Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Κυριακή 3 Μαρτίου 2019

Θεσσαλία (διήγημα του Κων. Νταϊφά

Θεσσαλία 

(διήγημα του Κων. Νταϊφά)

Αποτέλεσμα εικόνας για κιλελερ επανασταση

Posted by sarant
Μέσα στην επόμενη βδομάδα έχουμε την επέτειο της 6ης Μαρτίου 1910, του αγροτικού ξεσηκωμού στο Κιλελέρ της Θεσσαλίας. Επετειακά, το ιστολόγιο δημοσιεύει το διήγημα «Θεσσαλία» του Κώστα Νταϊφά, παρμένο από ανθολογια διηγηματογράφων που κυκλοφόρησε το 1923 σε επιμέλεια του Αδαμαντίου Παπαδήμα. Το διήγημα το παίρνω από το Λογοτεχνικό ιστολόγιο, στο οποίο προστέθηκε πρόσφατα -ο Γιάννης συνεχίζει ακαταπόνητος να προσθέτει υλικό από παλιές ανθολογίες.
Ο Κώστας Νταϊφάς στο βιογραφικό που υπάρχει στην ανθολογία εμφανίζεται να έχει γεννηθεί το 1893, αλλά σε άλλες πηγές βρίσκουμε και άλλες χρονολογίες από 1891 έως 1895. Ήταν δημοσιογράφος, ποιητής και πεζογράφος, ενταγμένος στο κίνημα του δημοτικισμού. Δημοσίευσε ποιήματά του στον «Νουμά» καθώς και τα βιβλία «Θεσσαλία» και «Οι Άνθρωποι του βάλτου». Ίδρυσε εφημερίδα Πρόοδος στη Λάρισα και στον Βόλο ενώ το 1926 ομότιτλη εφημερίδα στην Αθήνα (με την οποία συνεργάστηκε ο Βάρναλης στις ανταποκρίσεις που έχω συγκεντρώσει στον τόμο Γράμματα από το Παρίσι). Πέθανε το 1957 ή το 1958, ούτε σε αυτό ομοφωνούν οι πηγές.

ΘΕΣΣΑΛΙΑ
Πολλές φορές ο Στάθης ο Χαρούλης απόρεσε, αν έτσι θα περνούσε όλη του τη ζωή, αλέτρι, χωράφι, θέρος κι αλώνι. Πολλές φορές το σκέφτηκε, μα δεν αποζήτησε να βρει λύση, ούτε σκέση της ζωής και βίου. Κι έφτανε τα σαράντα ο Στάθης ο Χαρούλης. Όμως ούτε ο πατέρας του, ούτε ο παππούς του ποτές του δώσανε αφορμή να σκεφτεί παραπέρα απ’ ό,τι έβλεπε. Η ζωή του περνούσε ίδια κάθε χρόνο· ίδια και απαράλλαχτη.
Παντρέφτηκε ο παππούς του, όπως είχε παντρεφτεί και ο πατέρας του, όπως έπρεπε να παντρεφτεί κι ο γιος του κι άλλοι γιοί. Και θα πέθαινε μια μέρα, όπως πέθανε ο παππούς του, όπως θα πεθάνει κι ο πατέρας του, κι όπως πρέπει μια μέρα να πεθάνει κι ο γιος του— γιατί έτσι: όποιος ζει θα πεθάνει.
Όλα, μα όλα, γενικά, έπρεπε να γίνουνται, ακριβώς έτσι πως γίνουνται. Όπως η ζωή, έτσι και ο θάνατος, έτσι και η δουλειά: Να δουλεύουν επί ζωής στα ίδια χωράφια, να κάθουνται στα ίδια σπίτια, να τρώνε το ίδιο ψωμί.
Μόνο προ λίγα χρόνια γίνηκε μια μεταβολή —δυο μεταβολές· μια ο σ ι δ ε ρ ό δ ρ ο μ ο ς, και μια που αλλάξανε α φ έ ν τ η. Μα και αυτά τα συνήθισαν, ή κάλλιο δεν τα πολυσυνήθισαν. Με την ίδια περιέργεια που είδανε πρώτη φορά σιδερόδρομο, τονέ βλέπουν κάθε μέρα, που σκίζει ουρλιάζοντας τον κάμπο, εφτά ώρες μακριά ‘πό το χωριό· με την ίδια αδιαφορία δεχτήκανε το νέο αφεντικό. Ούτε με τον πρώτο μιλούσαν Τούρκικα, ούτε με τούτονε ρωμαίικα.
Όλα ίδια στη ζωή τους. Μια φορά το χρόνο σπορά —μια Χριστούεννα· μια Πασκαλιά— μια θέρος.
     Κάθε καλοκαίρι αλώνισμα και θέρμες…
Όλα ίδια στη ζωή του Στάθη του Χαρούλη, όχι μονάχα αυτουνού, μα και των άλλων συχωριανώ του κι αυτό δε γινότουν μόνο στου Χαρούλη το χωριό το Δεξοχώρι μα και σ’ όλα του Κάμπου τα χωριά. Κι ήτανε φχαριστημένοι απ’ τη ζωή τους όλοι οι Δεξοχωρίτες κι οι Καμπίσιοι· γιατί δεν είχανε με τίποτα δυσαρεστηθεί· γιατί δεν νιώθαν αν ειμπόρειε να είναι διαφορετικότερα· γιατί ακόμα φαντάζονται πως όλος ο κόσμος έτσι είναι — γιατί έτσι πρέπει να ‘ναι…
Όλ’ οι Καμπίσιοι, όλ’ οι Δεξοχωρίτες και ο Στάθης ο Χαρούλης έτσι φαντάζονται.

Μια φορά μόνο ο Χαρούλης φαντάστηκε αλλιώς, μα λίγο μονάχα μια στιγμή· όταν του χάλεψε ο επιστάτης του τσιφλικιού να στείλει το Λενιό, τη γυναίκα του το βράδυ στο Κονάκι… Τότες ο Χαρούλης φαντάστηκε κάπως αλλιώτικα, σαν κάτι να φώτισε την αραχλιασμένη σκέψη του, σα να ταράχτη ο βάλτος του νου του και όλη αυτή η πρωτόφαντη ενέργεια, έκαμε ν’ αστράψει λίγο παράξενα η θολή του ματιά, μα ήτανε μια στιγμούλα μόνο, δεν άνθεξε πιότερο αυτή η ενέργεια· τονέ κούρασε πολύ, σα να ‘καμε μόνος του δέκα στρέμματα χωράφι σε μια μέρα … —Ήτανε δικαίωμα τ’ αφέντη να κράξει μια νύχτα το Λενιό… δεν ήταν Αφέντης;…
Σπίτι, χωράφι, ζώα, δουλειά, άνδρες, όλα τ’ αφεντικού, γιατί όχι κι οι γυναίκες: Χμ… Τίποτε δεν είναι στον κόσμον άλλο απ’ τ’ αφεντικό!…
Όλα ίδια, χρόνια τώρα· ζωή αλάκερη με τις ίδιες εντύπωσες, με τις ίδιες σκέψες. Καμιά διαφορά, τίποτα καινούριο, που να προξενήσει μια νέα εντύπωση. Καμιά συγκίνηση, ούτε τα παιδιά, ούτε η γυναίκα πια, ούτε θάνατος—έτσι μαθές όλα πρέπει να γίνουνται…
Κι ο σιδερόδρομος που περνάει κάθε μέρα ουρλιάζοντας στον Κάμπο; Κι αυτός έτσι πρέπει να περνάει…
Κι έφτανε στα σαράντα ο Χαρούλης και διάβαινε η ζωή του, όμοια όπως ίσα με τώρα… Και δε φαντάζονταν αλλιώτικα, ούτε αυτός ούτε οι Δεξοχωρίτες, ούτε κι οι άλλοι Καμπίσιοι,…
Έτυχε να κάνει χωράφι στην άκρη του τσιφλικιού, στα ριζά βουνού χαμηλότατου, που αρχίναε το λιβάδι. Ήτανε λιακάδα, που δεν άφηνε τα χέρια, να τεντώσουνε στ’ αλέτρι κι έσπρωχνε τα πόδια σε κίνηση λεύτερη, σε περπάτημα όξω από το χωράφι. Ξάφνου μέσ’ από τα κέδρα και τις πουρναριές τις μοσκομύριστες, που γέμιζαν ευωδιές τον αέρα και πρασινάδα το βουνό, αντήχησε κάτι λάλημα, που έκανε τον άμοιρο τον Καμπίσο τον Χαρούλη, να παρατήσει τ’ αλέτρι και να σηκώσει το βαρύ, το ασήκωτο κεφάλι μ’ απορία και ξάφνιασμα. Σαν παράξενο του φάνηκε στην αρχή. Πρώτη φορά παρόμοιος αχός, τέτοιο λάλημα ερχότουν στ’ αυτιά του· η απορία του γένηκε ταραχή και μια χαρά παράξενη, σα φόβος, τονέ κυρίεψε. Κάτι παλιό ξυπνούσε μέσα του. Βασανίστη να θυμηθεί πότε και που το ‘χε ακουσμένο τούτο το λάλημα· του κάκου… Μπορεί να το ΄χε κι όλας ακούσει ο πατέρας του, ίσως ο παππούς, και του παππού του ο πατέρας ακόμα… Κι όλο ακούονταν ο αχός… γέμιζε τον αέρα, έβγαιν’ απ’ τη γης, πλανιόταν πάνω από την πρασινάδα του βουνού. Σήκωνε ψηλά —πρώτη φορά—ο Χαρούλης το κεφάλι, σα να ‘θελε να νιώσει και να χορτάσει το πρωτόφαντο θάμα που του γενότουν!. ..
Ήτανε λάλημα φλογέρας γλυκό, που το βαρούσε τσομπανόπουλο ξέγνοιαστο, μέσα στα κέδρα τα μυροβόλα και στα πυκνά πουρνάρια, σαλαγώντας τα πρόβατα. Ο αντίλαλος έφτασε ως την ψυχή του Χαρούλη και τονέ μέθυσε!…
Ντράλα, κομάρα, νάρκη ακατανόητη, κούραση φριχτή τον έπιασε και ανάμεσα σπίθες μανίας τονέ τάραζαν. Πέταξε τη βουκέντρα με θυμό κι άρπαξε τ’ αλέτρι, να το κομματιάσει αν ήταν μπορετό… μα πάλι άτονα πέσαν τα χέρια με πίκρα. Ήτανε κουρασμένος, σαν τότες που ο επιστάτης του χάλεψε το Λενιό … Έφερε το χέρι στα μάτια και με τ’ ανάστροφο … μα ήτανε στεγνά…
Άρχισε να τρέχει κατά το βουνό όθ’ ερχότουν το λάλημα, ο γλυκός αχός. Έτρεχε παλαβά μες στα οργωμένα χωράφια… έτρεχε, έτρεχε, ποτές δεν είχε τρέξει τόσο… τονέ τραβούσε η σειρήνα, τον έσερνεν με τ’ αχνά— μελένια της δίχτυα, η μαγίστρα η φλογέρα. Εστάθη· νόμιζε πως είχε τρέξει αδιάκοπα χρόνια και χρόνια και δεν είχε φτάσει στα ριζά του βουνού. Κοίταζε ξαφνιασμένα έξαλλα γύρωθέ του. Η μοναξά τού έβαζε τρόμους, τού ψιθύριζε φοβέρες ακατανόητες με τον παράξενο βόμβο. Δεν ήταν από την κούραση, μα ποτές του δεν είχε βγάλει πόδι όξω απ’ του τσιφλικιού το σύνορο — ούτε και κανένας άλλος Δεξοχωρίτης — κι αυτό ήταν που τονέ φόβιζε πλιότερο.
Είχε τόσο κουραστεί, κατάβαλε τόσον αγώνα, τόσον πόνο— πάτησε όξω απ’ του τσιφλικιού το σύνορο και την αιτία δεν έβλεπε, δεν την εζύγωνε καν.
Το λάλημα ξακολουθούσε αδιάκοπο σα να ‘βγαινε απ’ τη γης τον αγέρα μα πιο πολύ μέσ’ απ’ την πρασινάδα του βουνού. Γύρισε πάλε στο χωράφι, με μιαν αδράνεια στη σκέψη και στην κίνηση· βάδιζε άρυθμα μια δω μια κει, σα μεθυσμένος· πότε κοντοστεκόταν αφαιρεμένος και στύλωνε τα μάτια στο βουνό, πότε τραβούσε τη ματιά του κάνα όρνιο, που ψηλοπετούσε και η ματιά χαζή, άβουλη, έτρεχε ξοπίσω του χωρίς σκοπό κανένα… Έφτασε στ’ αλέτρι του πάλι και στο ζευγάρι τω βοδιών. Διπλό θωρούσε τ’ αλέτρι, διπλά τα βόδια τα γερά.. Τα μάτια του κάτι είχανε πάθει κοιτάζοντας έτσι τα πράματα· τον γαλανόν αιθέρα, την πρασινάδα, για πρώτη φορά σα να ζητούσε κάποιο μυστικό κρυμμένο στο ανεξερεύνητο βάθος των χρωμάτων, απαράλλαχτα, όπως παθαίνουν τα μάτια, σαν κοιτάξουνε το πολύ φως! Οι ρεθισμοί που δεν άφηναν τη σκέψη του ελεύτερη να λειτουργήσει. Έγειρε αποσταμένος στο σακί με το χόρτο, και το χέρι του έσφιγγε, σα ν’ αγκάλιαζε, το παιδί της… Στύλωσε κάπου τα μάτια ορθάνοικτα και αφαιρέθη μέσα σε κατακλυσμό συλλοής, χωρίς τίποτα ορισμένο να σκέφτεται…—Όντας ανανόησε, ο ήλιος έφευγε τρεχάτος, στου δειλινού τους χρυσόπλουμους ωκεανούς —και το λάλημα δεν ακουότουν.
Πήγαινε στο χωριό, με τ’ αλέτρι φορτωμένο στο γαϊδουρέλι και τα βόδια, ολομόναχος χωρίς να τολμάει να γυρίσει ούτε δεξά, ούτε ζερβά να κοιτάξει. Ούτε κατάλαβε πως έφτασε στο χωριό. Είχε ρουφηχτεί σ’ όλο το δρόμο από τις ομιλίες που έκανε με κάτι άγνωστους δικούς, με φίλους ξεχασμένους, με ανθρώπους, που δε θυμόταν πότε και πού τους είδε, με προγονιούς και παππούδες!…
Το πρωί που ξύπνησε και βγήκε από το πλιθόχτιστο καλύβι του, σήκωσε το κεφάλι ψηλά και κοίταξε τον ουρανό, τον ήλιο· αγνάντεψε τα βουνά που ζώναν κάτω βαθιά, μελανός φραγμός τον Κάμπο.
Όλο υψωμένο κρατούσε το κεφάλι. Το Λενιό ξαφνιάστηκε που είδε να κοιτάζει έτσι· σαν αλλιώτικος της φάνηκε ο άντρας της. Σήκωσε κι αυτή το κεφάλι ψηλά νομίζοντας πως σύγνεφα πλακώσαν ή πως όρνια πετούν. Κι οι άλλοι χωργιανοί, που τον είδανε ξαφνιάστηκαν και κείνοι· γύρισαν κοιτάζοντας, ψηλά, μα γρήγορα πάλε κατέβασαν τα μάτια. Δεν ημπόρει να κοιτάξει απάνω ψηλά, κανένας τους.
Ήτανε αλήθεια παράξενο, πρωτόφανο. Δεξοχωρίτης, καμπίσος να σηκώσει το κεφάλι ψηλά. Κι ο Χαρούλης σε λίγες μέρες το ξέχασε κι ο ίδιος πως είχε κοιτάξει ποτές ψηλά, προς τον ουρανό.
Κάποτες έκαμε να υψώσει το κεφάλι, μα γλήγορα πάλε το κατέβασε, σαν μποδισμένος από φόβο ή κούραση. Μια μέρα πάλε ξανασήκωσε, μα σαν αντίκρισε το ψηλό Κ ο ν ά κ ι και στο παράθυρο τον επιστάτη δεν το ξανάκαμε…
Κι έτσι πια, κανένας στο χωριό δε σήκωσε το κεφάλι ψηλά, ούτε κι ο Χαρούλης.­― ― ― ―
Του ‘χαν πεθάνει κι άλλα παιδιά του Χαρούλη από τις θέρμες, μα όπως η γέννηση όμοια και ο θάνατός τους δεν του ‘καμαν εντύπωση· όμως του Βαγγέλη ο χαμός τού τάραξε το σκοτεινό βουρκάρι του μυαλού του. Όσο απερνούσε ο καιρός και πλιότερο το σκέφτονταν. Ήτανε κατιτίς αφύσικο τούτο. Καμιά φορά δεν εστάθη παρόμοιο στο χωριό ούτε στον Κάμπο. Πεθάνανε τόσα παιδιά, άλλα μικρά άλλα μεγάλα ―έτσι πεθαίνουν οι ανθρώποι. Χαθήκαν κι άλλοι απ’ αρρωστιές και χτυπήματα, μα έτσι σαν του παιδιού του το χαμό δεν εστάθη άλλος —Άξαφνα ένα σούρουπο ο Βαγγέλης δε γύρισε στην καλύβα· ούτε την άλλη μέρα, ούτε την άλλην, ούτε τις άλλες στερνές μέρες… Στ’ αληθινά, δε ματαγένηκε παρόμοιο στο χωριό, ούτε στον Κάμπο!
Είχε κι άλλα παιδιά ο Χαρούλης, άλλα τέσσερα και για κανένα η καρδιά του δε χώριζε πλιότερο μοιράδι αγάπης, όλα ίδια τα ‘χε, λίγο παρακάτω από τον εαυτό του και λίγο παραπάνω απ’ το σκύλο του· μα ο Βαγγέλης… και δεν ήταν αυτός στερνοπαίδι, αλλά ο Βαγγέλης είχε πιαστεί την ημέρα π’ άκουσε το λάλημα κάτω στο σύνορο του τσιφλικιού, να βγαίνει από του βουνού την πρασινάδα, το γλυκό λάλημα… Τότες που ανασήκωσε πρώτη φορά ψηλά το κεφάλι!
Το Λενιό έβανε άλλο παιδί στη θέση του Βαγγέλη, μα στην ψυχή του Χαρούλη έμνησκε κάτι αδειανό, για το ζωερό, τ’ ανήσυχο παιδί, το παλαβό, καθώς το λέγαν. Και πολλές φορές ξεχνιόταν κι άφηνε τ’ αλέτρι στη μέση του χωραφιού κι έσκουζε: «— Βαγγέλ’… άι —Βαγγέεεελη!… κι έστρεφε το βλέμμα του κατά το βουνό ή όπου έβλεπε πρασινάδα—σαν κάτι να του ‘λεγε πως το βουνό και η πρασινάδα, που του ‘δωσαν, τη δύναμη της φύτρας, του πήρανε το παιδί…
Στην αρχή μετρούσε τις μέρες με το ηλιόγερμα· ύστερα όμως ήρθε ο χειμώνας. Θάμπωσ’ ο ουρανός, δεν έβγαιν’ ο ήλιος, σκοτείνιασε και του πατέρα το μνημονικό και μόνο κάποτες ξεχνιόταν κι έσκουζε, σαν όρνιο που ρεκάζει: «—Βαγγέεελ’ —α Βαγγέλη! Και πέρασαν πολλοί χειμώνες, και ο Βαγγέλης είχε ξεχαστεί, απ’ όλους και από το Λενιό, μονάχ’ από του Χαρούλη την ψυχή δε σβηόταν όχι βέβαια η ειδή και η θύμησή του, μα κάτι πιο άυλο κι από τη θύμηση, κι από την ειδή πιο άπιαστο, που τονέ τάραζε ως τα βαθιά του είναι του και ξεχύνονταν στον παγερόν αέρα σαν αχνός όταν ρέκαζε «—Βαγγέλη —άι Βαγγέλη!… Κι έφερνε τα χέρια ο άμοιρος μπροστά του, να πιάσει την άχνινη ουσία, που λάβαινε υπόσταση με τ’ όνομά του, μα το πλάσμα το ποθητό, χανόταν, έφευγε, μάκραινε πέρα στην πρασινάδα του βουνού και τα χέρια σφίγγανε το κεφάλι δυνατά μη φύγει κι άλλο ακόμη από την ουσία την αχνή… —«Βαγγέλη, —άι Βαγγέλη!… Μέσα σε τέτοιους δαρμούς πέρασαν τα πέντε πρώτα χρόνια, χωρίς κανείς απ’ τους Δεξοχωρίτες και απ’ τους σπιτικούς ν’ αντιληφτεί την αγωνία του. Μήγαρις την ένιωθε κι ο ίδιος…
Σα γύριζε το βράδυ από το χωράφι κοντοστεκόταν στο δρόμο και ανοιγοκλειούσε τα χείλη, ως να μιλούσε με αφάνερα όντα, με σκιές που φτιάναν κοπάδι ολάκερο μπρος του, αρχινώντας από ένα ξανθό μαραμένο κεφαλάκι του Βαγγέλη του και τελειώνανε σ’ ένα πλατύστηθο κορμί φανταχτερού άντρα, σαν του παππού του τη θαμπήν ανάμνηση… Τα μισανοιγμένα χείλια του τότες έκαναν να βγάλουν φωνή «Βα…», μα έσβηνε σε βαθιοστέναγμα: «— Βα…ι» —Βα…!»
Και στον ύπνο του ακόμα τον ακολουθούσαν οι σκιές, πάντα στο ίδιο πλέξιμο της αλυσίδας, που αρχινούσε από το χλωμό Βαγγέλη και περνώντας από γνωστές σβησμένες μορφές τελείωναν σε κάποιονε παππού με πλατιά στήθια και καυτερή ματιά… Σηκωνότουνα τότες στα στρώματα και τους μιλούσε με βουβά μιλήματα, χωρίς να παίρνει απόκριση και πάλε ξαναπλάγιαζε… «Βάϊ,… Βάϊ…»
Έτσι περάσανε τα πέντε χρόνια. Ύστερα σιγά σιγά ξεθώριαζε στο νου του η θύμηση του Βαγγέλη, δεν έγλεπε μαθές πλιο, ούτε ίσκιους ούτε φαντάσματα. Έτσι στα υστερνά άλλα πέντε χρόνια, αστόχησε πως είχε ποτές παιδί Βαγγέλη, σάματις ύπαρχε τίποτις να του το θυμίζει… ούτε καν το μνημούρι του…
Όμως, κάτω από τη φαινομενική αυτή λήθη, πιο μέσα βαθύτερά του, αγωνιούσε, φτερούγιζε μιαν αβεβαιότητα μια σπίθα ελπίδας, πως κάτι αόριστο, άγνωστο θα ‘ρθεί — θα γίνει,… μα αυτό γινόταν τόσο βαθιά, τόσο μακριά, μέσα στο χάος, το άπειρο χάος της υπόστασής του, που δεν πρόφτανε ν’ ανέβει ούτε καν στη θαμπόφωτη επιφάνεια του βουρκωμένου του λογικού. Τίποτα οριστικό, σκηματισμένο είδος από ενέργεια, που είχε ανεπαίσθητον αντίχτυπο στις ρίζες των νεύρων, όσο να του γεννιέται μόνο μιαν αβέβαιη ελπίδα. Και παιδεύτηκε, ταλάνισε πολλές φορές να δυνηθεί να νιώσει το κ ά τ ι αυτό, μα του ήταν ακατόρθωτο, και τότε τον έπιανε κούραση, ζαλάδα και πεθυμούσε ύπνο βαθύ, ατάραχτο λήθαργο… ―ξυπνούσε όμως γλήγορα και παράδερνε στον ίδιον αγώνα. Κούναε το κεφάλι σα βεβαίωση, αυτοπαρηγόρια στο κ ά τ ι του αυτό, σα να ‘λεγε: θ α ‘ρ θ ε ί — θα γίνει!
Η ζωή του, του ήταν ίδια τώρα, χωρίς κανένα φωτεινό σημάδι, χωρίς σταθμό — ψέματα, ήταν ένα σημείο, το κέντρο της ψυχής του, μα όχι φωτεινό, θαμπό, σκουρόφωτο, γιατί δεν ήξερε πότε συνέβηκε και πως εγίνη. Απ’ αυτό άρχιζε και σ’ αυτό τέλειωνε κάθε του εσώτερη κίνηση· και δεν ήταν του Βαγγέλη ο χαμός, ούτε της Λενιός, που τηνέ χάλεψε τότες ο επιστάτης. Κάτι απ’ όλα μαζί που του ‘ριξε κάποια φλογίτσα και που τον έδενε με την γλυκιάν αβέβαιη απαντοχή. Το κάτι το μελλούμενο που εκαρτέρει ο Χαρούλης, και που στον αγώνα του αστόχησε όλο τον εαυτό του, σ’ αυτό το θαμπόφωτο σημείο είχε την πηγή του. Μα δε δενότουν να βρει ούτε τη σκέψη, ούτε την ενότητα αυτών των δυο: του περασμένου και του μελλούμενου. Είχε ρουφηχτεί όλος από το δεύτερο και έπαψε να ‘χει και τις λίγες πρωτινές που ‘χε κουβέντες, με τους Δεξοχωρίτες και ακόμα και με τη φαμίλια του.
Ζούσε μοναχικός ολότελα κι α δεν ήταν έτσι φρόνιμος και δουλευτής όπως πάντα, θα τον ελέγαν πως χάζεψε. Η ζωή του κυλούσε ίδια σαν και πρώτα, μόνε που έπαψε να ‘χει σκέση με τον κόσμον.
Ούτε στέναζε πια, ούτε κοντοστεκόταν στο δρόμο να παραμιλεί, μονάχα σαν περνούσε απ’ το Κονάκι, ανασήκωνε τα μάτια του, και κατέβαζε πιο κάτω το κεφάλι ανοιγοκλειώντας τα χείλια: θ α ‘ρ θ ε ί —θ α γ ί ν ε ι, σα να ψιθύριζε.
Αυτόνε τον τελευταίο καιρό κάτι γινότανε στον Κάμπο, μα ο Χαρούλης, τόσο αποτραβηγμένος, τόσο συγκεντρωμένος που ζούσε, δεν πήρε είδηση. Σα να μην ήταν απ’ αυτό τον κόσμο, ζούσε μιαν εσώτατη ζωή, κι αν μέσα στη φαμίλια του, μακριά κι απ’ αυτούς, σαν τίποτα εγκόσμιο να μην του κινούσε την προσοχή.
Είχανε φέρει ένα σεντούκι μεγαλότατο, θερίο, που το σύραν όλοι οι αραμπάδες του χωριού από κει που τ’ άφησε ο σιδερόδρομος.
Άνθρωποι ξένοι, με παράξενες ωραίες μορφές, γενάτοι και παράξενα ντυμένοι—μαστόροι και τεχνίτες, το ανοίξανε και βγάλαν από μέσα μια μηχανή!
Ψήσανε σφαχτά, ήπιανε ρακί πολύ, κάμανε ζεύκι δυνατό οι μαστόροι, και του βάλανε φωτιά… Κάπνιζε σα φούρνος και, ω θάμα, ξεκίνησε χωρίς κανείς να το σέρνει, απομοναχό του… Μούγκριζε, τριζοβολούσε μπουμπουνιστά, κάνοντας τον αγέρα να τρέμει κι έβγαζε σπίθες και καπνούς… ούρλιαζε σφυριχτά, σαν το δράκο του παραμυθιού… μαύρο, γερό γιγαντένιο, αψηλό σαν το Κονάκι!
Χύθηκε βαριά-βαριά στον Κάμπο κι αρχίνησε ―Δράκος αληθινός— να τρώει θημωνιές και να βγάζει στάρι!…
…Οι Δεξοχωρίτες για να βλέπουνε τον καπνό, που αγκομαχώντας έβγαζε το θερίο, αρχίσανε σιγά-σιγά να υψώνουνε το κεφάλι…
Ο Χαρούλης μόνο δεν έβλεπε τίποτε, της ψυχής του τα μάτια ήταν άλλου καρφωμένα, πιο μακριά, πιο βαθιά, δεν έγλεπε τρογύρα. Κάποτες-κάποτες μόνο, σα διάβαινε σιμά στο Κονάκι, έκανε να σηκώσει τα μάτια, μα πάλε τα κατέβαζε· ήταν πολύ ψηλό… — — — —
— — — — Μια παράξενη βουή άρχισε να βγαίνει απ’ τον Κάμπο, σαν τη βουή που δεν ακούγεται μα που τη νιώθεις και μηνάει τους χειμώνες ή τις θύελλες…
Παράξενη, μουγκή βουή. Δεν ήξερες πούθ’ έρχεται, από βοριά ή ανατολή, από βουνά ή πολιτείες. Πότε νόμιζες πως έβγαινε απ’ το νέφελο, μα πιότερο απ’ τη γης… Κανένας δεν την άκουγε, τηνέ νιώθαν,— τέτοια παράξενη βουή, αλήθεια, πρώτη φορά νιώθανε του Κάμπου οι άνθρωποι. Και ούτε κάμανε λόγο μεταξύ τους γι’ αυτό, ούτε αλλάξανε κουβέντα, μιλούσανε όμως με τις ματιές, τις χαμηλές ματιές. Τα βράδια που γυρνούσαν απ’ τα χωράφια και σταυρώνονταν απ’ τα μονοπάτια στη δημοσά για το χωριό, στεκόντανε λίγο, χωρίς να πούνε λέξη, μόνε κοιτάζονταν… Κι έβλεπες τότε, στου σούρουπου το σταχτόφωτο, μύριες γραμμούλες φωτεινές, σα μακριές λεπίδες να βγαίνουν, να ξεχύνονται απ’ τα μάτια των κουρασμένων χωρικών, να διασταυρώνονται με γληγοράδα αφάνταστη, να σμίγουνε σαν η μια να ενωθεί, να χωνευτεί στην άλλη… Και θα ‘νιωθες… μα όχι, έπρεπε να ‘χεις την δική τους τη ματιά, τη δική τους ουσία να ‘χεις,—Καμπίσιος να ήσουνα, για να ξηγήσεις των ματιώνε τα κρυφομιλήματα τα φανερά μ’ ανήκουστα, που λέγανε τη β ο υ ή —τη βουή, που ολημερίς την άκουαν στους σβώλους… και παρατούσανε τ’ αλέτρι εκστατικοί, για να τη νιώσουνε πιο βαθιά, να τους μιλήσει ως τα μύχια,—καθώς εκείνη την ημέρα ο Χαρούλης, παράτησε τ’ αλέτρι στη μέση του χωραφιού κι εκστατικός αφουγκραζότουν… μα πάνε χρόοοονια τώρα— — — —
— — — — Και ήρθ’ ο χειμώνας και πέρασε, κι ήρθε κι άλλος ακόμα και πέρασε, κι η βουή όλο και δυνάμωνε ακουότουν, σαν απόμακρο μπουμπουνητό θύελλας πρωτογέννητης, μπόρας, που κλειούσε όλες τις φουρτούνες και τις βαριοχειμωνιές. Οι γερόντοι με φόβο κι οι νιοι με περιέργεια καρτερούσανε το ξέσπασμά της· κι όμοι τους, μ’ έντρομη, λαχτάρα, κοίταζαν μια τα σύγνεφα, μια τα βουνά.. —Τότες ακούστηκε μεγαλόστομη φωνή. στον Κάμπο, σα να ‘βγαινε από της Γης τα έγκατα, υποχθόνιου θεού στεναγμός; «— Ε, σεις, βαριοΰπνωτοι, ξυπνάτε. Ξυπνάτε!…»
Κι άκουσαν αχόρταγα νιοι και παιδιά και γερόντοι, όλοι αιστανόμενοι μια γλύκα, σα φως και σαν βάλσαμο που γιόμιζε τον αγέρα και έκανε τα κορμιά να φρίσσουν. Ακούστε, τη θεϊκιά φωνή, τη μουγκή φωνή!…
Ο Χαρούλης ήταν προσηλωμένος βαθιά… και σα ν’ αποκρινότουν σε δικούς του στοχασμούς, κουνούσε το κεφάλι: Θ α ‘ρ θ ε ι ― θα γίνει!…
Πέρασε από το χωριό ένας τσομπάνος μια βραδινή και ήπιε νερό στο πηγάδι. Τα παιδιά τονέ τριγύρισαν και με περίεργα μάτια, ξετάζανε την παράξενη και φανταχτερή φορεσά του. Οι γυναίκες μ’ ανοιχτό στόμα καμαρώναν την κορμοστασιά του και οι άντρες, με περιέργεια έμφοβη το τσομπανόσκυλο και το σιλιάχι.
Στον ξένο, δεν άρεσε τίποτα στο χωριό, ούτε και το νερό· ακόμα πλιότερ’ όμως δεν άρεσε η ταπεινότητα και η δουλοσύνη που κυβέρναε όλα τα πρόσωπα. Κοίταε ολόγυρα περήφανα και είπε «—Ω, ταπεινοί και χαμηλόβλεποι, καμπίτες· βγάλτε τα βόδια από το ζυγό, και ζευτείτε σεις. … Τι με κοιτάτε ξιπασμένα έτσι; Δεν είσαστε άνθρωποι σεις που σκύβετε πάντα το κεφάλι; Η ματιά σας δεν πάει πιο πέρ’ απ’ το υνί και η σκέψη σας ως την ουρά του βοδιού φτάνει…..
Ανάλαφρη ταραχή έκαμε το πλήθος των Καμπίσων, ν’ αναδέψει στενάχωρα… Ρωτηθήκανε μεταξύ τους με τις ματιές, καθώς τα μερμήγκια με τα κέρατα. Ποιος είναι τούτος και τι τάχα τους λέει;
Μια φωνή αδύνατη σαν απ’ τον ίδιο τον αχό της φοβισμένη, βγήκε απ’ το μέρος των χωρικών:— «Ποιος είσαι, τι λες;» —και κοιτάζονταν όλοι οι χωριάτες κι αναρωτιόντουσαν με τις ματιές κι έλεες πως όλοι μαζί βγάλανε ύστερ’ απ’ αγώνα το μέγα ρώτημα: «Ποιος είσαι, τι λες;»…
«— Τσομπάνος είμαι. Δεν έχω σπίτι, κάθομαι στα βουνά. Το μάτι μου κυκλώνει τον Κάμπο και χάνεται στην απεραντοσύνη του γαλάζου. Μιλάω με τ’ αστέρια και με τα στοιχειά κι όλο τ’ αψήλος κοιτάζω… κι όλη μου η ζωή είναι χαράς τραγούδι, αμανές λευτεριάς… Ξαγνάντεψα τα χαμόσπιτά σας και πέρασα· μα τα έργα σας ταπεινά μου κόψανε το τραγούδι και τη χαρά μου…
Περάτης είμαι και τούτο σας λέω: παρά να χαμοσέρνεστε — φίδια και βατράχια κάλιο να αιθερολάμνετε — κοράκια, όρνια!…
Είπε ο τσομπάνος· και αγέρωχος έσκισε τ’ άλαλο των χωρικών πλήθος, που τον εθώρει σαστισμένα και βγήκε απ’ το χωριό με το σύντροφο σκύλο του.
Μέρες πολλές μιλούσανε για τον καμαρωτό τσομπάνο και τα λόγια του τα πειραχτικά, μα που γλυκά βουΐζανε στ’ αυτιά τους… Ζητούσανε ξηγητή για τα λόγια τα πρωτάκουστα, μα τέτοιος δε βρισκότανε στο χωριό τους. Ο Χαρούλης δεν πήρε είδηση τον τσομπάνο ούτε άκουσε τα λόγια του, μοναχοπερπατούσε και συχνοδιάβαινε απ’ το Κονάκι· δε σήκωνε ποτές κεφάλι να ιδεί την αψηλή σκεπή, μα πάντα στα πετρόχτισα θεμέλια κάρφωνε τη ματιά,—Έσκυψε μια φορά και με το χέρι ξέτασε τα ντουβάρια· κούνησε το κεφάλι, κάτι μουρμουρίζοντας στοχαστικά…—έβρισκε πως εδώ και κάμποσο καιρό αρχίζανε να ριπιάζουν… θ α ‘ρ θ ε ί… θα γίνει!..
Τότες η μουγκή βουή, που ακουότουν από καιρό έπαψε. Ένα δροσερό αεράκι έπνεε απ’ το Νοτιά, από κάτι χώρες τ’ ουρανού. Αεράκι που έφερνε ψίθυρους πρωτάκουστους, γλυκούς, από τις θαυμαστές πολιτείες με σπίτια λιθόχτιστα, και από το Κονάκι πιο ψηλά! Άλλο δεν τους λέγανε τα ψιθυρίσματα από τα θαυμάσια του άγνωρου κόσμου. Μα διαβήκανε τότες από τον Κάμπο πολλοί ανθρώποι και τους μιλήσανε για καπνοκάραβα που ταξιδεύουνε τ’ αρμυρά νερά —γι’ ανθρώπους που πετούν σα λελέκια στους αέρηδες, κι άλλα, ακατανόητα κι απίστευτα. Όσο πιο αόριστα ήσαντε αυτά που τους είπαν οι ανθρώποι τόσο πιο ανάβαν πεθυμιές — πόθοι στους Καμπίτες.
Μια μέρα τους εφάνη πως είδαν στον ουρανό μια κόκκινη, ολόπυρη γλώσσα να γλείφει τα γαλάζα σύννεφα, και να πορφυρώνει ως και τα μπλάβα μακρινά όρη.
Σε λίγο ακούστη, που κατέβαινε κάποιος με μεγάλα βήματα από τις ρόδινες βουνοκορφάδες στον Κάμπο. Η ματιά του αστραπή και ο λόγος του μελίσσι πολύβουο και γλυκό ίσια στις καρδιές αντηχούσε, το γένι του είχε χρώμα των ασταχυών και ήτανε σαν παιδί γερασμένο.
Κοπαδιαστά τρέξαν οι άνθρωποι να πιούνε το μέλι της φωνής του, κι εθώρειαν πως λουζόντανε στα γλαυκά κύματα της ματιάς που γλυκοάστραφτε σαν τη μακρινή λίμνη στα πρωινά ηλιοχαδέματα. Ο Στάθης ο Χαρούλης στο αντίκρισμά του αιστάνθηκε πόνο δυνατό στην καρδιά, σα να του όργωνε αλέτρι διπλό τα στήθια. Όλη τη μέρα πλανιόντανε στα χωράφια σαν παλαβός και μια στέναζε και γελούσε και πάντα άπλωνε τα χέρια να πιάσει κάποιον ίσκιο γλυκοθώρητον άπιαστον και: Βάι… Βάι… έσκουζε μέσ’ από τα δόντια!
Τ’ αλέτρια και τα ζευγάρια μείναν έρημα και τρέχαν όλοι με λαχτάρα, με δίψα, ν’ ακούνε τα λόγια τα μεγαλόπνευστα, απ’ το γλυκό στόμα. Και ο Στάθης ο Χαρούλης ολόπρωτος έτρεξε σηκώνοντας και τους Δεξοχωρίτες…— Και τα λόγια ήταν ίδια που τους είχε πει η μουγκή βουή, όταν την άκουαν μέσα στ’ όργωμα του χωραφιού στ’ αλωνιού την πύπη. Έλεγε το παιδί το γερασμένο, με το γένι σαν αστάχυ και με το μακρύ σα γκλίτσα ραβδί έλεγε:
«— …Δε θα σας πω τίποτες νέο εγώ, δύστυχοι. Καμπίτες. Τα λόγια μου τα ‘χει πει η μάνα Γης, αυτή που αστέρευτα μας δίνει γενιών γενιών γενιές και ο πόνος σας είναι πόνος μου και τον καημό σας, τονέ νιώθω… Καμπίσος είμαι και γω, ας έρχομαι από ψηλά. Το αίμα σας νιώθω στις φλέβες μου να τρέχει… Κάμπο, θυμάμαι, τα μάτια μου πρωτοξάνοιξαν και πλάι στο αλέτρι πρωτόειδα το φως.
Η ματιά του η άδολη, τύλιγε όλο το πλήθος, που διψασμένο αφουγκραζότουν και μπήκε ως ηλιαχτίδα στην ψυχή του Χαρούλη. Και καθώς μολόγησε το παιδί πως είναι καμπίσιος, ο Χαρούλης αισθάνθηκε ένα γλυκό μαχαιράκι με λεπίδα χρυσή, σα μετάξι να του κόβει τα ήπατα, να του παίρνει τη ζωή του: «—Βα… Βαγγέλη… Βαγγέλη μ’…» έβγαλε στριγκιά φωνή και άνοιξε τα χέρια ως να τον δεχτεί στην αγκαλιά του.
Κι ο νιος τίναξε το γερασμένο κεφάλι σα να ξυπνούσε από νάρκη και στάθη συλλογιζόμενος πολύ. Ύστερα με ήσυχη φωνή και όλο γλύκα στη θωριά του: —«Εγώ είμαι, είπε, ο Βαγγέλης. Στου χρόνου το πέρασμα αστόχησα ποιος ήμουν, πούθε η γενιά μου βαστούσε, μα πάντα μου ένιωθα μέσα μου, βαθιά, πως είμαι Καμπίσιος, κι αν και ψηλά στ’ απάτητα κορφοβούνια βρισκόμουν, όλο στον Κάμπο έπεφτε η ματιά μου και η καρδιά μου εράϊζε βλέποντας τόση δυστυχία να σας βαραίνει σα να βάραινε μένα τον ίδιο.
«Μόλις ένιωσα κόσμο, πνιγόμουν δω μέσα στο χωριό, μαζί σας. Αν κι απ’ την ίδια γενιά, όμως αιστάνομουν μια ξεχωριστήν άγρια φωνή να με ξορμάει σε έργα, που όλοι τα λέγατε παλαβά. Ήμουνα ξένος κοντά σας. Το σπίτι μάλιστα, το χαμόσπιτο αυτό, που σκύφταμε να μπούμε μου βάραινε την παθιάρα την ψυχή μου. Ύστερα το σκιάχτρο η φοβερή λέξη, ο Α φ έ ν τ η ς, σαν κουδούνι της κόλασης αντήχαε στ’ αυτιά μου — Νταν!… Κι ακόμα σα θέτε, μια ζηλοφτόνια, γιατί να μην κάθομαι στο μπαλκόνι του Κονακιού νύχτα μέρα ε γ ώ, να βλέπω το φεγγάρι που κρυφοκυνηγιόταν στα σύγνεφα με τον αυγερινό και ν’ αγναντεύω τις παρδαλές χρωματωσές των βουνών τα δειλινά και τις χαραυγούλες …
«Κάτι ανθρώποι που βαρούσαν σουραύλια γλυκά και τραγουδούσαν ολημερίς χαράς τραγούδια, μου σήκωσαν το νου και πήγα μαζί τους, όταν περνούσαν μια βραδινή στο ποτάμι μας. Αυτοί με πήραν ψηλά στα βουνά και είδα τότες θαμαστά πράματα, που μόνε τα βλέπει κανείς σα μάθει να σηκώνει το κεφάλι ψηλά…
Η χαρά μου όλο μεγάλωνε, που δε μ’ άφηνε να θυμηθώ τα περασμένα σπίτι και γονιούς… Συμπάθα με, καλέ γεροποτέρα, και σεις θλιβεροί χωριανοί μου α σας έκαμα πίκρα με τη φευγάλα μου. Τώρα όμως ήρθα να σας φέρω τη μεγάλη χαρά, να σας δείξω το δρόμο που θα τη βρείτε — που θα τη βρούμε όλοι μαζί…»
— «Ναι· όλοι μαζί!…» φώναξε το πλήθος, με λαμπερά μάτια και τον ακολούθησε θαρρετά, καθώς βάδισε μπρος με το δακρυογελάμενο τον πατέρα του, πιασμένοι από το χέρι, σα μικρά παιδιά, που πάνε να κόψουνε λουλούδια… «Βαγγέλη, παιδί μου… Βαγγέλη μου!…»
Μα τότες βγήκε μπροστά τους ο Αφέντης που είχε μαζί του ένα πλήθος φερμένο από την Πολιτεία αρματωμένο και ζωσμένο λουριά. Τα σπαθιά τους αστράφταν σκληρά στον ήλιο και η περπατησά τους βαρυαντηχούσε σα χιλίων αραμπάδων καραβάνι.
Πρώτη φορά βλέπαν τον Αφέντη τους. Δεν είχε ‘ρθεί ποτέ στο Δεξοχώρι. Ούτε τους μίλησε, ούτε κατέβη απ’ το γυαλόφραχτο αμάξι του.
Ένας με παρδαλά ρούχα και κρεμασμένα λιλιά, που ‘χε τα μουστάκια σηκωμένα σα μελανού τράγου νουρά, τους μίλησε βριστικά λόγια και όλο το χέρι κουνούσε, βροντοχτυπώντας το γυαλιστερό του σπαθί. Τα πλιότερα που τους είπε δε τα νιώσανε, μα κατάλαβαν πως ήταν όλο προσβολή και θυμό γι’ αυτούς.
Ο Βαγγέλης απάντησε, γλυκά μιλώντας στον οργισμένο με τ’ άγρια μουστάκια. Τα λόγια του στάζανε μέλι και φέρναν δάκρυα στα μάτια των Καμπίσιων· οι γυναίκες μάλιστα κλαίγαν.
Είπε πολλά για τα βάσανά τους και για την πίκρα τους, που δεν τους αφήνει να δούνε μέρα γλυκιά· πως δε ζητάν παρά να ζήσουνε σαν ανθρώποι· ναι,— σαν ανθρώποι!
Ο οργισμένος με το λαμπερό σπαθί και τα μουστάκια σαν αγριόγατος, είπε στους χωριάτες να φύγουν και να πάνε στα χωράφια τους κι άλλοτες να μη ξανασμίξουν, ουδέ ν’ ακούν τα παλαβά λόγια. Τα είπε με θυμό και γουρλωμένα ολόφλογα μάτια, τόσο που οι Καμπίσιοι φοβήθηκαν, μα δε σκορπίσανε.
Τους ξαναλέει, μανιασμένα, κουνώντας χέρια και χτυπώντας ποδάρια, να φύγουνε γιατί θα τους σκοτώσει με τ’ άρματα που έχουν στο νώμο οι ανθρώποι του, και θα τους ξεκοιλιάσει με τα γυαλιστερά σπαθιά.
Ο Βαγγέλης σα να ‘θελε να προφυλάξει, να προστατέψει τους άμοιρους χωριανούς από την οργή και το θάνατο, πέφτει μπρος ανάμεσα πλήθος και οργισμένου σπαθά, ανοίγοντας τα χέρια σα φτερά να τους αποσκεπάσει όλους…
Κι αμέσως ο οργισμένος άνθρωπος με την κόκκινη φλόγα στα μάτια, ως του ‘γνεψε ο Αφέντης, από τη γυαλόφραχτην άμαξα, είπε μια λέξη: Π υ ρ!…
Ένας ξερός αλλόκοτος κρότος, σα δαιμόνου τρίξιμο δοντιών ακούστη κι ο Βαγγέλης σωριάστηκε χάμου βγάζοντας ψιλή φωνούλα γλυκιά, σα βέλασμα αρνιού, που τ’ αδικοσφάζει μακελλάρης αιμόχαρος. Και κοντά σ’ αυτόν κι άλλοι πεντέξι μπροστινοί Καμπίτες!
Ο Στάθης ο Χαρούλης ρέκαζε: «Βάι… Βάι… παιδάκι μ’ …» κι έπεσε απάνω του. Οι Καμπίσιοι τρομαγμένοι, σαν κοπάδι που έχασε τον τσομπάνο του, σε χαλασμού ώρα, σκόρπισαν και χωθήκανε στις ταπεινές τους καλύβες, πιο ταπεινοί· μα και πιο διψασμένοι . . .
Ο οργισμένος άνθρωπος έφυγε με τον Αφέντη, αφήνοντας έρημα τα κουφάρια των Καμπίσιων, θροφή στα όρνια στα κοράκια—σκιάχτρο στο νου των χωριανών… Μόνο ένας γέρος ζωντανός, ο Στάθης ο Χαρούλης, έμεινε σκυφτός πάνω στο κουφάρι του παιδιού του, φιλώντας με λαχτάρα το ξανθό πρόσωπο με το γένι σαν αστάχυ… όσο που άρχισε ο ήλιος να γέρνει.
…Άξαφνα σήκωσε το κεφάλι κι έφερε τη ματιά ολόγυρα· από το καταπράσινο βουνό, με τα μοσκομύριστα κέδρα και τις πουρναριές, ακούστηκε ο γλυκός αχός της φλογέρας, όπως ετότες… Αλήθεια· κι ήταν ίδια σα σήμερα! Μα τώρα το λάλημα ακούονταν πιο καλά, σαν το κελάρυσμα του νερού κάτου στο ρέμα με τα χρωματιστά βότσαλα, σα μύριων πουλιών γλυκό κελάϊδισμα, σα να ‘λεγε πάντα μια γλυκιά φωνή το γλυκόνομα του Βαγγέλη… του Βαγγέλη!…

