Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρασκευή 18 Νοεμβρίου 2016

Ο ΒΑΣΙΛΑΚΗΣ...ΚΕΦΑΛΑΙΑ 9 ΚΑΙ 10



9)                                         Εις επιφυλακήν
      

Την άλλη μέρα πέρασε απ’ το γραφείο πριν κάνει τον γύρο της Αθήνας για εισπράξεις.
Ο Νίκος ήταν στην συνηθισμένη του θέση, να κοιτάει στα μάτια την δευτεροξαδέρφη (ή τριτοανιψιά, ποτέ δεν το ξεκαθάρισε )
Ο Βασίλης τον συνέφερε στα γρήγορα. 
-Πήγαινε στον Λευτέρη να συνεννοηθείς ( περιμένουμε λεφτά από ‘κει) και πες του να περάσει τ’ απόγευμα απ’ το γραφείο. 
-Δεν είναι λίγο επικίνδυνο να έρχεται εδώ;
-Δεν πειράζει.. ας είναι, για μια φορά…
-Λοιπόν !  Δεν μου το βγάζεις απ’ το νου ότι εσύ έχεις κάτι στο νου σου.
Ασφαλώς και είχε!  Ήθελε να δέσει τον κύριο αντισυνταγματάρχη με τα πιο γερά δεσμά.
Αρκετά έμεινε μονάχος του, καιρός ήταν να παντρευτεί κι αυτός και να νοικοκυρευτεί.
Η ιδέα ήταν της Τούλας, που στο πρόσωπο του Λευτέρη έβλεπε μια καλή αποκατάσταση για την ξαδέλφη της την Ευτέρπη (της το ‘χανε κάνει Ντέπη) 
Καλό κορίτσι η Ευτέρπη και με το κάτι τις της, αλλά άτυχη βρε παιδί μου.   Κανά δυο τύχες που της έπεσαν δεν στέριωσαν.  Το κακό μ’ αυτήν ήταν πως μπερδεύονταν ο γαμπρός και δεν καταλάβαινε κατά που κοιτάει. Το ‘να μάτι της έκοβε δεξιά και προς τα πάνω και το άλλο, σημάδευε την άκρη της μύτης της. Άϊντε τώρα να συνεννοηθεί ο άλλος μαζί της όταν έδειχνε ¨εκεί¨. Όταν της ζητούσε περαιτέρω διευκρινίσεις, παρεξηγούνταν η Ευτέρπη και νόμιζε ότι την κορόιδευε, γίνονταν θηρίο και διέλυε τον αρραβώνα. Βρε τι να την καλοπιάνει η μάνα της: (Δεν το ‘πε από κακό, βρε πουλάκι μου, το παρεξήγησες το παιδί).


Η Ευτέρπη όμως ανένδοτη! Αφού τον έλουζε μ’ ένα σωρό κοσμητικά, δήλωνε ότι δεν θέλει να τον ξέρει. Τάβλα στο κρεβάτι η θειά της Τούλας με την πίεση στο είκοσι.
-Θα με πεθάνει αυτό το κορίτσι. Στο ράφι θα μείνει, απ’ το ξερό της το κεφάλι.
Τίποτα δεν είχε το κεφάλι της. Το κακό ήταν πως η φουκαριάρα έβλεπε τον κόσμο από γωνία και το έφερε βαρέως κι άμα της περνούσε απ’ το νου ότι προσπαθούσε να την δουλέψει ο υποψήφιος γαμπρός, γίνονταν θηρίο.  Στο δευτερόλεπτο του ρίχνονταν με τα νύχια να του βγάλει τα μάτια. Το ευτύχημα ήταν ότι δεν μπορούσε να σημαδέψει καλά κι έτσι δεν είχαν θρηνήσει θύματα.  Μ’ αυτά και με τ’ άλλα η Ευτέρπη έπιασε τα  τριάντα τρία (κι ας την έλεγαν είκοσι οκτώ) και φως δεν φαίνονταν στον ορίζοντα.   Η Τούλα λοιπόν είχε την ιδέα να τους βάλουν να συναντηθούν, δήθεν κατά τύχη. Θα χτένιζαν (λέει) την Ντέπη έτσι που να μη φαίνονται πολύ τα μάτια και θα της έλεγε να κάνει την ντροπαλή και χαμηλοβλεπούσα,  γιατί ο Λευτέρης σαν αξιωματικός, ήταν παλαιών αρχών. Κατά τ’ άλλα τίποτα δεν της έλειπε της Ευτέρπης. Ένα σωματάκι σούπερ, να την πιεις στο ποτήρι κι αν παράβλεπες τα μάτια η υπόλοιπη ήταν κουκλί σκέτο. 
Την παγίδα θα την έστηναν στο σπίτι του Βασίλη όπου θα καλούσαν τον Λευτέρη για φαγητό και –κατά σύμπτωση- θα ήταν εκεί και η Ντέπη για να βοηθήσει την ξαδέλφη της στο μαγείρεμα.  Θα λέγανε ότι τα περισσότερα φαγητά τα μαγείρεψε η χρυσοχέρα νοικοκυρά που όμοια της δεν υπάρχει σε όλη τη μείζονα περιφέρεια Αττικής και νήσων.  Τώρα άμα τσιμπούσε ο αντισυνταγματάρχης ήταν άλλο θέμα. Πάντως ο Βασίλης φρόντισε να έχει τέσσερα μπουκάλια κρασί Νεμέας μπας και γίνει τύφλα και δεν βλέπει τα παράκεντρα μάτια της αλλοίθωρης κουκλάρας.  
Πράγματι η Τούλα ξεπέρασε τον εαυτό της!  Τι μουσακά ετοίμασε, τι αρνάκι γεμιστό κι από γύρω ένα σωρό μεζεδάκια (για το ούζο) 
Ο Βασίλης βέβαια διαφωνούσε. Δεν ήθελε να τον χαζέψουν απ’ την πρώτη στιγμή.
-Να προλάβει ο άνθρωπος να γνωρίσει την κοπέλα, ρε Τούλα και μετά τον… παραγεμίζουμε. 
-Ε.. δεν πειράζει θα την γνωρίσει στο ούζο!  Ν’ απασχολείται με τα μεζεδάκια και να μην την κοιτάει στα μάτια. 
-Να της βάζαμε, καλύτερα, μαύρα γυαλιά;
-Άει να χαθείς, δεν ντρέπεσαι! 
Στο τέλος όλα πήγαν χαμένα. Αργά το απόγευμα τους πήρε τηλέφωνο η… γυναίκα του Λευτέρη για να τους αναγγείλει ότι κάτι συνέβαινε και είχαν μπει σ’ επιφυλακή όλες οι μονάδες κι έτσι δεν θα μπορούσαν να έλθουν. Αλλά τους ευχαριστούσε πολύ για την πρόσκληση και υπόσχονταν ότι θα το οργάνωναν μια άλλη φορά.
Το τηλέφωνο (για κακή του τύχη) το σήκωσε η Τούλα που έγινε θηρίο.
-Μα καλά, μπορεί να είσαι τόσο βλάκας; Δεν τον ρώτησες τον άνθρωπο αν ήταν παντρεμένος; 
-Μα δεν μου ανέφερε ποτέ ότι..
-Τον κακό σου τον καιρό! Ευτυχώς κάτι συνέβη την τελευταία στιγμή και μπήκε ο στρατός επιφυλακή και δεν γίναμε ρεζίλη στην κοπέλα.  Αλλά με σένα κύριε..
Είχε βάλει μπροστά το μηχανάκι η Τούλα, με καύσιμα για μακρά διαδρομή.  Επίγεια κόλαση τον περίμενε τον Βασίλη!  Αλλά η πολύχρονη συμβίωσή του μαζί της, τον είχε κάνει ν’ αναπτύξει τεχνικές παραπλάνησης που θα τις ζήλευε κι ο Μέττερνιχ.
-Τι είπες τώρα;  Επιφυλακή ο στρατός;  Τι λες ρε Τούλα;  Άνοιξε γρήγορα την τηλεόραση να δούμε αν λένε τίποτα.
Όχι δεν έλεγαν τίποτα.   Αλλά οι σταθμοί του εξωτερικού που έλεγαν ειδήσεις στα Ελληνικά, μιλούσαν για κάποιες φοιτητικές διαδηλώσεις.. μάλλον στη Νομική. 
Είχαν μάλιστα και ήχο.  Οι φοιτητές φώναζαν ¨κάτω το ποδόσφαιρο¨. 
Ο Βασίλης έγινε έξω φρενών!
-Καλά τι τους φταίει το ποδόσφαιρο;  Δεν κοιτάνε εκεί τα μαθήματά τους, μπας και γίνουν άνθρωποι;   Ο κόσμος έχει ένα σωρό προβλήματα κι αυτοί τρώγονται με το ποδόσφαιρο!
Την άλλη μέρα, πηγαίνοντας στο γραφείο, προσπαθούσε με πλάγιες ματιές να διακρίνει κάποια σημάδια των ταραχών που έλεγαν οι σταθμοί. Δεν είδε και πολλά πράγματα. Λεπτομέρειες!
«Άιντε μωρέ, τα παραλένε.  Σιγά τις ταραχές!  Συλλαλητήρια γίνονταν παλιά.  Τώρα με τον Παττακό στο κεφάλι τους, τι διαδήλωση να κάνουν;  Θα βρεθούν όλοι τους στα Γιούρα.»
Έτσι είναι.  Είχαν περάσει έξι χρόνια και η δικτατορία είχε πλακώσει τα πάντα.  Κανείς δεν τολμούσε να κάνει κιχ!   Με το παραμικρό έβαζαν όλη την Αθήνα σε επιφυλακή. Απαγόρευαν τις συγκεντρώσεις άνω των τριών ατόμων, απαγόρευαν την κυκλοφορία, μετά την δύση του ήλιου κι ένα σωρό άλλες αηδίες. Αλλά είχαν καταφέρει να σταματήσουν κάθε αντίδραση. Έμεναν κάποιοι στο εξωτερικό να φωνάζουν, αλλά ποιος τους άκουγε;  Τον Παπαδόπουλο δεν τον κουνούσε κανένας! Μόνο ένας ήταν αρκετά τρελός να κάνει απόπειρα εναντίον του αλλά τον βούτηξαν στο ίδιο το λεπτό. 


Έτσι κι αλλιώς τον τελευταίο καιρό είχαν αρχίσει να λασκάρουν τα πράγματα. Έκαναν κυβέρνηση με πολιτικούς και ανάσαινε ο τόπος πιο ελεύθερα. Πολλοί όμως ήταν εκείνοι που έλεγαν ότι έστησαν καραγκιόζ μπερντέ με τον Μαρκεζίνη για Χατζατζάρη, αλλά και ποιος έδινε σημασία στη γκρίνια;   Ο Παπαδόπουλος, καραγκιόζης ή όχι, έκανε την δουλειά του μια χαρά και είχε βάλει όλη την Ελλάδα στο ψυγείο.
Τους το είπε κι ένας ταξίαρχος. :  «Είμεθα απολύτως ισχυροί. Οι Έλληνες εκτιμούν την προσφοράν της επαναστάσεως εις τον τόπον. Οι δε Αμερικανοί συνεργάζονται αψόγως μεθ’ ημών, δια την εξασφάλισην της καθεστηκυίας τάξεως εις τον δυτικόν κόσμον και την απομάκρυνσην της κομμουνιστικής απειλής»    
Βέβαια εκείνο το περί συνεργασίας των Αμερικάνων, δεν του ακούστηκε τόσο καλά.  Όλοι έλεγαν ότι ο Παπαδόπουλος ήταν υπηρέτρια των Αμερικάνων και τους έκανε ότι χατίρι ήθελαν. Όπως τότε που είχαν φέρει στον Πειραιά εκείνο το αεροπλανοφόρο και είχε κλείσει όλη… την ακτογραμμή.    Το είχαν φέρει λέει για επίδειξη, για να φοβηθούν οι άλλοι του ανατολικού μπλοκ, ότι αυτοί είναι τα αφεντικά όλης της Δύσης.   Αλλά και με τους κομμουνιστές!  Τι μανία ρε παιδί μου!  Από το πενήντα κάτι και μετά τους είχαν λιανίσει. Είχαν γεμίσει τα ξερονήσια και τις εξορίες με δαύτους. Άσε που πολλοί είχαν φύγει στο ανατολικό μπλοκ και κανένας δεν είχε ξανακούσει τίποτα. Μερικοί που είχαν έλθει απ’ την Τασκένδη έλεγαν ότι μετά τα αντάρτικα είχαν πάει κάποιοι εκεί, αλλά δεν άφηνε η αστυνομία να τους πλησιάσουν. Τους είχαν, λέει, απομονωμένους. Ελεύθεροι και μαζί φυλακισμένοι. Παντού τα πάντα….
Αλλά είχε γίνει οδηγός τζιμάνι! Κοντά στην Ομόνοια ήρθε τρέχοντας μια νεαρή κι έπεσε πάνω στ’ αμάξι. Ο Βασίλης φρενάρισε και γύρισε το τιμόνι έτσι που να μη χτυπήσει την κοπελιά αλλά και να γλιτώσει το άλλο αμάξι που έρχονταν δίπλα του. Μεσ’ το ίδιο το λεπτό έπεσαν δυο αστυφύλακες πάνω στην κοπέλα και την άρπαξαν απ’ τα μαλλιά. Την έσκυψαν και τις έριξαν κάμποσες με τα κλομπ στην πλάτη. Ο Βασίλης έμεινε άφωνος με τα χέρια παγωμένα στο τιμόνι. Το σοκ απ’ το παρά λίγο ατύχημα μαζί με τις άγριες σκηνές του ξυλοδαρμού τον συγκλόνισαν.  Τρομάρα και μαζί αγανάκτηση.   Η καρδιά του πήγαινε να σπάσει.  Αλλά δεν ήταν και ώρα για χαλάρωση.  Με την ένταση των τελευταίων λεπτών πετάχτηκε έξω απ’  τ’ αμάξι κι έβαλε τέτοια φωνή, στους αστυφύλακες, που τρόμαξε κι ο ίδιος. 
 -Για να σας πω. σταματήστε αμέσως!
Οι αστυφύλακες σάστισαν και σταμάτησαν να δέρνουν την κοπέλα. Ο ένας τους, κρατώντας την ακόμα απ’ τα μαλλιά, στράφηκε στον Βασίλη αυστηρά.
-Τι συμβαίνει κύριε;
Ο Βασίλης συνήρθε και αναλογίστηκε το μέγεθος της αποκοτιάς του.  Σκέφτηκε γρήγορα πώς να τα μπαλώσει.
-Τι να συμβαίνει, κύριε αστυφύλαξ;   Εδώ μου.. γδάρατε το αμάξι!   Ποιος θα πληρώσει τη ζημιά;
Όχι και πολύ πετυχημένο επιχείρημα. Για δεύτερη φορά, στη ζωή του, έπαιρνε το δρόμο για την ασφάλεια. Αυτή τη φορά με τα πόδια!  Μισό βήμα πιο πίσω του ο ένας αστυφύλακας και πάρα πίσω ο άλλος με την κοπέλα, που της έχει διπλώσει το χέρι πίσω στην πλάτη.  Έφτασαν στην γνωστή είσοδο και πήραν την ανηφόρα για το γραφείο του αξιωματικού υπηρεσίας.  Τον έβαλαν να κάτσει στο παγκάκι που βρίσκονταν στο διάδρομο και του είπαν να περιμένει να τον καλέσουν.   Όχι τηλέφωνο δεν μπορούσε να πάρει!  Απαγορεύονταν … αυστηρά!  Η κοπέλα είχε εξαφανιστεί.
«-Που διάολο την πήγαν; (σκέφτηκε)   Λες να την πήγαν απέναντι στην ΕΣΑ;   Αλίμονό της τι την περιμένει.   Άμυαλα παιδιά!   Τι διάολο τα πιάνει και μπλέκονται σε τέτοιες περιπέτειες;   Δεν κοιτούν τα μαθήματά τους να γίνουν χρήσιμοι άνθρωποι στην κοινωνία;»  
Του ξανά ‘ρθε η θύμηση του βεληγκέκα.
«- Να είναι ακόμη εδώ;  Έχει γούστο να τα… ξαναπούμε παρεΐτσα.  Λες να με θυμηθεί μετά από τόσα χρόνια;  Απ’ αυτούς όλα να τα περιμένεις»
Αλλά αυτή τη φορά δεν χρειάστηκε να περιμένει πολύ. Σε κάνα μισάωρο τον φώναξαν στο γραφείο του αξιωματικού υπηρεσίας.  Ευτυχώς δεν ήταν ο βεληγκέκας.  Αυτός ήταν πολύ ευγενικός. Του είπε, μάλιστα, να καθίσει. Αφού του ζήτησε την ταυτότητα και την εξέτασε για λίγα λεπτά τον ρώτησε μαλακά:
-Τι ακριβώς συνέβη με σας κύριε;
-Τίποτα σπουδαίο, κύριε αστυνόμε.  Έπεσε ένα απ’ αυτά τα άμυαλα παιδιά στο αμάξι, μου έγδαρε το χρώμα και ρώτησα τους αστυνομικούς που την συνέλαβαν, ποιος θα μου πληρώσει τη ζημιά. 
-Αυτό μόνο;
-Τι άλλο;  ( Έκανε τον αγαθό)   Ξέρετε τι ζητάνε τα βαφεία για μια γρατζουνιά;  Ούτε χειρούργοι να ‘τανε !
-Μάλιστα… Εσείς τι ακριβώς είδατε;
-Τίποτα!   Μήπως πρόλαβα να δω;   Έπεσε αυτό το κορίτσι πάνω στ’ αμάξι και μου κόπηκαν τα ήπατα. Μέχρι που να συνέρθω είχα χάσει τον κόσμο! Αφού δεν έπαθα κάνα κακό απ’ την τρομάρα μου..
-Καλά – καλά. Θέλετε να υποβάλετε μήνυση; 


-Εεε… τώρα που το σκέφτομαι καλύτερα όχι.   Ξέρετε είμαι επιχειρηματίας και τα δικαστήρια θα μου κόστιζαν σε χρόνο πολύ περισσότερο. 
Του μόστραρε και την κάρτα της ¨ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ ΑΕ¨ και φρόντισε να δει το χρυσό δαχτυλίδι.   Ο αστυνόμος άλλαξε ύφος… έγινε πιο μελιστάλακτος.
-Όπως θέλετε κύριε Τσιμπλιάκο.  Μπορείτε να πηγαίνετε.
-Δεν μου λέτε, κύριε αστυνόμε, μήπως υπάρχει κυλικείο στο κτίριο; 
Ασφαλώς και υπήρχε αλλά δεν παρουσίαζε κανένα ενδιαφέρον.  Παραπάνω καφενές ήταν παρά κυλικείο. Είπε ένα βιαστικό ¨καλημέρα σας¨  στον νυσταλέο αστυφύλακα που έκανε τον καψιμιτζή και πήγε να μαζέψει το αμάξι απ’ το δρόμο πριν… πέσει κανένας άλλος απάνω του. 
Στο γραφείο γύρισε αλαφιασμένος. Έκλεισε την πόρτα πίσω του και ακούμπησε πάνω της για να σιγουρευτεί ότι σφάλισε και περίμενε λίγο για να ξαναβρεί την ανάσα του. Ο Νίκος ανησύχησε, όταν τον είδε σ’ αυτήν την κατάσταση κι άρχισε τις ερωτήσεις.
Ο Βασίλης με μιαν ανάσα του αφηγήθηκε το περιστατικό, παραλείποντας το ξεφώναγμα που έκανε στους αστυφύλακες.   Όχι γιατί φοβόνταν, αλλά γιατί ο άλλος δεν θα τον πίστευε.  
Πάντως, ο Νικολάκης φαίνονταν να έχει το νου του σ’ άλλα πράγματα. Ξεπέρασε το περιστατικό μ’ ένα: 
-Δε βαριέσαι.. παιδιακίστικα καμώματα..  Έχω σοβαρότερα πράγματα να σου πω!
Ο Βασίλης μόλις εκείνη τη στιγμή πρόσεξε πως ο άλλος ήταν σε έξαψη. Το πρόσωπό του ήταν κόκκινο κι είχε ένα χαμόγελο ως τ’ αυτιά.
-Τι έγινε Νικολάκη;  Έχουμε κάτι ευχάριστο;
Ο Νίκος τον έπιασε απ’ το μπράτσο και τον οδήγησε στο μέσα γραφείο. Έκλεισε την ενδιάμεση πόρτα και του ανήγγειλε με ύφος θριαμβευτικό:
-Παντρεύομαι !!
Ο Βασίλης χαμογέλασε.. μετά κατσούφιασε.
-Ποιαν; Την… 
-Ναι !!
-Μα καλά.. εσείς δεν είστε συγγενείς;
-Εεε.. όχι ακριβώς. Στο είχα πει έτσι, για να την έχω κοντά μου, στο γραφείο.
-Αμάν ρε Νικολάκη, καλός είσαι, αλλά σκέτη.. ψευτομηχανή!   Αλλά δε βαριέσαι θα παντρευτείς και θα δεις και συ τη γλύκα. Λοιπόν εγώ κουμπάρος…!   Είσαι ;
-Με μεγάλη μας χαρά!  Έτσι κι αλλιώς, είχαμε κατά νου να στο προτείνουμε. 
Λάθος !!  Θα ‘πρεπε όλοι τους να πάρουν την γνώμη της Τούλας. Όχι ότι θα ‘λεγε ¨όχι¨ αλλά πως να το κάνουμε.. αυτά είναι περισσότερο γυναικεία θέματα. 
Αυτή και όχι ο Βασίλης έπρεπε να έχει τον πρώτο λόγο.  
Την γκάφα του, την συνειδητοποίησε όταν της το ανήγγειλε χωρίς να προετοιμάσει το έδαφος.  
Στην αρχή η Τούλα το αποδέχτηκε μ’ ένα συγκρατημένο χαμόγελο. Μετά άρχισε να εκφράζει τις ενστάσεις της. Μετά από δύο λεπτά είχε γίνει έξαλλη, με την επιπολαιότητα που χαρακτηρίζει αυτόν τον ανόητο τον άντρα της, που ποτέ στη ζωή του δεν έκανε κάτι σωστό.  Θα έπρεπε να πάει γρήγορα πίσω και ν’ αναγγείλει στους μελλόνυμφους ότι θα έπρεπε ν’ αγνοήσουν αυτά που τους είπε και να συνεννοηθούν με την Τούλα.
Εκεί ο Βασίλης έγινε θηρίο! Κοπάνησε με δύναμη το χέρι στο τραπέζι αναποδογυρίζοντας τα κηροπήγια της Τούλας και ούρλιαξε μ’ όλη τη δύναμη των πνευμόνων του. 
-Άκου να σου πω! φτάνει.  Δεν θα με κάνεις εσύ ρεζίλη. Έδωσα τον λόγο μου και θα γίνει αυτό που λέω! 
Η Τούλα έμεινε άφωνη. Με τίποτα δεν περίμενε τέτοια αντίδραση.  Ο Βασίλης με όλο το φορτίο από τα γεγονότα της μέρας ξέσπασε όλη του την ένταση. Πάντως είχε αποτέλεσμα!  Η Τούλα ως πειθήνια σύζυγος αποδέχτηκε την κατάσταση σαν δεδομένη. Μάλιστα κρυφοκαμάρωσε τον άντρα της που είχε τέτοια πυγμή.  Αλλά δεν θα του έλεγε τίποτα.  Αποφάσισε να κάνει μια μικρή.. στρατηγική υποχώρηση, με πρόθεση ν’ ανακτήσει σύντομα το χαμένο έδαφος.
«Ώρα είναι να το κάνει μόδα και να μου τα κάνει λίμπα, εδώ μέσα.»  
Αλλά μετά όταν το καλοσκέφτηκε το πήρε απόφαση.
«Ας τον! άντρας είναι.. ας έχει τον πρώτο λόγο»  και αμέσως μετά… με συγκατάβαση:
-Καλά ντε μια κουβέντα είπα κι εγώ. Εμείς οι γυναίκες τα ξέρουμε καλύτερα αυτά τα πράγματα. Αλλά αφού.. επιμένεις.
Επέμενε και μάλιστα κανόνισαν τον γάμο για τον Μάιο.. ανοιξιάτικο για να έχουν βίον ανθόσπαρτον και ευωδιαστόν.  Η Τούλα μάλιστα θεώρησε ότι κινούνταν σε στενά χρονικά πλαίσια.  Από τον Φλεβάρη μέχρι τον Μάϊο τί είναι;  Πότε να προλάβει να στήσει ένα γάμο όπως θα τον ήθελε αυτή ; Ο Βασίλης, χρειάστηκε πάλι να την επαναφέρει στην τάξη.
-Για στάσου ρε Τούλα, εσύ θα παντρευτείς; Αυτοί θα παντρευτούν και θα κάνουν το γάμο τους όπως τους γουστάρει!  Με το ζόρι δηλαδή πρέπει να έχεις λόγο;  Η Δέσποινα είσαι;







 10]                                                          Η τύχη της Ευτέρπης



Τον Βασίλη αυτό που τον ενδιέφερε περισσότερο απ’ όλα ήταν να γίνει ο γάμος στα γρήγορα μπας και στρωθεί ο άλλος στη δουλειά, γιατί με τους έρωτες είχε χάσει το νου του. Το μόνο που κοίταζε ήταν να στολίζει τη Νέλη (Ευαγγελία την είχανε βαφτίσει αλλά κόψε από ‘δω, κόλλα από κει κατάντησε Νέλη)   Ο Βασίλης συνειδητοποίησε ότι τώρα μάθαινε τ’ όνομά της.  Μέχρι τώρα τις σπάνιες φορές που την χρειάστηκε για κάτι την αποκαλούσε ¨δεσποινίς¨  όχι ότι είχε καταφέρει να τον βοηθήσει σε κάτι. Την αγνοούσε κι αυτός και την άφηνε να κάνει την ιδιαιτέρα του Νικολάκη. Ας ήταν καλά ο Μίλτος, το άξιο εκείνο παλικάρι που τους είχε στείλει ο Πέτρος, ο λογιστής τους, και τους έβγαζε ασπροπρόσωπους.   Αλλά κι αυτόν δεν τον έβλεπε καλά.   Μια φορά που είχε έλθει στο γραφείο η Τούλα τον είδε και εντυπωσιάστηκε. 
¨Μα τι καλό παιδί είν’ αυτό!  Τι καλή ανατροφή, τι καλούς τρόπους!  Πρέπει οπωσδήποτε να τον γνωρίσω στην Ντέπη.
Ο Βασίλης, παραδειγματισμένος απ’ το παλιό του πάθημα, πρόλαβε τον ενθουσιασμό της Τούλας:
-Περίμενε βρε άμυαλη που τον έβαλες στόχο με την πρώτη. Άσε να μάθω πρώτα αν είναι ελεύθερος ο άνθρωπος και ύστερα του στήνετε την παγίδα.   Μη τον καλέσουμε για γνωριμίες και μας κουβαληθεί κι αυτός..  με την γυναίκα του
-Μπα τον βλέπω εγώ.. ελεύθερος είναι. Ο άνθρωπος καταλαβαίνεται. Αλλά πρέπει να ‘χεις και μάτι για να καταλαβαίνεις. Εσύ δεν κατάλαβες καλά και πήγες να μας φέρεις τον παντρεμένο άνθρωπο για γαμπρό!
-Ναι εγώ δεν έχω μάτι,  φτάνει που ‘χει η Ευτέρπη για όλους μας..
-Σα δε ντρέπεσαι..
Όχι, ο Μίλτος δεν ήταν παντρεμένος και πολύ χάρηκε που τον κάλεσε ο Βασίλης για τραπέζι.   Αλλά είχε κάτι υποχρεώσεις και δεν… ίσως μια άλλη φορά να… 
Η επόμενη φορά πήγαινε στη μεθεπόμενη και ο Μίλτος όλο και το ξέφευγε το τραπέζωμα της Τούλας.   Ο Βασίλης άρχισε να παραξενεύεται. 
«Κάτι γίνεται με δαύτονε.  Λες να πήρε χαμπάρι ότι σκοπεύει η Τούλα να του.. περάσει τη θηλιά;»  (Αλλά το αναιρούσε αμέσως) 
«Μπα μπορεί να είναι ξύπνιο παιδί, αλλά για προφήτης δεν φαίνεται.  Κάτι άλλο συμβαίνει με τούτον, κάτι πολύ περίεργο και θα το μάθω»
Χωρίς να χάσει ούτε ώρα τον πήρε μαζί του να πάνε σε μια εταιρεία:  ¨για να καθαρίσουν με τον λογαριασμό¨  Στο δρόμο τον έπιασε στην κουβέντα.
-Θέλω από καιρό, ρε Μίλτο, να σε ρωτήσω κάτι.
-Ό, τι θέλετε.
-Γιατί όποτε σε καλώ στο σπίτι, το αποφεύγεις;  Και μη μου πεις για  τις περίφημες δουλειές σου, γιατί τέτοιες δικαιολογίες τις ξέρω πολύ καλά.
Ο Μίλτος κατάλαβε ότι αυτή τη φορά δεν θα ξέφευγε έτσι εύκολα. Ξεροκατάπιε μια δυο φορές και άρχισε να …ρετάρει σε μια απελπισμένη προσπάθεια να πει κάτι. Νόημα απ’ αυτά που έλεγε δεν έβγαινε.  Η τέλεια ασυναρτησία!  
Ο Βασίλης κατάλαβε ότι ο άλλος είχε μπλοκάρει για τα καλά και σκέφτηκε να τον ενθαρρύνει με… στρατιωτικό τρόπο.
-Τι πράματα είν’ αυτά ρε!   Δε ντρέπεσαι λίγο κοτζάμ άντρας;   Εδώ σ’ έχουμε σα παιδί μας, μες το γραφείο. Φοβάσαι να μου μιλήσεις;
Ο Μίλτος κατέβασε το κεφάλι. 
-Τι να σας πω κύριε Βασίλη; Είναι πράγματα που δεν λέγονται!
-Μίλα μωρέ και μ’ έσκασες!
-Να ο.. πατέρας μου.. είναι.. δεν μπορεί.. να.. καταλαβαίνετε..
Όχι δεν καταλάβαινε. Ούτε η Πυθία να ήταν δε θα καταλάβαινε! Πάντως ο φουκαράς φαίνονταν πολύ σφιγμένος. Κάτι σοβαρό πρέπει να είχε συμβεί και ντρέπονταν να μιλήσει.  Ο Βασίλης γύρισε τ’ αμάξι σ’ ένα ήσυχο στενό,  παρκάρισε και του είπε κοιτώντας τον κατάματα.
-Άκου ‘δω, ό,τι κι αν συμβαίνει μπορείς να μου μιλήσεις. Αν είναι μυστικό να ξέρεις ότι θα το πάρω μαζί μου στον τάφο!   Εγώ σου έχω μεγάλη εκτίμηση και ό,τι κι αν συμβαίνει με τον πατέρα σου, δεν πρόκειται ν’ αλλάξει η εντύπωση που έχω για σένα!
Τόνισε τα λόγια του για να δώσει στον άλλο να καταλάβει πόσο σοβαρά μιλούσε.
Ο Μίλτος χαλάρωσε λίγο, ξερόβηξε καμιά δυο φορές κι άρχισε να τσαλακώνει ένα χαρτί που κρατούσε καθώς μιλούσε χαμηλόφωνα, σα να τους κρυφάκουγαν.
-Ξέρετε ο πατέρας μου είχε κάποιες περιπέτειες και δεν θα ήθελα να έλθω στο σπίτι σας και να σας εκθέσω χωρίς να ξέρετε. Με καταλαβαίνετε ε;
-Δηλαδή τι έκανε ρε παιδί μου;  Φυλακή είναι;
-Όχι - όχι! Ο πατέρας μου είναι τίμιος άνθρωπος, δεν είναι στη φυλακή.  Αλλά να.. μετά την… επανάσταση τον πήγαν στη Γυάρο.. 


Ταμπλάς!  Ήταν το τελευταίο πράγμα που περίμενε ν’ ακούσει. Ο πατέρας του Μίλτου αριστερός!  Αν είναι δυνατόν! Και πως δεν τους είχαν ¨ενοχλήσει¨ από την ασφάλεια; Συνήθως, η ασφάλεια, έπιανε τους εργοδότες των αριστερών και τους ¨συνιστούσε¨ να διώξουν απ’ τη δουλειά τους αυτό το «μίασμα». Τι έγινε εδώ και δεν τους είπαν τίποτα;
Τον ρώτησε μάλιστα τον Μίλτο μήπως κάνει… λάθος. Ο Μίλτος χαμογέλασε πονηρά.
-Μα δεν δουλεύω για σας! Εγώ εμφανίζομαι σαν εργαζόμενος του κυρίου Πέτρου, κι αυτός μόλις του έκανε συστάσεις η ασφάλεια με… απέλυσε.  Δηλαδή μ’ έστειλε σε σας που δεν θα σκέφτονταν να ψάξουν ποτέ!
Ο Βασίλης έμεινε για λίγο σκεφτικός.
«Βρε τους πονηρούς, τι σκαρφίστηκαν! Ας είναι.. δε βαριέσαι, το παλικάρι είναι πρώτης τάξεως. Τον είδα εγώ μεσ’ τη δουλειά κι αυτό μου φτάνει.»  
Το ερώτημα όμως ήταν αλλού:  Γιατί δεν αποφάσιζε να έρθει στο σπίτι του τι τον φόβιζε; Του το έθεσε ορθά κοφτά. 
Πάλι ο Μίλτος κομπιάζοντας του το ‘φερε λοξά – λοξά.
-Ξέρετε κύριε Βασίλη, φαντάζομαι στο σπίτι σας θα έρχονται όλο άνθρωποι της.. κυβέρνησης. Φαντάζεστε τι έχει να γίνει αν με δει κανένας εκεί και με αναγνωρίσει;  Το άλλο λεπτό θα πάω να κάνω παρέα.. στον πατέρα μου.  Όχι ότι με νοιάζει.. αλλά να.. έχω και τη μάνα μου που θα μείνει μονάχη και δεν θα το αντέξει.
Εκεί ήταν που ο Βασίλης έβαλε τα γέλια.
-Τι θαρρείς ρε Μίλτο, ότι εγώ τους γουστάρω;  Την δουλειά μας να κάνουμε, καημένε.. 
-Ε άμα είναι έτσι κύριε Βασίλη να έρθω μετά χαράς. Να πείτε και στην κυρία Τούλα ότι την ευχαριστώ πολύ για την πρόσκληση.
Όταν γύρισε στο σπίτι και είπε τα καθέκαστα στην Τούλα, τον κοίταξε σοβαρά – σοβαρά, ύστερα το καλοσκέφτηκε κι έσκασε στα γέλια. 
-Βρε τον φουκαρά. Ποιος ξέρει τι τρομάρα τραβούσε κάθε φορά που του ‘λεγες να έρθει στο σπίτι μας –και μετά με θριαμβευτικό ύφος-.   Αλλά είδες που είχα δίκιο;  Μια χαρά είναι το παιδί και ανύπαντρο.
Εκεί ήταν που ο Βασίλης χτύπησε το μέτωπό του.
-Αμάααν! Ξέχασα να τον ρωτήσω.
Η Τούλα γούρλωσε τα μάτια, μην ξέροντας τι να κάνει με δαύτον.  
Μετά όμως είπε αποφασιστικά:
-Δεν είναι παντρεμένος!  Αν ήταν θα το καταλάβαινα.
Όχι ο Μίλτος δεν ήταν παντρεμένος και καλό παιδί ήταν και πολύς της έπεφτε της Ευτέρπης που θα ‘πρεπε να του ρίχνει και τρία - τέσσερα χρονάκια. Απ’ την άλλη- το συζήτησαν και με το Νίκο- ο Μίλτος ήταν αστέρι στη δουλειά του,  είχε σπουδάσει και οικονομικά και θα μπορούσε να τους ανοίξει, νέες προοπτικές στη δουλειά.  Ο Βασίλης το καταδιασκέδαζε! Από ‘κει που ο Νικολάκης ήταν σκέτος ρεμπέτης, άρχισε να σκέφτεται το μέλλον και την επέκταση της επιχείρησης. Άρχισε, μάλιστα, να τον πειράζει.
-Είδες τι κάνει ο γάμος Νικολάκη;  Ακόμα δεν παντρεύτηκες κι άρχισες να σκέφτεσαι το μέλλον των… παιδιών σου!
Τελικά τους τίμησε δια της παρουσίας του ο Μίλτος και ‘κει που δεν το περίμενε, κατενθουσιάστηκε με την Ευτέρπη.  Βρήκε πως έχουν πολλά… κοινά ενδιαφέροντα. 
Η αλήθεια είναι πως μετά τα φαγητό είχαν ξεμοναχιαστεί και το ‘ριξαν στο ψου – ψου, προς τέρψιν της Τούλας που με θριαμβευτικό ύφος είπε στον Βασίλη:
-Δεν στα ‘πα;  Εμένα να με ακούς! Κοίταξέ τα, τα πουλάκια μου, πως ταίριαξαν!


Βέβαια, ο Βασίλης, σκέφτονταν ότι ο Μίλτος δεν έβγαινε πολύ έξω και έπεσε πάνω στην πρώτη γυναίκα που βρέθηκε μπροστά του, αλλά δεν το είπε στην Τούλα. Δεν άντεξε όμως και την πέταξε την κακία του:
-Πού ξέρεις, ρε Τούλα, το παιδί μπορεί να έχει μεγάλη μυωπία!
Η Τούλα γούρλωσε τα μάτια και του ‘πε μεσ’ απ’ τα δόντια (μην την ακούσουν οι άλλοι)
-Με ‘σένα θα λογαριαστούμε μετά..
Ο Βασίλης κατάλαβε τη γκάφα του και πήγε όπως - όπως να τα μπαλώσει.
-Αμάν, ρε Τούλα, ούτε εν’ αστείο δεν σηκώνεις!
Α!   όλα κι όλα, εδώ το δίκιο το είχε η Τούλα.   Να της το αναγνωρίσουμε!  Ο Μίλτος κατενθουσιασμένος με την Ευτέρπη  (καλά – καλά Ντέπη)  και ο Βασίλης να σκέφτεται μόνιμα απορημένος:
«Τσ .. τσ .. τσ ..  πως μπορεί να την πατήσει ένας άνθρωπος έτσι; Τον έκαψα.. τον φουκαρά!»
Να και οι επισκέψεις, της Ντέπης, στο γραφείο  ( γιατί είχε μια δουλειά εκεί κοντά και είπε να περάσει να τους πει μια ¨καλημέρα¨ )   Να κι ο Μίλτος να την κοιτάζει ξελιγωμένος, λες κι έβλεπε την Μάρθα Καραγιάννη.  Έπιανε κι η Ντέπη την κουβεντούλα με την Νέλη.  Πρώτες φιλενάδες είχαν γίνει. Έτσι για να εξάπτουν την περιέργεια του Βασίλη που δεν μπορούσε να καταλάβει τι διάολο έβρισκαν κι έλεγαν με τις ώρες. Αλλά τον βόλευε γιατί ξεκολλούσε λίγο ο Νίκος, για να κάνουν και καμιά δουλειά. 
Τι να σου ‘πω… το γραφείο είχε γεμίσει σορόπι. Ο Βασίλης άρχισε να ζορίζει την Τούλα:
-Άντε.. τελειώνουμε με τις προετοιμασίες;  Να γίνει ο γάμος, μπας και μαζευτούν στο σπίτι τους κι αδειάσει το γραφείο απ’ τους… επισκέπτες. 
Τελικά, οι προετοιμασίες έφτασαν μέχρι το τέλος του Μαΐου, για να ‘χει να λέει η Τούλα:
-Δεν σας τα ‘λεγα εγώ;  Έτσι εύκολα κάνεις ένα γάμο; 
Εύκολα τον κάνεις!  Πας στον παπά και παντρεύεσαι σαν άνθρωπος!  Εκτός κι αν έχεις κουμπάρα την Τούλα, που με το ψώνιο της να μεγαλοπιάνεται, ήθελε  (το λιγότερο)  να κάνει τους γάμους της πριγκίπισσας Σοφίας. Να ο στολισμός της εκκλησίας, να τα φώτα, (μόνο για να βρει μουμπουνιέρες, έφαγε δέκα μέρες).  Μ’ αυτά και με τ’ άλλα πέρασε σχεδόν όλος ο Μάης και κατά το τέλος του μήνα, που κανόνιζαν να κάνουν τον γάμο, άρχισαν πάλι τα όργανα. Την κοπάνησε ένας καπετάνιος του πολεμικού ναυτικού μ’ ένα πλοίο και πήγε στην Ιταλία. Να πάλι οι επιφυλακές! Αναβλήθηκε κι ο γάμος για τον άλλο μήνα, μια και πολλοί απ’ τους καλεσμένους δεν θα μπορούσαν να παρευρίσκονται, προς μεγάλη απογοήτευση της Τούλας που τα ‘βαλε με θεούς και δαίμονες.  Ο άμεσος υπεύθυνος, βέβαια, ήταν ο Βασίλης που δεν την άφησε απ’ την πρώτη στιγμή να ρυθμίσει τα πράγματα όπως ήθελε εκείνη.  
–Αλλά, βέβαια, ήθελε ο κύριος να κάνει τον βαρύ άντρα τον και.. χτυπούσε το χέρι στο τραπέζι. Άντε τώρα να ξαναγράψεις τις προσκλήσεις και να ξαναμαζέψεις τόσο… εκλεκτό κόσμο.
Γιατί έτσι τα ‘βλεπε η Τούλα! Πάντως οι σταθμοί του εξωτερικού έλεγαν περίεργα πράγματα. Πως ο Παπαδόπουλος έχανε τον έλεγχο και ήταν θέμα χρόνου να πέσει. 
Ο Νίκος βέβαια είχε τις αντιρρήσεις του:
-Ποιος θα πέσει ρε Βασίλη; Δεν είδες που τους μάντρωσε όλους αυτούς που συμμετείχαν στο κίνημα του ναυτικού; Χώρια που έκανε και καλές σχέσεις με τους Τούρκους και τους άλλους στρατοκράτες του ΝΑΤΟ και δεν συμμαζεύεται.  Μέχρι στρατιωτικά πρωταθλήματα διοργανώνουν, για περαιτέρω.. σύσφιξη των σχέσεων.  Το θέμα είναι να τελειώνουμε μ’ αυτές τις ιστορίες γιατί με τις επιφυλακές και τα ρέστα, πάει πίσω η δική μας η δουλειά. 
-Ξέρεις.. γι’ αυτό ήθελα να σου μιλήσω. (είπε σοβαρά – σοβαρά ο Βασίλης) Θα ήταν καλύτερα να ρίχναμε το βάρος μας στην αγορά και όχι στα ΚΨΜ. Ο στρατός φαίνεται να μην έχει.. πολύ μέλλον. Προχθές που συζητούσα με το Μίλτο, μου είπε πως έχει έτοιμο ένα σχέδιο με δώρα και προσφορές που εφαρμόζουν οι αμερικάνικες εταιρείες. Κάνεις τον πελάτη ν’ αγοράζει όλο και μεγαλύτερες ποσότητες, δίνοντάς του κλιμακωτά τις εκπτώσεις και μόλις πιάσει το στόχο που του βάζεις του κάνεις κι ένα δώρο, που σε κάθε επίπεδο στόχου είναι μεγαλύτερο.  Είδα κι έπαθα να καταλάβω έτσι που μου τα ‘λεγε ο Μίλτος. Το σημαντικό είναι ότι στο τέλος εμείς θα είμαστε οι μεγάλοι κερδισμένοι!
-Καλά, θα το κάνουμε! Αλλά στάσου πρώτα να κάνουμε το γάμο γιατί μου άρχισε τα παράπονα η Νέλη.
Ο Βασίλης μουρμούρισε μεσ’ απ’ τα δόντια του: 
-Έτσι είναι Νικολάκη! Με παράπονα αρχίζουν και μετά σε τρώει η κρεββατομουρμούρα. 
-Τι είπες, δεν άκουσα;
-Λέω, να γίνει ο γάμος να ησυχάσετε.. 


Πράγματι ο γάμος είχε μπει στην τελική του πορεία.  Η αυτής μεγαλειότης, Δούκισσα Τούλα, ως τελετάρχης, έδωσε την συγκατάθεσή της να προχωρήσουν στην τελετή θεωρώντας ότι οι προετοιμασίες είχαν λάβει τέλος.  Το περίεργο ήταν που είχε ψήσει και τη Βαγγελιώ (καλλιτεχνικόν: Νέλη) που την άκουγε με ευλάβεια λες και μιλούσε ο Πάπας.
Τελικά ο γάμος ορίστηκε για την δεύτερη Κυριακή του Ιουνίου και σε καθώς πρέπει εκκλησία.  Λες κι ο Θεός δεν επισκέπτονταν τις άλλες.   Του ‘ρχονταν.. μπας κλας.  
Αλλά το ‘χε απωθημένο απ’ το δικό της γάμο που τον έκαναν στο Αιγάλεω, προς μεγάλη απογοήτευση της μάνας της. 
Η Νέλη εν τω μεταξύ έτρεχε για να ετοιμάσει το σπίτι και ο Νίκος να κανονίσει για το ταξίδι του γάμου.  Στο Παρίσι, τρομάρα του, χάθηκαν η Ρόδος και η Κέρκυρα; 
Ο Βασίλης είχε πάει την Τούλα στο Λιτόχωρο και είχαν περάσει θαυμάσια. Τι να τρέχεις τώρα στα Παρίσια, να μην ξέρεις να συνεννοηθείς και να βρεθείς σε κάνα εστιατόριο να σε ταΐζουν σαπούνι και να καταντάς ανέκδοτο.  
Αυτός όμως εκεί!    Παρίσι. 

-Όπως θες κύριε Νικολάκη.  Αν όμως βρεθείς να τρως καμιά σούπα με βατράχια μην αρχίσεις τα παράπονα!

Σ Υ Ν Ε Χ Ι Ζ Ε Τ Α Ι......


Δημοσιεύτηκε  από τον χρήστη 

ΜΕΛΑΜΠΟΥΣ, ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΑΚΟΥΓΕ ΤΗ ΓΛΩΣΣΑ ΤΩΝ ΖΩΩΝ



Μελάμπους, αυτός που 

άκουγε τη γλώσσα ζώων

Melampus
ΠΟΙΟΣ ΗΤΑΝ Ο ΜΕΛΑΜΠΟΥΣ; ΕΝΑΣ ΑΓΡΟΙΚΟΣ, ΚΑΛΟΚΑΓΑΘΟΣ άνθρωπος. Μια μέρα, από λύπηση, και μόνο, άρπαξε από τα νύχια ενός γερακιού δυο νεογέννητα φίδια. Τα ζωντανά, για να τον ευχαριστήσουν που τα έσωσε, έχωσαν τη γλώσσα τους στο δεξί του αυτί, έπειτα στο αριστερό, έδιωξαν κάτι σκόνες και κάτι κόκκους άμμου και του είπαν:
— Γεια σου. Από δω και στο εξής, η ακοή σου θα ναι τόσο ευαίσθητη που θα είσαι σε θέση ν’ ακούς τη γλώσσα των πουλιών, των εντόμων και των φυτών.
Εκείνος έμεινε ευχαριστημένος μ' αυτό.
Μια μέρα ο αδερφός του του είπε:
—           Θα παντρευτώ.
Κι ο Μελάμπους αποκρίθηκε:
—           Να ζήσεις και να ευτυχήσεις. Αδερφέ μου, θα σου χαρίσω το μεγαλύτερο κοπάδι στον κόσμο.
Το γύρεψε παντού αυτό το καταπληκτικό κοπάδι. Μια μέρα το είδε σε κάποιον ορεινό βοσκότοπο. Το φύλαγε ένας άνθρωπος καθισμένος σ’ ένα βράχο στην άκρη του λιβαδιού. Ήταν ζωσμένος με όπλα από την κορφή ως τα νύχια. Δίπλα του γάβγιζε ένας τρομερός σκύλος. Ο Μελάμπους έμαθε πως ο άνθρωπος αυτός ήταν βασιλιάς βοσκός που τον λέγανε Φύλακο και πως αυτός ο Φύλακος τ’ αγαπούσε τόσο τ’ αρνιά του που τα φύλαγε ο ίδιος παρέα με το φοβερό του θηρίο. Το σκέφτηκε καιρό. «Αυτό το κοπάδι το θέλω», είπε στον εαυτό του. «Αυτό κι άλλο κανένα». Σήκωσε το κεφάλι του στον ουρανό και μουρμούρισε αυτά τα λόγια:
—           Πες μου, Απόλλωνα, πώς θα τ’ αποκτήσω.
Ο θεός εμφανίστηκε μέσα σε μια χρυσαφένια ομίχλη, στην κορυφή ενός δέντρου, και του απάντησε με τούτο το λόγο:
—           Σαν πέσει η νύχτα, κάνε πως πας να το κλέψεις. Ο φύλακος θα σε πιάσει. Μην του αντισταθείς. Θα σε κρατήσει φυλακισμένο τριακόσιες εξήντα πέντε μέρες. Όταν περάσει αυτός ο χρόνος, θα σου κάνει δώρο το κοπάδι που τόσο επιθυμείς.
—           Και σαν τι πρέπει, τάχα, να κάνω για να αξίζω ένα τέτοιο δώρο;
—           Να ζήσεις, είπε ο Απόλλων.
melampus2Εξαφανίστηκε μεμιάς κι έγινε ολόλαμπρος καπνός. Ο Μελάμπους το σκέφτηκε λίγο ακόμα και είπε μέσα του: «Ένα χρόνο φυλακή για ένα τέτοιο κοπάδι, λογική τιμή μου μοιάζει». Το βραδάκι ήρθε να κόψει βόλτες γύρω από το φράχτη. Ο σκύλος του Φύλακα χάλασε τον κόσμο. Του πέταξε πέτρες. Τότε, τέσσερις φύλακες πέσανε πάνω του και τον πήρανε σηκωτό. Τον πέταξαν δίχως αυτός ν’ αντισταθεί σ’ ένα βρωμερό μπουντρούμι. Εκεί, λοιπόν, τρώγοντας παλιοκόκαλα κι ένα νεροζούμι, είδε απ’ το φεγγίτη να περνά ένα βροχερό φθινόπωρο, ένας χειμώνας ξηρός, μια άνοιξη γεμάτη πουλιά, ένα καλοκαίρι με νύχτες γλυκιές. Ένα πρωινό του Σεπτέμβρη, την ώρα που ξυπνούσε στο αχυρένιο στρώμα του, άκουσε ομιλίες πάνω από το κεφάλι του. Μόλις και μετά βίας ακουγόταν η φωνή. Έμοιαζε να 'ρχεται από ένα δοκάρι στο ταβάνι. Έστησε αυτί με τα μάτια ορθάνοιχτα. Κι η φωνή έλεγε:
—           Σκάφτε, τρυπήστε, ροκανίστε και μη σταθείτε καθόλου, αδέρφια. Κοντεύετε να φτάσετε στην άκρη της σήραγγας. Αν επιμείνετε αρκετά, μέχρι τα μεσάνυχτα θα ’χει πέσει αυτή η οικοδομή.
Ο Μελάμπους σηκώθηκε πάνω και φώναξε:
Φύλακε!
Ακούσε τα βήματα του βασιλιά βοσκού απ’ έξω. Το πρόσωπό του με τα διαπεραστικά μάτια και τη στριφτή γενειάδα εμφανίστηκε στο φεγγίτη.
Τι θες; του λέει.
Άλλαξε μου φυλακή. Αλλιώς ετούτη η στέγη θα πέσει απόψε τα μεσάνυχτα πάνω στο κεφάλι μου.
Ο Φύλακος έσκασε στα γέλια και βροντοφώναξε εύθυμα:
—           Έχεις τρελαθεί. Το δίχως άλλο, τα ποντίκια σού έχουν ροκανίσει το μυαλό.
—           Είπα αυτό που ξέρω. Την επόμενη νύχτα εγώ δε θέλω να την περάσω εδώ.
Ο Φύλακος τον άρπαξε και τον έσυρε μέχρι το χοιροστάσιο.
—           Σ’ αφήνω στα γουρούνια μου, του είπε.
Κι έφυγε. Την άλλη μέρα γύρισε κατάπληκτος, έβγαλε τον Μελάμποδα από τις κοπριές, τον τράβηξε στον ήλιο και του δείξε την καταστροφή. Στο βάθος της αυλής τέσσερις τοίχοι γυμνοί κάπνιζαν. Η κεραμιδένια στέγη βρισκόταν εκεί μέσα.
—           Τα μεσάνυχτα, είπε ο βασιλιάς, τα δοκάρια έπεσαν ξαφνικά κι έγιναν σκόνη.
Έκανε δυο βήματα ως τα συντρίμμια, ξαναγύρισε και του είπε ακόμα:
—           Είσαι λοιπόν μάγος;
—           Λιγάκι, είπε ο Μελάμπους.
—           Η δύναμή σου με εκπλήσσει. Άκου, άντρα ισχυρέ. Ο γιος μου είναι άρρωστος. Μέρα με τη μέρα λιώνει. Φοβάμαι πως θα πεθάνει. Έτσι και του χαρίσεις ξανά τη ζωή, το κοπάδι μου θα γίνει δικό σου.
—           Έχε μου εμπιστοσύνη, Φύλακε. Δεν ξέρω με ποιον τρόπο, όμως θα τον γιατρέψω.
Μελάμπους και Κένταυρος
Μελάμπους και Κένταυρος
Πίσω από το παλάτι ήταν ένας λόφος. Εκεί σκαρφάλωσε ο Μελάμπους. Πάνω στην κορυφή υπήρχε μοναχά μια αγριελιά. Κάτω απ’ τον ίσκιο των κλαδιών της στάθηκε κι αγνάντεψε προς τα κάτω το πελώριο αρχοντικό και τον περίβολο με το χωριάτικο πέτρινο φράχτη κι υστέρα έστρεψε το αδυνατισμένο του πρόσωπο προς τον ουρανό λέγοντας:
—           Πες μου, Απόλλωνα, τι πρέπει να κάνω;
Τότε, μέσα από ένα χρυσαφένιο σύννεφο ανάμεσα στη γη και τον ουρανό, εμφανίστηκαν δυο γόπες. Πέταξαν για λίγο γύρω από το λόφο κι έπειτα ήρθαν και κάθισαν στην ελιά. Ο Μελάμπους άκουσε να λέει ο ένας στον άλλον:
—           Δεν έχουμε ξανάρθει, νομίζω, από την ημέρα που ο βασιλιάς Φύλακος ευνούχισε δυο ταύρους μέσα στον κήπο του παλατιού του.
—           Εκείνη την ημέρα, φίλε μου, απάντησε ο άλλος, ο γιος του Φύλακου έζησε τον τρόμο. Τι ουρλιαχτό ήταν εκείνο που έβγαλε σαν είδε τον πατέρα του με το μακρύ ματωμένο λεπίδι! Κάτι μου λέει πως φοβήθηκε μην ευνουχιστεί κάπως έτσι κι εκείνος.
—           Μου φαίνεται ότι ο Φύλακος έμπηξε το μαχαίρι του στον κορμό μιας αχλαδιάς κι έπειτα πήρε γελώντας το γιο του αγκαλιά.
—           Στην πραγματικότητα, φίλε μου, δεν έκανε τίποτα για να τον καθησυχάσει. Το αγόρι από κείνη τη μέρα υποφέρει από μια θανάσιμη μελαγχολία.
—           Για να γιατρευτεί πρέπει να τραβήξει κάποιος το μαχαίρι από τον κορμό, να ξύσει τη σκουριά που το καλύπτει και να την ανακατέψει με το πρωινό του γάλα.
—           Λες ο Μελάμπους να καταλαβαίνει τη γλώσσα μας;
—           Έτσι φαίνεται. Σιωπή λοιπόν, φίλε μου, αλλιώς ο βασιλιάς βοσκός σύντομα θα υποχρεωθεί να του κάνει ένα δώρο ανυπολόγιστης αξίας!
Οι γόπες γέλασαν σαρκαστικά. Πέταξαν μ’ ένα δυνατό φτεροκόπημα και χάθηκαν στα βάθη τ’ ουρανού. Ο Μελάμπους ατένισε πέρα μακριά στο λιβάδι το απέραντο κοπάδι που έβοσκε. Άνοιξε την αγκαλιά του να το κλείσει μέσα. Ύστερα, μέσα από θάμνους και χαλίκια, κατέβηκε την πλαγιά χαμογελώντας στους βράχους, στο μυρωμένο αέρα, στην καλοσύνη του καιρού.
dentroerota
Το δέντρο του έρωτα και της σοφίας του Ανρί Γκουγκώ
Ο Μελάμπους θεωρείται πως είναι ο αρχαιότερος μάντης γιος του Αμυθάονα και της Ειδομένης και είχε αδερφό τον Βίαντα. Αυτός θεωρείται και γενάρχης του μαντικού γένους των Μελαμπιδών. Όταν γεννήθηκε η μητέρα του Ειδομένη τον άφησε στο δάσος με τέτοιο τρόπο ώστε τα πόδια του ήταν εκτεθειμένα στον ήλιο. Από εκεί έλαβαν το μελαψό χρώμα σε αντίθεση με το υπόλοιπο σώμα του κάτι που διατηρήθηκε για όλη του την ζωή και εξ’ ου και το όνομά του Μέλαν+πούς Μελάμπους.
by Αντικλείδι , http://antikleidi.com

