Ρυθμικά τραγουδάει το τσούρμο
Posted by sarant στο 8 Μαΐου, 2020

Μια συζήτηση που έγινε τις προάλλες στο Φέισμπουκ μού θύμισε ένα σημείωμα που είχα γράψει… την προηγούμενη χιλιετία στον παλιό μου ιστότοπο και το οποίο περιέργως δεν το έχω δημοσιεύσει ως τώρα στο ιστολόγιο.
Ο λόγος, για τη λέξη τσούρμο και τα ετυμολογικά της, που είναι μια αρκετά ενδιαφέρουσα ιστορία.
Σήμερα τσούρμο σημαίνει κυρίως πλήθος ανθρώπων, συχνά παιδιών, με κάποια μειωτική χροιά μάλιστα –συνήθως το τσούρμο είναι θορυβώδες και άταχτο ή τουλάχιστον αυτή την εικόνα φέρνει στο μυαλό, μαζί και μιαν ιδέα συνωστισμού, ας πούμε «Ένα τσούρμο απο τουρίστες κατέβηκε από το πλοίο της γραμμής», μια φράση που ακούγεται εξωτική σε μέρες πανδημίας και κοινωνικης αποστασιοποίησης.
Κάποτε η λέξη χρησιμοποιείται και ως επίρρημα, πχ «Κουβαλήθηκαν στη γιορτή τσούρμο όλα τα παιδιά της τάξης» (οι δυο φράσεις από το ΜΗΛΝΕΓ).
Κατά σύμπτωση, προχτές διάβασα σε ελληνικούς ιστότοπους ότι ο πρόεδρος Τραμπ, απαγορεύοντας στον Άντονι Φάουτσι να καταθέσει στη Βουλή, δήλωσε: Η Βουλή είναι ένα τσούρμο όσων μισούν τον Τραμπ -όχι πολύ καλή απόδοση του a bunch of Trump-haters, και δεν εννοώ την επιλογή της λέξης «τσούρμο». Εδώ θα μπορούσε εξίσου καλά να βάλει συρφετός, μπουλούκι ή παρέα, αλλά και το τσούρμο δεν είναι κακό. Η μειωτική χροιά υπάρχει και στο bunch και στο τσούρμο: Η Βουλή είναι ένα τσούρμο αντιτραμπικοί.
Όμως αυτή δεν είναι ούτε η μόνη σημασία της λέξης, ούτε η πρώτη. Στη ναυτική γλώσσα, τσούρμο είναι το πλήρωμα του πλοίου· ο παλιός ο καπετάνιος, όταν ήθελε να μπαρκάρει, έπρεπε πρώτα να τσουρμάρει, δηλαδή να μαζέψει πλήρωμα.
Για παράδειγμα, στα Λόγια της Πλώρης του Καρκαβίτσα διαβάζουμε: Εκείνες τις μέρες βγήκε λόγος στην Κρασόσκαλα πώς ένας Σπετσώτης τσουρμάρει για τη Μαύρη Θάλασσα ενώ σε άλλο σημείο του βιβλίου διατυπώνεται, περίπου σαν γνωμικό, ότι «Ανάθεμα τον καπετάνιο που τσουρμάρει συντοπίτες του».
Η σημασία αυτή είναι παρωχημένη και δεν ακούγεται τόσο πολύ στις μέρες μας, αλλά ακουγόταν επί αιώνες. Ωστόσο, η ιστορία της λέξης «τσούρμο» πάει πολύ πίσω στον χρόνο, μένοντας όμως πάντοτε στη θάλασσα.
Τα μεγάλα πλοία της αρχαιότητας κινούνταν φυσικά με κουπιά -πολλές σειρές από κουπιά. Ολοι αυτοί οι κωπηλάτες, όσο έμπειροι κι αν ήταν, δεν θα μπορούσαν να κρατήσουν τον συντονισμό τους, αν δεν είχαν κάποιον να τους δίνει το ρυθμό. Αυτός ο αρχικωπηλάτης λοιπόν, έδινε το ρυθμό στο πλήρωμα χτυπώντας κάποιο κρουστό όργανο ή και, συχνότερα, φωνάζοντάς τους ρυθμικά, ενώ καμιά φορά κι οι κωπηλάτες οι ίδιοι μουρμούριζαν το σκοπό. Αυτό ήταν το λεγόμενο κέλευσμα. Και ο αρχικωπηλάτης άλλωστε λεγόταν κελευστής, μια λέξη που διατηρείται μέχρι τις μέρες μας στο Πολεμικό Ναυτικό, όπου ο κελευστής είναι το αντίστοιχο του λοχία -τον λένε και «κελέα» στην αργκό.
Στα Ελληνικά του Ξενοφώντα, σε ένα σημείο όπου θέλανε να πλεύσουν χωρίς θόρυβο, ο κελευστής έδινε το ρυθμό με πετραδάκια, όχι φωνάζοντας: λίθων τε ψόφῳ τῶν κελευστῶν ἀντὶ φωνῆς χρωμένων. (Ψόφος είναι ο θόρυβος, έχουμε γράψει).

O αρχικωπηλάτης δίνει το celeusma στον Αστερίξ μονομάχο
Τη λέξη «κέλευσμα» τη δανείστηκαν οι ρωμαίοι, και την είπαν celeusma. Η λέξη αλλάζει με τον καιρό σημασία: επεκτείνεται και τώρα πια σημαίνει όχι το ρυθμικό τραγούδι των κωπηλατών, παρά τους κωπηλάτες τους ίδιους, και αργότερα όλο το κατώτερο πλήρωμα του καραβιού. Έτσι περνάει σε όλη τη Μεσόγειο, και από έναν (αμάρτυρο) λαϊκό λατινικό τύπο *clusma, γίνεται ciusma στα γενουάτικα, chusma στα ισπανικά, ciurma στα ιταλικά, chiourme στα γαλλικά, zurma στα βενετσιάνικα. Η αρχαία σημασία, του ρυθμικού τραγουδιού, διατηρήθηκε στα πορτογαλικά της Γκόα, στην Ινδία, όπου chusma είναι το τραγούδι που τραγουδιέται ομαδικά.
Μάλλον από τα βενετσιάνικα, η λέξη περνάει στα ελληνικά, σαν αντιδάνειο, με πρώτη καταγραφή ως τζούρμα (θηλυκού γένους) στον Μαχαίρα τον 15ο αιώνα. Η τζούρμα ή τσούρμα στα ελληνικά γρήγορα άλλαξε γένος όταν θεωρήθηκε πληθυντικός ουδέτερου (τα τσούρμα), κι έτσι έχουμε το τσούρμο.
Να πούμε όμως οτι για κάποιο διάστημα υπήρξε και ο τύπος «το τσούρμα» πχ στον Κρητικό πόλεμο του Μαρίνου Τζάνε Μπουνιαλή:
καὶ ρίχτει μέσα λουμπαρδιές, τὸ τσοῦρμα θανατώνει
με πληθυντικό «τα τσούρματα», πχ:
Κι ὁ γενεράλες τὸ γροικᾶ κι ὅρισε νὰ ἐμποῦσι
στὰ κάτεργα τὰ τσούρματα κι ὅλοι νὰ ’ρδινιαστοῦσι.
στὰ κάτεργα τὰ τσούρματα κι ὅλοι νὰ ’ρδινιαστοῦσι.
Τελικα επικράτησε ο τύπος «τσούρμο». Και τελικά, στις μέρες μας, ύστερα από δεκάδες αιώνες ναυτικής χρήσης, το τσούρμο αποφάσισε τα τελευταία χρόνια να βγει στη στεριά.
https://sarantakos.wordpress.com/
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου