Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Πέμπτη 13 Αυγούστου 2020

ΓΙΑΤΙ ΤΟ ΛΕΜΕ ΜΠΟΥΓΙΟΥΡΝΤΙ

 ΓΙΑΤΙ ΤΟ ΛΕΜΕ ΜΠΟΥΓΙΟΥΡΝΤΙ


Μια και το Ορούτς Ρεΐς εξακολουθεί να βρίσκεται στις παρυφές της ελληνικής υφαλοκρηπίδας ή της ΑΟΖ ή της περιοχής που θα μπορούσαμε να έχουμε ανακηρύξει ως ΑΟΖ, και εκτελεί ή απειλεί να εκτελέσει ή προσπαθεί να εκτελέσει σεισμογραφικές έρευνες στην περιοχή, σε ένδειξη αντιποίνων το ιστολόγιο θα εκτελέσει λεξικογραφικές έρευνες στην ελληνοτουρκική γλωσσική υφαλοκρηπίδα, κι έτσι σήμερα θα λεξιλογήσουμε για το μπουγιουρντί.

Το μπουγιουρντί είναι μια από τις πολλές λέξεις που μας έχει κληροδοτήσει η περίοδος της οθωμανικής κυριαρχίας, λέξεις της οθωμανικής διοίκησης και καθημερινότητας, που μετά την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους έμειναν άνεργες αλλά προσέλαβαν καινούργιες σημασιες, συνήθως με δείνωση της σημασίας τους.

Έτσι, ο τσαούσης δεν είναι πια ο υπαξιωματικός (σε βαθμό αντίστοιχο με τον λοχία) αλλά κάποιος πεισματάρης και απαιτητικός άνθρωπος· το ασκέρι δεν είναι πια στρατιωτικό τμήμα αλλά δηλώνει όχλο ή συρφετό ή πολυμελή ομάδα ή οικογένεια π.χ. «μας κουβαλήθηκε ο κουμπάρος με το ασκέρι του», ενώ ο ντερβέναγας δεν είναι ο επικεφαλής του στρατιωτικού τμήματος που φυλάει τα στρατηγικά ορεινά περάσματα αλλά κάποιος που φέρεται αυταρχικά ή που απρόσκλητος παρεμβαίνει σε υποθέσεις μας που δεν τον αφορούν -«ντερβέναγα σε βάλαμε;» θα του πούμε τότε.

Αλλά ας έρθουμε στο μπουγιουρντί.

Η αρχική του λοιπόν σημασία είναι έγγραφη διαταγή αξιωματούχου της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Ο αρχικός τύπος, στα μεσαιωνικά χρόνια, ήταν μπουγιουρουλντί, από το buyuruldu, που θα πει «διετάχθη», εννοείται «υφ’ ημών» και με το οποίο τελείωνε το κατεβατό της διαταγής.

Στην αρχη της λέξης βρίσκουμε το ρήμα buyurmak, διατάσσω, που έχει αόριστο buyurdum. Δεν ξέρω αν το ελληνικό πια μπουγιουρντί προέκυψε από το μπουγιουρουλντί με απλολογία ή αν παρήχθη από μεταγενέστερο απλούστερο τουρκικό τύπο (βρίσκω buyurtu) ή αν βγηκε από το τρίτο πρόσωπο του αορίστου του buyurmak, που είναι buyurdu σήμερα (αλλά δεν ξέρω πώς ήταν στην τότε γλώσσα) όμως δεν έχει και τόση σημασία. Πάντως, στα κείμενα της εποχής βρίσκουμε διάφορες παραλλαγές, όπως μπουγιουρτί, πουγιουρτί, μπουγιουρδί κτλ.

Στο δημοτικό του Ζαχαράκη: «Σαν τ’ άκουσε ο Αλή πασάς πολύ του κακοφάνη / γράφει γραφή και μπουγιουρντί, στέλνει του Σουφ Αράπη». Σε άλλο της συλλογής του Φωριέλ: «Κι ο Μούρτος τ’ απεκρίθη, του καπετάν πασιά / ‘Στείλε μας τους λουφέδες, μη στέλνεις μπουγιουρδιά. / Τα μπουγιουρδιά έχω χίλια, καμένα στη φωτιά’».

Η απάντηση των Σουλιωτών στον Χουρσίτ πασά τον Μάιο του 1822 ξεκινάει: «Το υψηλόν σου μπουγιουρδί ελάβομεν και τα μεν αυτώ γεγραμμένα καλώς εκαταλάβομεν». Ο Κολοκοτρώνης θυμάται ότι ο Καπετάνμπεης έστειλε μπουγιουρτιά (προσκυνοχάρτια) σε όλους στην Πελοπόννησο αλλά «εις τον πατέρα μου έστειλε χωριστό μπουγιουρτί, να ελθείτε να βγάλουμε τους Αρβανίτες».

Με μπουγιουρντί διορίζονταν και οι αρματολοί. Πράγματι, μια από τις κατηγορίες εναντίον του Καραϊσκάκη στα 1824 ήταν «ότι από τον Ομέρ Πασά εζήτησε μπουγιουρτί διά να γίνει καπετάνος των Αγράφων» (Ελληνικά Χρονικά, 19.4.1824).

Για τον Καραϊσκάκη κυκλοφορεί ευρέως, και στο Διαδίκτυο, η έμμετρη απάντησή του προς τον Χουρσίτ Πασά: «Μου γράφεις ένα μπουγιουρντί, λέγεις να προσκυνήσω / κι εγώ, πασά μου, ρώτησα τον πούτσο μου τον ίδιον…». Το έχουμε συζητήσει άλλη φορά εδώ. Ο Βλαχογιάννης είναι κατηγορηματικός στην Ιστορική Ανθολογία ότι η «άνοστη στιχοποίηση» έγινε από τον Γ. Γαζή, τον βιογράφο τού ήρωα.

Το τελευταίο αυτό μπουγιουρντί, που έστειλε ο Χουρσίτ στον Καραϊσκάκη, ήταν προσκυνοχάρτι· τότε λεγόταν και ράι μπουγιουρντί, που η πρώτη λέξη είναι της ίδιας ρίζας με τον ραγιά.

Όπως είναι φυσικό, μετά την απελευθέρωση και την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους το μπουγιουρντί σταμάτησε να χρησιμοποιείται με τις σημασίες αυτές, εκτός βέβαια από τα ιστορικά έργα που είχαν θέμα την Τουρκοκρατία και την Επανάσταση.

Ωστόσο, η λέξη παραμένει στη σημερινή γλώσσα, όπου όμως έχει φτάσει να σημαίνει «επίσημο έγγραφο με δυσάρεστο περιεχόμενο» π.χ. από την εφορία -συχνά ειρωνικά. Πρόσφατα διάβασα σε εφημερίδα ένα άρθρο στο οποίο δίνονταν χρήσιμες συμβουλές για την κατάρτιση της φορολογικής δήλωσης ώστε «να ξεφουσκώσει το μπουγιουρντί».

Ως εδώ καλά. Όμως, μπουγιουρντί ονομάζεται επίσης ένα έδεσμα σε πήλινο σκεύος, με τυριά και με πιπεριές, σαν κι αυτό που βλέπουμε στην εικόνα που συνοδεύει το άρθρο.

Για να πω την αμαρτία μου, το μπουγιουρντί δεν είναι μεζές με τον οποίο να έχω γαλουχηθεί. Εντάξει, δεν γαλουχείται κανείς με μεζέδες, ιδίως καυτερούς, αλλά εννοώ ότι στα φοιτητικά μου, ας πούμε, χρόνια δεν θυμάμαι να είχαμε «μπουγιουρντί» στο μεζεδολόγιό μας. Πρέπει να μας ήρθε από τη Θεσσαλονίκη.

Βρίσκω επίσης ότι ο όρος «μπουγιουρντί» για έδεσμα πρέπει να είναι αποκλειστικά ελληνικός -δεν είναι όπως οι μπακλαβάδες, τα πιλάφια και οι κεφτέδες, που εδέσματα με όνομα συγγενικό βρίσκονται σε όλη την ανατολική Μεσόγειο και τα Βαλκάνια, ίσως και πιο πέρα. Ο γαστρονομικός όρος μπουγιουρντί μοιάζει ελληνική πατέντα, και ίσως η ονομασία να ήταν αρχικά έμπνευση ενός ευφυούς εστιάτορα που έπιασε και επεκτάθηκε.

Αλλά γιατί το λένε «μπουγιουρντί»; Η μόνη εικασία που έχω δει, και που φαίνεται εύλογη είναι πως ονομάστηκε έτσι επειδή είναι καυτερό -και τσούζει, όπως τσούζει και το μπουγιουρντί της εφορίας ή κάποιας άλλης δημόσιας αρχής.

Εσείς, ξέρετε γιατί το λένε μπουγιουρντί;

Από κείμενο του Νίκου Σαραντάκου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Τέλεια η Αθήνα χωρίς τους Αθηναίους, σύμφωνα με έρευνα5

  Τέλεια η Αθήνα χωρίς τους Αθηναίους, σύμφωνα με έρευνα Φανταστική είναι η Αθήνα αρκεί να μην έχει Αθηναίους, όπως προκύπτει από έρευνα που...