Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Δευτέρα 11 Μαρτίου 2019

Η μέρα του χαλβά

Η μέρα του χαλβά


Posted by sarant
Κούλουμα σήμερα, αν και για τους ξενιτεμένους η μέρα είναι εργάσιμη και τίποτα το γιορταστικό δεν έχει. Τις φετινές Απόκριες δεν τις τίμησε αρθρογραφικώς το ιστολόγιο, οπότε σήμερα θα προσπαθήσω να επανορθώσω.
Πέρυσι είχαμε βάλει (σ’ επανάληψη) ένα άρθρο για τη λαγάνα, ταιριάζει σήμερα να λεξιλογήσουμε για το απαραίτητο συνοδευτικό της, τον χαλβά.
Ποιον χαλβά; θα αναρωτηθείτε. Ποιον απ’ όλους; Η ερώτηση μπορεί να έχει πολλές απαντήσεις διότι χαλβάδες υπάρχουν πολλοί -και εννοώ τη λέξη με την κυριολεκτική της σημασία.
Έχουμε, ας πούμε, τον σιμιγδαλένιο χαλβά, ο οποίος στη βασική του μορφή έχει απλούστατη σύνθεση, και είναι γνωστος και ως χαλβάς 1:2:3:4 επειδή παρασκευάζεται με 1 μέρος βούτυρο ή λάδι, 2 μέρη σιμιγδάλι, 3 μέρη ζάχαρη και 4 μέρη νερό. Ως εκεί, ξέρω κι εγώ που οι επιδόσεις μου στη μαγειρική είναι υποτυπώδεις. Αυτός είναι ο κατεξοχήν σπιτικός χαλβάς, ενώ τώρα τελευταία τον φερνουν συχνά και στις ταβέρνες σαν κέρασμα στο τέλος.
Υπάρχει βέβαια και ο χαλβάς Φαρσάλων ή σαπουνέ χαλβάς, που χρησιμοποιεί νισεστέ αντί για σιμιγδάλι. Η λέξη «νισεστές» είναι τουρκικό δάνειο, περσικής αρχής (nişasta, το αμυλάλευρο). Μου αρέσει, αλλά με γκώνει.
Όμως ο χαλβας που κυρίως συνδέεται με τη σημερινή μέρα, επειδή περιέχει μόνο νηστίσιμα υλικά, είναι ο ταχινένιος χαλβάς, ή «χαλβάς του μπακάλη», αφού αυτόν τον αγοράζουμε και δεν τον φτιάχνουμε στο σπίτι. Χρησιμοποιεί ταχίνι αντί για σιμιγδάλι. Το ταχίνι είναι πολτός από αλεσμένο σουσάμι. Και το ταχίνι είναι τουρκικό δάνειο, tahin, αραβικής αρχής και το βρίσκουμε και σε άλλα εδέσματα της λεβαντίνικης κουζίνας, σαν το χούμους.
Το συστατικό που προσφέρει στον ταχινένιο χαλβά την ελαστικότητά του είναι το λεγόμενο τσουένι ή σαπουνόχορτο (σαπωναρία η φαρμακευτική είναι η επιστημονική του ονομασία), το οποίο λέγεται έτσι επειδή παλιότερα όντως το χρησιμοποιούσαν για να πλένουν τα ρούχα. Και το τσουένι τουρκικό δάνειο είναι (çöven).
Ο χαλβάς του μπακάλη προσφέρεται σε διάφορες συσκευασίες και παραλλαγές, με μύγδαλα ή φιστίκια και με σοκολάτα, ενώ τελευταία έχουν εμφανιστεί και πιο προχωρημένες παραλλαγές, ας πούμε με κράνμπερι και με ό,τι άλλο θελήσει η φαντασία  του παραγωγού.
Φτάσαμε ως εδώ και δεν αναφέραμε την ετυμολογία του χαλβά. Είναι και αυτός τουρκικό δάνειο, από τον διαλεκτικό τύπο halva, ενώ ο κοινός τουρκικός τύπος είναι helva, από το αραβικό حلوى‎ ḥalwá, που σημαίνει γλύκισμα γενικώς και τον χαλβά ειδικώς.
Αυτά είναι τα τρία βασικά είδη χαλβά που ξέρουμε στην Ελλάδα. Οι εξ ανατολών γείτονες έχουν και άλλα είδη, όπως τον κετέν χαλβά ή πισμανιγιέ, σαν μαλλί της γριάς κάπως, που σας συνιστώ να τον δοκιμάσετε αν και λερώνει χειρότερα από τους κουραμπιέδες.
Aλλά η λέξη χαλβάς έχει και πασίγνωστη μεταφορική σημασία. Χαλβάς είναι, λέει το λεξικό, ο άβουλος και νωθρός άνθρωπος, ο νερόβραστος. Αντιγράφω από το λεξικό της λαϊκής του Δαγκίτση: άνθρωπος άβουλος, ανάξιος. Συνώνυμα: Λαπάς, μαμαλίγκας, μουχαλεμπής, νιανιάς.
Να βάλουμε και εποπτικό μέσο:
Ο συγχρωτισμός με τον λαπά, έδεσμα παροιμιωδώς άγευστο και που κυρίως το συνδέουμε με το διαιτολόγιο ασθενών, δεν είναι και τόσο τιμητικός για τον χαλβά. Θα σκεφτούμε πως η ονομασία δόθηκε από τη μαλακή υφή του και όχι από τη γεύση του.
Πάντως, στα νεότερα χρόνια έχει (αναπόφευκτα θαρρώ) αναπτυχθεί και η σημασία χαλβάς = αργόστροφος, που δεν είναι βέβαια και πολύ μακριά από τον άβουλο. Θυμάμαι στα νιάτα μας που λέγαμε διάφορα σχετικά αστεία, ας πούμε μια Καθαρά Δευτέρα είχαμε κατηγορήσει για κανιβαλισμό κάποιον της απέναντι παρέας όταν έφαγε χαλβά.
Αυτή η μεταφορική σημασία του χαλβά πρέπει να αναπτύχθηκε στα ελληνικά -δεν τη βρίσκω στα τουρκικά, όπου το μόνο κάπως μεταφορικό είναι η λέξη helvalik, που σημαίνει το χαρτζιλίκι (που και αυτό τούρκικο δανειο είναι, harçlik). Χαλβαλίκι λοιπόν είναι το χαρτζιλίκι των παιδιών, κατά λέξη ‘λεφτά για να αγοράσουν γλυκά’ -όπως το πουρμπουάρ σημαίνει κατά λέξη ‘για να πιεις κάτι’. Από την άλλη, βρίσκω την ποντιακή παροιμία ‘άμον άναλον χαλβάν’ [σαν τον ανάλατο/άγευστο χαλβά] που λέγεται για κάποιον «χωρίς χάρη στις κινήσεις του».
Υπάρχει και το ρήμα «χαλβαδιάζω», που σημαίνει «κοιτάζω με λαχτάρα, με μεγάλη επιθυμία» κάτι ή κάποιον, ίσως όπως κοιτάζει το παιδί ένα λαχταριστό γλύκισμα. Άλλωστε, υπάρχουν και τα παρεμφερή «γλυκοκοιτάζω», «ζαχαρώνω».
Με τη συμφωνία των Πρεσπών συζητήθηκε και ο Μακεδονικός χαλβάς, που βέβαια δεν είναι ονομασία προελεύσεως προϊόντος αλλά εμπορική επωνυμία ταχινένιου χαλβά. Σημειώνω κάτι γουστόζικο που είχε γράψει τις προάλλες σε σχόλιο ο φίλος μας ο Γιάννης Κ.: Είδα στην τηλεόραση έναν σκοπιανό να τρώει Μακεδονικό Χαλβά. Να δείτε πόσο προκλητικά μασούλαγε, με πόσο θράσος χαμογελούσε στην κάμερα, πώς έγλειφε ξεδιάντροπα τα χείλια του. Σαν να ‘λεγε το κτήνος «σας φάγαμε το όνομα, τώρα σας τρώμε τον χαλβά, σειρά έχουν οι γυναίκες σας, οι κόρες σας, οι πλάσμα γιγαντοτηλεοράσεις σας! «.
Ως τώρα είπαμε πράγματα που τα ξέρετε σε γενικές γραμμές. Να πούμε και κάτι άλλο που μάλλον δεν το ξέρετε.
Ποια λέξη έχουμε στη γλώσσα μας που είναι ομόρριζη με τον χαλβά αλλά δεν αναφέρεται σε έδεσμα;
Σκεφτείτε το λίγο πριν διαβάσετε παρακάτω, προσπαθήστε να το μαντέψετε.         ---------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
Να το πάρει το ποτάμι........
Πρόκειται για τη χαλάουα, τη μέθοδο αποτρίχωσης, όπου χρησιμοποιείται μια κολλώδης ουσία από καραμελωμένη ζάχαρη. Τη χαλάουα αυτή μπορεί κανείς να τη φτιάξει και στο σπίτι, με ζάχαρη, λεμόνι και νερό, και είναι δάνειο μέσω αγγλικών (halawa) από τα αραβικά, από την ίδια ρίζα που σημαίνει «γλυκό», από την οποία προέρχεται και ο χαλβάς.
Αλλά με τον χαλβά δεν γίνεται τόσο καλά η αποτρίχωση, φαντάζομαι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Τέλεια η Αθήνα χωρίς τους Αθηναίους, σύμφωνα με έρευνα5

  Τέλεια η Αθήνα χωρίς τους Αθηναίους, σύμφωνα με έρευνα Φανταστική είναι η Αθήνα αρκεί να μην έχει Αθηναίους, όπως προκύπτει από έρευνα που...