ΙΔΑΙΟ ΑΝΤΡΟ " Το σπήλαιο του Δία και οι θησαυροί του "

Ιδαίο Άντρο: Το σπήλαιο του Δία και οι θησαυροί του

Όλα τα σπουδαία ευρήματα της μεγάλης ανασκαφής στον Ψηλορείτη του αρχαιολόγου Γιάννη Σακελλαράκη, ο οποίος πέθανε προσφάτως, έρχονται για πρώτη φορά στο φως.
Δεξιά, κάτοψη του Ιδαίου Αντρου και του Μικρού Σπηλαίου στο εσωτερικό του κατα τη διάρκεια της ανασκαφής. Κάτω, χάλκινη ασπίδα με λεοντοκεφαλή στο κέντρο και παράσταση γυμνής θεάς μεταξύ λεόντων.
Ένα βιβλίο γεμάτο θησαυρούς. Αγνωστα αρχαία ευρήματα από το Ιδαίο Άντρο, τη σπηλιά όπου γεννήθηκε ο Δίας στον Ψηλορείτη. Χρυσά, αργυρά και χάλκινα αντικείμενα, από φαγεντιανή, ελεφαντόδοντο και ορεία κρύσταλλο, όλα αναθήματα των ανθρώπων προς τον θεό. Κοσμήματα, ειδώλια, σκεύη, αγγεία, σφραγίδες, σκαραβαίοι, ελεφάντινα διακοσμητικά επίπλων. Αλλά επίσης κύμβαλα, τύμπανα και ασπίδες, αντικείμενα που είχαν άμεση σχέση με τον μύθο της γέννησης του Δία και της προστασίας του από τον Κρόνο. Επιπλέον, μια σφαιρική προσέγγιση του επί χιλιετίες ιερού τόπου με όλα τα μυθολογικά στοιχεία που κράτησαν στη μνήμη των ανθρώπων τη λατρεία προς τον πατέρα των θεών Δία- «διάδοχο» του νεαρού προϊστορικού θεού της Κρήτης-, τη φιλολογική παράδοση, την τέχνη, την ιστορία, ακόμη και την εκτεταμένη αρχαιοκαπηλία που αποστέρησε το Ιδαίο Αντρο από σημαντικότατο μέρος του πλούτου του, αφού το διέσπειραν σε όλον τον κόσμο.
Πρόκειται για την τελευταία κατάθεση στην αρχαιολογία τού προσφάτως εκλιπόντος Γιάννη Σακελλαράκη αλλά και της συζύγου του Έφης Σαπουνά-Σακελλαράκη, η οποία ανέλαβε την επιμέλεια του έργου. Παρ΄ ότι έχουν περάσει 30 χρόνια από εκείνη την ανασκαφή, η οποία εκτός των άλλων έμεινε στα χρονικά της αρχαιολογίας για τις δύσκολες συνθήκες της σε υψόμετρο 1.538 μ., όπου έπρεπε να σπάζουν τον πάγοαν και καλοκαίρι- για να σκάψουν το υγρό χώμα, αυτά τα σπουδαία ευρήματα παραμένουν ακόμη σε αποθήκες στο Ηράκλειο.
«Δεν είναι υπερβολή να λεχθεί ότι το Ιδαίο Άντρο περικλείει ολόκληρη την κρητική ιστορία, τουλάχιστον από την ύστερη Νεολιθική εποχή, πριν από το 3000 π.Χ., ως σήμερα, δηλαδή για 5.000 χρόνια. Γιατί από τότε είναι βέβαιη η κατοίκηση του σπηλαίου από βοσκούς και κυνηγούς» γράφει ο Γιάννης Σακελλαράκης. «Όμως ο ιερός τόπος δημιουργείται βαθμιαία καθώς οι ιεροτελεστίες καταλείπουν μόνιμα ίχνη,όπως εστίες φωτιάς, κηλίδες αίματος και ελαίου επάνω στην πέτρα,αφετηρίες για τη δημιουργία βωμών και λειτουργιών. Η ιερά γη πρέπει να παραμείνει αμόλυντη από γέννηση, θάνατο και γενετήσιες πράξεις,και ακόμη μπορεί να είναι και άβατον» προσθέτει.
Την ανασκαφή στο Ιδαίο Άντρο την ξεκίνησε το 1982 οργανώνοντας μια πραγματική επιχείρηση, αφού σε ένα σπήλαιο δεν ήταν δυνατόν να ακολουθήσει κανείς τον ορθόδοξο τρό πο αρχαιολογικής έρευνας. Πολυάριθμο συνεργείο εργατών, φυλάκων αρχαιοτήτων, τεχνητών ανασκαφής, γεωλόγων, αρχιτεκτόνων, πολιτικών μηχανικών, ηλεκτρολόγων, εργολάβων, ακόμη και μαγείρων, και φυσικά αρχαιολόγων- σύνολο 75 άτομα- εργάστηκε στην ανασκαφή. Αδιάψευστος μάρτυρας οι φωτογραφίες που αποτυπώνουν το εύρος του έργου.
Η σύληση και τα ευρήματα
Δίδυμο κεφάλι περόνης από ελεφαντόδοντο.
Τα χώματα ήταν αναμοχλευμένα από τις «επίσημες» και ανεπίσημες λεηλασίες του ιερού, αλλά και από τη χρήση του σπηλαίου μέσα στους αιώνες. Σε σημείο τέτοιο μάλιστα ώστε να βρίσκονται ανάμεικτα νεολιθικά όστρακα με τουρκικά νομίσματα! Στο Ιδαίο Άντρο ο Σακελλαράκης ήρθε επίσης αντιμέτωπος με μια από τις μεγαλύτερες υποθέσεις αρχαιοκαπηλίας στην Κρήτη, αυτή που είχε λάβει χώρα στο τέλος του 19ου αιώνα, μετά την τυχαία ανακάλυψη από έναν βοσκό έξω από τη σπηλιά κάποιων αρχαίων αντικειμένων. Εννέα άτομα συνδέθηκαν τότε με αυτήν. Ο βασικός αρχαιοκάπηλος του Ιδαίου Άντρου ήταν ο Ιωάννης Μητσοτάκης, κάποια αντικείμενα της «συλλογής»του οποίου- χρυσά, ελεφάντινα και χάλκινα- αγόρασε η Αρχαιολογική Εταιρεία από τη χήρα του και τα δώρισε στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.
1. Χρυσή γυναικεία κεφαλή που χρονολογείται από το τέλος της Γεωμετρικήςαρχές της Αρχαϊκής εποχής 2. Χρυσό δακτυλιόσχημο κόσμημα με έκτυπους κύκλους και πλεκτή αλυσίδα 3. Χρυσό κόσμημα με μορφή γυναικείας δαιδαλικής κεφαλής.
Εκείνο το καλοκαίρι του 1884 άλλωστε, όπως γράφει ο Γιάννης Σακελλαράκης, πλήθος Ανωγειανοί έσκαβαν για αρχαία στο Ιδαίο Άντρο. Αρκεί να ειπωθεί και το παράδοξο: Ακόμη και οι νοικοκυρές που μετέφεραν χωνεμένη κοπριά για τα φυτά τους από τη Σπηλιάρα (όπως λένε στην Κρήτη το Ιδαίο Αντρο), έβρισκαν κομμάτια χρυσού ανακατεμένα με το χώμα.
Η ανασκαφή Σακελλαράκη επικεντρώθηκε στην κεντρική αίθουσα, στα μαύρα χώματα του βωμού, όπου αποκαλύφθηκαν τα περισσότερα και σημαντικότερα ευρήματα. Μεταξύ άλλων, 628 μικρά χρυσά αντικείμενα: Κοσμήματα, μικρογραφικά αγγεία, τμήματα χρυσών ελασμάτων από επενδύσεις σκευών, κιβωτιδίων, ίσως και επίπλων. «Στα κοσμήματα του Ιδαίου Αντρου αποτυπώνονται όλες οι τεχνικές της αρχαίας χρυσοχοΐας. Τα κοσμήματα αποτελούνται από ελάσματα και διακοσμούνται με κοκκίδωση ή με συρματερή τεχνική,άλλα είναι περίτμητα ή έχουν ενθέσεις από πολύτιμα υλικά,άλλα φέρουν μορφές έκτυπες σε μήτρα» σημειώνεται στο βιβλίο. Ανάμεσα στα χιλιάδες κόκκαλα μαυρισμένα από τη φωτιά και μερικοί αστράγαλοι αιγών και προβάτων, ένας από τους οποίους ήταν επενδυμένος με φύλλα ασημιού!
Ο Γιάννης Σακελλαράκης έκανε και άλλες ανασκαφές, αλλά δεν «εγκατέλειψε» ποτέ το Ιδαίο Άντρο. Μιλούσε πάντα για αυτό, επισημαίνοντας άλλοτε τη σπουδαιότητά του για την αρχαία ιστορία και άλλοτε τη μεγάλη καταστροφή που προκάλεσαν οι αρχαιοκάπηλοι. Όλα αυτά περιέχονται στον τόμο, ένα έργο επιστημονικό… για όλους.
Μικροσκοπικός χρυσός τρίποδας
Η «ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΗΣ ΤΗΝΟΥ» ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ
«Τις τελετές προς τιμήν των θεών ασκούσε ένα πολυπρόσωπο ιερατείο. Στο Ιδαίο Άντρο αυτό το ιερατείο θα ήταν δυναμικό και με οικονομική ισχύ, που ήταν ταυτόχρονα και πολιτική» γράφει ο Γιάννης Σακελλαράκης. «Γνωρίζουμε λίγα για τα μυστήρια του Ιδαίου Άντρου. Πιθανώς επέδρασαν σε αυτά και άλλα αρχαία μυστήρια, όπως των Ορφικών και των Πυθαγορείων, με την ιδέα της αναγέννησης μετά τον θάνατο που ταιριάζει στη λατρεία του Δία που γεννιέται και πεθαίνει στον ίδιο τόπο» σημειώνει. Κορύφωση της τελετής για τον μυημένο ίσως αποτελούσε μάλιστα η θέαση του θρόνου του Δία, η ύπαρξη του οποίου μαρτυρείται στο Ιδαίο Άντρο από τα κομμάτια ελεφαντόδοντου που κοσμούσαν μεγάλο έπιπλο. Ένας ιερός τόπος φορτισμένος από τις ικεσίες και τις προσδοκίες των ανθρώπων και κατάφορτος από αναθήματα ήταν η σπηλιά του Δία, κάτι σαν την Παναγία της Τήνου σήμερα, τηρουμένων των αναλογιών. Οι άνθρωποι έκαναν οδοιπορία ημερών για να ανέβουν ως εκεί. Και όταν έφθαναν, πλούσιοι και φτωχοί, κρεμούσαν τα αναθήματά τους μέσα ή έξω από τη σπηλιά στα κλαδιά των δέντρων, προσέφεραν σφάγια για τον βωμό όπου τελούνταν ακατάπαυστα θυσίες, υποβάλλονταν σε δοκιμασίες και δέχονταν αδιαμαρτύρητα τις πράξεις του ιερατείου.
Ο Γιάννης Σακελλαράκης και η Εφη Σαπουνά-Σακελλαράκη στην είσοδο του Ιδαίου Άντρου την εποχή της αρχαιολογικής έρευνας.
Το βιβλίο των Γιάννη Σακελλαράκη και Έφης Σαπουνά-Σακελλαράκη, «Ιδαίο Αντρο- Το σπήλαιο του Δία και οι θησαυροί του», κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μίλητος εντός της εβδομάδας. [Βήμα]

Πέμπτη 17 Νοεμβρίου 2016

ΑΛΚΥΟΝΙΔΕΣ ΗΜΕΡΕΣ.....

ΑΛΚΥΟΝΙΔΕΣ ΗΜΕΡΕΣ…

Οι αίθριες ημέρες στα μέσα του χειμώνα καλούνται «Αλκυονίδες», από το όνομα της Αλκυόνης κόρης του Αίολου που κυβερνούσε τους ανέμους.
Σύμφωνα με το μύθο, κάποια φορά επειδή η Αλκυόνη έπεσε σε σφάλμα, ο Δίας την τιμώρησε μεταμορφώνοντάς την σε πουλί, την «Αλκυόνα» και την καταδίκασε να γεννά τα αυγά της το χειμώνα αντί την άνοιξη. Επειδή όμως άφηνε τα αυγά της στους βράχους που βρίσκονταν κοντά στην θάλασσα, ή σε όχθες ποταμών και ο χειμωνιάτικος αέρας τα παρέσυρε στα κύματα παρακάλεσε τον Δία να την συγχωρέσει. Αυτός τη λυπήθηκε, και διέταξε τότε τον Αίολο να σταματάει για 14 ημέρες περίπου την πνοή των δυνατών ανέμων και να διατηρεί καλοκαιρία κατά το χρονικό αυτό διάστημα.
(Αριστοφάνης, «Όρνιθες» στ.1594/ «Περί Αλκυονίδων»).
Έτσι οι αρχαίοι Έλληνες εξηγούσαν την ύπαρξη αυτών των ημερών του «καλού/αίθριου καιρού» μέσα στον χειμώνα, τις οποίες ο Αριστοτέλης χαρακτήριζε και ως ημέρες «ευδίας».
Οι «Αλκυονίδες ημέρες» τοποθετούνται στο χρονικό διάστημα από την 15η Δεκεμβρίου έως και την 15η Φεβρουαρίου εκάστου έτους, με μεγαλύτερη συχνότητα το διάστημα 15-31 Δεκεμβρίου και 16-31 Ιανουαρίου.
Τα δύο ανωτέρω παραδείγματα, αλλά και γενικότερα η προσεχτική παρατήρηση των φυσικών φαινομένων από τον λαό, διαμόρφωσε με την πάροδο του χρόνου σχετικές παροιμίες και παραδόσεις, πολλές εκ των οποίων διεσώθηκαν μέσω των αρχαίων κειμένων (π.χ. ΗΣΙΟΔΟΣ/ ‘’Έργα και Ημέραι’’). [ΕΜΥ, Πηγή]

ΚΛΕΙΤΟΣ ΚΥΡΟΥ, ΚΡΑΥΓΗ ΔΕΚΑΤΗ ΕΝΑΤΗ

Κλείτος Κύρου, Κραυγή δέκατη ένατη

Μίκης Θεοδωράκης & Κώστας ΤριπολίτηςΑν
(τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη / δίσκος: Ο επιβάτης (1981))
Κραυγή δέκατη ένατη
Απευθύνομαι πάλι σε σας ζητώ να μ’ ακούσετε
Για τελευταία φορά το ζητώ δε χωρεί αναβολή
Τώρα που είναι ακόμη καιρός τώρα που η μέρα
Αρχίζει πάλι και ξαναμικραίνει τώρα που κι αυτό
Το καλοκαίρι λιγοθυμάει μέσα στις χούφτες σας
Κι η κάθε λέξη γίνεται βαριά κι ασήκωτη
Σας προσφωνώ και πάλι με τα ίδια όπως τότε ψευδώνυμα
Τα ‘χετε ως κι αυτά λησμονήσει πάνε τόσα χρόνια
Πού να θυμάστε τώρα τις βραδινές συγκεντρώσεις
Τις ασκητικές σας μορφές κάτω από το σπασμένο φως
Πιστεύατε με φανατισμό θέσει και πράξει επιδοκιμάζατε
Υστερικά τον κάθε ομιλητή διεκδικούσατε την αποκατάσταση
Της φωτιάς της δικής σας φωτιάς που ζητούσε μια διέξοδο
Αναποδογυρίζοντας ουρανούς καταβροχθίζοντας κόκαλα
Δε θέλω να κουράσω τη μνήμη σας μικρό θα ‘ναι το όφελος
Μεγάλος ο κόπος ποιος τόλμησε ποτέ να ταράξει
Τον ύπνο της λάβας τώρα έχετε απομακρυνθεί απ’ το πεδίο βολής
Επαναπαύεσθε μακάρια πάνω στα τρόπαια των αστικών μαχών
Γυμνάζοντας αρνητικά τις αισθήσεις σας αποταμιεύοντας όνειρα
Κάθε μέρα γίνεσθε και πιο εκλεκτικοί αλλάζετε
Τις μάρκες των τσιγάρων αλλάζετε τα ρούχα σας αλλάζετε
Συνήθειες διασκεδάσεις κλίμα σπίτια και γυναίκες αλλάζετε
Τα δόντια σας και την καρδιά σας και τους λυγμούς
Ακόμη της καρδιάς σας τους αλλάζετε που δεν μπορώ
Να τους ξεχάσω γιατί με κυνηγούν κυκλοφορούν στο αίμα μου
Σαν ψάρια σκοτεινά που χάσαν τα νερά τους
Σας υπενθυμίζω πως για να φτάσετε στην αποθέωση
Θα πρέπει να ταπεινωθείτε πρώτα ν’ αρχίσετε από την τριβή
Που σιγοκαίει στα δάχτυλα σεις από φυσικού σας
Δεν ήσασταν αγέρωχοι όπως οι Άλλοι που ρουφήχτηκαν στη γη
Προτιμήσατε τη συναλλαγή απλώνοντας το χέρι στον ήλιο
Μείνατε στατικοί μέσα στο χρόνο αγάλματα του δισταγμού σας
Συνωστισμένοι μπρος στις εξόδους κινδύνου στην καμπή του δρόμου
Εκεί που χωρίσαμε οριστικά παρασυρμένοι από έξαλλα πλήθη
Μην απορείτε λοιπόν για τη σημερινή σας προκάλυψη
Μη διαστέλλετε τα έκθαμβα μάτια σας μπροστά
Στο άνοιγμα που μας χωρίζει το ξέρετε πως δεν μπορεί
Να κλείσει με σχήματα νεκρών πια περιπτύξεων
Σας κατηγορώ δίχως τύψη καμιά σεις οι ίδιοι
Επισπεύσατε τη μελλούμενη αναπόφευκτη πτώση σας
Από τη συλλογή Κραυγές της νύχτας (1960) του Κλείτου Κύρου

ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΗΨΗ ΩΣ ΤΗ ΓΕΝΝΑ ΣΕ 4 ΛΕΠΤΑ--Life in the womb (9 months in 4 minutes) HD - Presented to You from PSNX



Ένα υπέροχο σύντομο video, που παρουσιάζει όλη τη διαδικασία από τη σύλληψη ως τη γέννα.
Το θαύμα της ζωής και οι εκπληκτικές μεταμορφώσεις του ανθρώπινου εμβρύου, μέχρι τη στιγμή που είναι έτοιμο να αφήσει τη μήτρα και να βγει στην αγκαλιά και τη φροντίδα πάντοτε της μητέρας....

Τέλεια η Αθήνα χωρίς τους Αθηναίους, σύμφωνα με έρευνα5

  Τέλεια η Αθήνα χωρίς τους Αθηναίους, σύμφωνα με έρευνα Φανταστική είναι η Αθήνα αρκεί να μην έχει Αθηναίους, όπως προκύπτει από έρευνα που...