Καλοκαιρία,
κι ο σαρκασμός της καταιγίδας αναπαύεται
σε τόξου ουράνιου καμπύλη,
με άγνωστη θητεία
σ εφτά ορατές γραμμές
συνηρημένες
απο τύχη
στο όγδοο
της τύχης χρώμα
το λευκό.
Τύχη ασήμαντη,
τυραγνισμένη του λευκού η τύχη,
στης θάλασσας τα εύφορα,
πενθεί
από τον Αύγουστο
πέρσι θαρρώ
σαν αλκυόνα επιπόλαιη
και πλημμυρίζει την στεριά
πανστρατιά
από λιγοθυμισμένα χαμομήλια
κι οι πεθυμιές,
ασίτιστες
από το προπατορικό.
Πάει καιρός,
που συγγενέψανε τα δαγκωμένα μήλα
με τον πειρασμό
και τα όνειρα,
όλα παιδιά μας,
χώμα βρήκαν ,
μεστό,
να σκεπαστούν.
Από τα σφαλιχτά τους βλέφαρα, πετάξανε τα βότσαλα ,
να φύγουν θέλουν
ασυνόδευτα,
για το γαλήνιο λευκό
το όγδοο χρώμα,
πριν ξεφουσκώσουν τα βουνά
κι ο κόσμος
γίνει
επίπεδος
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου