, να τα φροντίσει, να τα γιάνει,  να κανονίσει να τα δώσει. Κι όλο γκρίνια και καβγάς ‘Που έτσι και πεθάνω, θα πρέπει να πάω εγώ να κανονίσω για την κηδεία μου, γιατί εσύ θα ‘χεις να κοιτάς τις γάτες σου’, ‘Που πιο πολλά θέμε για εκείνα παρά για μας’, καταλαβαίνεις τώρα τι γινότανε»

«Είχε κι εκείνος όμως ένα δίκιο» αντέτεινε ο Γιώργος

«Να πούμε την αλήθεια, υπήρχε μια υπερβολή. ‘Να πάμε ένα τριήμερο μια εκδρομή, κάπου’  ‘ Όχι! Που θα τα αφήσω τα παιδιά’. Ίσως ίσως να ένοιωθε και λίγο παραμελημένος – αλλά δεν ψάχτηκε απόξω για τίποτε άλλο. Μόνο γκρίνιαζε και φώναζε. Κάποια στιγμή οι σκύλοι ψόφησαν από γερατειά ένας ένας και της έβαλε τελεσίγραφο να μην πάρει άλλο. Έλα όμως που ξαφνικά του κουβάλησε ένα αδέσποτο κουτάβι τον Ιβάν. Εκείνος τον φώναζε Χαϊβάν κι  όλο τον έβριζε.  Μάζεψε τα ένσημα, είδε πως του βγαίναν για τη σύνταξη, έκλεισε το μαγαζί και το νοίκιασε –γιατί ήταν δικό του- και σου λέει ‘τώρα θα αρχίσω όπου εκδρομή, όπου γύρα κι εγώ μέσα, για όσο καιρό μπορώ, κι άμα δεν θέλεις να’ ρθεις  κάτσε και φύλαγε το κοπάδι σου’.»

«Και το ‘ριξε στην περιήγηση;»

«Αμ δε! Μέχρι να βγει η σύνταξη, χτύπησε σ΄ ένα ελαφρύ τροχαίο η Έλλη, κάτι ψιλό, ένα ράγισμα νομίζω, αλλά στο νοσοκομείο στις εξετάσεις βρήκαν άλλα, και, να μη τα πολυλογούμε σε τρείς τέσσερεις μήνες πέθανε.»

«Όχι ρε!…»

«Κι όμως Νίκο, έτσι. Το σπιτάκι που μένει τώρα, το είχε από μια θειά του, αγόρασε και το δίπλα και το ένωσε, κι επειδή δεν μπορούσε να μένει στο σπίτι τους μετά από 30-35 χρόνια που ήτανε μαζί με την Έλλη  -μια σπιταρώνα, γιατί λογάριαζε πως θα ‘χανε παιδιά, το νοίκιασε και κουβάλησε το σκύλο που τον λέει τώρα Αυγεία και τις γάτες στο μικρό. Είδες πως του ‘φτιαξε το χώρο; Όσες γάτες έμειναν από τις παλιές τις έχει μέσα, με τα μπολάκια τους, την άμμο τους, όλα. Τις άλλες της αυλής τις πιάνει και τις στειρώνει μια μια.»

«Και μένει έτσι μόνος του με τα ζώα;» ρώτησε ο Γιώργος που κάτι τον ανατρίχιασε στην ιστορία.

«Έτσι! Κάθε πρωί σηκώνεται και καθαρίζει τον χώρο του Αυγεία με το πλυστικό, βλαστημώντας τον πάντα, βάζει φαί και νερό στα ζωντανά όλα, και ξανά αργά το απόγευμα. Τρείς τέσσερεις φορές το μήνα βάζει το σκύλο στο αυτοκίνητο και πάνε στο βουνό, τον αμολάει να τρέχει μέχρι να κουραστεί και τον ξαναφέρνει πίσω. Τον ακούς που του λέει θα σου κάνω, θα σου δείξω, θα σου σπάσω τα παΐδια; Δεν τον έχει χτυπήσει ποτέ, αλλά ούτε και τον έχει χαϊδέψει. Μόνο τον βρίζει.»

«Καλά, και πως γεμίζει τη μέρα του; Μόνο με τα ζώα;» ξαναρώτησε ο Γιώργος.

«Η Μάρθα, την ξέρεις, η μάνα του Γιώργου του πιτσιρικά με το παπάκι το μωβ με την εξάτμιση, πάει δυο φορές τη βδομάδα και του κάνει το σπίτι, σίδερο και τέτοια. Αυτή λέει πως τις γάτες, το φαί τους, την άμμο τους, το σκύλο και τις έξω γάτες, τα κάνει εκείνος όλα. Όταν έρχεται εκείνη, αυτός φεύγει, πάει για ψώνια, για καφέ, να πάει τα ζώα στο γιατρό. Δεν έχει τηλεόραση, μόνο ένα υπολογιστή που είχε στο μαγαζί, να παίζει μουσική από ράδιο όλη τη μέρα.» Η Βιβή έσκυψε μπροστά και συμπλήρωσε χαμηλόφωνα: «Η Μάρθα λέει πως καπνίζει κι απ΄τ΄άλλο, γιατί κάτι βρήκε στο συγύρισμα, αλλά είναι ταχτικός και καθαρός –για άντρας, και χουβαρντάς!»

«Πίνω μπάφους και παίζω προ» γέλασε με βαριά καρδιά ο Γιώργος.

«Κάπως έτσι. Κι από εκδρομές; Τίποτα! Πού θ΄ αφήσει τα ζώα;»

 

Κάπνισαν για λίγο σιωπηλοί. Μετά ζήτησαν λογαριασμό. Και οι τρείς ήθελαν να πληρώσουν -ο Γιώργος ‘που σας έφερα εδώ’, ο Νίκος ‘που εγώ σε ξεσήκωσα’, η Βιβή ‘άστε τα κεράσματα για κανένα βράδυ’- και στο τέλος το μοίρασαν και ησύχασαν.

«Το βράδυ λοιπόν τι θα κάνετε;» ρώτησε ο Γιώργος.

«Εγώ έχω να πάω στου μπατζανάκη μου να δούμε τη μπάλα» είπε ο Νίκος. «Τα βράδια είμαι υπό διακριτική επιτήρηση, λες και…»

«Εμάς τα λεύτερα – τα ατυχήσαντα μάλλον, δε μας επιτηρεί κανένας» είπε η Βιβή με χαμόγελο.

«Αν δεν θέλεις πάλι τηγάνια και σκατά στις αναλύσεις, έφτιαξα χτες βράδυ ένα ιμάμ, το άφησα όλη νύχτα να τραβήξει και το πρωί το έβαλα στο ψυγείο για να μη μου ξινίσει η φρέσκια ντομάτα. Μελιτζάνες, ντομάτες όλα μου τα φέρνει ο Μήτσος, συνταξιούχος μπογιατζής και τώρα μπαξεβάνης, από τον κήπο του. Έλα να φάμε στο μπαλκόνι που έχει δροσιά.»

«Χτεσινό ιμάμ! Κόλαση! Άκου! Θα πάω να βάλω στο ψυγείο ένα ωραίο μοσχοφίλερο που έχω, και κατά τις δέκα που φεύγουν τα παιδιά, το παίρνω κι έρχομαι! Και το επιδόρπιο δικό μου!»

Προχώρησαν λίγο όλοι μαζί και μετά χώρισαν. Η Βιβή έστριψε γιατί της έπεφτε πιο κοντά στο δικό της, οι άλλοι δυό πήγαν από άλλο δρόμο για να μην περάσουν από του Ζάπα.

«Θα ανάψεις και κεριά;» πείραξε ο Νίκος.

«Εσένα Νίκο μου είναι γεμάτη η ζωή σου, εμείς λέμε δόξα τω Θεώ άμα γεμίσει η μέρα μας. …Και ναι! Έχω κεριά με σιτρονέλα , για τα κουνούπια»

«Θα έχεις και επιδόρπιο!»

«Πιστεύω να έχει μόνο το κρασί μαζί της…» απάντησε ο Γιώργος που κάπου βαθιά έλπιζε πως δε θα ‘φτανε να ζει με το σκύλο στα γεράματα.

Από το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου " Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία )

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Τέλεια η Αθήνα χωρίς τους Αθηναίους, σύμφωνα με έρευνα5

  Τέλεια η Αθήνα χωρίς τους Αθηναίους, σύμφωνα με έρευνα Φανταστική είναι η Αθήνα αρκεί να μην έχει Αθηναίους, όπως προκύπτει από έρευνα που...