Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τετάρτη 9 Μαΐου 2018

Από το πουθενά του Μισέλ Φάις

Από το πουθενά του Μισέλ Φάις

Σκόπια, ερηµικό πάρκο, σούρουπο. Εξηντάρης βαψομαλλιάς, κάτω από µεγάλα μωλωπισμένα σύννεφα. Τα χείλη του είναι πρησμένα και μολυσμένα.
Τρέμω το σµαραγδί µάτι του, το χνότο του που ζέχνει βότκα, το κορακίσιο παλτό του κι αυτό το λιανό χέρι του, κίτρινο σαν το κερί, που σαν φτερό σ’ ακουµπάει στον ώµο. Σ’ ακούµπησε; Το στόμα σου µπούκωσε χώµα. Γ ι’ αυτό, όσο πιο πολύ σκιάζομαι τόσο πιο πολύ ξαπλώνω µε µελαχρινές, ρούσες και ξανθές. Ευτυχώς η τσέπη µου κουδουνίζει ακόµα. Όταν παλιώνεις δεν υπάρχει πιο βαρύ πράγµα από την άδεια τσέπη. Όταν σαραβαλιάζεις, ποια να καταδεχτεί να σ’ αγκαλιάσει; Δον Ζουάν φαφούτης, µ’ ασθενική καρδιά και γόνατα που τρέµουν, γίνεται; Δεν γίνεται. Γι’ αυτό ζαχαρώνω το σκοτάδι, γι’ αυτό καλοπιάνω το κενό, µην και µε βρει µπόσικο ο Μαστροθάνατος.
♦ ♦ ♦
Edited with Afterlight (8).jpg
Βερολίνο, ξηµέρωμα. Πολυκατοικία στο πρώην ανατολικό Βερολίνο, περικυκλωμένη από φωτιά. Φλεγόμενος άντρας πηδάει από το παράθυρο. Πυροσβέστες ρίχνουν νερό με τη μάνικα πάνω και κάτω από τη σκάλα. Νοσοκόµοι τοποθετούν στο φορείο μια γυναίκα που ουρλιάζει. Μια παρέα εφήβων σφιχταγκαλιασμένη κλαίει. Πλήθος ανθρώπων µε εσώρουχα, τυλιγμένοι πρόχειρα µε κουβέρτες. Οι εξηντάρηδες βρίσκονται κοντά σ’ έναν γονατισµένο άντρα που έχει στρέψει την πλάτη του στη φωτιά. Δείχνει αποκομμένος. Στην αρχή, με τα χέρια του, σχηματίζει αόρατο βιβλίο, μετά τα τρίβει στο πρόσωπό του, τέλος σκύβει μέχρι να ακουµπήσει το µέτωπό του στο χώμα. Ο ένας εξηντάρης γονατίζει πλάι στον άντρα που προσεύχεται, ενώ ο άλλος γρονθοκοπεί το στήθος του. Μπορεί όμως και το αντίστροφο. Δηλαδή, αυτός που γονατίζει γρονθοκοπιέται κι αυτός που γρονθοκοπιέται να γονατίζει.
Προσπαθείς να µη σκέφτεσαι τίποτα, να µη νιώθεις τίποτα, γιατί όσο σκέφτεσαι και νιώθεις αυτά τα πράγματα, αυτά τα πράγµατα που δεν χωράνε σε λέξεις, ούτε κατάλληλες ούτε ακατάλληλες, αυτά τα πράγµατα που τα ξέρεις σαν την τσέπη σου, αφού από παιδί αυτά σε τρώνε, τόσο περισσότερο σου λείπουν οι λέξεις αυτές που δεν φτάνουν στην άκρη των χειλιών και µένουν σφηνωµένες στα σπλάχνα, αυτές οι λέξεις που φλέγεσαι να πεις και να ακούσεις, αυτές οι λέξεις που µόνο στον ύπνο σου τις ψελλίζεις. ..
Και µετά;
Και μετά σπας το κεφάλι σου για να τις θυµηθείς. . .
Και τις θυµάσαι;
Σιγά µην τις θυµηθείς.
♦ ♦ ♦
Δουβλίνο, γηροκοµείο. Άντρας, γύρω στα ογδόντα, µε σκαμµένο πρόσωπο σε αναπηρικό καρότσι, µπροστά σε στρωμένο τραπέζι. Ψηλαφεί σαν τυφλός το τραπεζοµάντιλο, τα µαχαιροπίρουνα, τα πιάτα και τα ποτήρια.
Η ζωή, πώς τη λένε, τελειώνει. Μια μέρα τελειώνει. Όπως τελειώνει το ουίσκι, ο δρόμος, η καύλα. Τελειώνει. Μια µέρα λοιπόν, που µπορεί και να μην είναι μέρα, µπορεί και να είναι νύχτα, να νυχτώνει, να σβήνει, να ξεψυχάει η μέρα, αλλά μπορεί και να είναι απλώς μια μέρα που τα ‘χει στυλώσει, που δεν της περνάει από τον νου ότι κάποια στιγµή θα πάψει να βλέπει τον ήλιο, ότι θα τη φάει το µαύρο χώµα, μια µέρα δηλαδή σαν όλες τις άλλες µέρες, απαράλλαχτη, µια τερατωδώς συνηθισµένη µέρα, θα ρίξω την άηχη ζαριά, πώς τη λένε, αφού εκείνη τη µέρα, ειδικά εκείνη τη µέρα, ό,τι και να φέρω, ντόρτια ή εξάρες, η πιο σωπασμένη σιωπή στον κόσµο θα µου βουλώσει το στόµα με το πιο ασφυκτικό της φιλί.
Τα παραπάνω αποσπάσματα είναι από το βιβλίο «Από το πουθενά»του Μισέλ Φάις, το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη.
https://stylerivegauche.wordpress.com/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Τέλεια η Αθήνα χωρίς τους Αθηναίους, σύμφωνα με έρευνα5

  Τέλεια η Αθήνα χωρίς τους Αθηναίους, σύμφωνα με έρευνα Φανταστική είναι η Αθήνα αρκεί να μην έχει Αθηναίους, όπως προκύπτει από έρευνα που...