* ντράλα ή αντράλα είναι η ζάλη.
* ζεύκι, πιο σωστά ζέφκι, είναι το γλέντι.

* ριπιάζουν θα πει γινονται ερείπια.
Για άλλες λέξεις ρωτάτε στα σχόλια.

10 Things You Should Never Google

03/03/2019 BY ΒΙΚΥ ΠΑΠΑΠΡΟΔΡΟΜΟΥ Μαρία Πολίτου, nocturnum


Μαρία Πολίτου, nocturnum

[Ενότητα Α. Με πόσο θάνατο κερδίζεται η αγάπη;]
Τη νύχτα ουρλιάζει το σκυλί.
Της πόλης σκοτεινές οι φλέβες
θάλασσες άφωνες
βουβά τα κύματα
βέβηλος χρόνος
ονείρων βουλιαγμένος παγετός
χειμώνας μολύβι βαρύς.
Κι εγώ στους δρόμους να ξυπνάω
της ανείπωτης σιωπής
ανέστιος πάλι γυρνάω
–ή μήπως και γερνάω;–
οιωνούς ατσάλινους γυρεύω
ακονισμένα ερωτηματικά
στο σπήλαιό μου της ψυχής
να ζωγραφίσω χελιδόνια.
Από τη συλλογή επιτέλους αποβίβαση (2018) της Μαρίας Πολίτου

Ο Σούπερμαν



Ο Σούπερμαν


Αποτέλεσμα εικόνας για με το βρακι πάνω από το παντελόνι

Ένας τύπος γυρνάει στο σπίτι του ξημερώματα περπατώντας στα νύχια και προσπαθώντας να μην κάνει τον παραμικρό θόρυβο και ξυπνήσει την γυναίκα του, η οποία όμως τον περιμένει καθισμένη στο χολ.
-Που ήσουνα Σούπερμαν; πέντε η ώρα το πρωί πήγε!
-Μα αγάπη μου σου είχα πει ότι είχαμε συνέδριο με κάτι πολύ σημαντικούς πελάτες από την Ιαπωνία;
-Καλά ρε Σούπερμαν μέχρι τί ώρα είχατε συνέδριο; Πέντε; Έξι το απόγευμα; Τώρα είναι πέντε το πρωί!
-Ε, κουκλίτσα μου δεν θα πηγαίναμε τους πελάτες κάπου για ένα ποτό;
-Εντάξει Σούπερμαν, τους πήγατε για ποτό μέχρι τις 10. Μετά πού ήσουνα;
Οι ερωτήσεις και οι δικαιολογίες κρατάνε για λίγη ώρα και τέλος ο σύζυγος ρωτάει απορημένος:
-Μα γιατί με λες Σούπερμαν συνέχεια;
-Γιατί μόνο εσύ και ο Σούπερμαν φοράτε το σώβρακο πάνω από το παντελόνι!
https://aatosmihalis.wordpress.com/

Ο κύβος ερρίφθη: Γαλλία & ΗΠΑ αναλαμβάνουν την προστασία της Κυπριακής ΑΟΖ με πολεμικά πλοία & αεροσκάφη – Συμφωνία-κόλαφος για την Τουρκία

Ο κύβος ερρίφθη: 

Γαλλία & ΗΠΑ αναλαμβάνουν την 

προστασία της Κυπριακής ΑΟΖ με 

πολεμικά πλοία & αεροσκάφη – 

Συμφωνία-κόλαφος για την Τουρκία


Ο «Γλαύκος» ενεργοποίησε τεράστιες διεργασίες στην Κύπρο και στην περιοχή της Αν. Μεσογείου με περαιτέρω προοπτικές. Στο πλαίσιο αυτό ΗΠΑ και Γαλλία επιλέγουν την Κύπρο ως επιχειρηματική και επιχειρησιακή τους βάση.
Εντός του μηνός, αναμένεται η υπογραφή μεγάλης αμυντικής συμφωνίας μεταξύ Λευκωσίας και Παρισιού, στο πλαίσιο της οποίας θα δημιουργηθεί στον κόλπο του Βασιλικού μεγάλο στρατιωτικό λιμάνι. Πρόκειται για έργο με μεγάλες προοπτικές, όπως είναι σε θέση να γνωρίζει η «Κ».
Παράλληλα στις 20 Μαρτίου οι Νετανιάχου, Αναστασιάδης και Τσίπρας θα συζητήσουν με τον Αμερικανό ΥΠΕΞ Μάικ Πομπέο στο Ισραήλ, σημαντικά ζητήματα, όπως η βέλτιστη αξιοποίηση της ενεργειακής και συνεπώς και της γεωπολιτικής πρωτοκαθεδρίας που αποκτά στη Μεσόγειο ο δυτικός συνασπισμός.
Εξάλλου υψηλά ιστάμενη κυβερνητική πηγή δηλώνει στην «Κ», ότι τώρα είναι για την Κύπρο η ώρα της δημιουργίας υποδομών ανάλογων με το εκτόπισμα και τη σοβαρότητα του ενεργειακού πρότζεκτ στο οποίο συμμετέχουμε.
YΠΑΜ Κύπρου: Συνεχείς οι ενέργειες για αναβάθμιση στρατιωτικών σχέσεων Κύπρου – Γαλλίας
Η Γαλλία είναι σύμμαχός μας, και στα πλαίσια αυτά κάνουμε συνεχώς ενέργειες για αναβάθμιση των στρατιωτικών σχέσεών μας, δήλωσε σήμερα ο Υπουργός Αμυνας, Σάββας Αγγελίδης.
Σε δηλώσεις του μετά το εθνικό μνημόσυνο για τον Γρηγόρη Αυξεντίου, και ερωτηθείς για σημερινά δημοσιεύματα στις εφημερίδες «Πολίτης» και «Η Καθημερινή» που αναφέρονται σε ισχυροποίηση της αμυντικής συνεργασίας με τη Γαλλία, κατασκευή ναυστάθμου στη ναυτική βάση στο Μαρί, εκσυγχρονισμό της αεροπορικής βάσης «Ανδρέας Παπανδρέου» στην Πάφο, και σε επικείμενη υπογραφή μεγάλης αμυντικής συμφωνίας μεταξύ Λευκωσίας και Παρισιού, ο κ. Αγγελίδης είπε πως «η δική μου θέση είναι ξεκάθαρη, ότι η Γαλλία είναι σύμμαχός μας και στα πλαίσια αυτά κάνουμε συνεχώς ενέργειες για αναβάθμιση της σχέσης μας, είτε αυτή αφορά το Μαρί, όπως έχετε αναφέρει, είτε αεροπορική βάση ή οτιδήποτε άλλο».
«‘Εχει σχέση ξεκάθαρα με την αναβάθμιση των στρατιωτικών σχέσεών μας μαζί με τη Γαλλία», σημείωσε.
Σε παρατήρηση δημοσιογράφου ότι φαίνεται πως η Κύπρος καθίσταται μια περιφερειακή δύναμη στην Ανατολική Μεσόγειο, ο Υπουργός Άμυνας είπε πως «εάν δουλέψουμε με σοβαρότητα πιστεύω ότι αυτό που διαλαλούμε συνέχεια», ότι δηλαδή η Κύπρος έχει ρόλο να διαδραματίσει όσον αφορά τη σταθερότητα στην περιοχή μας, «μπορούμε να το πετύχουμε με αυτές τις συνεργασίες».
Ο κ. Αγγελίδης επεσήμανε πως αυτό αφορά και τις διμερείς συνεργασίες της Κύπρου με ευρωπαϊκές χώρες αλλά και τις τριμερείς συνεργασίες που έχουμε.
«Δεν είναι απλώς λόγια. Συνέχεια γίνονται έργα προς αυτή την κατεύθυνση», σημείωσε.
Εξάλλου σχολιάζοντας παρατήρηση δημοσιογράφου πως αναπτύσσεται και μια εμπιστοσύνη προς την Κύπρο, κυρίως από μεγάλες χώρες, ο Υπουργός Αμυνας επεσήμανε πως αυτό είναι συνέπεια της αξιοπιστίας που έχουμε για αυτά τα ζητήματα.
ΚΑΙ ΝΑΥΤΙΚΟΣ ΣΤΟΛΟΣ ΣΤΗ ΚΥΠΡΟ
Οι δηλώσεις του Προέδρου της Γαλλίας Εμανουέλ Μακρόν, τον περασμένο Ιανουάριο στη Λευκωσία, για την αμυντική συνεργασία Λευκωσίας – Παρισίων αποτέλεσαν τη σφραγίδα της επιτυχούς κατάληξης των διεργασιών που βρίσκονταν σε εξέλιξη για μεγάλο χρονικό διάστημα και αφορούσαν τη γαλλική παρουσία στην Ανατολική Μεσόγειο με αγκυροβόλιο στην Κύπρο. Ήδη η κατασκευή ναυστάθμου ο οποίος θα φιλοξενεί τα γαλλικά πολεμικά προχωρεί ταχέως στην περιοχή της ναυτικής βάσης «Ευάγγελος Φλωράκης» στο Μαρί, αναφέρει η εφημερίδα ΠΟΛΙΤΗΣ της Κύπρου.
Ο Εμανουέλ Μακρόν στις δηλώσεις του δεν θα μπορούσε να ήταν περισσότερο σαφής λέγοντας: «Ειδικότερα η Κύπρος αποτελεί έναν ενδιάμεσο σταθμό για το γαλλικό ναυτικό και ιδιαίτερα για το αεροναυτικό συγκρότημα που σχηματίστηκε γύρω από το αεροπλανοφόρο Charles de Gaulle. Υπολογίζω πολύ σε αυτή τη συνεργασία, στην οποία αντικατοπτρίζεται η φιλοδοξία μιας κυρίαρχης Ευρώπης η οποία εξασφαλίζει τα μέσα για να προφυλάξει τον εαυτό της. Αυτή η συνεργασία αποτελεί για μένα ένα σημαντικό στοιχείο του ευρωπαϊκού σχεδιασμού άμυνας τον οποίο έχουμε ενισχύσει πολύ στη διάρκεια του τελευταίου χρόνου». Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η Γαλλία από το 1974 και μετά αποτελούσε βασική πηγή προμήθειας στρατιωτικού υλικού στην Κύπρο, όταν σχεδόν όλες οι δυτικές χώρες είχαν στοιχηθεί με το εμπάργκο που επέβαλαν οι ΗΠΑ.
Ναύσταθμος υψηλών προδιαγραφών
Η ναυτική βάση στο Μαρί είχε δημιουργηθεί για να εξυπηρετεί τα πλοία, τη ναυτική διοίκηση της ΕΦ και ήταν περιορισμένων δυνατοτήτων. Με την αναβάθμιση και τον εκσυγχρονισμό της θα μπορεί να δέχεται μεγάλα πολεμικά πλοία, λειτουργώντας ως μόνιμο αγκυροβόλιο του γαλλικού ναυτικού, με παρουσία φρεγατών που σήμερα επιχειρούν στην Ανατολική Μεσόγειο με διοικητικό κέντρο το αεροπλανοφόρο Charles de Gaulle.
Οι πληροφορίες αναφέρουν ότι στο Μαρί θα βρίσκεται σε μόνιμη βάση επιτελείο Γάλλων αξιωματικών. Η διοίκηση της βάσης θα ανήκει στην ΕΦ. Επίσης, στη ναυτική βάση θα μπορούν να ελλιμενίζονται και άλλα πολεμικά πλοία χωρών μελών της ΕΕ, που σήμερα για πρακτικούς λόγους φιλοξενούνται στα λιμάνια Λεμεσού και Λάρνακας. Η βάση θα διαθέτει όλες τις υποδομές διοικητικής μέριμνας και τεχνικής υποστήριξης των πλοίων.
Σημαντική συμβολή στο δίκτυο ασφάλειας που δημιουργείται θα παίξει και ο εκσυγχρονισμός της αεροπορικής βάσης «Ανδρέας Παπανδρέου» στην Πάφο, η οποία θα φιλοξενεί ευρωπαϊκές δυνάμεις, οι οποίες ωστόσο δεν θα χρησιμοποιούν το κυπριακό έδαφος ως ορμητήριο για επιθετικούς σκοπούς. Η ναυτική και η αεροπορική βάση σε συνδυασμό με το Κέντρο Επιχειρήσεων «Ζήνων» στη Λάρνακα καθίστανται πλέον σημαντικές υποδομές που έχει να προσφέρει η Κύπρος για τους σκοπούς της κοινής ευρωπαϊκής άμυνας.
Υπομονή για δύο πλοία
Η ειλημμένη απόφαση για αγορά ακόμα δύο πλοίων ανοικτής θαλάσσης για τις ανάγκες του ναυτικού της ΕΦ ενδεχομένως να καθυστερήσει να υλοποιηθεί για κάποιο διάστημα, αφού δεν είναι έτοιμες οι υποδομές ελλιμενισμού τους. Ο προσανατολισμός της κυβέρνησης είναι προς την αγορά τους, είτε ταυτόχρονα με την ολοκλήρωση των έργων στη ναυτική βάση στο Μαρί είτε αργότερα. Η καθυστέρηση δεν θεωρείται κρίσιμης σημασίας αφού τα μέσα που υπάρχουν σήμερα μπορούν να καλύψουν τις ανάγκες επιτήρησης της ΑΟΖ και των χωρικών υδάτων.
Στροφή στη Δύση
Η Κυπριακή Δημοκρατία από την ίδρυσή της σχοινοβατούσε μεταξύ Ανατολής και Δύσης, «αλληθωρίζοντας» περισσότερο προς Ανατολάς και όχι μόνο λόγω της γεωγραφικής της θέσης. Επρόκειτο για πολιτική απόφαση, η οποία εκ του αποτελέσματος δεν κρίνεται και ως η πλέον σοφή. Η αίτηση ένταξης και η ένταξη στην ΕΕ το 2004 υπήρξαν το κομβικό σημείο που άρχισε να ξεκαθαρίζει το τοπίο ως προς τον προσανατολισμό του κράτους και υιοθέτησης του άτυπου δόγματος «ανήκομεν εις τη Δύσιν», που διατυπώθηκε από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή για την Ελλάδα τη δεκαετία του ’70.
Σήμερα η Κυπριακή Δημοκρατία βρίσκεται στον σκληρό πυρήνα της ΕΕ, με τη συμμετοχή της στη ζώνη του ευρώ αλλά και στην PESCO (Permanent Structured Cooperation), που φιλοδοξεί να καταστεί ο αμυντικός βραχίονας της ΕΕ, με ατμομηχανή που τραβάει την άμαξα τη Γαλλία, η οποία σε κάθε ευκαιρία τονίζει την αναγκαιότητα της αμυντικής συνεργασίας των ευρωπαϊκών χωρών, με αποστάσεις από το ΝΑΤΟ, στο οποίο τον πρώτο λόγο έχουν οι ΗΠΑ.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Κύπρος ως μία από τις λίγες χώρες της ΕΕ με ιδιαιτέρως περιορισμένες αμυντικές δυνατότητες και με το πλέον κρίσιμο πρόβλημα ασφάλειας, που δημιουργεί η τουρκική κατοχή, αξιοποιεί τα εργαλεία της PESCO, προβάλλοντας και την ιδιότητά της ως εξωτερικού συνόρου της ΕΕ σε μια ασταθή περιοχή. Η συνεργασία με τη Γαλλία καλύπτεται από αυτή την ομπρέλα.
Στο πλαίσιο των συνεργασιών και του ρόλου που η Κύπρος θέλει να αναλάβει στην PESCO, είναι ήδη γνωστό ότι έχουν δρομολογηθεί και βρίσκονται σε προχωρημένο στάδιο οι διεργασίες συνεργασίας με τη Γαλλία για την οποία σύντομα αναμένεται να υπάρξουν ανακοινώσεις σε ανώτατο επίπεδο. Το επόμενο χρονικό διάστημα αναμένεται στην Κύπρο και η Γαλλίδα υπουργός Άμυνας, Φλοράνς Παρλί, η οποία επίσης θα έχει συζητήσεις με τον Κύπριο ομόλογο της Σάββα Αγγελίδη.
https://www.pentapostagma.gr/

Ταχίνι: Φάρμακο για την καρδιά, τον καρκίνο και την αρθρίτιδα – Η διατροφική του αξία

Ταχίνι: 

Φάρμακο για την καρδιά, τον καρκίνο 

και την αρθρίτιδα – 

Η διατροφική του αξία

Είναι γνωστό σε όλους μας από τον αγαπημένο χαλβά της Σαρακοστής. Ωστόσο, πέρα από την εξαιρετική του γεύση, είναι τρομερά ευεργετικό.
Το ταχίνι είναι ένα είδος βουτύρου από σπόρους, το οποίο γίνεται από σουσάμι που συνθλίβεται σε σκόνη και καβουρδίζεται.
Το ταχίνι χρησιμοποιείται ευρέως στην ελληνική και την μεσανατολική κουζίνα, αλλά και σε πιάτα των χωρών της Βόρειας Αφρικής.
Ταχίνι: Διατροφική αξία
Σύμφωνα με την βάση δεδομένων USDA National Nutrient, μία μερίδα ταχίνι (2 κουταλιές της σούπας) από καβουρδισμένο σουσάμι περιέχει:
178 θερμίδες
16 γραμμάρια λίπους
6 γραμμάρια υδατανθράκων (3 γραμμάρια ινών και 0 γραμμάρια ζάχαρη) και
5 γραμμάρια πρωτεΐνης
Παρέχει επίσης το:
30% των ημερήσιων αναγκών του ανθρώπου σε θειαμίνη
24% σε μαγνήσιο
22% σε φώσφορο
14% σε σίδηρο και
12% σε ασβέστιο
Μην σας ανησυχεί η ποσότητα λίπους στο ταχίνι, αφού μόνο 2 από τα 16 γραμμάρια είναι κορεσμένα, τα υπόλοιπα είναι μονο- και πολυ-ακόρεστα λιπαρά, τα οποία είναι γνωστό ότι είναι ευεργετικά για την καρδιά και τη γενική υγεία.
Τα 30 γραμμάρια σουσάμι περιέχουν τρεις φορές περισσότερο σίδηρο από την ίδια ποσότητα συκωτιού από βόειο κρέας. Το σουσάμι περιέχει επίσης περισσότερες φυτοστερόλες από όλους τους άλλους ξηρούς καρπούς και σπόρους, κάτι που το καθιστά πολύ ευεργετικό για την μείωση της χοληστερόλης και την καταπολέμηση/πρόληψη του καρκίνου.
Το σουσάμι παρέχει πολλά θρεπτικά συστατικά, αλλά είναι δύσκολο για το σώμα να τα απορροφήσει, λόγω του σκληρού εξωτερικό τοιχώματος (κύτος του σπόρου). Η κατανάλωση σουσαμιού σε μορφή πάστας (ταχίνι) επιτρέπει στο σώμα να απορροφήσει καλύτερα αυτά τα θρεπτικά συστατικά.
Ταχίνι: Πιθανά οφέλη για την υγεία
Υγεία της καρδιάς
Το σουσάμι περιέχει τις μοναδικές ουσίες λιγνάνες, σησαμίνη και σησαμόλη, που έχει αποδειχθεί ότι μειώνουν τη χοληστερόλη. Το επιστημονικό περιοδικό Nutrition Research δημοσίευσε μια μελέτη στην οποία συμμετέχοντες κατανάλωσαν 40 γραμμάρια ταχινιού την ημέρα. Μετά από 4 εβδομάδες, η μέση ολική και η LDL (“κακή”) χοληστερόλη τους μειώθηκε κατά 6,4% και 9,5%, αντίστοιχα. Όταν οι συμμετέχοντες επέστρεψαν στην κανονική διατροφή τους χωρίς ταχίνι, στις επόμενες 4 εβδομάδες η χοληστερόλη τους, επέστρεψε στα αρχικά της επίπεδα.
Όπως είδαμε παραπάνω, το ταχίνι έχει πολλά μονοακόρεστα και πολυακόρεστα λιπαρά. Μελέτες έχουν δείξει ότι η κατανάλωση αυτών των τύπων λιπαρών μπορεί να μειώσει τα επιβλαβή επίπεδα χοληστερόλης, καθώς και τον κίνδυνο καρδιακών παθήσεων και εγκεφαλικού επεισοδίου.
Το ασβέστιο και το μαγνήσιο που περιέχει μπορεί επίσης να μειώσει την αρτηριακή πίεση με φυσικό τρόπο.
Καρκίνος
Οι λιγνάνες, χημικές ενώσεις που βρίσκονται σε ορισμένα φυτά, έχουν παρόμοια δομή με τα οιστρογόνα. Οι λιγνάνες, η σησαμίνη και το σησαμελαίου στο ταχίνι προσκολλώνται στους υποδοχείς των οιστρογόνων και προστατεύουν τον οργανισμό από καρκίνους που σχετίζονται με τις ορμόνες.
Αρθρίτιδα
Έρευνα που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό International Journal of Rheumatic Diseases, εξέτασε ασθενείς με οστεοαρθρίτιδα γονάτου στους οποίους δόθηκε είτε γλυκοζαμίνη και Tylenol δύο φορές την ημέρα (μια τυποποιημένη θεραπεία για την οστεοαρθρίτιδα) ή 2 κουταλιές της σούπας ταχίνι ανά ημέρα.
Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι όσοι κατανάλωναν ταχίνι είχαν καλύτερες αποτελέσματα σε τεστ για την οστεοαρθρίτιδα του γόνατος, ανέφεραν λιγότερο πόνο και δεν είχαν φυσικά τις αρνητικές παρενέργειες που σχετίζονται με το Tylenol.
Υγεία των οστών
Η υψηλή περιεκτικότητα που έχει το ταχίνι σε μαγνήσιο είναι ευεργετική για τη διατήρηση υγιών οστών. Η επαρκής πρόσληψη μαγνησίου συνδέεται με μια μεγαλύτερη πυκνότητα των οστών και με την μείωση του κινδύνου οστεοπόρωσης σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες.
https://www.pentapostagma.gr/

Οι 7 λόγοι που πρέπει να εντάξετε τη γλυκοπατάτα στη διατροφή σας!

Οι 7 λόγοι που πρέπει να εντάξετε 

τη γλυκοπατάτα στη διατροφή σας!

Οι γλυκοπατάτες είναι ιδιαιτέρως θρεπτικές και πολύ γευστικές. Έχουν πολλές βιταμίνες και είναι πολύ ευεργετικές για τον οργανισμό μας.
Δίνουν ελάχιστες θερμίδες αν και είναι αρκετά θρεπτικές. Αρκεί να αναφέρουμε ότι μία μέτρια γλυκοπατάτα δίνει περίπου 180 θερμίδες, ενώ προσφέρει στον οργανισμό αρκετά συστατικά για να καλύψει τις ενεργειακές του ανάγκες.
Ακολουθούν μερικοί σημαντικοί λόγοι για να εντάξετε τις γλυκοπατάτες στη διατροφή σας.
  • Μελέτες έχουν δείξει ότι οι γλυκοπατάτες μπορούν να συμβάλλουν στη βελτίωση της μνήμης και έχουν συνδεθεί με την καλή λειτουργία του εγκεφάλου.
  • Οι γλυκοπατάτες είναι εξαιρετικές για την πέψη και την υγεία του εντέρου, καθώς είναι πλούσιες σε φυτικές ίνες και αντιοξειδωτικά.
  • Λόγω της περιεκτικότητάς τους σε βήτα-καροτίνη, ενισχύουν την παραγωγή της βιταμίνης Α, η οποία είναι το κλειδί για τη διατήρηση της υγείας των ματιών.
  • Τα αντιοξειδωτικά που περιέχουν είναι σημαντικά για την προστασία του οργανισμού από τις ελεύθερες ρίζες, που προκαλούν φλεγμονή και συνδέονται με χρόνιες παθήσεις όπως ο καρκίνος.
  • Το β-καροτένιο που περιέχουν οι γλυκοπατάτες είναι το «κλειδί» για νεανική επιδερμίδα. Χαρίζουν στο δέρμα σας μία φυσική λάμψη, ενώ παράλληλα προστατεύουν από τις βλαβερές ακτίνες UV.
  • Η βιταμίνη Α που περιέχουν είναι ζωτικής σημασίας για την καλή λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος.
  • Όταν είναι βραστές ή μαγειρεμένες στον ατμό, είναι καλή επιλογή για τους διαβητικούς. Μελέτες δείχνουν ότι η τακτική κατανάλωσή τους μπορεί να βοηθήσει στη ρύθμιση του σακχάρου στο αίμα σε άτομα με διαβήτη τύπου 2.
https://www.pentapostagma.gr/

Άφθες στο στόμα: Πότε να ανησυχήσουμε και ποιες παθήσεις φανερώνουν;

Άφθες στο στόμα: 

Πότε να ανησυχήσουμε και ποιες 

παθήσεις φανερώνουν;

Πολλοί άνθρωποι συνηθίζουν να βγάζουν άφθες στο στόμα. Τις περισσότερες φορές δεν είναι κάτι το ανησυχητικό, όμως καλό είναι σε ορισμένες περιπτώσεις να δίνουμε ιδιαίτερη βαρύτητα.
Εμφανίζονται αποκλειστικά στο εσωτερικό του στόματος και συχνότερα στα χείλη, στη γλώσσα, κάτω από τη γλώσσα και στα μάγουλα. Οι άφθες καλύπτονται από μια άσπρη μεμβράνη και γύρω από αυτήν ο βλεννογόνος είναι ερεθισμένος και κόκκινος.
Οι πάσχοντες δεν μπορούν να φάνε ή να πιούνε, καθώς οι άφθες καθιστούν τη διαδικασία βασανιστική.
Διακρίνονται σε μικρές, που συνήθως υποχωρούν από μόνες τους μετά από 1-2 εβδομάδες και σε μεγάλες (>1 cm), οι οποίες συνήθως επιμένουν περισσότερο καιρό, περίπου 1-2 μήνες.
Υπάρχουν επίσης τα ερπητόμορφα έλκη (1-3 mm), που μοιάζουν με κεφαλή καρφίτσας. Παρουσιάζονται σε ομάδες, π.χ. 30-40 άφθες συγκεντρωμένες στην ίδια περιοχή του στόματος. Αν και μοιάζουν με τις πληγές του έρπητα, δεν οφείλονται στο συγκεκριμένο ιό. Παρά το μικρό τους μέγεθος, είναι επώδυνες και δυσκολεύουν την κατάποση, ακόμη και την ομιλία. Η επούλωσή τους είναι γρήγορη (συνήθως διαρκεί 3-4 μέρες), αλλά στο μεταξύ εμφανίζονται νέα έλκη, δημιουργώντας ένα φαύλο κύκλο, που μπορεί να διαρκέσει ακόμη και ένα μήνα, κατά μέσο όρο.
Παρόλο που οι άφθες είναι ένα αθώο αλλά επώδυνο νόσημα, συνιστάται η αξιολόγηση τους από ειδικό στοματολόγο, καθώς υπάρχουν πολλά συστηματικά νοσήματα που μπορεί να προκαλέσουν άφθες ή άλλες βλάβες που μοιάζουν με άφθες.
Μερικά από αυτά είναι:
– Παθήσεις του αιμοποιητικού (π.χ. αναιμία, λευχαιμία)
– Παθήσεις του πεπτικού συστήματος (π.χ. νόσος του Crohn, ελκώδης κολίτιδα)
– Ιογενείς λοιμώξεις
– Η νόσος Αδαμαντιάδη – Behҫet
– Καρκίνος του στόματος, ο οποίος συχνά εμφανίζεται στο στόμα σαν μία πληγή η οποία δεν επουλώνεται.
Είναι συνεπώς απαραίτητο να σας εξετάσει ένας ειδικός προκειμένου να ελέγξει τη μορφή και τον αριθμό των πληγών που έχετε στο στόμα.
Εάν εμφανίζετε συχνά άφθες (π.χ. 4-5 φορές το χρόνο) ή παρατηρείτε ότι παρουσιάζονται πολύ πιο συχνά σε σχέση με τις προηγούμενες φορές, ίσως χρειαστούν και επιπλέον εξετάσεις, όπως αιματολογικές ή λήψη δείγματος για βιοψία, για να αποκλειστούν άλλα νοσήματα.
Αντιμετώπιση
Επειδή το αίτιο των αφθών εξακολουθεί να παραμένει άγνωστο, αποτελεσματική αγωγή η οποία να τις θεραπεύει για πάντα δεν υπάρχει.
Η θεραπεία που συστήνεται έχει κυρίως στόχο την ανακούφιση από τον πόνο, τη μείωση της διάρκειας των βλαβών, αλλά και τη μείωση του αριθμού των επαναλαμβανόμενων επεισοδίων. Ανάλογα με την έκταση του προβλήματος, αυτή περιλαμβάνει τοπικά σκευάσματα, λήψη φαρμάκων από το στόμα, αλλά και θεραπεία με laser.
https://www.pentapostagma.gr/

Πόσο «αντέχει» το κάθε φαγητό στο ψυγείο;

Πόσο «αντέχει» το κάθε φαγητό στο ψυγείο;

Στην καθημερινότητα πολλοί, συνηθίζουν να μαγειρεύουν μεγαλύτερη ποσότητα φαγητού για να έχουν εύκολα σπιτικό φαγητό και τις ημέρες που το πρόγραμμά τους είναι πιο δύσκολο και δεν θα μπορούσαν να μαγειρέψουν. Η συντήρηση όπως θα δούμε παρακάτω των τροφίμων στο ψυγείο, είναι πάρα πολύ σημαντική για την υγιεινή του φαγητού!
Πολλά φαγητά τρώγονται μετά από μία ή δυο μέρες χωρίς κανένα πρόβλημα, αρκεί να συντηρηθούν σωστά στο ψυγείο. Πολλοί μάλιστα βρίσκουν τα όσπρια, τα λαδερά έως και τα ζυμαρικά πιο νόστιμα την επόμενη μέρα.
Πόσες μέρες μπορείτε να τα συντηρήσετε στο ψυγείο
Για να συντηρήσετε τα τρόφιμα στο ψυγείο, το μόνο που χρειάζεστε είναι κλειστά σκεύη (πλαστικά ή γυάλινα). Αφήστε το φαγητό να κρυώσει και μετά βάλτε το στη συντήρηση (κατά προτίμηση στη μέση του ψυγείου).
1 Λαδερά: Έως δύο ημέρες
2 Όσπρια: Έως δύο μέρες
3 Ζυμαρικά: Τρεις έως τέσσερις μέρες
4 Ομελέτα – Έως μία μέρα
5 Τζατζίκι – Έως και πέντε μέρες
6  Χοιρινό & βραστό κοτόπουλο – Έως τρεις μέρες
7 Μελιτζανοσαλάτα – Έως τέσσερις με πέντε μέρες
8 Σάλτσα ντομάτας – Έως έξι μέρες


https://www.pentapostagma.gr/

Και όμως ο Διογένης γνώριζε την ύπαρξη της Αμερικής!

Και όμως ο Διογένης γνώριζε την ύπαρξη της Αμερικής!

Και όμως ο Διογένης γνώριζε την ύπαρξη της Αμερικής!


Όποιον και αν ρωτήσεις, τι είπε ο Διογένης στον Μεγαλέξανδρο, θα σου απαντήσει εκείνο το χιλιοειπωμένο «μη μου κρύβεις τον ήλιο» ή «μη μου στερείς αυτό που δεν μπορείς να μου χαρίσεις». 
Οι νεοέλληνες ειδικοί κατά έναν περίεργο τρόπο, σταματούν εδώ χωρίς να επεκτείνονται στην υπόλοιπη συζήτηση του Αλεξάνδρου με τον Διογένη, η οποία είναι πραγματική διάλεξη πολιτικής κοινωνιολογίας.
Ο Διογένης συμφωνεί με την Σωκρατική αντίληψη περί γνώσεως. Δηλαδή δεν μπορεί να ασχοληθεί κάποιος επιτυχώς και επωφελώς με κάτι αν το αγνοεί.Άλλωστε δεν είπε τυχαία στο τέλος την κουβέντα ο Αλέξανδρος, πως, «Αν δεν ήμουν Αλέξανδρος θα ήθελα να ήμουν Διογένης». Ολοκληρώνοντας τον διάλογό του ο Διογένης, με τον Αλέξανδρο, λέει: «Ακόμη κι αν κατακτήσεις όλον τον κόσμο, ακόμη κι αν περάσεις τις ηράκλειες στήλες και κατακτήσεις την μεγάλη ήπειρο που βρίσκεται πέρα από τον μεγάλο ωκεανό που είναι μεγαλύτερη από την Ασία, δεν θα είσαι μεγάλος βασιλιάς, αν πρώτα δεν είσαι καλός άνθρωπος».
«Μείζω της Ασίας ήπειρον, τον Ωκεανόν διανηξάμενος». 
Σε ποιά Ήπειρο αναφερόταν ο Διογένης άραγε; Μα είναι πασιφανές πως μιλάει για την Αμερική ( καθότι η Ατλαντίδα ήταν στον βυθό...). Είναι προφανές πως η μυστική ιστορία του Γένους μας εξαπλώνεται σε μέρη και καταστάσεις που δεν έχουμε αντιληφθεί. 
Η αρχαία Ελληνική πραγματεία και μυθολογία - ιστορία μας μιλάει για υπερατλαντικά ταξίδια σε όλο τον κόσμο, για υπερόπλα, ακόμα και για πτητικές μηχανές. Ως πότε θα κλείνουμε τα μάτια σε κάτι που "βγάζει μάτι". Δεν νομίζω ότι είναι ούτε ντροπή, ούτε φασιστικό να πούμε πως η Ελλάς είναι η γενέτειρα και ο ηνίοχος κάθε ανθρώπινης γνώσης. (lithosfotos.blogspot.gr)
Νομίζεις λέει στον Μέγα Αλέξανδρο πως είναι ηνίοχος εκείνος που δεν μπορεί να κρατήσει τα ηνία; Ή εκείνος που δεν ξέρει να κυβερνήσει είναι κυβερνήτης; Ο Αλέξανδρος τότε, ανήσυχος μήπως θεωρηθεί ότι δεν γνωρίζει να βασιλεύει, ρωτά πολύ εύστοχα: Ποιος διδάσκει την βασιλική τέχνη που πρέπει να μεταβεί κανείς για να την μάθει;
Στο ερώτημα ο Διογένης απαντά, πως η μόρφωση είναι δυο ειδών. Εκείνη που διαθέτει ο άνθρωπος από την φύση, την «θεία», και εκείνη που αποκτά από τους ανθρώπους την «ανθρώπινη». Δηλαδή η έμφυτη και η επίκτητη. Για να γίνει όμως κάποιος σωστά μορφωμένος, είναι απαραίτητο να προστεθεί η ανθρώπινη στην θεία. Δηλαδή ο κυβερνήτης ο βασιλεύς ο ιατρός πρέπει να έχει το ταλέντο, την έμφυτο κλίση να κυβερνήσει να βασιλεύει να ιατρεύει κλπ. Η άποψη αυτή του Διογένους επικρατεί σήμερα στην παιδαγωγική επιστήμη και αποτελεί την βάση του επαγγελματικού προσανατολισμού. 
Ο Διογένης βεβαιώνει τον Αλέξανδρο, ότι όποιος έχει την θεϊκή-έμφυτη μόρφωση, εύκολα αποκτά και την άλλη, την ανθρώπινη, αφού ακούσει λίγα και λίγες φορές. Απορίας άξιο είναι, γιατί περιορίζουν τον Διογένη στα αστεία και στα πειράγματά του και «αγνοούν» την προσφορά του στην επιστήμη της πολιτικής κοινωνιολογίας. 
Τμήμα ειδήσεων defencenet.gr
https://www.pronews.gr/

Τέλεια η Αθήνα χωρίς τους Αθηναίους, σύμφωνα με έρευνα5

  Τέλεια η Αθήνα χωρίς τους Αθηναίους, σύμφωνα με έρευνα Φανταστική είναι η Αθήνα αρκεί να μην έχει Αθηναίους, όπως προκύπτει από έρευνα που...