Ύστερα ήρθε η σκουριά
ηλιοκαμένη μα ξεδίψαστη
κι αφού έφτυσε στ' αριστερό πλευρό της,
σάλιο από θάνατο μπαγιάτικο,
με ρώτησε .
Ποιος τύπος επαληθεύει τον χαμό .
Αφηρημένη,
τραπέζι έστρωσα με απαντήσεις,
αργόσχολα σερβιρισμένες
και μετρημένες για να φθάσουν.
Τρια σερβίτσια απείραχτα, συμπόνιας.
Αυτός αυτή κι ο λόγος τους,
με μπερδεμένα αποτυπώματα
κι ακίνητες φουσκάλες,
σε ποτήρια σωληνωτά.
Τον ήλιο ακούμπησα
με το λινό της αυταπάτης γάντι,
τον άλλαξα,
σε γλόμπο ανεμικό της κάμαρης,
και στο ημίφως του,
με πλάτη κόντρα σε σοβά ετοιμόρροπο,
έκανα πρόποση
στην παρακμή
και στο στεφάνι
με τα λουλουδοκέφαλα καρφιά του,
στην χωρα των λησμονημένων να πολιτογραφηθούν,
εκεί που κατοικεί ο χαμός,
σε χρόνο τσιμεντένιο,
ολότελα κι ανάρμοστα, ανεπαλήθευτος
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου