Εκδρομαί
(χρονογράφημα του Κ. Βάρναλη)
Posted by sarant στο 9 Απρίλιος, 2018
Οι δεύτερες μέρες των μεγάλων γιορτών, των Χριστουγέννων και του Πάσχα, ειναι βέβαια αργίες κι αυτές όπως και η ανήμερα γιορτή, αλλά έχουν χαρακτήρα ιδιότυπο. Χωνεύουμε το αρνάκι ή αντίστοιχα τη γαλοπούλα -όχι μόνο και όχι τόσο κυριολεκτικά αλλά πάντως τη γιορταστική εμπειρία. Συνηθως είμαστε πιο χαλαροί, το εορταστικό κλίμα έχει περάσει, ιδίως τη Δευτέρα του Πάσχα όπου δεν επίκειται η καινούργια γιορτή της Πρωτοχρονιάς.
Και για το ιστολόγιο τέτοιες μέρες είναι ιδιόμορφες: μέρες αργίας και σχετικά χαμηλής επισκεψιμότητας, όπως και όλη η εορταστική περίοδος άλλωστε, ταιριάζει κάποιο λογοτεχνικό ανάγνωσμα, που να είναι κάπως σχετικό με τη γιορτή που τελειώνει αλλά να μην ειναι ακραιφνώς εορταστικό.
Για σήμερα διάλεξα ένα χρονογράφημα του Κώστα Βάρναλη από τον καιρό της Κατοχής, που το έχω συμπεριλάβει στη συλλογή χρονογραφημάτων Αττικά, που κυκλοφόρησε πρόπερσι από τις εκδόσεις Αρχείο. Έχει τίτλο «Εκδρομαί» και περιγράφει, ειδικώς, μιαν εκδρομή στην Παλαιά Πεντέλη που έγινε τη Δευτέρα του Πάσχα, στις 17 Απριλίου 1944. Το χρονογράφημα δημοσιεύτηκε στην Πρωία στις 19.4.1944.
Όπως και με άλλα κατοχικά χρονογραφήματα του Βάρναλη, περιγράφεται μια σκηνή λαϊκής ευωχίας εντελώς ξενη με την ιδέα που έχουμε για την καθημερινότητα στα χρόνια της Κατοχής. Αυτό μπορεί να αποσκοπούσε και στην τόνωση του ηθικού.
Οι συγκοινωνίες ήταν βέβαια υποτυπώδεις, αλλά και πριν από την Κατοχή δεν θα ήταν πολύ καλύτερες. Το λεωφορείο από την πλατεία Κάνιγγος κάνει δυο ώρες (ίσως με μια δόση χρονογραφικής υπερβολής) για να φτάσει στη Φραγκόκλησα, και από εκεί οι εκδρομείς ανηφορίζουν με τα πόδια ως την Πεντέλη -ο τελικός προορισμός δεν δηλώνεται σαφώς αλλά τεκμαίρεται.
Φραγκόκλησα ή Φραγκοκλησιά; Σήμερα χρησιμοποιούμε πιο πολύ τον δεύτερο τύπο (και επειδή δεν μένω στα βόρεια δεν ξέρω καν αν ο ναός, που έδωσε το όνομά του στην περιοχή, βρίσκεται στο Χαλάνδρι ή στο Μαρούσι) αλλά ο Βάρναλης το έλεγε «Φραγκόκλησα», και έτσι το έχει και ο Λευτέρης Παπαδόπουλος στο τραγούδι από τον Δρόμο, αν και στο Γιουτούμπ το ανέβασαν «Φραγκοκλησιά»:
(Με ένα κ μάλλον η Φραγκόκλησα, αφού γράφουμε «ξωκλήσι»)
Σημειώνω ότι ο Βάρναλης χρησιμοποιεί τη λέξη «χαβούζα» με την παλιά σημασία της χτιστής δεξαμενής νερού, ιδίως σε σιντριβάνι, χωρίς τις σημασίες του βρόμικου και του μολυσμένου, που πήρε αργότερα η λέξη.
Και όπως θα δούμε, η εκδρομική Κόλαση δεν απέχει πολύ από τον Παράδεισο:
Εκδρομαί
–Όποιος δεν πήγε εκδρομή τη Δευτέρα του Πάσχα δεν ξέρει τι είναι κόλαση, έλεγε την άλλη μέρα ο φίλος του υπαίθρου. Έπρεπε να έβλεπες στην πλατεία Κάνιγγος από τις 6 το πρωί την ανθρωποθάλασσα των νέων και τη φουρτούνα της! Ναι. Για τέτοιες ηρωικές εξορμήσεις μονάχα οι νέοι έχουνε… κότσια.
Κι αντίς να λιγοστεύουνε, δώσ’ του και πληθαίνανε. Γιατί τα λεωφορεία ήσαν λίγα. Και μόλις παρουσιαζότανε κανένα, πέφτανε απάνου όλοι μια μάζα, για να μπούνε. Αλλά πού να χωρέσουν χίλια κορμιά μέσα σ’ ένα κουτί! Κι όμως χωρούσανε. Πώς; κι εγώ δεν ξέρω πώς! Το μόνο που μπορώ να σε βεβαιώσω, είναι που τα μάτια μου πεταχτήκανε όξω κι από λεφτό σε λεφτό κινδύνευα να πέσω χάμου ξερός από ασφυξία. Τα παράθυρα όλα κλειστά. Γιατί; Γιατί ο νους του αφεντικού δεν είναι να εξυπηρετήσει τον κόσμο, παρά να τον γδάρει κι ας ψοφήσει! «Ίσα!» φώναξε ένας. Και με τους αγκώνες ξεκόλλησε μια σανίδα καρφωμένη στο παράθυρο αντίς τζάμι. Τέτοια θέλουν!…
–Πάρτε το χέρι σας, δεσποινίς απ’ εδώ. Ο αγκώνας σας μου χώθηκε στα παγίδια. Θα σκάσω, είπε κάποιος, που ένα γυναικείο χέρι, βαστώντας την ανοιγμένη πόρτα για στήριγμα, του πίεζε το στήθος.
–Μα δεν είναι δικό μου, κύριε!
–Τότε ποιανού είναι;
–Τσίμπα το! φώναξε ένας άλλος, και θα φανεί ποιανού είναι!
Δε φτάνει το πάστωμα των ανθρώπων, τα κλεισμένα παράθυρα, είχαμε και το βήμα σημειωτό… Το λεωφορείο δεν μπορούσε να κουνηθεί… Πήγαινε με ταχύτητα ενός χιλιομέτρου την ώρα. Πολλοί κρεμασμένοι στις πόρτες προτιμούσανε να κατεβαίνουν και να παρακολουθούνε πεζοί το αμάξι. Είχανε τον καιρό να πηγαίνουν ως τους φράχτες των περιβολιών για λουλούδια και να ξαναγυρνούν. Μετά δυο ώρες φτάσαμε στη Φραγκόκλησα μισοπεθαμένοι, σέρνοντας τα ράκη της ύπαρξής μας στην οδόν της μετανοίας!
–Επιτέλους, άμα φτάσουμε στην Αγία Τριάδα, θα ησυχάσουμε… Τρεχούμενα νερά, πεύκα, γαλήνη…
Αμ! δε! Εκεί ήτανε όλη η μετοικεσία της Βαβυλώνος. Πηγαίναμε για καθαρόν αέρα στον ανοιχτόν ουρανό και πέσαμε σε… υπόγειο. Πηγαίναμε στο βουνό και βρεθήκαμε στη θάλασσα.
–Ποια θάλασσα, χριστιανέ μου! τον διέκοψε ο ακούων.
–Μην κάνεις τον έξυπνο. Άκουε πρώτα… Λοιπόν, στη χαβούζα, που είναι αντίκρυ στο εστιατόριο του Μιχάλη, κολυμπούσανε με τα μαγιό τους μερικοί νέοι. Το νερό ήτανε κρύσταλλο και κάτου στον πυθμένα τα πράσινα χόρτα σαλεύανε σα φύκια… Κι ύστερα οι κολυμπητάδες κυνηγιόντανε κάτου από τα πεύκα και ξαπλώνανε στον ήλιο… Ήτανε λοιπόν ή δεν ήτανε θάλασσα;
Επιτέλους βρήκαμε ένα τραπέζι να καθίσουμε. Και στρωθήκαμε στο φαγί και στο κρασί… Όλα τότες αλλάξανε… Ο ουρανός έγινε βαθύτερος κι η άπλα γύρω μας απέραντη… Φωνογράφοι όμως και κιθάρες και λογής λαλούμενα χαλούσανε τον κόσμο. Κόσμος αμέτρητος. Κοιτούσαμε φυσικά τις γυναίκες. Άλλες χορεύανε με το σείσμα και το λύγισμα, άλλες παίζανε φουτ μπολ και κλοτσούσανε την μπάλα ως τ’ αστέρια (δεν ήτανε ανάγκη να υπάρχουν αστέρια), άλλες με τα κοντοβράκια πίνανε γονατιστές από τη βρύση… Ωραία είναι η ζωή των.. άλλων! Ένας βιολιτζής ήρθε στο τραπέζι μας κι άρχισε να μας παίζει το «Χριστός Ανέστη» ως είδος αμανέ… Σηκωθήκαμε απάνου και πήγαμε με τους άλλους. Όλοι γενήκαμε ένα. Χορέψαμε, κλοτσήσαμε τη μπάλα, άγνωστοί μεταξύ αγνώστων, σκεφτήκαμε λόγια, που δεν τα είπαμε –κι ύστερα, όταν σταματούσε ο χορός και το φουτ μπολ, κλοτσούσαμε τους τενεκέδες των κονσερβών, έτσι για γούστο… Λοιπόν, περάσαμε θαυμάσια…
–Μα εσύ έλεγες πως ήτανε κόλαση…
–Έλεγα στην αρχή. Έπειτα όμως αλλάξανε τα πράματα. Και γι’ αυτό συμφωνήσαμε να ξαναπάμε την ερχόμενη Κυριακή…
https://sarantakos.wordpress.com/
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου